Τετάρτη, 17 Δεκεμβρίου 2014

Η Ελισάβετ Μαρία Δέδε γράφει στο Bookia για το "Ουίσκι μπλε"

Δυο χρόνια μετά το ΜΥΣΤΙΚΟ ΗΤΑΝ Η ΖΑΧΑΡΗ, που αγαπήθηκε τόσο, η Τέσυ Μπάιλα επανέρχεται με μια δυνατή κοινωνική ιστορία:
Κύριο πρόσωπο του βιβλίου είναι ο Μιχάλης γιος του Καπετάν-Βαγγέλη και της Βιργινίας που ξεκίνησε τη ζωή του στο Πορτ Σάιντ της Αιγύπτου. Η ζωή του κυλούσε μέσα στη γοητευτική νωχέλεια του ανατολίτικου τοπίου, και την οικογενειακή θαλπωρή, ώσπου μια αναπάντεχη απώλεια αναγκάζει την οικογένεια να επαναπατριστεί στη Σαντορίνη.

Στο νησί ο Μιχάλης θα γνωρίσει την αληθινή φιλία στο πρόσωπο του Αρτέμη.
Τα μετέπειτα χρόνια του Μιχάλη θα στιγματιστούν από τη φτώχεια και τον αγώνα της επιβίωσης. Έτσι θα οδηγηθεί στον Πειραιά κι από εκεί στην κόλαση των βελγικών ανθρακωρυχείων, ακολουθώντας τη μοναχική πορεία του μετανάστη. Εκεί ο νεαρός Μιχάλης θα ανδρωθεί, γνωρίζοντας τη συντροφικότητα και την πικρή γεύση της κοινωνικής αδικίας κάτω από το πέπλο του θανάτου, που βάφει τη ζωή του με το μαύρο του κάρβουνου-και κλείνει τον κύκλο αυτόν με μια ακόμη απώλεια.
Ωριμότερος θα επιστρέψει στην πατρίδα και θα γνωρίσει τον αληθινό έρωτα για να φύγει αμέσως ξανά κυνηγώντας το αμερικάνικο όνειρο.
Η διάψευση θα σηματοδοτήσει μια νέα αρχή- καταδικασμένη σε ένα ακόμη τέλος.
Φίλοι και αγάπες που χάνονται. Η γυναικεία μορφή σε όλες τις εκφάνσεις της-παραμυθία και όλεθρος. Φιγούρες διαποτισμένες τη σκόνη του μόχθου και τη λαϊκή σοφία, ώσπου μια σκιά από το παρελθόν έρχεται να απαντήσει σε εναγώνια «γιατί» μέσα από τη μνήμη μιας φλογερής αγάπης…
Γιατί έτσι ήταν η ζωή του Μιχάλη:
Αεικίνητη σαν τη θάλασσα-τη μόνη σταθερή του σύντροφο: Πότε σαγηνεύτρα αδιάλλακτη, πότε μητέρα στοργική, η θάλασσα θα στιγματίσει το Μιχάλη με το «χρίσμα» της και θα είναι για εκείνον πάντα μια πρόκληση φυγής, και συνάμα μια υπενθύμιση επιστροφής…
Η θάλασσα τον νανούρισε ως παιδί με τις αφηγήσεις των κυμάτων της, εκείνη έπλεξε την αλμύρα της με τα πρώτα του δάκρυα, εκείνη μόνο τον άκουσε απόμαχο στον απολογισμό της ζωής του, όντας για εκείνον το πιο μεθυστικό ποτό.



O γοητευτικός τίτλος με την εύστοχη μεταφορά καθώς το εξώφυλλο δρουν παραπλανητικά, προετοιμάζοντας ενδεχομένως τον αναγνώστη για μια ναυτική ιστορία γεμάτη εικόνες υπερπόντιων ταξιδιών και στιγμιότυπα της ναυτικής ζωής, όπως τα συναντάμε στη γοητευτική ποίηση του Καββαδία και σε μυθιστορήματα όπως το κορυφαίο του είδους, Ο ΘΑΛΑΣΣΟΛΥΚΟΣ του Τζακ Λόντον. Ωστόσο δεν είναι έτσι καθώς δεν πρόκειται για ένα ναυτικό αφήγημα.
Το ΟΥΙΣΚΥ ΜΠΛΕ είναι, με μία φράση, ένα οδοιπορικό στην Ελλάδα των απλών ανθρώπων που πασχίζουν για μια καλύτερη ζωή στο μεταπολεμικό τοπίο.
Περιστρεφόμενη γύρω από ένα βασικό πρόσωπο, η Τέσυ Μπάιλα, συνθέτει μια Ωδή στη Φτωχολογιά, ανάγοντας σε κεντρική φιγούρα τον πολυτραγουδισμένο Έλληνα Μετανάστη…

Το ΟΥΙΣΚΥ ΜΠΛΕ, μέσα από την πορεία του κεντρικού ήρωά του, χαρτογραφεί τους μεταναστευτικούς κύκλους που διέγραψε το πολύπαθο ελληνικό στοιχείο προπολεμικά, αλλά και ως τα πρώτα μισά του 20ου αιώνα.
Kαi αυτό το έργο της Μπάιλα, όπως και το ΜΥΣΤΙΚΟ ΗΤΑΝ Η ΖΑΧΑΡΗ συνιστά μια ηθογραφική ματιά της τριακονταετίας μετά τον πόλεμο. Ενώ όμως το ΜΥΣΤΙΚΟ εστίαζε στα ήθη της Κρήτης για να καταλήξει στις φτωχογειτονιές του Πειραιά, το ΟΥΙΣΚΙ έχει εφαλτήριο το εξωτικό Πορτ Σάιντ, για να συναντήσει το ΜΥΣΤΙΚΟ στις πειραϊκές παραγκουπόλεις, το λιμάνι και την Τρούμπα και να εξακτινωθεί ύστερα στους βασικότερους σταθμούς του μεταναστευτικού ρεύματος –Ευρώπη, Αμερική και θάλασσα.
Άλλη διαφορά από το προηγούμενο έργο είναι πως ο βασικός χαρακτήρας στη ΖΑΧΑΡΗ ήταν μια γυναίκα. Στο ΟΥΙΣΚΥ όλα μεταφέρονται από την αντρική σκοπιά, που η ΤΕΣΥ προσεγγίζει με επιτυχία, χωρίς να υποπέσει στην παγίδα της ωμότητας και πάντα διατηρώντας τη φινέτσα στη γραφή της.
Ο κεντρικός ήρωας του βιβλίου, ο Μιχάλης, είναι ένας απόλυτα ρεαλιστικός χαρακτήρας κι αντιπροσωπεύει επιτυχώς το μέσο Έλληνα της εποχής:
Φιλότιμος και ανθρώπινος παραμένει ο ευσυνείδητος γιος κι ο αλληλέγγυος φίλος. Αρρενωπός και επιρρεπής στον έρωτα διατηρεί ωστόσο την εντιμότητά του. Παρόλη την παρορμητικότητά του, πεισμώνει στις ματαιώσεις της δύσκολης ζωής του και ξαναρχίζει από την αρχή.
Τέλος, καλείται να αναμετρηθεί με τα λάθη του.

Ο Μιχάλης της Τέσυς Μπάιλα είναι ένας χαρακτήρας πειστικός με αδυναμίες αλλά και το ηθικό διαμέτρημα του ανθρώπου που κόντρα στις αντιξοότητες διατηρεί την ακεραιότητά του και παλεύει για την οικογένειά του-αξία κυρίαρχη στην ελληνική νοοτροπία –τουλάχιστον ως το τέλος του 20ου αιώνα…
Mοναδική διαφορά του Μιχάλη από το μέσο Έλληνα είναι πως η απουσία του από την Ελλάδα τα χρόνια της Κατοχής και του Εμφυλίου, απαλλάσσει τη ζωή του από τις πληγές του Πολέμου αποσυνδέοντάς την από το πολιτικό φορτίο της πολυτάραχης εποχής.
Ο Μιχάλης εκπροσωπεί τους Έλληνες της διασποράς, που φέρουν εικόνες πιο κοσμοπολίτικες και ορίζοντες πιο ανοιχτούς, όμως η φτώχεια του κι η αγωνία της επιβίωσης, τον εντάσσουν γρήγορα στη σκληρή πραγματικότητα της μεταπολεμικής Ελλάδας και τον ενσωματώνουν πλήρως στο κάδρο της κοινωνικής εξαθλίωσης, που δοκίμασε η πλειοψηφία του ελληνικού λαού. Αυτό ακριβώς ιχνηλατεί κι η Τέσυ Μπάιλα με τα παραστατικότερα χρώματα.
Μέσα από ένα γλωσσολογικό πανόραμα, γεμάτο περίτεχνα λογοτεχνικά σχήματα και μεταφορές που αναδεικνύουν το λεξιλογικό μας πλούτο, η Τέσυ Μπάιλα εμφυσά «ψυχή» σε κάθε σκηνή μεταφέροντας πολλαπλές μυρωδιές, ήχους και χρώματα.
Το ταξίδι του Μιχάλη στον Κόσμο ξεκινά από την Αίγυπτο. Μαζί του απολαμβάνουμε τους Κήπους Φεριάλ και νιώθουμε τον άνεμο της ερήμου.
Κατόπιν θα ανακαλύψουμε τη βραχώδη γοητεία της Σαντορίνης κάτω από τη δεσποτεία του ηφαιστείου και θα γευτούμε τις ποικιλίες του γλυκόπιοτου νησιωτικού κρασιού.
Αργότερα, θα συντροφεύσουμε τα άκληρα χαμίνια του Πειραιά ξαναβρίσκοντας τον Άνθρωπο πίσω από τις αποστεωμένες, βρώμικες φιγούρες τους.
Θα γοητευτούμε από τις πολύπλευρες μεταμορφώσεις της γυναίκας, που σαν τη θάλασσα εναλλάσσει διαθέσεις -μάνα, σειρήνα, παρθένα, όνειρο, οδαλίσκη-μα πάντα πλανεύτρα και καταλύτης.
Θα βιώσουμε τη σαγήνη της θάλασσας, ψηλαφώντας το ιδιαίτερο στίγμα της στην ψυχή των ανθρώπων της. Η θάλασσα, η μόνη σταθερή πατρίδα, ο μόνος συνδετικός κρίκος με τις αγαπημένες ρίζες με το λίκνισμα της και το υγρό της χάδι να δίνει δύναμη στο ναυτικό, όπως η γη στο μυθικό Ανταίο.

Το σημείο κορύφωσης όμως είναι οι μέρες στα Ανθρακωρυχεία της Μαρσινέλ. Στην ενότητα αυτή η συγγραφέας εστιάζει σε ένα υστερόγραφο της ιστορίας από εκείνα που με την καβάφεια λογική ενέχουν σπουδαίες αλήθειες της ζωής.
Πρόκειται για την ερεβώδη κόλαση των ανθρακωρύχων του Βελγίου, που ζούσαν σαν ποντίκια στα λαγούμια του άνθρακα - με αποκορύφωμα το φριχτό ατύχημα που έλαβε χώρα στις 8 Αυγούστου 1956 στη Μαρσινέλ από έκρηξη στον ανελκυστήρα του ορυχείου με αποτέλεσμα να σκοτωθούν μαρτυρικά 262 εργάτες Κυρίως Ιταλοί αλλά και Έλληνες.
To γεγονός δεν άφησε ασυγκίνητη την πνευματική μας παραγωγή. Αρχικά το ανέδειξε ο Νίκος Εγγονόπουλος στο συμβολικό του ποίημα Marcinelle (1956), όπου μέσα στην απόκοσμη οργή της φύσης, κωδικοποιεί την απάνθρωπη ζωή των ορυχείων και καλεί τον εργάτη σε ανατροπή της τυράννων του μέσα από τη βία της επανάστασης («Πάρε το μαχαίρι σου, εργάτη –τούτη η νύχτα δεν είναι σαν τις άλλες»).
Έπειτα ήρθε η εικαστική παρέμβαση του πολιτικοποιημένου εικαστικού Βλάση Κανιάρη με τη σειρά εξπρεσιονιστικών πινάκων "Η Καταστροφή της Μαρσινέλ" (1958), όπου κυριαρχεί το μαύρο του κάρβουνου και της ζοφερής πραγματικότητας των εργατών με το κόκκινο της θυσίας και της καταγγελίας.
Δεκαετίες μετά, η Τέσυ Μπάιλα έρχεται να αναπληρώσει ένα κενό που υπήρχε στο θέμα από την πλευρά της μυθιστοριογραφίας και να προσθέσει την πιο απερίφραστη και πιο χαμηλόφωνη ματιά του πεζογράφου.
Και οι τρεις δημιουργοί (ο ποιητής Εγγονόπουλος, ο ζωγράφος Κανιάρης και η πεζογράφος Μπάιλα) προσδίδουν συμβολική οπτική στο γεγονός, μέσα από το οποίο εντοπίζουν τα πάθη των μικρών που συνθλίβονται στην κοινωνική αδικία ανεξαρτήτως χωροχρόνου.
Οι δύο πρώτοι –ωστόσο αφήνουν ως απόηχο μια πύρινη προτροπή σε αφύπνιση και ξεσηκωμό. Η Τέσυ διατηρεί πιο ήπιους τόνους αναδεικνύοντας την καθημερινότητα, το φόβο και τις ψυχικές διακυμάνσεις του μέσου εργάτη στο γεγονός, οπότε μας αφυπνίζει μέσω της ενσυναίσθησης απέναντι στον καθημερινό άνθρωπο, χωρίς τη μεσολάβηση κάποιου επαναστατικού σαλπίσματος.
Το κάρβουνο της Μαρσινέλ «μελάνι» των σελίδων αυτών, «μουντζουρώνει» τα χέρια και την ψυχή μας με τρόπο ανεξίτηλο.
Η περιπέτεια του Μιχάλη στο Βέλγιο του υφέρποντος και απάνθρωπου ρατσισμού «όπου οι μετανάστες εξισώνονται προς τα ζώα-ποντίκια και σκυλιά», μού έφερε στο νου το νεανικό μυθιστόρημα ΠΑΙΧΝΙΔΙ ΧΩΡΙΣ ΚΑΝΟΝΕΣ της Γαλάτειας Γρηγοριάδου-Σουρέλη, που αφηγείται την οδύσσεια του αγνού χωριάτη Βαγγέλη όπως αυτός δοκιμάζεται στα εργοστάσια της επίσης αφιλόξενης Γερμανίας των “Gastarbeiter”.
Και οι δύο γυναίκες συγγραφείς καταφέρνουν θαυμάσια να σκιαγραφήσουν την ψυχή ενός άντρα βιοπαλαιστή, τους καημούς της ξενιτιάς και το περίγραμμα της εποχής. Το ΟΥΙΣΚΙ ΜΠΛΕ ωστόσο αγκαλιάζει κι άλλες παραμέτρους της κοινωνικής πραγματικότητας πέραν των «ξένων» εργατών της Βόρειας Ευρώπης.

Ως προς τον αφηγηματικό τρόπο στο ΟΥΙΣΚΙ ΜΠΛΕ, έχουμε επιδέξιο χειρισμό του χρόνου με εναλλαγή αναδρομών και γραμμικής αφήγησης, που επιτείνει το ενδιαφέρον του αναγνώστη χωρίς κανένα από τα δύο να κουράσει.
Κάτι που ίσως παρατηρήσει ο αναγνώστης είναι μια ανισομέρεια –με την έννοια ότι κάποια θέματα περιγράφονται με επιμονή στη λεπτομέρεια ενώ κάποια σημαντικά όχι. Για παράδειγμα στη σχέση του Μιχάλη και της Εριέττας, που ξεκινά μ’ έναν γλυκό και τρυφερό ερωτισμό, δε δίνεται ιδιαίτερη έμφαση στη συνέχεια. Ίσως εσκεμμένα το επιλέγει η συγγραφέας, γιατί ο ήρωας της είναι άντρας και ο αντρικός ψυχισμός παρουσιάζει αποστασιοποίηση από το συναισθηματισμό και την αναλυτική διάθεση που διακρίνει το γυναικείο…
Από την άλλη, η Τέσυ δε γράφει αισθηματική ιστορία, αλλά ένα κοινωνικό μυθιστόρημα, ένα σεργιάνι στους δρόμους της φτωχολογιάς που είτε θαλάσσιοι είτε στεριανοί είναι πάντα δύσβατοι, κι αυτό όφειλε να προκρίνει. Αυτή λοιπόν διαγράφεται επιτυχώς μέσα από το Μιχάλη κι ένα χορό φιγούρων που καθένας συνιστά ένα πολύτιμο λιθαράκι στο μωσαϊκό μιας Ελλάδας που επουλώνει τις πληγές της.
Ο επίλογος της ιστορίας θα εμπεριέχει την απαραίτητη αίσθηση ανατροπής και τραγικότητας μέσα από το πρίσμα ακραίων αλλά απτών καταστάσεων ενός μικρόκοσμου υπόγειου, αλλά υπαρκτού που στην παραφορά και την αθωότητά του εξαλείφθηκε ανεπιστρεπτί από τον κοινωνικό μας χάρτη.
Πικρό και αψύ-αλλά ιδιότυπα μεθυστικό. Αυτό είναι τελικά το ΟΥΙΣΚΙ ΜΠΛΕ που μας κερνάει η Τέσυ Μπάιλα. Γευθείτε το!
ΠΗΓΗ: http://www.bookia.gr/index.php?action=Suggestions&book=198120

Τρίτη, 9 Δεκεμβρίου 2014

Ο συγγραφέας Βασίλης Μόσχης γράφει για το "Ουίσκι μπλε"

Ευχαριστώ πολύ τον Βασίλη Μόσχη για την τόσο ουσιαστική κριτική του για το:"Ουίσκι μπλε"

”Ανήφορος όλη η ζωή μας τελικά θα είναι. Ανήφορος κακοτράχαλος… Και μήπως τι άλλο θα μπορούσε να είναι;”
Με χαροποιεί ιδιαίτερα το γεγονός ότι στο μυθιστόρημά της Τέσυς Μπάιλα “Ουίσκι Μπλε” οι ήρωες είναι οι απλοί άνθρωποι, άνθρωποι του μεροκάματου, οι κυνηγοί της ελπίδας για μια καλύτερη ζωή, οι άνθρωποι που συνεχίζουν να κουβαλούν τα όνειρά τους ακουμπώντας τα στην καθημερινή τους δυστυχία.
Το να γράφεις ιστορία δεν είναι μόνο η αναδίπλωση των γεγονότων, πραγματικών η μη, όπως τα περιγράφει ένας “επαγγελματίας” ιστορικός, σε ένα εγχειρίδιο, σε μια εφημερίδα, σε έναν τόμο. Η πραγματική ιστορία μιας χώρας είναι όπως την βίωσε ο απλός άνθρωπος, μέσα στην καθημερινότητά του, μέσα στις προσπάθειες και τις αγωνίες του, στα όνειρα του, στις χαμένες ζωές, στα κουρασμένα βήματα ενός ήρωα της ζωής, όποιου ήρωα, που ανασαίνει δίπλα σε παράγκες, σε χαμόγελα, και παράθυρα με πολύχρωμα γεράνια.
Η Τέσυ Μπάιλα ακολούθησε αυτούς τους ήρωες και έγραψε τη δική της ιστορία, τη δική μας ιστορία, την ιστορία των ανθρώπων που έζησαν στη μεταπολεμική Ελλάδα, προσπαθώντας να επιβιώσουν, να χαρούν, να τραγουδήσουν…
Μια σύγχρονη Οδύσσεια, με παράλληλες πραγματικές ιστορίες που μπορεί να έζησαν δικοί μας άνθρωποι, να είναι δικές μας ιστορίες που, αλίμονο, έχουμε ξεχάσει… Η χώρα αδυνατούσε να ζήσει τους ανθρώπους της. Και αυτοί απεγνωσμένα βρίσκονται στα ανθρακωρυχεία του Βελγίου, - συναρπαστικές εικόνες και περιγραφές, δυνατά συναισθήματα ανάκατα με βρώμικες ανάσες - «Η καρβουνόσκονη είχε ποτίσει τα ρούχα τους, το δέρμα τους, τα πνευμόνια τους αλλά κυρίως τα όνειρά τους» - ποιος θα αντέξει, ποιος θα επιζήσει σε εκείνα τα σύγχρονα σκλαβοπάζαρα; Όσοι πολεμούν ακόμη για τα όνειρά τους;
Το κυνήγι της ελπίδας φτάνει μέχρι τις αποβάθρες της Νέας Υόρκης, - το κυνηγώ το όνειρό μου, δε θα μου φύγει, μια μέρα θα ανατείλει και ο δικός μου ο ήλιος. Πόσο κερδισμένος είναι ο καθένας από το κάθε δικό του γρήγορο βηματισμό; Είναι η μοίρα που κυβερνά, όσο και να θέλεις να την αποδιώξεις;
Οι ήρωες της Τέσυς Μπάιλα συμμετέχουν σε ένα συναρπαστικά υπέροχο ταξίδι – καταδίωξη στο εξωτικό Πορτ Σάιντ, στη μεσογειακή αύρα της Σαντορίνης, στον Πειραιά των καραβιών και των αμαρτωλών σπιτιών, στις δολοφονικές υπόγειες σήραγγες του Βελγίου, στον μακρινό όνειρο της Αμερικάνικης γης.
Μια ιστορία της μεταπολεμικής Ελλάδας του προηγούμενου αιώνα που - αλίμονο - επαναλαμβάνεται και στην πολύπαθη Ελλάδα των ημερών μας. Να υποθέσουμε ότι η Ιστορία επαναλαμβάνεται;

Διαβάζουμε στο οπισθόφυλλο του βιβλίου:

Ο σύγχρονος Οδυσσέας ονομάζεται Μιχάλης, γιος της Βιργινίας και του καπετάν Βαγγέλη. Το οδοιπορικό του ξεκινά από το Πορτ Σάιντ και η ανάγκη τον φέρνει στη Σαντορίνη και στον Πειραιά των πρώτων μεταπολεμικών χρόνων.
Ακολουθώντας το όνειρο για μια καλύτερη ζωή, θα δοκιμαστεί στα ανθρακωρυχεία της πόλης Μαρσινέλ στο Βέλγιο και στις αποβάθρες του λιμανιού της Νέας Υόρκης, προτού αποδεχτεί αμετάκλητα τη θαλασσινή του μοίρα.
Θα αναζητήσει τη δική του Πηνελόπη στο πρόσωπο της Εριέττας, θα συνοδοιπορήσει με παράξενους συντρόφους όπως ο Αρτέμης και ο Αποστόλης, θα δει να ανοίγουν και να κλείνουν κύκλοι ζωής στη μεγάλη σκηνή του κόσμου.
Σ’ αυτό το έπος της φτώχειας και του καθημερινού αγώνα πρωταγωνιστεί η ελληνική ψυχή ζυμωμένη με τη θάλασσα, στη θέα της οποίας ο απλός άνθρωπος βρίσκει ξανά τη δύναμη να ονειρεύεται.
Το Ουίσκι μπλε είναι μια μυθιστορηματική ματιά στον αιώνα που αφήσαμε πίσω μας, στις μικρές και μεγάλες στιγμές που συνθέτουν την οδύσσεια ενός Νεοέλληνα.

Πηγή: http://vassilismoschis.blogspot.gr/2014/12/blog-post_8.html

Παρασκευή, 5 Δεκεμβρίου 2014

"Ουίσκι μπλε" από τον συγγραφέα Δημήτρη Στεφανάκη στην Athens Voice

Ο Δημήτρης Στεφανάκης γράφει στην Athens Voice για το "Ουίσκι μπλε"

Τούτη τη φορά καλειδοσκοπεί τη μεγάλη Ελλάδα, την Ελλάδα της διασποράς. Η Κρήτη γίνεται Πορτ-Σάιντ και από τον Πειραιά και τη Σαντορίνη η δράση επεκτείνεται μέχρι τη Νέα Υόρκη και τα ανθρακωρυχεία του Βελγίου. Άνθρωποι και γεγονότα στροβιλίζονται γύρω από τον ολοκληρωτικό πρωταγωνιστή τους, τον Μιχάλη, αυτό τον σύγχρονο Οδυσσέα με το πάθος της περιπέτειας. Η θαλασσινή ψυχή του ανατροφοδοτείται από το γαλάζιο στοιχείο αλλά και από την πεποίθηση πως τα δικά του σύνορα μόνο ο ίδιος μπορεί να τα θέσει – σύνορα στον έρωτα, στο όνειρο, στην πατρίδα του αλλά και στους ανθρώπους της.
Τα μεγάλα λιμάνια, η φτώχεια αλλά και η ζεστασιά του μεσογειακού κόσμου, τα γκρίζα τοπία της βόρειας Ευρώπης και οι σκληρές μνήμες από κάθε σταθμό της ζωής του, τον ακολουθούν μέχρι την τελευταία σελίδα, όπου σοφά η συγγραφέας δεν συμβιβάζεται με την εύκολη λύση ενός τέλους. Η Τέσυ Μπάιλα αφήνει ανοιχτό παράθυρο στη φαντασία μας, προς το σημείο όπου οι ήρωες ενός μυθιστορήματος συνεχίζουν να ζουν τις μέρες τους εν αγνοία του δημιουργού τους. Δείγμα συγγραφικής ωριμότητας, επίσης, αποτελεί το γεγονός ότι σε αντίθεση με το προηγούμενο βιβλίο της «Το Μυστικό ήταν η ζάχαρη», αφήνει ανοιχτούς λογαριασμούς με τους χαρακτήρες. Δίνει έτσι την αίσθηση της φυσικής εξέλιξης των πραγμάτων χωρίς να παρεμβαίνει η ίδια παρά μόνο στο βαθμό που απαιτείται για να υπάρχει μια στοιχειώδης λογική ακολουθία στο κείμενο.
Το «Ουίσκι Μπλε», μυθιστόρημα με αδρές παρουσίες, πλούσια δράση, συνεχείς ανατροπές είναι σαφώς ένας κόσμος μεγαλύτερος από το βιβλίο που την ανέδειξε. Η οικουμενική ματιά του θα δώσει στον αναγνώστη τη δυνατότητα να ταξιδέψει μέχρι την άκρη του κόσμου και την ίδια στιγμή μέχρι τα βάθη της ανθρώπινης ψυχής.
Πηγή: http://www.athensvoice.gr/the-paper/article/503/%CE%BF%CF%85%CE%AF%CF%83%CE%BA%CE%B9-%CE%BC%CF%80%CE%BB%CE%B5

Σάββατο, 22 Νοεμβρίου 2014

"Ουίσκι μπλε" από τη συγγραφέα Αφροδίτη Βακάλη

Η συγγραφέας Αφροδίτη Βακάλη γράφει για το "Ουίσκι μπλε" και την ευχαριστώ πολύ γι αυτή την τόσο κολακευτική προσέγγισή της.

ΟΥΙΣΚΙ ΜΠΛΕ, η αίσθηση αυτή της ελευθερίας που νιώθει κάθε ναυτικός μονάχα πάνω στο καράβι του και το ουίσκι, η συντροφιά και η παρηγοριά του, τις μέρες και τις νύχτες των ατέλειωτων ταξιδιών. Κυριολεκτικός και ταυτόχρονα αλληγορικός ο υπέροχος αυτός τίτλος του νέου βιβλίου της Τέσυ Μπάιλα, μέσα στο οποίο παρακολουθούμε με αμείωτο ενδιαφέρον τα ταξίδια του πρωταγωνιστή της, Μιχάλη, στη ζωή και στην απέραντη, μεθυστική θάλασσα. Η λαχτάρα κι ο πόνος μαζί ! Συμπορεύονται χέρι με χέρι στον αγώνα που κάνει η μεταπολεμική Ελλάδα να χορτάσει την πείνα της, να ορθοποδήσει, να προχωρήσει μπροστά. Μια μυθιστορηματική ματιά στην ιστορία της χώρας μας κατά τον προηγούμενο αιώνα και μέσα από την προσωπική «οδύσσεια» του Μιχάλη, βλέπουμε τις περιπέτειες μια ολόκληρης γενιάς που αγωνίζεται να σταθεί στα πόδια της. Δίπλα στον πρωταγωνιστή της, τοποθετεί η συγγραφέας και πολλά άλλα πρόσωπα, συνοδοιπόρους του Μιχάλη, να αφηγούνται ο καθένας μέσα από την δική του ιστορία όλες της πτυχές της ελληνικής κοινωνίας εκείνη της εποχής. Υπέροχες και συγκινητικές ιστορίες, που σαν χάντρες στο κομπολόι της Ελλάδας, μετρούν τον πόνο και τον καημό της ξενιτιάς, το μόχθο της φτωχολογιάς και τον καθημερινό αγώνα για επιβίωση. Ένα εξαιρετικό βιβλίο από τη μοναδική πένα της Τέσυ Μπάιλα, που το προτείνω ανεπιφύλαχτα.

Δευτέρα, 17 Νοεμβρίου 2014

Με τη ματιά των αναγνωστών: Οι αναγνώστες Τζένη Μανάκη, Άννα Κοντίδου, Ρούλα Μουστάκα, Κώστας Αυγερινός και Ευδοξία Κολυδάκη γράφουν για το 'Ουίσκι μπλε¨

Της Τζένης Μανάκη:
Με την δική μου ματιά

Το '' Ουίσκι μπλε'' της Τέσυς Μπάιλα έχει κάτι από την αύρα των μεγάλων σύγχρονων δραματουργών του θέάτρου , όπου κυριαρχεί ο θάνατος , ο χρόνος που κυλάει σε βάρος των βασανισμένων υπάρξεων των ηρώων , των οποίων οι ελπίδες ματαιώνονται , μόνο που εδώ, δεν υποτάσσονται σ΄αυτή την ματαίωση , αναγεννώνται για να συνεχίσουν τον κύκλο μιας νέας πορείας μέσα στον χρόνο.
Η συγγραφέας μέσα από την κινηματογραφική περιγραφή ρεαλιστικών , σκληρών μερικές φορές εικόνων αφήνει να ξεχυθεί ο γνωστός λυρισμός της , σαν μελωδία μελαγχολικής μουσικής που γλυκαίνει την ψυχή του αναγνώστη . Ο ουρανός, η θάλασσα, κυρίως η θάλασσα , το καράβι , η ταξιδιάρικη ελληνική ψυχή , που αναγκάζεται ν΄απαρνηθεί την ομορφιά του τόπου της , να βυθιστεί στην μαυρίλα της μίνας της Μαρσινέλ , να γευτεί ακόμη κι εκεί την ζεστασιά της φιλίας, να καταπνίξει τον ασίγαστο πόθο για έναν έρωτα που θα εμπόδιζε τον νόστο , να δεθεί με μια αληθινή αγάπη , να δαμάσει τα κύματα του ωκεανού, να περιπλανηθεί στις αποβάθρες της Νέας Υόρκης , να παλεύει με την ανήμπορη έφεση της για το καλύτερο , να χάνει και να ξανακερδίζει τα χαμένα , άλλοτε με νηφαλιότητα κι άλλοτε μέσα από την μέθη της γεύσης του ουίσκι που παίρνει το χρώμα της θάλασσας, είναι τα βασικά συστατικά του μύθου που αφορούν τον κεντρικό της ήρωα , δομημένο με την επιστημονική ακρίβεια ευφυούς ψυχολόγου καί την δεξιότητα ταλαντούχου συγγραφέα !!
Τα πρόσωπα που τον πλαισιώνουν, δημιουργούν μια ιδιαίτερα ενδιαφέρουσα ιστορία που αναγκάζει τον αναγνώστη να επιμείνει μανιωδώς να γευτεί την εξέλιξή της, αλλοτε πασχίζουν και κερδίζουν τον αγώνα , κι άλλοτε παρασύρονται από πάθη ανίερα και χάνονται μέσα στην πυκνή υγρή ομίχλη που περίτεχνα κινηματογραφεί με την πένα της , η συγγραφέας.
Η Τέσυ Μπάιλα ,
Πιστεύει: στις δυνατότητες του ανθρώπου , για την πραγμάτωση των ονείρων του, ακόμη και κόντρα στον χρόνο που κυλάει και διαφοροποιεί καταστάσεις και αισθήματα :
''Κι ενώ μοιάζει ο χρόνος να περνάει και ν΄αλλάζει τα δεδομένα στη ζωή των ανθρώπων , στην πραγματικότητα εκείνος ο οποίος μπορεί να τα αλλάξει όλα είναι μόνο ο ίδιος ο άνθρωπος '' , και στην δύναμη της ζωής : '' Ενας έρωτας κραταιός έδενε την καταστροφή και την ομορφιά , και η μοναδική αυτή αίσθηση της ελπίδας πως η ζωή θριαμβεύει πάντα, ακόμα και πάνω σε ερείπια καμένης γης , ανταπτέρωσε και το δικό τους ηθικό '' .
Χρωματίζει : ''...κι ήταν η πρώτη φορά που κατάλαβε πως στη ζωή μπορείς να βρείς το μαύρο μέσα στην υπέρτατη ένταση του λευκού '' , '' η ψυχή της γέμισε δέος από την σπαρακτική δημιουργία της φύσης να εκτοξεύει αιφνίδια κι εκθαμβωτικά κύματα φωτός πρός κάθε κατεύθυνση '' .
Δημιουργεί εικόνες σκληρές μέχρι δακρύων , όπως η γέννηση ενός μωρού μέσα στην μαυρίλα του ανθρακωρυχείου και ακόμη εικόνες που φέρνουν στον νού κινηματογραφικά στιγμιότυπα ταλαντούχου σκηνοθέτη :
'' Κοίταξε στο βάθος τα οργισμένα σύννεφα. Από ώρες παρατάσσονταν επιθετικά , λευκοντυμένοι στρατιώτες σε ώρα μάχης, πάνω στο γαλανό πεδίο . Η πόλη έδειχνε να κοιμάται νωχελικά στα νωπά ακόμα ερωτικά της σεντόνια . Είδε τα φώτα πρώτα να τρεμοπαίζουν στην ακινησία της ώρας κι ύστερα να σβήνουν ένα ενα με τη σειρά και σκέφτηκε ότι κάπως έτσι είχαν σβήσει και τα προηγούμενα χρόνια της ζωής του . Ενα , ένα , σιγά σιγά, αργοκίνητα ''.
Μέσα στην περίτεχνη από λογοτεχνικής απόψεως αφήγηση της περιπέτειας των ηρώων ,της Τέσυ Μπάιλα, πάντα παρούσα η θάλασσα που αφήνει το σημάδι της στις ψυχές των ανθρώπων που βρίσκουν παρηγοριά και διέξοδο άλλοτε στην γαλήνη της κι άλλοτε στούς κάτασπρους αφρούς των μανιασμένων κυμάτων της , που δέρνουν την στεριά.
Το '' Ουίσκι μπλέ'' είναι μια σύγχρονη Οδύσσεια ! Εργο '' ιστορικής '' καταγραφής της μεταναστευτικής περιπέτειας των Ελλήνων , αλλά και ιδιαίτερα επίκαιρο τώρα που οικονομικές συγκυρίες εξαναγκάζουν και πάλι την ελληνική ψυχή στην μετανάστευση .
Σας το συνιστώ ανεπιφύλακτα !

της Άννας Κοντίδου:
«ΟΥΙΣΚΙ ΜΠΛΕ» - ΤΕΣΥ ΜΠΑΪΛΑ «Όλα στη ζωή κάνουν τον κύκλο τους και μετά τελειώνουν», λέει η συγγραφέας. Ένας κύκλος η ζωή του Μιχάλη που μέσα από την πορεία του και το ταξίδι του προς ένα καλύτερο μέλλον παρακολουθούμε, ουσιαστικά, ένα ταξίδι προς την αυτογνωσία. Ένας κύκλος οι ζωές όλων των ηρώων αυτού του βιβλίου που με κάποιον τρόπο - άλλος περισσότερο, άλλος λιγότερο – τον σημάδεψαν και του έδωσαν πολύτιμα μαθήματα και εμπειρίες. Ένας κύκλος κι αυτό το εκπληκτικό μυθιστόρημα της Τέσυς Μπάιλα η οποία αυτή τη φορά μας μεθάει με το μπλε ουίσκι της. Η γραφή της, όπως πάντα, συγκλονιστική! Ολοζώντανες περιγραφές ανθρώπων, τοπίων και γεγονότων που δεν στέκονται όμως στην επιφάνεια αλλά διεισδύουν βαθιά μέσα τους! Η ικανότητά της να προκαλεί τον αναγνώστη να συμμετέχει με όλες του τις αισθήσεις σε όλα όσα διαδραματίζονται, μοναδική! Όλα αυτά συνθέτουν μια ιστορία που ρέει με τους ρυθμούς της θάλασσας. Άλλοτε σαν ήρεμο κυματάκι που σκάει μαλακά στην ακτή κι άλλοτε σαν κύμα θεόρατο που παρασύρει τα πάντα στο πέρασμά του! Μιας θάλασσας που σίγουρα θ’ αφήσει το σημάδι της σε όποιον βυθιστεί στην ανάγνωση αυτού του υπέροχου βιβλίου, το οποίο προτείνω ανεπιφύλακτα! Θερμά συγχαρητήρια στην Τέσυ Μπάιλα!!! Εύχομαι το «Ουίσκι μπλε» να μεθύσει πολλούς πολλούς αναγνώστες και να φτάσει στην κορυφή!!!



Της Ρούλας Μουστάκα:
Η άποψή μου για το υπέροχο μυθιστόρημα Ουίσκι Μπλε της καλής μου φίλης Τέσυς Μπάιλα Αναμιγνύουμε ένα μεγάλο συγγραφικό ταλέντο, προσθέτουμε ένα καλοδουλεμένο, πρωτότυπο σενάριο με δόσεις δράσης, ιστορικής αναφοράς, πολυποίκιλων συναισθημάτων και πολύχρωμων εικόνων και το αποτέλεσμα είναι ένα εξαιρετικό μυθιστόρημα που μας ταξιδεύει. Είναι ένα μείγμα στιγμών που άλλοτε προκαλούν συγκίνηση και άλλοτε κύματα χαράς στα ήρεμα νερά της θάλασσας. Και τα θαλασσινά ταξίδια στο μυθιστόρημα αυτό, είναι πολλά. Από το Πόρτ Σάιντ στη Σαντορίνη και από τον Πειραιά στο Βέλγιο και τη Νέα Υόρκη ο πρωταγωνιστής Μιχάλης, έζησε μεγάλες «φουρτούνες» , ανάσαινε για πολλά χρόνια την αλμύρα της και είχε χαραγμένο στην καρδιά του το σημάδι της, για όλη του τη ζωή. Τριγύρω του πρόσωπα σωστά τοποθετημένα, συνθέτουν το πετυχημένο ψηφιδωτό, πλαισιώνοντας με περίτεχνο τρόπο τον πρωταγωνιστή και συνθέτουν όλοι μαζί, μια ιστορία που ξεδιπλώνεται εντυπωσιακά. Οι ήρωες παρουσιάζονται σταδιακά, βοηθώντας τον αναγνώστη να κρατήσει αμείωτο το ενδιαφέρον για τους ίδιους και την τύχη τους. Απλοί, καθημερινοί άνθρωποι ικανοί να αντιμετωπίζουν τις δυσκολίες της ζωής, μιας ζωής που φανερώνει αναπάντεχα γεγονότα και καλεί τους ήρωες να τ’ αντιμετωπίσουν. Η πλοκή είναι όμορφα πλεγμένη σαν εκείνα τα αραχνοΰφαντα κεντητά. Η ματιά της συγγραφέως λυρική, στοχαστική ενισχυμένη από την πλούσια φαντασία και τον ενθουσιασμό για την γραφή! Μια γραφή καθαρή σαν αυτή που παρατηρεί κάποιος στα διάφανα νερά της θάλασσας. Οι λέξεις, αρμονικά δεμένες τονίζουν τον λυρισμό και αποτελούν μοναδική πηγή συναισθηματικών αποχρώσεων στις καρδιές των αναγνωστών. Εικόνες υψηλής αισθητικής, γεμάτες ρομαντισμό και περιπέτειες απεικονίζονται στον καμβά του μυθιστορήματος, σαν εκείνες που διακρίνει το μάτι ενός έμπειρου φωτογράφου. «Η ζωή νοείται σαν κάτι το απροσμέτρητο, στέκω και θωρώ τα κύματα, ό,τι πιο τέλειο, πιο ανεπίδεκτο φθοράς ποτέ του υπήρξε» ήταν τα λόγια του Οδυσσέα Ελύτη και η αναφορά σ’ αυτά στην αρχή του μυθιστορήματος. Κάπως έτσι ξεκινούν τα ταξίδια στη ζωή και το «Ουίσκι Μπλε» είναι μια θάλασσα για να ταξιδέψεις, το μόνο που απομένει είναι να αφεθείς και να απολαύσεις το ταξίδι. Το συνιστώ ανεπιφύλακτα! Να είναι καλοτάξιδο.

του Κώστα Αυγερινού:
ΟΥΙΣΚΙ ΜΠΛΕ!!! Τον πρωτότυπο αυτόν τίτλο, φέρει το νέο βιβλίο της αγαπητής Τέσυ Μπάιλα. Ένα βιβλίο, βασισμένο σε αληθινά πρόσωπα και ιστορίες, που συνυπάρχουν όμως αρμονικά με την Μυθοπλασία, δημιουργώντας ένα εκπληκτικό αποτέλεσμα!!! Το βιβλίο, μας μεταφέρει πολλά χρόνια πίσω, σε δύσκολους καιρούς και τόπους, όπου, ταραχές, πόλεμοι, αλλά και φυσικά φαινόμενα αναγκάζουν τον κόσμο σε συνεχείς μεταναστεύσεις. Μέσα σε αυτό το κλίμα, γεννήθηκε και μεγάλωσε ο κεντρικός ήρωας του βιβλίου, ο Μιχάλης, ο οποίος θα περιπλανηθεί από την Αίγυπτο στην Σαντορίνη και από τον Πειραιά στο Βέλγιο ,στα βάθη των ορυχείων και τέλος στην Νέα Υόρκη, πριν βρει το πεπρωμένο του στην θάλασσα! Τι έφταιξε άραγε σ αυτήν την χωρίς αποτέλεσμα περιπλάνηση του Μιχάλη; Μήπως το ότι αγνόησε το σημάδι της θάλασσας που ήταν χαραγμένο στην ψυχή και στο κορμί του; Αλλά… και ο γάμος του, λίγα χρόνια μετά την επιστροφή του, είχε άδοξο τέλος!!! Να έφταιξε άραγε η .. μη εκπλήρωση του Αμερικάνικου ονείρου ή μήπως το ότι όλα στην ζωή του Μιχάλη, έκαναν τον κύκλο τους και έφευγαν; Διαβάζοντας το υπέροχο αυτό βιβλίο, θα μπορέσετε να αποκτήσετε την δική σας άποψη! Η Τέσυ Μπάιλα, μετά τα πρώτα της δειλά βήματα, στο συγγραφικό στερέωμα, πατάει σίγουρα, γερά πάνω του, και πιστεύω ότι θα μας προσφέρει ακόμη πολλά και ωραία ταξίδια!!!!

της Ευδοξίας Κολυδάκη:
Το τελείωσα μόλις χθες, και με εντυπωσίασε (όπως και τα άλλα βιβλία της Τέσυς, εννοείται), και με το θέμα του, και με τα μηνύματά του και περισσότερο με τις εξαιρετικές περιγραφές των τόπων που εξελίσσεται η ιστορία του Μιχάλη και όλων των υπόλοιπων ηρώων, προσωπικά για εμένα, ο βασικός χαρακτήρας ήταν και είναι από τους πιο άριστα δομημένους (λογοτεχνικά βέβαια και δεν ξέρω αν εκφράζομαι και σωστά) συγγραφικά, που έχω συναντήσει. Ενα πολύ δυνατό και διαφορετικό βιβλίο, απόλυτα ανθρωποκεντρικό.



Κυριακή, 9 Νοεμβρίου 2014

Παρουσίαση του Ουίσκι μπλε στα Public Συντάγματος 10/11/13


Ένας σύγχρονος Οδυσσέας που περιπλανιέται από το Πορτ Σάιντ ως την Σαντορίνη και τον Πειραιά των πρώτων μεταπολεμικών χρόνων είναι ο ήρωας του νέου βιβλίου της Τέσυς Μπάιλα που κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Ψυχογιός. Στο διάβα του δεν θα συναντήσει μόνο θάλασσες και λιμάνια, αλλά και περιέργους συντρόφους, τη δική του Πηνελόπη, θα βρεθεί στα ανθρακωρυχεία του Βελγίου και τις αποβάθρες του λιμανιού της Νέας Υόρκης κουβαλώντας όμως πάντα ως σανίδα σωτηρίας την ελληνική ψυχή του, που αντιστέκεται στα χτυπήματα της ζωής και το έπος της φτώχειας.

Public cafe στον 5ο όροφο του Public Συντάγματος τη Δευτέρα 10 Νοεμβρίου 2014, 21.00.

Για το βιβλίο θα μιλήσουν οι Δημήτρης Στεφανάκης, συγγραφέας και Νίκος Βατόπουλος, δημοσιογράφος, κριτικός λογοτεχνίας. Αποσπάσματα θα διαβάσει η συγγραφέας και μεταφράστρια Κώστια Κοντολέων.

Πέμπτη, 6 Νοεμβρίου 2014

Η Λότη Πέτροβιτς γράφει για το "Ουίσκι μπλε"

Τα πρώτα λόγια για το βιβλίο γράφτηκαν από την Λότη Πέτροβιτς και την ευχαριστώ ιδιαίτερα!

http://lotypetrovits.blogspot.gr/2014/10/blog-post.html

Το νέο βιβλίο της Τέσυς Μπάιλα Ουίσκι μπλε είναι ένα μυθιστόρημα-περιδέραιο καμωμένο από ιστορίες, που σαν πέτρες περίτεχνα δουλεμένες από βάσανα, πίκρες και περιπέτειες, δένονται μεταξύ τους και στολίζουν τον λαιμό της πολύπαθης νεότερης Ελλάδας.
Κάθε πέτρα έχει τη δική της αξία, προέρχεται από ξεχωριστό σκληρό υλικό, κουβαλάει τις δικές της γλυκόπικρες μνήμες – ξεριζωμούς και προσφυγιές, ξενιτεμούς κι επαναπατρισμούς, κοινωνικές ανισότητες, αδικίες, ανέχεια, ορφάνια, αλλά και φιλία, ανθρωπιά, αλληλεγγύη, έρωτες και οικογενειακή ζεστασιά, στοιχεία που τα πλαισιώνουν τοπικοί γλωσσικοί ιδιωματισμοί, ήθη και έθιμα. Κι όλα μαζί φανερώνουν ολοζώντανα και γλαφυρά τα όσα βίωσαν οι ΄Ελληνες, στον εικοστό αιώνα κυρίως, μέσα κι έξω από την πατρίδα τους στην προσπάθεια να ξεφύγουν από τη φτώχεια και τη μιζέρια, στον αγώνα τους για μια καλύτερη ζωή μένοντας ή φεύγοντας από τον γενέθλιο τόπο.
Πρόκειται για ένα βιβλίο-καλειδοσκόπιο, που δείχνει πεντακάθαρα με χρώματα ζωηρά την πολύπλευρη, πολυποίκιλη και συχνότατα οδυνηρή πραγματικότητα που έζησε κι εξακολουθεί να ζει ο λαός μας, μια πραγματικότητα που άμεσα ή έμμεσα αφορά τον καθένα μας.
΄Ένα βιβλίο πραγματικά αξιοδιάβαστο!
http://www.psichogios.gr/site/Books/show/1002677/oyiski-mple

Κυριακή, 19 Οκτωβρίου 2014

"Ουίσκι μπλε" Κυκλοφορεί 23/10/14 από τις Εκδόσεις Ψυχογιός

Ο σύγχρονος Οδυσσέας ονομάζεται Μιχάλης, γιος της Βιργινίας και του καπετάν Βαγγέλη. Το οδοιπορικό του ξεκινά από το Πορτ Σάιντ κι η ανάγκη τον φέρνει στη Σαντορίνη και τον Πειραιά των πρώτων μεταπολεμικών χρόνων.

Ακολουθώντας το όνειρο για μια καλύτερη ζωή θα δοκιμαστεί στα ανθρακωρυχεία της πόλης Μαρσινέλ στο Βέλγιο και στις αποβάθρες του λιμανιού της Νέας Υόρκης, προτού αποδεχτεί αμετάκλητα τη θαλασσινή του μοίρα. Θα αναζητήσει τη δική του Πηνελόπη στο πρόσωπο της Εριέττας, θα συνοδοιπορήσει με παράξενους συντρόφους όπως ο Αρτέμης και ο Αποστόλης, θα δει να ανοίγουν και να κλείνουν κύκλοι ζωής στη μεγάλη σκηνή του κόσμου Σε αυτό το έπος της φτώχιας και του καθημερινού αγώνα πρωταγωνιστεί η ελληνική ψυχή ζυμωμένη με τη θάλασσα στη θέα της οποίας ο απλός άνθρωπος βρίσκει ξανά τη δύναμη να ονειρεύεται.

Το «Ουίσκι μπλε» είναι μια μυθιστορηματική ματιά στον αιώνα που αφήσαμε πίσω μας, στις μικρές και μεγάλες στιγμές που συνθέτουν την οδύσσεια ενός νεοέλληνα.
http://www.psichogios.gr/site/Books/show/1002677/oyiski-mple
https://www.facebook.com/whiskyble

Παρασκευή, 12 Σεπτεμβρίου 2014

Το πορτρέτο της σιωπής στο captainbook.gr από τον Πάνο Τουρλή

Λίγες μέρες πριν την έκδοση του τέταρτου βιβλίου μου με τίτλο Ουίσκι Μπλε από τις εκδόσεις Ψυχογιός το πρώτο μου βιβλίο Το πορτρέτο της σιωπής που επανακυκλοφορεί από τις εκδόσεις Έναστρον επανέρχεται στο προσκήνιο διεκδικώντας με την επανέκδοσή του αυτή τη ζωή που δεν έζησε. Ευχαριστώ πολύ τον Πάνο Τουρλή για τούτη την προσέγγισή του.

Πηγή: http://www.captainbook.gr/article/9850

Όταν αντικρίζεις μια βυζαντινή εικόνα σε μια εκκλησία νιώθεις δέος και γονατίζεις μπροστά της. Σε παρασύρουν η μυσταγωγία του χώρου, το γλυκό βλέμμα του απεικονιζόμενου προσώπου, η αύρα και η άλως ενός υπερφυσικού επέκεινα. Γονατίζεις και προσεύχεσαι, γλυκαίνει η ψυχή σου, κάποτε δακρύζεις κιόλας. Δεν είναι τόσο η τέχνη του αγιογράφου ούτε το πρόσωπο που απεικονίζεται, όσο η δύναμη που αντλείς από μέσα σου, η ανάγκη να ακουμπήσεις κάπου το βλέμμα σου και την ψυχή σου, γι' αυτό και γονατίζεις, έμπλεως δέους για την ιερή ατμόσφαιρα.

Αυτά τα συναισθήματα μου γεννήθηκαν όταν διάβασα και το βιβλίο «Το πορτρέτο της σιωπής» της καταπληκτικής συγγραφέως Τέσυς Μπάιλα. Μου κράτησε την πιο γλυκιά συντροφιά στις φετινές διακοπές μου, με γέμισε δέος,με συγκίνησε. Όσο δυνατή είναι η πένα της συγγραφέως άλλο τόσο αδύναμη είναι η ικανότητά μου να μεταδώσω τα συναισθήματα που ένιωσα διαβάζοντας αυτό το βιβλίο. Σα βυζαντινή αγιογραφία, ζωγραφισμένη με τον χρωστήρα του ταλέντου, το «Πορτρέτο της σιωπής» περιγράφει το ψυχολογικό αδιέξοδο του Χριστόφορου, κατά κόσμον Γιάννη, ενός παιδιού που μεγάλωσε σε νησί, αγάπησε τη μουσική και αφοσιώθηκε στο βιολί. Με τις νότες του βιολιού χάιδευε τα αυτιά του Θεού και σχεδίαζε τις ισχνές γραμμές του χαρακτήρα του. Πολύ γρήγορα κατάλαβε ότι κάποιος ψιθυρίζει τρυφερά αλλά και απαιτητικά το όνομά του, οπότε εγκατέλειψε τη γυναίκα που αγαπούσε, τους γονείς του και το νησί του και αφοσιώθηκε στον Θεό («Θέλησε ν' αποσυρθεί απ' τη ζωή των μάταιων συναναστροφών, να γίνει ένας αναχωρητής του εφήμερου και να μαθητεύσει στη μοναξιά του ασκητισμού, μήπως κι έτσι ανακαλύψει την αρμονία που κρύβει μέσα της η ουράνια μελωδία. Θέλησε ν' αφεθεί στην υπέρβαση των ορίων του, μήπως κι έτσι βρει την αληθινή του ταυτότητα, μήπως και κατορθώσει και ανακαλύψει ποιος στ' αλήθεια είναι», σελ. 26).
Εκπληκτικές περιγραφές του Αγίου Όρους, δυνατές σκηνές μοναχισμού, κατανυκτικές ολονυκτίες και εξαντλητικοί όρθροι. Ψυχές χωρίς Παράδεισο, ίσκιοι χωρίς σώματα, καντήλια με θείο λάδι, οι μοναχοί αγωνίζονται για τον σημερινό επιούσιο και για το αυριανό άδηλο μέλλον. Τοπία με χρώματα, μόχθος, καθημερινότητα, ικεσίες, παρακλήσεις, μυσταγωγία, η συγγραφέας δε φείδεται να τα καταγράψει, δε διστάζει να τα αναπαραστήσει μπροστά στα μάτια μας. Μια γυναίκα που ποτέ δεν πάτησε στο Άγιον Όρος λόγω του άβατου καταφέρνει να αναπαραστήσει τη ζωή στα μοναστήρια και στην ερημιά του Περιβολιού της Παναγίας. Και το βιολί του Χριστόφορου να χαρίζει τις θείες μελωδίες του στον απαιτητικό Ακουστή του.
Δυστυχώς όμως η ζωή, τόσο κακομαθημένη που είναι, δεν ξεχνά τα σκέρτσα της και τα νάζια της και σύντομα ο Χριστόφορος αναγκάζεται να γυρίσει πίσω στο παρελθόν που εγκατέλειψε, για να σώσει τη ζωή της κόρης του που δεν ήξερε ότι είχε. Η γυναίκα που άφησε άναυδη να κοιτάζει την άδεια κόχη του ήταν έγκυος και αρκετά χρόνια μετά, το κοριτσάκι τους επλήγη από λευχαιμία. Ο εσωτερικός κόσμος του Χριστόφορου γκρεμίζεται, ο θόρυβος από τις πόρτες που κλείνουν γύρω του μία μία είναι εκκωφαντικός. Τι θα κάνει; Πώς θα αντιδράσει; Ποια θα είναι η επόμενη κίνησή του; Θα καταφέρει να συμφιλιωθεί με το παρελθόν του αλλά κυρίως με τον εαυτό του;
Η συγγραφέας χειρίζεται μοναδικά μια ιστορία που ίσως ακούγεται μελοδραματική και καθόλου πρωτότυπη, όμως είναι τόσο καλογραμμένη και η εξέλιξη είναι τόσο πρωτότυπη που δε θα αφήσει ασυγκίνητο κανεναν αναγνώστη. Επιπλέον, υπάρχουν τόσο έντονα ζωγραφισμένοι χαρακτήρες που εκτυλίσσουν τον δικό τους μύθο παράλληλα με την ιστορία του Χριστόφορου που η πλοκή γίνεται πλούσια, μεστή και ανατρεπτική. Παράλληλα με όλα αυτά φτάνει στο Άγιον Όρος κι ένας μυστηριώδης μοναχός με ένα σκοτεινό παρελθόν που εξαφανίζεται μετά από έναν μήνα. Ποιος είναι στην πραγματικότητα ο μοναχός Ιάκωβος; Τι γυρεύει στο Περιβόλι της Παναγίας και γιατί δε μιλάει σε κανέναν; Πώς θα τα φέρει η μοίρα να βρεθούν καιρό αργότερα σε τελείως απρόσμενες συνθήκες με τον Χριστόφορο;
Ένα διαφορετικό, πολυεπίπεδο, καλογραμμένο μυθιστόρημα, με έναν από τους ωραιότερους χαρακτήρες που έχω συναντήσει, έναν άντρα που αναλαμβάνει τις ευθύνες του και δίνει μόνος του την οριστική λύση στο δράμα που τύλιξε σφιχτά τη ζωή του. Μη διστάσετε να αφήσετε τον εαυτό σας να παρασυρθεί από τις νότες του βιολιού και να μελετήσετε γραμμή γραμμή το Πορτρέτο της σιωπής μιας συγγραφέως που μας χάρισε πρόσφατα το τελευταίο της βιβλίο, «Το μυστικό ήταν η ζάχαρη». Θα μεθύσετε από το θείο κρασί της συγγραφής και θα γίνετε κοινωνοί μιας πρωτότυπης μυσταγωγίας. Πάντως ειλικρινά πιστεύω ότι αυτό το βιβλίο μπορεί κάλλιστα να μεταφερθεί στην ελληνική τηλεόραση σε μορφή σήριαλ.

Χαρακτηριστικά αποσπάσματα (δεν ξέρω τι να πρωτογράψω):

«Aσυλλόγιστα o Οκτώβρης είχε κάνει τα πρώτα φύλλα να κιτρινίσουν. Συστάδες δέντρων συνομιλούσαν ψιθυρίζοντας το τέλος του καλοκαιριού. Χρωματικοί πορφυρισμοί, παγιδευμένοι στα κλαδιά τους, λαμπύριζαν μες στη βροχή. Η γη απέπνεε τις μυρωδιές της νοτισμένης προσμονής, αφού είχε περάσει πολύς καιρός από την προηγούμενη νεροποντή. Κολασμένα αναζητούσε να ξεδιψάσει απ' το υγρό της χάδι. Στην αριστερή πλευρά του δρόμου, μια συκιά, μόνη ανάμεσα στα τόσα αμπέλια, εξακολουθούσε να λατρεύει τον ουρανό, με στραμμένα σε ικεσία τα κλαδιά της, σ' ένα σιωπηλό θρήνο, ωδή στην αναπόδραστη μοναξιά της. Δακρυσμένες σταγόνες εισχωρούσαν παντού, συνωμοτώντας ψιθυριστά με τους ορεινούς όγκους» (σελ. 13).

«Μόνος, αυτός, η θάλασσα και η μουσική του. Η μουσική, που πάντα γύριζε μέσα του, να του θυμίζει, ότι τίποτα περισσότερο δεν χρειάζεται ένας πόθος παρά μια τόση δα μικρή σχισμή, μια ελάχιστη χαραμάδα για να γεμίσει ο νους, μια μόνο σπίθα για να πυρποληθεί η σκέψη» (σελ. 26).

«Πώς κρύφτηκε, Θεέ μου, τόσος πόνος μέσα σε μια στιγμή; Τόση οργή και θλίψη, μέσα σε ένα και μόνο βλέμμα; Σαν ζακετάκι ακουμπισμένο ανέμελα, πάνω στην κουπαστή ενός πλοίου η ψυχή της. Ξεχασμένο εκεί να το φυσά ο αέρας, να το βρέχει η αρμύρα, να το νοτίζει η θάλασσα, λίγο πριν πέσει μέσα στα κύματα της απελπισίας! Κι αν ξέρει κανείς να κολυμπά είναι καλά. Μα κάποιοι δεν μπόρεσαν ποτέ να μάθουν. Πάντα τρόμαζαν να κοιτούν τη θάλασσα, γιατί στο μυαλό τους, βάθη και σκότος, υγρή φυλακή, έρχονται πάντα στη θέα της» (σελ. 40).

«Ο μόνος ήχος που έφτανε στον Χριστόφορο, ήταν αυτός ο μουσικός αποχωρισμός των δροσοσταλίδων, που αργά και σταθερά, έσταζαν στο έδαφος, σίγουρες για τον αφανισμό τους, άστρα που δάκρυζαν για το χαμό της σύντομης ζωής τους» (σελ. 70).

«Ποιος μπορεί άλλωστε να διακρίνει τα όρια σ' αυτές τις περιπτώσεις και να μιλήσει με σιγουριά; Και ποιος μπορεί να δει στα κατάβαθα της ψυχής του άλλου τι κρύβεται, όταν κισσός ο πόνος απομυζά όσους χυμούς τής έχουν απομείνει;» (σελ. 77).

«Ένας ολόλαμπρος ήλιος ήρθε το επόμενο πρωινό να ζεστάνει γλυκά το νησί. Αναζήτησε με τις πρώτες αχτίδες του την πέτρινη γη να σμίξει μαζί της, έλουσε τα μαλλιά του στο γαλάζιο νερό και πλημμύρισε τον αιθέρα νιάτα και ομορφιά. Όρμησε μέσα από το μισάνοιχτο παράθυρο του δωματίου, τελάλης της καινούργιας μέρας. Στάθηκε πρώτα κοντά στη Φωτεινή, έπαιξε με τα απλωμένα χέρια της και προχώρησε να καλημερίσει τα μάτια της. Τα παγωμένα της δάκρυα τον τρόμαξαν. Γρήγορα πλημμύρισε φως το δωμάτιο, ελπίζοντας έτσι να συνθλίψει τη σκοτεινιά, που στρογγυλοκαθισμένη στο σαλόνι απέναντι από τη Φωτεινή, όλο το βράδυ έμεινε μοναδική συντροφιά, να σκουπίζει τα βουβά δάκρυά της» (σελ. 82).

«Κι ο πόνος τι άλλο, παρά ένα παιδί που γεννιέται όταν η αγάπη ερωτευτεί τον αποχωρισμό, που αγκαλιάζει σφιχτά την καρδιά και το νου και δεν αφήνει περιθώριο στα μάτια να κοιτάξουν γύρω τους μ' αθόλωτο βλέμμα» (σελ. 84).

«Κι η αγάπη ξέρει να ντύνεται το κουστούμι της υπομονής. Και κάθεται σε μια γωνιά ν' αχνοχαμογελά, γιατί από πριν γνωρίζει πως τίποτα δεν μπορεί να αντισταθεί σε ό,τι αυτή θελήσει» (σελ. 115).

«Μπορεί μια στιγμή να μετατραπεί σε έναν ολόκληρο αιώνα, κι ένας αιώνας να σβήσει στη διάρκεια μια στιγμής; Δυο ζευγάρια μάτια διασταυρώθηκαν σε μια ανελέητη ματιά! Καρφώθηκαν το ένα μέσα στο άλλο κι αναζήτησαν τις αλήθειες τους. Κι όλη η τρικυμία μιας καταιγίδας αλλά και η γαλήνη μιας λίμνης αποτυπώθηκαν στο βλέμμα τους. Το βλέμμα μιας μόνο στιγμής! Γι' αυτήν όλη η ζωή, κι ο χρόνος ένας αδιαπραγμάτευτος ληστής της ανθρώπινης μοίρας! Μια στιγμή σαν αιώνας μεγάλη! Σε μια ματιά αναπάντεχη! Αμίλητοι δυο άνθρωποι χάθηκαν στο μελωδικό δάσος ενός βλέμματος! Δυο διψασμένα πουλιά που έψαχναν να βρουν την πηγή της αλήθειας τους. Να δροσιστούν από το νερό της για να συνεχίσουν, χωριστά και πάλι, το καθένα τη δική του πορεία» (σελ. 260).

«Γιατί είναι αλήθεια, κάποτε τα λόγια χάνονται πριν κατορθώσει κανείς να τα αρθρώσει. Καταδικάζονται να μην μπορέσουν ποτέ να δώσουν μορφή σε όσα η καρδιά ορίζει. Και μένουν μόνο οι σκέψεις. Αδύναμα τα χείλη να σχηματίσουν τις λέξεις. Κι οι λέξεις μετέωρες στο λαβύρινθο του νου. Ξεχασμένες σταλαγματιές βροχής που χάθηκαν στην απρόσμενη καταιγίδα. ...γιατί είναι κάποιες φορές που η ζωή παίζει φιλήδονα με τους ανθρώπους και τα πάθη τους. Βγάζει τον κρυμμένο άσο από το μανίκι της και το ρίχνει στο τραπέζι. Και τότε είναι που είτε καίγεσαι και χάνεις τα πάντα, είτε κερδίζεις και τραβάς καινούργιο φύλλο στο παιχνίδι της. Μα τίποτα δε μένει πια ίδιο. Αλλά το κόστος που μοιραία θα κληθείς να πληρώσεις είναι πολύ μεγάλο. Κι άλλοτε πάλι σφυρίζει αδιάφορα τα μυστικά της και φαίνεται να προσπερνά χωρίς να αφήνει πίσω της σημάδια. Μα πάντα, ένα μελτέμι αρώματα, από τα πιο ηχηρά, έρχεται να σφυρίξει τα πιο αναπότρεπτα όνειρα» (σελ. 266).

Πάνος Τουρλής

Δευτέρα, 16 Ιουνίου 2014

Η Ελένη Κίτσου γράφει στο diavasame.gr για το μυστικό ήταν η ζάχαρη


Με ευωδιά βασιλικού

«Το μυστικό ήταν η ζάχαρη» της Τέσυς Μπάιλα είναι από τα βιβλία εκείνα που λαχταρά η ψυχή να διαβάσει. Αναδίνει μια ατμόσφαιρα αλλοτινής εποχής, παντοτινά χαμένης, πλημμυρισμένης από ευωδιά βασιλικού. Από τις πρώτες αράδες η αφήγηση παρασύρει τον αναγνώστη κάνοντάς τον κοινωνό της ιστορίας.
Χωρίς φανφάρες και στολίσματα, χωρίς συναισθηματισμούς και γλυκανάλατες περιγραφές, παρουσιάζει την αλήθεια των πραγμάτων όπως είναι και βγάζει πηγαία συγκίνηση. Πώς είναι δυνατόν να μη δακρύσει κάποιος ακολουθώντας κατά πόδας την Κωσταντάκαινα στην άθλια καθημερινότητα της κατοχικής Κρήτης, τότε που ο φόβος και ο θάνατος ήταν μόνιμοι σύντροφοι των ανθρώπων ή ακούγοντας από τα χείλη της Μαρίτσας τις φρικαλεότητες των Γερμανών στα στρατόπεδα του Άουσβιτς;
Πληθώρα θεμάτων διατρέχει το μυθιστόρημα χωρίς να γίνεται ωστόσο κουραστικό. Με εγκιβωτισμούς ανοίγει νέα παράθυρα στην ιστορία, πάντα όμως επιστρέφει εκεί που μας έχει αφήσει. Στις αναδρομές συχνά έχουμε κυκλική αφήγηση – ξεκινά από το αποτέλεσμα, συνεχίζει με το πώς έφτασαν τα πράγματα εκεί και καταλήγει στην ίδια φράση διαφορετικά δοσμένη.

Το μυθιστόρημα ξεκινά από τα μικράτα της Κατίνας στην Κρήτη μέχρι και μετά τον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο και συνεχίζει στον μεταπολεμικό Πειραιά, στον γάμο της με τον Θέμελη, στη «μοίρα» της, όπως η ίδια επιμένει να λέει, και στην απόλυτη υποταγή της σε αυτόν τον ψυχικά άρρωστο άντρα, αφού έτσι έχει μάθει από τη μάνα της. «Καλός, κακός [ο σύντροφος], αυτός είναι ο κύρης του κοριτσιού, το ριζικό του». Ο άντρας αυτός αγαπάει και ζηλεύει παθολογικά τη γυναίκα του και ο μόνος τρόπος για να της το δείξει είναι οι διαρκείς καυγάδες και η άσκηση βίας πάνω της. Εκείνη συνεχώς τον δικαιολογεί, κάνει υπομονή και παίρνει όλη την ευθύνη πάνω της. Γιατί; Οι δυο τους είναι δεμένοι αιώνια, αδύνατο να ζήσουν χωριστά, προορισμένοι να διαβάσουν μέχρι το τέλος το παραμύθι της ζωής τους που όρισε η μοίρα γι΄ αυτούς. «Της ζωής που μοιάζει πάντα με παραμύθι και που μια που αρχίζεις να το μιλείς, δεν ξέρεις αν θα ‘χει δράκους ή πριγκιπόπουλα», όπως συνήθιζε να λέει η Κωσταντάκαινα.

Παρασκευή, 16 Μαΐου 2014

Η Ελένη Γκίκα για Το Μυστικό ήταν η ζάχαρη στο www.diastixo.gr

ΤΕΣΥ ΜΠΑΪΛΑ: ΤΟ ΜΥΣΤΙΚΟ ΗΤΑΝ Η ΖΑΧΑΡΗ κριτική της Ελένης Γκίκα


Οι συγγραφείς παλιάς κοπής ισχυρίζονται –και καλώς το ισχυρίζονται– ότι λογοτεχνία είναι οι ήρωες. Το πρώτο, το βασικό και το αναντικατάστατο συστατικό της. Ένας ήρωας με σώμα και αίμα μπορεί να σε πάει παντού. Το μόνο που οφείλεις εσύ να κάνεις καλά –δεν είναι φυσικά και το πιο εύκολο πράγμα του κόσμου– είναι να τονε πλάσεις. Να τον γεννήσεις, να τον παρατηρήσεις, να τον πονέσεις, να τον ελευθερώσεις να σ' οδηγήσει στη δική του πια ζωντανή ζωή ο ίδιος.
Και στο σημείο ακριβώς που εκείνος ο ήρωας «σπάει τα δεσμά» του συγγραφέα του, αρχίζει να παίρνει αναπνοή η ιστορία. Η ιστορία που είναι ζωντανός οργανισμός, εάν δεν είναι, είναι δικό σου τεχνούργημα και του φαίνεται, τότε δεν είναι ιστορία.
Και η Τέσυ Μπάιλα αυτό το κατόρθωσε σχεδόν εξαρχής. Και στο Πορτρέτο της σιωπής, αλλά σχεδόν αυτό το βασικό λογοτεχνικό συστατικό στο μυθιστόρημά της Το μυστικό ήταν η ζάχαρη κατά την ταπεινή μου γνώμη έφτασε στο πιο υψηλό του σημείο.
Η Κατίνα της μεγαλώνει και ελπίζει και αγωνίζεται και φεύγει από την Κρήτη για Δραπετσώνα, και βασανίζεται και παλεύει δίπλα μας, ανασαίνει κάτω και μέσα από τις γραμμές που γίνονται ζωή σπαρταριστή, ζώσα στις 500 τόσες σελίδες της. Αλλά κι ο Θέμελης, αντιφατικός, ο κακός της ιστορίας, εκείνος που υπάρχει και που δεν περιγράφεται εύκολα, διότι οι πραγματικοί άνθρωποι δεν περιγράφονται εύκολα και ειδικά αυτός εδώ ο απερίγραπτος, ο οποίος υπάρχουν στιγμές όπου βρίσκει και κάνει, αλλά μήπως όλα δεν είναι σε σχέση; Και η ζωή και οι άνθρωποι, αλλά μήπως απερίγραπτοι δεν είναι οι άνθρωποι έτσι και τους καλοκοιτάζεις κι ακατανόητοι; Κι η Μπάιλα το κατορθώνει αυτό και τους σκιαγραφεί ακριβώς έτσι, σπαρταριστά ζωντανούς, σχεδόν αθάνατους, περιγράφοντας ακόμα κι εκείνους τους απερίγραπτους, κατά συνέπεια στο μυθιστόρημαΤο μυστικό ήταν η ζάχαρη έχουμε ήδη, για τη λογοτεχνία παλιάς κοπής, ένα το κρατούμενο: την Κατίνα και τον Θέμελη, που αντιπροσωπεύουν και μια γενιά, για να μην πω περισσότερες, δυο ήρωες τόσο απτοί πια που θα μείνουν αξέχαστοι, χωρίς κρίσεις, δεύτερες σκέψεις, συγγραφικά σου κουνώ το δάχτυλο, μόνο με τη ζωή τους, τον χαρακτήρα και τη στράτα τους, τα αδιέξοδα και τα στραπάτσα τους κι όλο αυτό σε μια εποχή που αλλάζει κυριολεκτικά πλευρό η Ιστορία.
Κατοχή, εμφύλιος, η ζωή μετά τον πόλεμο που μαζεύει τα κομμάτια της, ένας αιώνας σχεδόν σε ένα ζωντανό ψηφιδωτό ύπαρξης όπου αλλάζουν τα πάντα. Η Κατίνα και τόπο διαμονής. Από την Κρήτη θα έρθει στη Δραπετσώνα. Από τα παιδικά της και τα νεανικά χρόνια της θα μεταναστεύσει στα άλλα τα ενήλικα, κι από οξυδερκής παρατηρητής μια ζωής που απλώνει κι ανθίζει, που πολεμά κι αγωνίζεται γύρω τους, θα γίνει πια εκείνη η πάσχουσα ηρωίδα. Μαζί της, συγγενείς, γείτονες, αντάρτες, ναζί και γεννήτορες, οι ιστορίες και η ζωή πριν απ' αυτήν και οι ιστορίες και η ζωή παράλληλα με τη δική της ιστορία. Δυοσμαράκια και θάνατοι, συνταγές με το μυστικό να είναι στη ζάχαρη και βαρύ πεπρωμένο.
Ναι!
«Το μυστικό είναι η ζάχαρη, λοιπόν, σκέφτηκα. Η ζάχαρη που απαραιτήτως έβαζε στο φαΐ της, στα γλυκά της, στη ζωή της. Μια σταλιά, όπως έλεγε, μια πρέζα ζάχαρη, και η ζωή γίνεται πιο γλυκιά• κι αντέχεται. Αναρωτιέμαι πόση ζάχαρη κατάφερε να ρίξει επάνω στη δική της ζωή, πόσα τεχνάσματα επινόησε για να τη γλυκάνει, και να μπορέσει να τη ζήσει».
Αν και στην περίπτωση της Μπάιλα, όσον αφορά το εξαιρετικό της μυθιστόρημα, το μυστικό ήταν η γλώσσα και η ατμόσφαιρα, ο τρόπος να μπαινοβγαίνει σε εποχές μάχης και σε εποχές ειρήνης, σε εποχές αθωότητας και σε εμφύλιους και προσωπικούς σπαραγμούς, στις ντοπιολαλιές των ηρωίδων και των ηρώων.
Συνθέτοντας με ενσυναίσθηση και τρυφερότητα, με στοργή και με μεγάλη φροντίδα, ένα ψηφιδωτό μιας εποχής που μας εξέθρεψε, δίνοντας σε οικείους ανθρώπους, σε εκείνους που τελικά υπογράφουν με τον ιδρώτα και το αίμα τους μια καθημερινότητα που γρήγορα γίνεται η Ιστορία, μια ανάσα αθανασίας.
Υπήρξαν, μόχθησαν, έζησαν, κι η Μπάιλα τους τίμησε και τους θυμήθηκε. Συμβάλλοντας με τον δικό της πολυπρισματικά αφηγηματικό τρόπο –τι απίστευτοι δευτεραγωνιστές σ' αυτό το βιβλίο!– στην Ιστορία που γράφει τελικά η λογοτεχνία. Χωρίς τη λογοτεχνία, η Ιστορία θα ήταν μάχες και συμφωνίες, νούμερα με τραυματίες και με νεκρούς, οι στρατηγοί που νίκησαν και που νικήθηκαν. Την ανθρωπογεωγραφία της Ιστορίας την υπογράφει κάθε φορά η λογοτεχνία.
Κι η συγγραφέας, όλο αυτό, με εξαιρετικό τρόπο το κατόρθωσε.

Πέμπτη, 27 Φεβρουαρίου 2014

Το μυστικό ήταν η ζάχαρη στην εφημερίδα "Η Βούλα και ο κόσμος της"

Ευχαριστώ πολύ την εφημερίδα  "Η Βούλα και ο κόσμος της" για τη δημοσίευση και τη φιλοξενία. (τεύχος Μαρτίου. http://www.e-voula.gr/)

Παρασκευή, 21 Φεβρουαρίου 2014

Συνέντευξη στην Ιουλία Ιωάννου για το agrinio-life.gr

Αναδημοσιεύεται από: http://agrinio-life.gr/?p=2571
της Ιουλίας Ιωάννου
Διαβάζοντας «το μυστικό ήταν η ζάχαρη» αυτό που σου μένει είναι μια γλυκιά γεύση από το πέρασμα τόσων χρόνων μπροστά στα μάτια σου σαν να είσαι εσύ ο πρωταγωνιστής από την αρχή μέχρι το τέλος. 
Πάντως η Τέσυ Μπάιλα δεν θα μπορούσε να βρει πιο αληθινό τίτλο να περιγράψει μια τόσο σκληρή πορεία, μέσα από την περιγραφή της Κατίνας παρά μόνο «το μυστικό της, τη ζάχαρη», που της έδινε την εντύπωση ότι κατάφερνε να γλυκάνει την τόσο πικρή ζωή της.
Δεν ξέρω πιο είναι το μυστικό για να γλυκάνουμε τους φόβους μας, τους καημούς μας, τη φτώχεια μας, τη μοίρα μας, τη ζωή μας όλη. Υπάρχουν άνθρωποι που είναι από τη φύση τους υποταγμένοι σε μια μοίρα -όπως πιστεύουν- που δεν διανοούνται καν να αλλάξουν το παραμικρό, δεν βρίσκουν τη δύναμη, ζουν με την ψευδαίσθηση των «πρέπει».
Γνωρίζοντας ότι όλη αυτή η πορεία ζωής είναι αληθινή, ότι η πρωταγωνίστρια Κατίνα ήταν ένα υπαρκτό πρόσωπο, μια γυναίκα που έζησε μέσα στις λάθος επιλογές της, με τόση υπομονή, υποταγή, αφοσίωση και αγάπη αναρωτιόμαστε, ήταν σωστή η στάση της αυτή; Ποια θα ήταν η πορεία της αν όσο ήταν καιρός άλλαζε, έφευγε από το ζυγό που την υπονόμευε; Η αρρωστημένη ζήλια που βαφτίζεται αγάπη έχει τελικά τη δύναμη να κρατάει δέσμιους τους ανθρώπους για πάντα;
vivlio me tesuekso mustiko

-    Στο πρώτο μέρος του βιβλίου όπου περιγράφεται ο πόλεμος και η ζωή της οικογένειας υπάρχει πολύ μεγάλη ανάλυση της όλης κατάστασης, μαθαίνουμε πράγματα που ίσως δεν ήταν γνωστά, όπως για την συμμετοχή των χωριών της Κρήτης και την καταστροφή που υπέστησαν. Οι λεπτομέρειες που έρχονται στο φως είναι ανατριχιαστικές και φαντάζομαι πέρα για πέρα πραγματικές, αφού  προέρχονται από ανθρώπους που τις έζησαν και τις μετέφεραν σε εμάς. Βασίστηκες στις μαρτυρίες τους αποκλειστικά ή ανέτρεξες και σε ιστορικά κείμενα;
Βασίστηκα κυρίως σε ιστορικές μαρτυρίες, σχετική βιβλιογραφία, έγγραφα της εποχής. Ο συγγραφέας που θέλει να καταγράψει τα ιστορικά γεγονότα μιας εποχής στο έργο του και ταυτόχρονα να «κινήσει» τους ήρωές του μέσα σε ένα συγκεκριμένο ιστορικό πλαίσιο οφείλει να το κάνει με σεβασμό στην αλήθεια και να ασχοληθεί πολύ σοβαρά, μελετώντας τα γεγονότα και διασταυρώνοντας πηγές.
-    Οι οικογένειες που συμμετέχουν είναι ιδιαίτερα πολυάριθμες, όπως ήταν εκείνα τα χρόνια και βλέπουμε το ρόλο της μάνας που πάντα έβρισκε τρόπους να λύνει όποιο πρόβλημα προέκυπτε παρά τις αντικειμενικές δυσκολίες. Όσο κι αν τον άντρα-αφέντη όλοι τον φοβόντουσαν η μάνα ήταν εκείνη που έβρισκε λύσεις σε όλα. Δεν συμβαίνει κάτι αντίστοιχο και σήμερα, η γυναίκα δεν είναι εκείνη που βρίσκει τον τρόπο να κουμαντάρει μια οικογένεια και να λύνει όποιο πρόβλημα προκύπτει;
Θα ήθελα να πιστεύω ότι στις μέρες μας ένα ζευγάρι  προχωρά ισότιμα στην κοινή τους  ζωή, διαπραγματεύεται τους στόχους του και δίνει λύσεις στις δυσκολίες που καλείται να αντιμετωπίσει. Ο ρόλος της μάνας που τελικά λειτουργεί χειριστικά για να μπορέσει να επιβιώσει δίπλα στον άντρα-αφέντη θα ήθελα να πιστεύω ότι έχει τελειώσει ωστόσο είμαι βέβαιη ότι απαντάται ακόμη και σήμερα κι ένας λόγος που γράφτηκε αυτό το βιβλίο είναι ακριβώς αυτός: Να δείξω τη θέση της γυναίκας μέσα στην ελληνική παραδοσιακή οικογένεια τόσο της ελληνικής επαρχίας όσο και του αστικού χώρου μέσα σε ολόκληρο τον εικοστό αιώνα και παράλληλα να καταθέσω τον προβληματισμό μου γύρω από το ρόλο που έπαιξε η ίδια απέναντι σε όλα αυτά τα δεδομένα που έπρεπε να διαχειριστεί για να επιβιώσει.
-    Η Κατίνα ήταν μια γυναίκα που υπέστη βάναυσα την καταπάτηση της προσωπικότητάς της και, ενώ είχε τη δυνατότητα να αποτινάξει το ζυγό, δεν είχε τη δύναμη. Από την άλλη, σήμερα, που οι γυναίκες είναι ανεξάρτητες και δεν δέχονται μύγα στο σπαθί τους με το παραμικρό οδηγούνται στο διαζύγιο. Πιστεύεις πως υπάρχουν στην εποχή μας τέτοιες γυναίκες, είναι θέμα χαρακτήρα, παίζει η κοινωνία ρόλο ή η οικογένεια;
Μα ακριβώς αυτό ήθελα να δείξω γράφοντας Το μυστικό ήταν η ζάχαρη. Το ρόλο που παίζουν οι προκαθορισμένες κοινωνικές και οικογενειακές δομές στον προσδιορισμό της γυναικείας ταυτότητας, στις έμφυλες διακρίσεις, στη μοίρα των ανθρώπων, έναν ρόλο που αν και η ίδια η γυναίκα υποφέρει μέσα σ’ αυτόν, ωστόσο τον αναπαράγει στις επόμενες γενιές και μάλιστα συχνά δεν αποδέχεται καμιά απόκλιση από τις συντεταγμένες του. Ωστόσο αυτές οι γυναίκες, ναι νομίζω πραγματικά ότι χάνονται σταδιακά. Η Κατίνα της ζάχαρης είναι μια γυναίκα παλιάς κοπής, μια γυναίκα που μύριζε πάντα βασιλικό, καθαριότητα, αφοσίωση και παράπονο, είναι όμως μια γυναίκα που αφιέρωσε τη ζωή της σε ό,τι εκείνη πίστευε και το πίστευε απόλυτα και αυτός είναι ένας σημαντικός λόγος που με έκανε να την θαυμάζω, ανεξάρτητα από το αν συμφωνούσα με τις αποφάσεις της ή όχι.
-    Πόσο καιρό σου πήρε να μαζέψεις όλες αυτές τις πληροφορίες ώστε να γίνει η ιστορία αυτή ένα τόσο μεγάλο και δεμένο μυθιστόρημα, χωρίς, παρά την πολυπλοκότητα ο αναγνώστης να χάνεται στην ιστορία;
Πολλά χρόνια. Θα έλεγα ότι υποσυνείδητα μάζευα το υλικό μου σε ολόκληρη την ενήλικη ζωή μου. Επί της ουσίας όμως χρειάστηκα τρία χρόνια για τη συλλογή και επεξεργασία του υλικού, τη συγγραφή και τη διόρθωσή του προτού φτάσει στο γραφείο των εκδόσεων Ψυχογιός.
-    Τελικά, είναι η συνήθεια ικανή να μας κρατήσει στη ζωή αυτή μέσα σε καταστάσεις που ενώ κατανοούμε ότι είναι αρρωστημένες τις αποδεχόμαστε
Ασφαλώς και είναι. Εξάλλου, αυτή είναι μια γενικότερη διαπίστωση που αφορά σε πολλά θέματα. Στο συγκεκριμένο βιβλίο η εθιστική της δύναμη είναι εμφανέστατη στη σχέση του συγκεκριμένου πρωταγωνιστικού ζευγαριού και είναι ένας από τους σημαντικότερους παράγοντες που ρύθμισαν τις αποφάσεις τους.
-     Γράφεις κάτι νέο αυτή την εποχή;
Ναι, έχω αρχίσει τη συγγραφή του νέου μου βιβλίου. Πρόκειται για μια ιστορία που εκτυλίσσεται από τη μεσοποπολεμική περίοδο έως τις μέρες μας αλλά ακόμη είναι πολύ νωρίς να μιλήσουμε γι’ αυτό.
Ευχαριστώ πολύ.
Κι εγώ σ’ ευχαριστώ πολύ και εύχομαι καλές πωλήσεις και πολλές πολλές ακόμα λογοτεχνικές διαδρομές!
Ιουλία Ιωάννου
Η Τέσυ Μπάιλα κατάγεται από τις Κυκλάδες αλλά γεννήθηκε στον Πειραιά. Σπούδασε Ιστορία Ελληνικού Πολιτισμού και μετάφραση Λογοτεχνίας. Ασχολείται με τη φωτογραφία και ατομικές της εκθέσεις έχουν φιλοξενηθεί στο πανεπιστήμιο Gakugei της Ιαπωνίας και στην Αθήνα. Είναι συντάκτρια του λογοτεχνικού περιοδικού Κλεψύδρα. Παράλληλα δημοσιεύει δοκίμια σε εφημερίδες και περιοδικά. Κυκλοφορούν τα βιβλία της: «Το πορτρέτο της σιωπής», εκδ. Έναστρον, «Το παραμύθι της βροχής», εκδ. Δοκιμάκης και «Το μυστικό ήταν η ζάχαρη», εκδ.Ψυχογιός.

Κυριακή, 16 Φεβρουαρίου 2014

Το μυστικό ήταν η ζάχαρη στο cretablog.gr από τη Βασιλική Μολφέση

Γράφει η Βασιλική Μολφέση
http://cretablog.gr/politismos/logotexnia/item/36236-to-vivlio-sta-xeria-kai-tin-apopsi-tis-vasilikis-to-mystiko-itan-i-zaxari-tis-tesy-baila
Καταπληκτικό το βιβλίο της Τέσυ Μπάϊλα «Το μυστικό ήταν η ζάχαρη» μας μεταφέρει εικόνες, μυρωδιές και μνήμες από την προπολεμική Κρήτη έως σήμερα.

Ένα βιβλίο με πλούσια πλοκή σε εικόνες, περιπέτεια και δράση, με πολύ έντονες περιγραφές , ζωντανούς χαρακτήρες, και γραμμένο με πολύ ωραία τεχνική και γλώσσα που κάνει τον αναγνώστη να ταυτίζεται με κάθε ήρωα και να συμμετέχει μαζί του σε κάθε γεγονός και να βιώνει τα συναισθήματά του. Μέσα από τη ζωή μιας οικογένειας, τους συγχωριανούς της, τους συγγενείς και τους φίλους, ο αναγνώστης γνωρίζει ιστορίες και θρύλους της Κρήτης, ακούει μαντινάδες και ριζίτικους σκοπούς, γνωρίζει την ιστορία του νησιού, την νοοτροπία των κατοίκων του, τη βεντέτα, τα ήθη και τα έθιμα, τη θέση της γυναίκας στην κοινωνία, μυρίζει την τσικουδιά, το βασιλικό της μάνας Κωνσταντάκαινας, τα ξεροτήγανα, τα καλιτσούνια, συμμετέχει στο μάζεμα των ελαιόδεντρων και μαθαίνει να βάζει μια στάλα ζάχαρη στο φαΐ, στα γλυκά και στη ζωή του για να αντέχει. Μαθαίνει την λεβεντιά και τον ηρωισμό των Κρητικών στο Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο, το φόρο αίματος που πλήρωσε το νησί για την αντίστασή του στην Κατοχή, ακούει τις ναζιστικές μπότες να περιπολούν το Αρμενοχώρι και αγωνιά για την τύχη των ηρώων του βιβλίου. Ζει τις πληγές τους στο κορμί μα πιο πολύ στην ψυχή τους και στη ψυχή των μικρών παιδιών αντικρύζοντας τα αποτρόπαια εγκλήματα των Γερμανών κατακτητών, τους απαγχονισμούς στον Πλάτανο της πλατείας, την πείνα, την εξαθλίωση, τους πυροβολισμούς, τα βασανιστήρια της Μαρίτσας και του Σήφη στο στρατόπεδο συγκέντρωσης, την φρίκη, τον τρόμο, τον πόνο, την οργή και τα βάσανα ενός απροστάτευτου λαού απέναντι σε ό,τι χειρότερο γνώρισε η ανθρωπότητα τον εικοστό αιώνα. Από την Κρήτη ταξιδεύει με την Κατίνα και την Αντωνία στον Πειραιά, στην Δραπετσώνα με τις προσφυγικές παράγκες της , τους τεκέδες, κι αργότερα στα διαμερίσματα της αντιπαροχής. Η Κατίνα , η μικρότερη κόρη της οικογένειας εξιστορεί με απόγνωση αλλά και περηφάνια το παρελθόν της και βρίσκει τη δύναμη να το αγαπήσει. Εξιστορεί την δύσκολη ζωή της με τον Θέμελη, την πείνα, τη φτώχεια, την ανασφάλεια, τη ζήλεια και τον παραλογισμό του, τον ζυγό του, μια φυλακή που κλείδωσε την ψυχή της, κομματιάζοντας τα φτερά της, εξαθλιώνοντας και λεηλατώντας τη, μα και την αγάπη της, την ελπίδα και την συγχώρεση. Και δυο όμορφες εκφράσεις από τους γονείς της Κατίνας που χαρακτηρίζουν την Κρήτη: «Όλη η ζωή ένα τίποτα», συνήθιζε να λέει ο Κωνσταντής, σαν έπινε μια τσικουδιά παραπάνω. «Βαστά μόνο όσο βαστά ένα πεντοζάλι, μα για τη χορτάσεις πρέπει να είσαι πρώτος στο χορό, να βαρείς το πόδι σου στη γη κι αυτή να ανοίγει από την πεθυμιά να σε χορτάσει, ειδαλλιώς , σαν είσαι από δαύτους που σέρνονται, χαράμι πάει η ζωή, πεταμένη σας λέω, να τηνε φάνε τα σκυλιά καλύτερα». «Τύχη χρειάζονται να χουν οι τσούπρες κόρη μου, μήτε ομορφιά, μήτε πλούτη, μήτε πολλά λιόδεντρα να λιομαζώχνουν. Τύχη πάνω απ΄ όλα! Ο γάμος είναι σαν τη ζωή κι αυτός, μοιάζει με παραμύθι, Κατινάκι μου. Μια που αρχίζεις να το μιλείς , δεν ξέρεις αν θα χει δράκους ή πριγκιπόπουλα. Μα και δράκος να βγει στη μέση τση ιστορίας, πρέπει να αποσώσεις το διάβασμά σου, να διαβάσεις το βιβλίο που σου γραψε η ζωή μέχρι την τελευταία του σελίδα. Μπορεί στο τέλος να μοιάζουν οι καρδιές, μπορεί και όχι. Μα να θυμάσαι, πως πρέπει να υπονομεύεις, ειδαλλιώς, μαύρη θα γίνει η ζωή σου κι άραχνη».