Πέμπτη, 9 Μαρτίου 2017

Η Τζένη Μανάκη γράφει για τις "Άγριες θάλασσες" στο Fractal

Photo: Ειρήνη Σαββαϊδη

Η μικρή ιστορία στη μεγάλη Ιστορία

Πώς να μιλήσει κανείς λοιπόν τώρα, τόσα χρόνια μετά τον πόλεμο, για όλα αυτά! Αίμα είναι οι μνήμες μέσα μου και πότισαν το μαντίλι της ψυχής μου»
Η Τέσυ Μπάιλα, όπως μέσα από τη μυθοπλασία της, έτσι και μέσα από τη λογοτεχνική  αφήγηση ιστορικών γεγονότων, δημιουργεί την πεποίθηση στον αναγνώστη, ότι πιστεύει ακράδαντα στις δυνατότητες του ανθρώπου για την πραγμάτωση των επιδιώξεών του, όχι μόνο κόντρα στον χρόνο που κυλάει,  φέρνει εμπόδια και διαφοροποιεί  καταστάσεις και αισθήματα, αλλά ακόμη και κόντρα σ’ έναν αιματηρό, αδυσώπητο πόλεμο,  μέσα στις μανιασμένες άγριες θάλασσες.
 1940 -44   Καπετάν Μιλτιάδης Χούμας και το καράβι του η »Ευαγγελίστρια»
Στις άγριες θάλασσες της κατεχόμενης Ελλάδας υπάρχει ένα μυστικό ελευθερίας που το γνωρίζουν μόνο οι γενναίοι. Η «Ευαγγελίστρια», το καΐκι της διαφυγής, δε μεταφέρει ανθρώπους∙ μεταφέρει την ελπίδα της εθνικής ξαστεριάς στην πιο σκοτεινή στιγμή της σύγχρονης Ιστορίας. Κατακτητές και πατριώτες, διώκτες και κυνηγημένοι, όλοι τους στρατευμένοι σ’ έναν πόλεμο που θα κρίνει το μέλλον του κόσμου. Από τον ασυμβίβαστο καπετάν Μιλτιάδη Χούμα μέχρι την καρτερική Ελένη του, μικροί και μεγάλοι ήρωες στροβιλίζονται σ’ ένα έπος που εκτυλίσσεται στην πανάρχαια θάλασσα του Ομήρου. Τι απέμεινε από αυτή τη φοβερή αντάρα; Μνήμες και βοές μέσα στον χρόνο αλλά και η ζωή αυτών των ανθρώπων, πλούσια σε ιδανικά, σε όνειρα, σε έρωτες και πάθη. Ζωή μοιρασμένη σε επεισόδια που θα αδυνατούσε να συλλάβει και η πιο τολμηρή φαντασία. (οπισθόφυλλο).
Οι αληθινοί ήρωες είναι σεμνοί, αφήνουν τους άλλους να μιλήσουν για τα έργα τους! Η Τέσυ Μπάϊλα, που τη ναυτοσύνη, την αγάπη της για τη θάλασσα, την έχει μέσα στο αίμα της, μαζί με την αγάπη για τους καθημερινούς ανθρώπους της βιοπάλης, όπως μας έδειξε από τα δύο προηγούμενα μυθιστορήματα της, δεν θα άφηνε ανιστόρητη την παλληκαριά, την αυταπάρνηση, το θάρρος αυτού του αληθινού ήρωα της αντίστασης  του Σάμιου καπετάν Μιλτιάδη Χούμα!
Με συγκρατημένο λυρισμό, που αφήνει ελεύθερο σε κάποια σημεία της αφήγησης της, όπου ο έρωτας μπαίνει στη ζωή του ήρωα, περιγράφει τον πέρα από την αγριότητα του πολέμου βίο του πρωταγωνιστή της, της καρτερικής αγαπημένης του Ελένης,  και των ανθρώπων γύρω τους.
«Κι εκεί, με τον αγέρα να χτυπά κατάσαρκα την πλώρη του καϊκιού, με τη θάλασσα να σφυροκοπά την καρίνα του, εκείνος έβρισκε την ευκαιρία να κάνει και πάλι όνειρα. Λες και από το ανοιχτό του πουκάμισο έβρισκαν την ευκαιρία να διαχυθούν στον νυχτερινό ουρανό και από εκεί να φτάσουν στην ακτή του Τσεσμέ, να κουρνιάσουν πάνω στο μαξιλάρι της Ελένης και εκεί, δίπλα της, να αποκοιμηθούν».
 Η ανθρώπινη πλευρά του καπετάνιου: ο φόβος για τη τύχη της αγαπημένης του, το παράπονο του για την ατυχή συγκυρία αυτού που συμβαίνει στη μεγάλη Ιστορία και  επηρεάζει τη  μικρή δική του.
«Μέσα από το τσάκισμα της φωνής της είδε τον ασημόγλαρο του γυναικείου της φόβου να πετά προς τα ακρογιάλια της θλίψης. Σκέφτηκε πόσο μικρό και εύθραυστο ήταν αυτό το νεαρό κορίτσι μέσα στον πόλεμο, πόσο ασήμαντος και ντελικάτος είναι ο κόσμος μέσα στα καπρίτσια της Ιστορίας, και για μια ακόμα φορά αναθεμάτισε την τύχη τους να έχουν γεννηθεί εκείνη την τόσο σκοτεινή περίοδο».
Εκτελέσεις αθώων, αντιστασιακές δράσεις γενναίων, φυγαδεύσεις απειλούμενων με θανάτωση, συλλήψεις, πείνα, φόβος και θάνατος, η καθημερινότητα στη διάρκεια του αιματηρού πολέμου ξετυλίγονται με αριστοτεχνικό τρόπο, σαν μαυρόασπρη ντοκυμαντερίστικη κινηματογραφική ταινία,  που φωτίζεται περιστασιακά από την αδελφοσύνη, τη φιλαλληλία, την αγάπη για την πατρίδα!
«Οι Έλληνες μάχονταν για την ελευθερία της πατρίδας τους! Η αδικία τους είχε μετατρέψει σε ριψοκίνδυνους πολεμιστές, χωρίς καλά καλά να το σκεφθούν, χωρίς να το έχουν σχεδιάσει ποτέ.»
Ο καπετάν Μιλτιάδης Χούμας γεννήθηκε στη Σάμο το  1913 και πέθανε στον Πειραιά το 1989. Ο ηρωϊκός αυτός άνθρωπος,  έθεσε το καϊκι του στη διάθεση των συμμαχικών δυνάμεων, πραγματοποιώντας ριψοκίνδυνα ταξίδια διάσωσης μαχόμενων αγωνιστών, παλεύοντας με όλη τη δύναμη της ελληνικής ψυχής του. Μοναδικά ίχνη των πράξεών του σεμνού αυτού αγωνιστή, βρέθηκαν στο ημερολόγιο της »Ευαγγελίστριας»  μετά το θάνατό του, από την οικογένειά του.
«Πίστευε ότι οι άνθρωποι καλούνται καμιά φορά να μπουν στο παιχνίδι της μοίρας και να παίξουν το δικό τους ρόλο όσο καλύτερα μπορούν. Ύστερα όμως, όταν πέσουν τα φώτα της παράστασης, πρέπει να φεύγουν αθόρυβα, όπως αθόρυβα ήρθαν».
Με την ιδιαίτερη, πλούσια αφηγηματική τεχνική της, εγκιβωτίζει ιστορίες, ακτινογραφεί δευτερεύοντες χαρακτήρες, με καταβυθίσεις στον ψυχισμό τους, παλινδρομήσεις ανάμεσα στα πρέπει και στα θέλω τους, δημιουργώντας  μία ειλικρινή συγκινησιακή φόρτιση στον αναγνώστη, πέρα από τα συνήθη σχετικά κλισέ. Εξαιρετική η συγκλονιστική περιγραφή της βύθισης του υποβρυχίου »Περσεύς» και η παράτολμη – απίστευτη διάσωση του John Capes, ως μόνου επιζώντα.
Η Τέσυ Μπάιλα βυθίζει για χάρη του καπετάν Χούμα την πένα της στη θάλασσα της ηρωικής αυτής ψυχής και σ’ ένα μεγάλο όγκο βιβλιογραφίας, που παρατίθεται στο τέλος της αφήγησής της, και μας παραδίδει αυτό το αξιόλογο ιστορικό μυθιστόρημα, όχι μόνο ως ένα κομμάτι της ελληνικής Ιστορίας, αλλά και ως μάθημα σεμνότητας, αγάπης για αξίες και ιδανικά κάποιων ανθρώπων παλιάς κοπής, σπάνιων έως ανύπαρκτων στη σύγχρονη ζωή.


Τρίτη, 7 Μαρτίου 2017

Ο Δημήτρης Μουρατίδης γραφει για τις "Άγριες θάλασσες" στον ΣΕΛΙΔΟΔΕΙΚΤΗ


   
Σε πραγματική ιστορία βασίζεται το νέο βιβλίο της Τ. Μπάιλα, που κυκλοφόρησε πρόσφατα.
Είναι η ιστορία του καϊκιού «Ευαγγελίστρια», του καπετάνιου και ιδιοκτήτη του Μιλτιάδη Χούμα, της οικογένειας και του πληρώματός του. Το καΐκι που «Ήταν ένα πέραμα μήκους δώδεκα περίπου μέτρων και πλάτους τριών», ναυπηγήθηκε το 1907, με εντολή του πατέρα του Μιλτιάδη, του Αντρίκου, στο Πυθαγόρειο της Σάμου, που τότε ονομαζόταν Τηγάνι. «Έρωτας με την πρώτη ματιά έγινε το πλεούμενο για τον Αντρίκο. Το πλησίασε και άρχισε να χαϊδεύει το νεογέννητο σκαρί όπως χαϊδεύει κανείς ότι πιο αγαπημένο. Έπιασε με το χέρι του τη γυαλιστερή άγκυρα. Χοντρό το αγκυρόσκοινο και τα μαντάρια φτιαγμένα από τα καλύτερα υλικά. Όνειρο το είχε για χρόνια να έχει ένα δικό του πλεούμενο. Τώρα το έβλεπε ολοζώντανο να ορθώνεται καμαρωτό μπροστά του και η συγκίνησή του ήταν ίδια, όπως όταν η κυρά του είχε φέρει στον κόσμο το πρώτο τους παιδί».
     Όταν ο Αντ. Χούμας πέθανε, το πλεούμενο κληρονόμησαν τα παιδιά του. Τον Οκτώβριο του 1941, μετά από ένα περιστατικό που έγινε στο νησί ανάμεσα στην παρέα του Μιλτιάδη και σε μια παρέα ιταλών στρατιωτών των δυνάμεων κατοχής στο οποίο κινδύνεψε η ζωή τους, ο νεαρός έλληνας ναυτικός, αποφάσισε να φύγει κρυφά με το καΐκι, να περάσει στην Τουρκία και από  κει στην υπό βρετανική αποικιακή διοίκηση Κύπρο. «Ο Μιλτιάδης από καιρό είχε καταλάβει πως έπρεπε να αναλάβει ενεργό δράση. Τα όνειρά όλων τους για μια ειρηνική ζωή, έπρεπε να γίνουν πραγματικότητα. Η αίσθηση ότι είχαν υποδουλωθεί, το γεγονός ότι έβλεπε έναν ολόκληρο πληθυσμό να χάνει, εκτός από τα βασικά μέσα για τη διαβίωσή του, την αξιοπρέπεια και την περηφάνια του, το ότι τη χώρα του την κατακτούσαν βίαια ξένες δυνάμεις και έχανε την εθνική της κυριαρχία και όλα όσα την προσδιόριζαν, όλα μαζί τον γέμιζαν με οργή».
     Ο Μιλτιάδης και το πλήρωμά του, μετά την ένταξη του καϊκιού στην Αγγλική Κρατική Υπηρεσία Θαλάσσιων Μεταφορών στην Κύπρο, έγιναν μέλη «της περίφημης Force A, μιας οργάνωσης ανορθόδοξου πολέμου, η σύσταση της οποίας είχε γίνει από τους Άγγλους με σκοπό την απελευθέρωση της Ευρώπης από τον γερμανικό ζυγό. Στόχος της ήταν η απόκρυψη αγωνιστών και η διαφυγή τους στη Μέση Ανατολή». Έτσι ξεκίνησε η μάχη του Μιλτιάδη Χούμα στις «άγριες θάλασσες» του Αιγαίου, όπου είχε να αντιπαλέψει τα κύματα, τους δυνατούς αέρηδες αλλά και τα εχθρικά πλοία που περιπολούσαν, για να φέρει σε πέρας τις επικίνδυνες αποστολές που του ανέθεταν.
     Για να γράψει την ιστορία του Μ. Χούμα, η συγγραφέας βασίστηκε στα ημερολόγιά του, στις αφηγήσεις της συζύγου του αλλά και σε εκτενή βιβλιογραφία που παρατίθεται στο τέλος του βιβλίου. Με αυτό τον τρόπο, κατάφερε να τηρήσει την ιστορική ακρίβεια. Χάρη όμως στην αφηγηματική της δεινότητα και τη γλαφυρή της γλώσσα, μετέτρεψε την Ιστορία σε ένα συναρπαστικό ανάγνωσμα με σασπένς και ολοζώντανες εικόνες, που διαβάζεται απνευστί.