Πέμπτη, 13 Οκτωβρίου 2016

Ο Μάνος Κοντολέων γράφει για τις "Άγριες θάλασσες" στο diastixo.gr

Το ιστορικό μυθιστόρημα προσφέρει στον αναγνώστη από τη μια την απόλαυση της ταύτισης με ήρωες που πριν από λίγα ή πολύ περισσότερα χρόνια είχαν υπάρξει, και από την άλλη τη δυνατότητα να γνωρίσει πτυχές ιστορικών περιόδων όχι με μια κάπως άψυχη εξιστόρηση, αλλά με την ένταση της περιγραφής ενός γεγονότος από κάποιον που το έχει ζήσει.
Στις Άγριες Θάλασσες οι χαρακτήρες δεν υποδύονται ιστορικές περσόνες. Είναι αυθεντικά άτομα του χτες που τις ανάσες τους ακόμα τις αφουγκράζονται κάποιοι.
Με άλλα λόγια, αν έτσι κι αλλιώς η λογοτεχνική αφήγηση είναι μια μεταφορά του αναγνώστη από τη δική του ζωή στη ζωή ενός άλλου προσώπου, η ιστορική λογοτεχνική αφήγηση προσφέρει ακόμα κάτι περισσότερο – την ψευδαίσθηση πως ζήσαμε το χτες, το έχουμε αρκούντως γνωρίσει κι έτσι το σήμερα μπορούμε καλύτερα και να το κατανοήσουμε, αλλά και πλέον αποτελεσματικά –αν χρειαστεί– να του αντισταθούμε ή να το διαμορφώσουμε.
Η Ιστορία δημιουργεί μνήμη. Ή μήπως η ανάγκη σύνθεσης μιας συγκεκριμένης μνήμης συγγράφει την ιστορία;
Ζούμε και ως άτομα και ως έθνος μια ιδιαιτέρως κρίσιμη μα και πικρή περίοδο. Έχουμε ανάγκη από τη μια να κατανοήσουμε το τι έχει στο παρελθόν συμβεί και από την άλλη να στηριχτούμε σε αυτό το παρελθόν για να ελπίσουμε σε ένα ευτυχέστερο μέλλον.
Όταν οι λαοί αισθάνονται ανασφαλείς επιστρέφουν στις ρίζες τους. Ανάλογα με το ήθος και το ύφος του δρόμου επιστροφής, άλλοτε μετατρέπονται σε συντηρητικές κοινωνίες, άλλοτε σε αυτοθαυμαζόμενες ολιγομελείς ή μη ομάδες, κάποτε κάποτε επιτρέπουν σε μέλη τους να αναλογιστούν τα λάθη και να προτείνουν διορθωτικές κινήσεις.
Μέσα σε ένα τέτοιο κλίμα, το ιστορικό μυθιστόρημα που γράφεται από σύγχρονους Έλληνες συγγραφείς ανθεί εκδοτικά. Το αν η ανθοφορία αυτή συνυπάρχει με μια ουσιαστική ενδοσκόπηση και δεν προτρέπει προς μια εσωστρεφή απομόνωση είναι κάτι που πολλούς προβληματίζει, αλλά ελάχιστους απασχολεί.
Ιστορικό, λοιπόν, μυθιστόρημα γραμμένο από σημερινούς συγγραφείς. Από αυτούς οι περισσότεροι δεν έχουν μια προηγούμενη θητεία στο λογοτεχνικό αυτό είδος. Οι περισσότεροι γράφανε κοινωνικά ή υπαρξιακά μυθιστορήματα και μέσα στο πλαίσιο των συνθηκών που πιο πάνω έχω αναφέρει, ενδύσανε κοινωνικά πάθη και σωματικούς καημούς με ιστορικά ενδύματα.
Η Τέσυ Μπάιλα ανήκει σε αυτήν την κατηγορία; Το Άγριες Θάλασσες είναι το πέμπτο της μυθιστόρημα και το πρώτο που αγγίζει –προσωπικά αυτό θεωρώ πως είναι– το είδος του ιστορικού μυθιστορήματος.
Συγγραφικά, αφού πρώτα ανίχνευσε με τα δυο πρώτα της έργα τις ψυχολογικές και υπαρξιακές ανάγκες κάποιων προσώπων, στη συνέχεια –με τα δύο επόμενα έργα της και τα οποία την έκαναν ιδιαιτέρως γνωστή και αναγνωρίσιμη– αναζήτησε το πώς τα ατομικά οράματα πορεύονται μέσα στην Ιστορία. Οι ήρωες αυτών των έργων της, αν και επηρεάζονται από τα ιστορικά γεγονότα, δεν συμμετέχουν στη διαμόρφωσή τους.
Τώρα, με το τελευταίο της αυτό πόνημα, φέρνει τους κεντρικούς χαρακτήρες της ιστορίας της να συμμετέχουν στον τρόπο που διαμορφώθηκε η πορεία των αποφάσεων που άλλοι –ανώτεροι– είχαν πάρει.
Με άλλα λόγια, η Τέσυ Μπάιλα αποφάσισε να γράψει για τους μικρούς όσο και καίριους –και τις περισσότερες φορές άγνωστους– ήρωες των μεγάλων ιστορικών περιόδων. Το μυθιστόρημα στηρίχτηκε πάνω σε ένα ντοκουμέντο. Στο ημερολόγιο που κρατούσε ο ήρωας της αφήγησης και που βέβαια υπήρξε πρόσωπο υπαρκτό. Δίπλα του και άλλα άτομα – κι αυτά υπαρκτά.
Η Μπάιλα αναζήτησε έναν τρόπο να μετατρέψει το ιστορικό συμβάν σε ιστορικό μυθιστόρημα. Με την εμπειρία της πλούσιας αφηγηματικής της τεχνικής κατάφερε αυτή τη «μετενσάρκωση» να την πετύχει. Ο ναυτικός της Σάμου, που με τον αυθορμητισμό ενός ανθρώπου που δεν έχει χάσει την ατομική μα και εθνική του αξιοπρέπεια προσχωρεί σε μια επικίνδυνη συμμαχική αποστολή μέσα στα νερά της Μεσογείου, γίνεται μυθιστορηματικός ήρωας και το αυθεντικό του ημερολόγιο στηρίζει της αποφάσεις του και εντός της μυθιστορηματικής πλοκής.
Οι σχέσεις του με κάποια ακόμα πρόσωπα –άτομα από άλλους τόπους μεν, αλλά με τον ίδιο στόχο, την αμφισβήτηση δηλαδή, του ναζισμού και του φασισμού– περιγράφονται ολοζώντανα. Όπως επίσης με πάθος αλλά και ευπρέπεια καταγράφεται η ερωτική σχέση του κεντρικού προσώπου με τη γυναίκα που θα τον συντροφεύσει και στην αληθινή ζωή.
Έτσι έχουμε, τελικά, ένα μυθιστόρημα που από τη μια μπορεί να καλύψει την ανάγκη ενός σημερινού αναγνώστη να στηριχτεί σε αξίες που οι πρόσφατοι προγονοί του υποστηρίξανε και μάλιστα χωρίς ποτέ να ζητήσουν να εξαργυρώσουν την προσφορά τους, και από την άλλη να χαρίσει πλούσια πλοκή και έντονα συναισθήματα. Στις Άγριες Θάλασσες οι χαρακτήρες δεν υποδύονται ιστορικές περσόνες. Είναι αυθεντικά άτομα του χτες που τις ανάσες τους ακόμα τις αφουγκράζονται κάποιοι.
Η τεχνική της Τέσυ Μπάιλα –παρόμοια με τα προηγούμενα έργα της, αν και εδώ πλέον σωστά οργανωμένη– πρωτίστως στηρίζεται στην ικανότητά της να ζωντανεύει όλα τα πρόσωπα του έργου• από τους πρωταγωνιστές μέχρι και κάποιους που απλώς σε ελάχιστες σελίδες τους αναφέρει. Κι ακόμα έχει να κάνει με την αξιοποίηση των περιγραφών, με τη πληθωρική αφηγηματική της συγγραφική ταυτότητα και με μια ευαισθησία που από τη μια ενεργοποιείται με μια θηλυκή παρατηρητικότητα και από την άλλη με ένα αρσενικό πάθος. Την εντιμότητα του όλου εγχειρήματος την εδραιώνει η παράθεση μιας πλούσιας βιβλιογραφίας, αλλά και η σεμνή –όσο και ιδιαιτέρως κατατοπιστική– εισαγωγή.
Η Μπάιλα αναζήτησε έναν τρόπο να μετατρέψει το ιστορικό συμβάν σε ιστορικό μυθιστόρημα. Με την εμπειρία της πλούσιας αφηγηματικής της τεχνικής κατάφερε αυτή τη «μετενσάρκωση» να την πετύχει.
Για όσους θα ήθελαν μια κάποια περίληψη της υπόθεσης του βιβλίου, αντιγράφω το κείμενο από το οπισθόφυλλο του βιβλίου. Νομίζω πως επαρκώς θα τους ικανοποιήσει:
Στις άγριες θάλασσες της κατεχόμενης Ελλάδας υπάρχει ένα μυστικό ελευθερίας που το γνωρίζουν μόνο οι γενναίοι. Η «Ευαγγελίστρια», το καΐκι της διαφυγής, δε μεταφέρει ανθρώπους∙ μεταφέρει την ελπίδα της εθνικής ξαστεριάς στην πιο σκοτεινή στιγμή της σύγχρονης Ιστορίας. Κατακτητές και πατριώτες, διώκτες και κυνηγημένοι, όλοι τους στρατευμένοι σ’ έναν πόλεμο που θα κρίνει το μέλλον του κόσμου. Από τον ασυμβίβαστο καπετάν Μιλτιάδη Χούμα μέχρι την καρτερική Ελένη του, μικροί και μεγάλοι ήρωες στροβιλίζονται σ’ ένα έπος που εκτυλίσσεται στην πανάρχαια θάλασσα του Ομήρου. Ζωή μοιρασμένη σε επεισόδια που θα αδυνατούσε να συλλάβει και η πιο τολμηρή φαντασία.
http://diastixo.gr/kritikes/ellinikipezografia/5408-agries-thalasses

Σάββατο, 8 Οκτωβρίου 2016

Περί λογοτεχνίας...

Καταγραφή ενός προσωπικού κραδασμού; Αποτύπωση της αρμονίας; Μια περιχαρακωμένη περιοχή δεδομένων σκέψεων ή μια σαφής απεικόνιση ενός μετασχηματισμένου κόσμου;
Τι ακριβώς είναι η λογοτεχνία; Μια παραγωγή λέξεων ικανών να νοηματοδοτήσουν το ατομικό και κοινωνικό μας επίπεδο ή ένα προϊόν της πεισματικής προσπάθειας μερικών ανθρώπων να αρθρώσουν έναν αληθινό λόγο;
Μήπως τελικά είναι απλώς το μοναδικό αξιακό μέτρο που έχουμε για την αξιολόγηση ενός πολιτισμού, αφού σε κάθε εποχή οι αλήθειες που την χαρακτήριζαν ενσωματώνονταν μέσα στο λογοτεχνικό σύμπαν που συνέθετε ο πνευματικός της κόσμος;
Σήμερα η ελληνική κοινωνία πάσχει καθολικά, ανήμπορη να δεχτεί το τέλος μιας εποχής και την αρχή μιας νέας, απόλυτα υποβαθμισμένης σε κοινωνικό και οικονομικό επίπεδο. Οι Κασσάνδρες της εποχής επιμένουν να φωνάζουν ότι η καλή, σύμφωνα με τους όρους της κλασικής, λογοτεχνία , εξοστρακίζεται σιγά-σιγά από μια κοινωνία που έχει τόσο απόλυτα διαβρωθεί. Είναι σίγουρο όμως ότι, όπως έχει συμβεί και σε παλαιότερες εποχές, όταν η κοινωνία καταφέρει να ξεπεράσει το αρχικό σοκ που της προκάλεσε η διάψευση, τότε θα στραφεί να ζητήσει ελπίδα από τις πνευματικές φυσιογνωμίες, εκείνες που θα είναι ικανές να εμπνεύσουν ξανά τη χαμένη αίσθηση ότι υπάρχει πολιτισμός σ’ αυτόν τον τόπο και μοιραία θα επανατοποθετήσει τα πράγματα, αναζητώντας νέες μορφές κοινωνικής και πολιτισμικής ταυτότητας.
Η λογοτεχνία οφείλει να δείξει ότι ο ελεύθερος στοχασμός, ο στοχασμός που αναπτύσσεται δυναμικά, παιδαγωγικά και προπαντός με συναίσθηση ευθύνης, μπορεί να γίνει ένα ελεύθερο έδαφος στο οποίο οι ηθικές αξίες μιας ολόκληρης κοινωνίας θα μπορούν τόσο να αναχθούν σε πρωταρχικό μέλημα όσο και να προστατευθούν. Και μόνο με αυτόν τον τρόπο ο πολιτισμός επανέρχεται σε έναν τόπο.
Και για τον ίδιο τον δημιουργό; Τι ακριβώς αντιπροσωπεύει η λογοτεχνία ιδιαίτερα στις μέρες μας; Είναι δεδομένο ότι ένα λογοτεχνικό έργο αποτελεί ταυτόχρονα τον προσδιοριστικό παράγοντα ταυτότητας ενός δημιουργού και καθορίζει παράλληλα και τον προσωπικό οδηγό ισορροπίας και επιβίωσής του, καθώς ο συγγραφέας αντιλαμβάνεται το γράψιμο ως ένα είδος εσωτερικού ρυθμού της ζωής που εξελίσσεται παράλληλα και αλληλένδετα με την πραγματική, σ' έναν άλλο, ιδιαίτερο, απόκρυφο κόσμο, τα όρια του οποίου διαρκώς μετατοπίζονται. Η ελευθερία που αυτός ο ρυθμός υπαγορεύει ενυπάρχει ακριβώς σ' αυτόν τον κόσμο, τον μυστικά υπαρκτό και αδιόρατα θεατό.
Δεν είναι τυχαίο ότι ο Φλωμπέρ διατυμπάνιζε πως «κάθε έργο προς σύνθεση έχει τη δική του ποιητική που πρέπει να τη βρούμε», υπονοώντας πως ο συνδυασμός ανάμεσα στις κοινωνικές σχέσεις είναι που διαμορφώνει ανά εποχή το μυθιστόρημα και η ποιητική υπερβολή, που εντάσσει σ’ αυτό το συναίσθημα είναι ο λόγος που ένα λογοτεχνικό έργο παίρνει αξία. Σε όλες τις περιπτώσεις η αφηγηματική ισορροπία είναι το ζητούμενο και για την επίτευξή της είναι απαιτούμενος ο συγκερασμός πολλών δεδομένων, αφού στην τέχνη δεν υπάρχει πιστή απεικόνιση ή όπως ο Αντρέ Μαλρώ έλεγε: «δεν υπάρχει στην τέχνη πιστή φωτογραφία».
Η ύπαρξη στοιχείων με την ταυτόχρονη ανυπαρξία τους, η λύτρωση από την κοινωνική ασκήμια και τελικά η αγνότητα ως πρωτεϊκό αποτέλεσμα της τέχνης είναι μόνο μερικά από τα στοιχεία εκείνα που απαιτούνται σε ένα λογοτεχνικό έργο για να του δώσουν ζωή και κατ’ επέκταση να εφοδιάσουν με το απαραίτητο πνευματικό οξυγόνο τον δημιουργό του.
Η ιδεολογία που φανερά ή υποδόρια διαπερνά το έργο και η λογοτεχνική αξιοποίηση των διακειμενικών προσεγγίσεών του είναι παράγοντες που ο λογοτέχνης πρέπει να έχει κατά νου αν θέλει να προσδώσει στο έργο του την απαραίτητη αισθητική αξία. Το έργο μπορεί να γίνει μια σημαντική πηγή καταγγελίας, μια εξεικονισμένη λεκτική διαμαρτυρία, ένας αφυπνιστικός στοχασμός και η κοινωνική αποστολή της λογοτεχνίας είναι δεδομένη και διαχρονική με την έννοια ότι σε περιόδους κοινωνικής και ηθικής κρίσης προσανατολιζόταν σε θεματογραφία ανάλογη των περιστάσεων.Αυτό συνέβαινε επειδή οι άνθρωποι οι οποίοι εκπροσωπούσαν την πνευματική ηγεσία αυτού του τόπου είχαν επιλέξει μέσα από το έργο τους να διερευνούν και να συντάσσονται στα προβλήματα της κοινωνίας, αναζητώντας λύσεις γι’ αυτά.
Μα πέρα και πάνω από όλα αυτά, η λογοτεχνία είναι τρόπος ζωής τόσο για τον δημιουργό της όσο και για τον τελικό αποδέκτη της. Ένα πνευματικό αντιστάθμισμα στον εκάστοτε σκοταδισμό. Ένας έρωτας που γεννιέται ερήμην σου και γιγαντώνεται μέσα σου. Κι όπως κάθε έρωτας μπορεί ταυτόχρονα να κάνει τον ερωτευμένο να επιχειρεί ένα ταξίδι τόσο μέσα στον προσωπικό του κόσμο όσο και πέρα από αυτόν. Ένας εθισμός στον οποίο ενδίδει κανείς όπως συμβαίνει πάντα χωρίς καλά-καλά να το καταλάβει.
Το κυριότερο είναι ότι γίνεται ο τρόπος που αναζητά κανείς τις προσωπικές του αλήθειες. Το δικό του μονοπάτι ζωής, ένα μονοπάτι ερμητικής καθαρότητας που όταν περάσει μέσα σ’ αυτό μπορεί να δει τον κόσμο με εντελώς διαφορετικά μάτια. Η λογοτεχνία είναι ένα όνειρο και γι’ αυτό, σύμφωνα με τον ποιητή Πωλ Βαλερύ: «όλες οι υπερβολές του ονείρου της ανήκουν».

Σάββατο, 1 Οκτωβρίου 2016

Συνέντευξη του Γιάννη Χούμα – γιου του ήρωα του βιβλίου “Άγριες θάλασσες” της Τέσυ Μπάιλα στο Vivlio-Life


Από αριστερά: Τάκης Κωνσταντακόπουλος, Γιάννης Χούμας, Μαργέττα Δούρα, Τέσυ Μπάιλα, Ελένη Χούμα, Νίκος Χούμας, Ματίνα Μιχαηλίδου. Φωτο: Πόπη Ξοφάκη για το BOOKIA.gr


Το vivlio-life αναζήτησε τον Γιάννη Χούμα, τον νεότερο γιο του ήρωα του βιβλίου «Άγριες θάλασσες», της Τέσυ Μπάιλα, που κυκλοφορεί από τις εκδόσεις ΨυχογιόςΜιλτιάδη Χούμα, για να μας απαντήσει σε ορισμένες ερωτήσεις και έχει πολύ ενδιαφέρον να μάθουμε και την άποψη της οικογένειας.


Κύριε Χούμα, πώς γεννήθηκε η ιδέα να δώσετε τα αρχεία που κρατούσε ο πατέρας σας σαν επτασφράγιστο μυστικό ακόμα και από την οικογένειά του, με σκοπό να μαθευτεί η αξιοπρέπεια και το ήθος ενός απλού, μα τόσο ηρωικού ανθρώπου στο ευρύτερο κοινό;

Απάντηση: Σας ευχαριστώ θερμά για το ενδιαφέρον σας. Όλο το υλικό έγγραφα, αντικείμενα, και φωτογραφίες δεν ήταν επτασφράγιστο. Για να το αιτιολογήσω αυτό, επιτρέψτε μου να κάνω μία σύντομη αναφορά, πώς βρέθηκε και πώς συμπληρώθηκε αυτό το υλικό.
Ο πατέρας μου Μιλτιάδης Χούμας πέθανε στον Πειραιά, στις 29 Μαρτίου 1989 μετά από δίμηνη ασθένεια, σε ηλικία 76 ετών.
Μέχρι τότε στην οικογένεια γνωρίζαμε σε γενικές γραμμές, ότι είχε πάρει μέρος στην Αντίσταση 1941-44 με το καΐκι του “Ευαγγελίστρια”. Τα δύο Αγγλικά παράσημα στον τοίχο στο σπίτι τα παρατηρούσαμε, αλλά ποτέ δεν είχαμε την περιέργεια να μάθουμε περισσότερες λεπτομέρειες.
Υπήρχε βέβαια και το περιοδικό “Ναυτική Ελλάς”, που το 1983 ο αείμνηστος χρονογράφος Αρχιπλοίαρχος Πολεμικού Ναυτικού Μάριος Σίμψας, είχε κάνει ένα εκτενές αφιέρωμα με τίτλο “Κάπτεν Μίλτον: Ένας μοναδικός ήρωας του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου”.
Ένα Αγγλικό βιβλίο που είχε διαβάσει ο Σίμψας, ήταν η αφορμή για να ψάξει να τον βρεί και να του πάρει αυτή τη συνέντευξη. Ήταν η μοναδική φορά που ο πατέρας μου αναφέρθηκε σε αυτά τα γεγονότα του πολέμου. Εδώ σαν παρένθεση να πώ ότι σε αυτή τη συνέντευξη περιέγραψε αυτά τα γεγονότα από μνήμης. Μετά από έξη χρόνια που βρέθηκε το ημερολόγιό του και αφού είχε ήδη πεθάνει, συγκρίναμε τις περιγραφές της συνέντευξης με αυτά που ήταν γραμμένα στο ημερολόγιο. Ήταν εκπληκτική η πιστότητα και η ακρίβεια των περιγραφών, σαν να διάβαζε το ημερολόγιο που ο ίδιος είχε γράψει, το οποίο όμως είχε να το δεί σαράντα ολόκληρα χρόνια.

Το κουβάρι της ιστορίας λοιπόν άρχισε να ξετυλίγεται, μετά τον θάνατό του, όταν στο υπόγειο του σπιτιού στη Σάμο, βρέθηκε μια μεγάλη κοφίνα, σαν μπαουλάκι, την οποία βλέπαμε για πρώτη φορά.
Αυτά που ήταν μέσα, ήταν μία “ιστορική έκπληξη”. Ήταν όλα άριστα συντηρημένα, φρόντισαν για αυτό τα κενά της κοφίνας, που επέτρεπαν να μπαίνει αέρας.
Τι είχε μέσα αυτό το καλαμωτό μπαουλάκι.
1. Το ημερολόγιο 1943 στο οποίο ο πατέρας μου κρατούσε σημειώσεις από τις αποστολές διαφυγής.
2. 13 μεγάλους ναυτικούς χάρτες που χρησιμοποιούσε στα ταξίδια του. Ακόμη και σήμερα διακρίνονται πάνω σε αυτούς τους χάρτες οι πορείες του “Ευαγγελίστρια”, που είναι χαραγμένες με μολύβι.
3. Μία ξύλινη ναυτική διπαράλληλο που χρησιμεύει για να βγαίνει η πορεία του ταξιδιού.
4. Ένα πλαστό ναυτικό φυλλάδιο, που του είχε προμηθεύσει η υπηρεσία “ΜΙ 9”, με την φωτογραφία του και το πλαστό όνομα Πάνος Ρομπότσης, σε περίπτωση σύλληψης.
5. Ένα έντυπο με οδηγίες της υπηρεσίας “ΜΙ 9” προς αυτούς που διέφευγαν.
6. Τα 2 σήματα της στολής της κεντρικής Οργάνωσης “FORCE A”
7. Ένα μπουκαλάκι λεβάντα.

Ήταν δηλαδή ένας μικρός οικογενειακός, ιστορικός θησαυρός, που έγινε η αιτία να αρχίσω να ψάχνω και να συγκεντρώνω, όσο περισσότερα στοιχεία μπορούσα, γύρω από το καΐκι “Ευαγγελίστρια” και γενικότερα γύρω από το θέμα “Διαφυγή 1941-44”. Όσο έψαχνα, τόσο καταλάβαινα, ότι ήμουν στο μέσον μιας ιστορίας, που θα έπρεπε να έκανα εγώ και τα αδέλφια μου, ό,τι πέρναγε από το χέρι μας, για να βγεί στην επιφάνεια και να μην τη σβήσει ο χρόνος.


Το πλαστό ναυτικό φυλλάδιο, το ρολόι και τα διακριτικά της στολής του Μιλτιάδη Χούμα. Φωτό: Αρχείο οικογένειας Χούμα.

Διασταυρωμένα στοιχεία από Ελληνικά και Αγγλικά βιβλία, έγγραφα Ελληνικά και Αγγλικά, φωτογραφίες και πίνακες ζωγραφικής, άρχισαν να φωτογραφίζονται και να ταξινομούνται και να παίρνουν την μορφή αρχείου. Θα μπορούσα να σας πώ, ότι σήμερα που βρισκόμαστε στο 2016 και έχουν περάσει 27 ολόκληρα χρόνια, ακόμα βρίσκω από άλλες πηγές, καινούρια στοιχεία που συμπληρώνουν και επιβεβαιώνουν αυτό το αρχείο.
Και επανέρχομαι τώρα στο “επτασφράγιστο” υλικό, που αναφέρατε στην αρχή.
Όταν το 1989 βρήκα στη Σάμο αυτά τα ιστορικά στοιχεία, τα έθεσα αμέσως υπ΄όψη σε τρείς αρμόδιους πολιτιστικούς φορείς της πατρίδας μας. Στο Πολεμικό Μουσείο στην Αθήνα, στο Ναυτικό Μουσείο Ελλάδος στον Πειραιά και στο Ναυτικό Μουσείο Κρήτης στα Χανιά. Και οι τρείς φορείς αγκάλιασαν και αξιοποίησαν αυτή την ιστορία και σήμερα το μοντέλο του καϊκιού “Ευαγγελίστρια” και ένα σύντομο ιστορικό του Μιλτιάδη Χούμα, βρίσκονται σε μόνιμη έκθεση στις αίθουσές τους. Πιστεύω ότι αυτός είναι ο καλύτερος τρόπος για διατηρηθεί και να μη σβήσει αυτή η ιστορία στο πέρασμα του χρόνου.


Το μοντέλο του καϊκιού “Ευαγγελίστρια” Κατασκευάστηκε από τους Γεώργιο και Αριστοτέλη Ράλλη το 1990. Φωτό: Αρχείο οικογένειας Χούμα.


Τώρα πώς ήρθε αυτό το υλικό στα χέρια της συγγραφέα Τέσυς Μπάιλα.
Να σημειώσω, ότι η Τέσυ και ο σύζυγός της Δρόσος Βενετούλης, είχαν από παλιά φιλικές σχέσεις με τον αδελφό μου Νίκο.
Το 2013 αποφασίσαμε με τα αδέλφια μου Ανδρέα, Χριστόδουλο και Νίκο, να εκθέσουμε το υλικό που είχαμε συγκεντρώσει όλα αυτά τα χρόνια, στην Δημοτική Πινακοθήκη Πειραιά, με την ευκαιρία των επετειακών εκδηλώσεων της 28ης Οκτωβρίου 2013. Η έκθεση έγινε με την συνδιοργάνωση του Δήμου Πειραιά, του Ναυτικού Μουσείου της Ελλάδος και της Εταιρείας Αρχείου και Μελετών “Μνήμες” και κράτησε επτά ημέρες.
Αυτή την έκθεση επισκέφθηκαν ο Δρόσος και η Τέσυ, η οποία αφού περιεργάσθηκε τα εκθέματα, μας είπε στο τέλος: “Μου αρέσει το θέμα. Να το κάνουμε βιβλίο;”
Πιστεύω ότι η συγγραφή ενός βιβλίου είναι κάτι πολύ σημαντικό. Θεωρήσαμε τιμητική την πρόταση της Τέσυς, και γνωρίζοντας τα προηγούμενα βιβλία της, δεχθήκαμε αμέσως και της παραχωρήσαμε με εμπιστοσύνη και αγάπη, ό,τι είχαμε και δεν είχαμε. Γνωρίζω, ότι επί δύο σχεδόν χρόνια η Τέσυ Μπάιλα αφιερώθηκε σε αυτό το βιβλίο, που είχε τους περιορισμούς της αληθινής ιστορίας, και όχι την ελευθερία που δίνει ένα απλό μυθιστόρημα στον-στην συγγραφέα του.
Η μητέρα μας Ελένη, τα αδέρφια μου και εγώ την ευχαριστούμε από καρδιάς. Το αποτέλεσμα είναι το βιβλίο να εξιστορεί με μαεστρία αληθινές ιστορίες, χωρίς υπερβολές και κυρίως χωρίς προσπάθεια μυθοποίησης συνηθισμένων καθημερινών ανθρώπων, που απλώς έκαναν το καθήκον τους.

Πιστεύετε ότι αν εκείνος ήταν εν ζωή θα έφερνε αντιρρήσεις ως προς το να γίνει η ζωή του μυθιστόρημα και να ανακαλύψει ο κόσμος τα όσα πρόσφερε στον αγώνα του κατά τον Β΄ Παγκόσμιο πόλεμο;

Απάντηση: Είναι ένα ερώτημα που έρχεται συχνά στο μυαλό μου. Γνωρίζοντας όμως τον χαρακτήρα του και την αντίδρασή του στο παρελθόν σε παρόμοια θέματα, έχω καταλήξει με βεβαιότητα στην απάντηση. Όχι, δεν θα ήθελε. Επιτρέψτε μου να σημειώσω, ότι δεν το λέω αυτό από μετριοφροσύνη. Είναι όμως πολλά τα στοιχεία, που συνηγορούν σε αυτή την απάντηση.
Όπως είπα και πιο πάνω, ο μοναδικός άνθρωπος στον οποίο μίλησε ο πατέρας μου γι’ αυτά τα γεγονότα, ήταν ο χρονογράφος του περιοδικού “Ναυτική Ελλάς”, Μάριος Σίμψας. Αυτό κατά την γνώμη μου συνέβη, γιατί είχαν κάποια κοινά στοιχεία. Είχαν δηλαδή περίπου την ίδια ηλικία, και οι δύο είχαν λάβει μέρος στις πολεμικές επιχειρήσεις 1941-44 και το σπουδαιότερο, οι ερωτήσεις που του έκανε ο Σίμψας ήταν τέτοιες, που δεν έδειχναν να είναι κάτι το ιδιαίτερο. Πιστεύω, ότι το σκεπτικό του πατέρα μου σε γενικές γραμμές ήταν: Πρώτον: “Oτι εμείς οι νεότεροι δεν είμαστε σε θέση να καταλάβουμε αυτά τα γεγονότα, αφού δεν τα έχουμε ζήσει, και δεύτερον: “Ο,τι έγινε- έγινε, γιατί έτσι επέβαλαν οι τότε καταστάσεις, και τελείωσε”.
Είμαι σίγουρος, ότι αν ζούσε και έβλεπε, όλα όσα γίνονται γύρω από τον ίδιο και το “Ευαγγελίστρια”, με τα Μουσεία, το τραγούδι “Καϊκάκι δέκα μέτρα”, το βιβλίο “Άγριες Θάλασσες”, και την προτομή του (τα αποκαλυπτήρια θα γίνουν την Παρασκευή 8 Ιουλίου 2016 στη γενέτειρά του Χώρα Σάμου), θα έκανε στα αδέλφια μου και σε μένα έντονες παρατηρήσεις του τύπου “Γιατί ασχολείσθε με αυτά τα θέματα”.


Το αποτέλεσμα της όλης προσπάθειας που έκανε η συγγραφέας Τέσυ Μπάιλα σας ικανοποίησε; Αισθάνεστε δικαιωμένοι από τη μυθιστορηματική απόδοση μιας τόσο συναρπαστικής ζωής όπως ήταν η ζωή του ήρωα πατέρα σας Μιλτιάδη Χούμα;

Απάντηση: Η απάντηση είναι ξεκάθαρη. Ναι. Έχω την εντύπωση, ότι θα νιώθω για πάντα υποχρεωμένος απέναντι στην Τέσυ και στον σύζυγό της Δρόσο, γιατί και αυτός βοήθησε στο πάρε-δώσε του αρχειακού υλικού. Η Τέσυ αφιέρωσε δύο σχεδόν χρόνια, για να περιγράψει την ιστορία του πατέρα μας. Θα μπορούσε να επιλέξει ένα άλλο θέμα, ελεύθερο, χωρίς να αισθάνεται, ότι η οικογένεια του πρωταγωνιστή θα μπορούσε να κάνει τις σημαντικές ή ασήμαντες παρατηρήσεις της. Δεν θα ήταν υπερβολή, αν θα χαρακτήριζα αυτό το βιβλίο “πόνημα”, γιατί έζησα την αγωνία της για να αποδώσει, όσο πιο πιστά γινόντανε, το νόημα της ιστορίας.

Σήμερα, Ιούνιος 2016, είναι πολύ συγκινητική η εικόνα, να βλέπω εδώ στη Σάμο, την εννενήντα χρονών μητέρα μας, να διαβάζει καθημερινά το βιβλίο και
κάθε τόσο να λέει: “Μα πώς τα ήξερε και τα έγραψε τόσο καλά”. Να σημειώσω ότι η μητέρα μας 16-18 χρονών τότε, έζησε όλα τα γεγονότα που περιγράφονται στο βιβλίο.
Επίσης θα ήθελα να εκφράσω από την μεριά μας θερμές ευχαριστίες στον εκδοτικό οίκο “Ψυχογιός”. Στους χαλεπούς καιρούς που ζούμε φαντάζει σαν πολυτέλεια, το να επενδύει ένας εκδότης σε ένα θέμα, που σε πρώτη εντύπωση δείχνει ότι δεν είναι καθαρά εμπορικό.

Αν εκείνος ζούσε σήμερα και έβλεπε τις ίδιες εικόνες των προσφύγων που καταφτάνουν στη δική μας χώρα ζητώντας βοήθεια, σπίτι, τροφή, μια νέα πατρίδα, νομίζετε ότι θα ένιωθε πως ο αγώνας που έκανε τότε και ο ίδιος και όλοι όσοι έζησαν τα τραγικά γεγονότα του ξεριζωμού τους από την πατρίδα ήταν δίχως αντίκρισμα;

Απάντηση: Πιστεύω ότι οι αποστολές των προσφύγων, από τα παράλια της Τουρκίας προς την Χώρα μας που γίνονται στις μέρες μας, είναι κάτι το τελείως διαφορετικό, από τις αποστολές Διαφυγής που έκαναν τα καΐκια το 1941-44. Σας θυμίζω, ότι οι Τούρκοι καπετάνιοι που κάνουν αυτά τα ταξίδια σήμερα, ονομάζονται δουλέμποροι. Σκοπός τους είναι μόνο τα χρήματα.
Τον Μάϊο του 1943 οργανώθηκε μία ολόκληρη αποστολή από την Σμύρνη στην Κεφαλονιά, για να παραλάβει το “Ευαγγελίστρια” έναν και μόνο άνθρωπο, που είχε διασωθεί από την βύθιση του Αγγλικού υποβρυχίου “Περσεύς”. Τότε τα πληρώματα των καϊκιών και οι άνδρες που μετέφεραν είχαν έναν κοινό στόχο. Την Ελευθερία. Ο πατέρας μου και τα άλλα πληρώματα των καϊκιών της Διαφυγής δεν θα μπορούσαν να καταλάβουν σήμερα, γιατί ένας πρόσφυγας πληρώνει 2.000 δολάρια για να περάσει σε ξένο έδαφος, ούτε γιατί πνίγονται κατά ομάδες οι πρόσφυγες στο Αιγαίο , αφού υπερφορτώνονται αυτά τα πλωτά μέσα, για να βγάλουν οι δουλέμποροι περισσότερα χρήματα. Σαν κατάληξη θα ήθελα να πώ, ότι το πιθανότερο θα ήταν, να μην έκανε ο πατέρας μου την σύγκριση των τότε αποστολών και των σημερινών και να μην κατέληγε στο συμπέρασμα, ότι οι αποστολές Διαφυγής του 1941-44 ήταν χωρίς αντίκρισμα.


Πάρις και Μιλτιάδης Χούμας κατά τη διάρκεια αποστολής το 1942. Φωτό: Αρχείο οικογένειας Χούμα. 


Κύριε Χούμα σας ευχαριστώ πολύ!

Εγώ σας ευχαριστώ για το ενδιαφέρον σας σε αυτό το θέμα και την προβολή του. Πιστεύω, ότι το κεφάλαιο “Διαφυγή 1941-44” είναι ένα κεφάλαιο της νεότερης ναυτικής ιστορίας της Πατρίδας μας, που δεν έχει εξαντληθεί. Βέβαια τα χρόνια πέρασαν και οι πρωτογενείς πηγές έχουν φύγει. Όμως υπάρχει ακόμη αναξιοποίητο υλικό, από πολλές περιοχές της Ελλάδας, που θα πρέπει να εντοπιστεί, να καταγραφεί και να έρθει στο φως της ιστορίας.
Το βιβλίο της Τέσυς Μπάιλα “Αγριες Θάλασσες” έβαλε ένα λιθαράκι προς αυτή την κατεύθυνση. Εύχομαι το βιβλίο να έχει καλή πορεία στον χρόνο και στο αναγνωστικό κοινό και στην Τέσυ να είναι πάντα καλά και σύντομα να δούμε ένα καινούριο βιβλίο της.
Γιάννης Μιλτ. Χούμας
Χώρα Σάμος

Η Τέσυ Μπάιλα συνομιλεί με τη Βούλα Παπατσιφλικιώτη

Μέσα από τις σελίδες των βιβλίων της ταξιδεύουμε στην ιστορία και τις παραδόσεις της χώρας μας!
  Σας επέλεξε η γραφή ή την επιλέξατε; Με τι κόστος;
Δεν υπάρχει κανένα κόστος όταν ασχολείσαι με ό,τι αγαπάς και για μένα η συγγραφή είναι μια πολύ αγαπημένη διαδικασία ζωής. Ειλικρινά δε μπορώ να σκεφτώ ποιος επέλεξε ποιον, πάντως από τον καιρό που θυμάμαι τον εαυτό μου το βιβλίο ήταν πάντα μια εσωτερική ανάγκη φυγής και, ξέρετε, κάθε ανάγκη γεννάει το μονοπάτι της για όπου θέλει να φτάσει.
 Τι σημαίνει «γράφω» για σας;
Σημαίνει κυρίως ελευθερία. Μια ελευθερία στο επίπεδο των αισθήσεων που μου επιτρέπει να εισχωρώ σε έναν κόσμο πιο αθώο, σε ένα ευρύτερο πεδίο αυτογνωσίας. Σημαίνει πως  ενσωματώνω στη συνείδησή μου μια άλλη, νέα διάσταση των πραγμάτων και αυτή η ενσωμάτωση και η τελική της έκφραση στο λευκό χαρτί είναι αυτό που συνομιλεί με την ψυχή μου. Αυτό σημαίνει η γραφή για μένα.
Πιστεύετε ότι κάποιος γεννιέται ή γίνεται συγγραφέας;
Κάποιοι άνθρωποι γεννιούνται κυρίως αναγνώστες.  Η αγάπη για την ανάγνωση είναι ένας ισχυρός παράγοντας που καλλιεργεί το όποιο ταλέντο, αν υπάρχει. Και αν έχουν κάποια αξία τα μαθήματα δημιουργικής γραφής αυτή δεν είναι ότι μαθαίνουν κάποιον να γράφει αλλά να διαβάζει καλύτερα. Εξασκεί την τέχνη της αναγνωστικής διαδικασίας και αυτό είναι πολύ σημαντικό, επειδή δημιουργεί τις νοητικές προϋποθέσεις για την κατανόηση  της καλής, της μεγάλης λογοτεχνίας.
 Μιλήστε μας για το τελευταίο σας βιβλίο.
Οι Άγριες θάλασσες είναι μια μυθιστορηματική μαρτυρία για την πορεία ενός ανθρώπου του καπετάνιου Μιλτιάδη Χούμακαι τη δράση του κατά τον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο, την ταραγμένη εκείνη εποχή που την Ιστορία την έγραφαν απλοί, καθημερινοί άνθρωποι, μέσα από παράτολμες πράξεις και μυστικές, αντιστασιακές οργανώσεις.
Μέσα στη δίνη του πολέμου, ο Μιλτιάδης Χούμας διέθεσε το καΐκι του, την Ευαγγελίστρια, και όργωσε τις ελληνικές θάλασσες προκειμένου να βοηθήσει στη διαφυγή Άγγλων και Ελλήνων αγωνιστών, όταν, μετά τη Μάχη της Κρήτης τον Μάιο του 1941, πολλοί Έλληνες και Σύμμαχοι, αποκλεισμένοι στην κατεχόμενη Ελλάδα, προσπάθησαν να διαφύγουν με κάθε μέσο στη Μέση Ανατολή, για τη συνέχιση του αγώνα. Ο Μιλτιάδης ήταν ένας απλός νησιώτης που αναμετρήθηκε με τις προσωπικές του φιλοδοξίες, και τις απαρνήθηκε, για να αφιερωθεί στον αγώνα ενάντια στον ναζισμό και στις δυνάμεις του Άξονα που τον υπηρετούσαν, παραμερίζοντας τους φόβους του. Η αφήγηση δεν προσπαθεί αν αναδείξει έναν υπερήρωα αλλά έναν απλό άνθρωπο που η ζωή τον έστησε μπροστά από τις ευθύνες του και εκείνος δε δίστασε να τις αναλάβει.
Το βιβλίο είναι στηριγμένο σε μια ογκώδη βιβλιογραφία που μου παραχωρήθηκε από την οικογένεια του Μιλτιάδη Χούμα και σε απόρρητα έγγραφα και μαρτυρίες της εποχής που παρουσιάζονται για πρώτη φορά. Περιγράφει τη ζωή του ανθρώπου αυτού τα ταραγμένα εκείνα χρόνια, τη συγκλονιστική περιπέτεια του Τζον Κέιπς, του μοναδικού επιζήσαντα από το φοβερό ναυάγιο του υποβρυχίου Περσεύς. Ο Κέιπς κατάφερε να βγει στην επιφάνεια της θάλασσας από βάθος πενήντα δύο μέτρων, να κολυμπήσει μέσα στο σκοτάδι και τα παγωμένα νερά για περίπου έξι ώρες και να φτάσει αποκαμωμένος στην ακτή της Κεφαλονιάς, για να παραμείνει εκεί για δεκαοκτώ μήνες προτού διαφύγει με τον Μιλτιάδη Χούμα και το καΐκι του, όπως επίσης και τη σχέση του με την Ελένη, τη μετέπειτα γυναίκα του και την αγάπη που μοιράστηκαν στα δύσκολα μεταπολεμικά χρόνια.
Σε όλη του την πορεία το βιβλίο ακολουθεί την ιστορική μνήμη και κυρίως καταγράφει την ανθρώπινη πλευρά αυτών των ανθρώπων που τόλμησαν να αφιερωθούν σε μια πατρίδα που ποτέ δεν τους χαρίστηκε.
 Ποια μοίρα ελπίζετε για αυτό;
Οι «Άγριες θάλασσες» φωτίζουν μια σελίδα της Ελληνικής Ιστορίας που δε θα γραφτεί ποτέ σε κανένα σχολικό εγχειρίδιο. Μια Ιστορία που κινδυνεύει να περάσει στη λήθη, όπως πολλές άλλες. Αυτό που ονειρεύομαι λοιπόν είναι να γνωρίσει τους αναγνώστες με όλες αυτές τις απίθανες ιστορίες των απλών, καθημερινών ανθρώπων, που όταν η ζωή τους έφερε μπροστά σε τραγικά αδιέξοδα εκείνοι έκαναν συγκεκριμένες επιλογές που καθόρισαν το μέλλον αυτού του τόπου και κυρίως το ήθος του. Γι’ αυτό το λόγο, θα ήθελα να φτάσει στον κόσμο και να αγαπηθεί.
Έχετε συγκινηθεί με ένα βιβλίο που έχετε διαβάσει;
Τα μεγάλα έργα συγκινούν τον αναγνώστη τους, με την έννοια πως κινητοποιούν την ευαισθησία του και τα συναισθήματά του. Συμβαίνει λοιπόν να νιώθω τις δονήσεις ενός κειμένου και ταυτόχρονα να απολαμβάνω την αφήγηση του. Ο συνδυασμός αυτών των δύο στοιχείων είναι που με συγκινεί. Ο αναπάντεχος τρόπος, με τον οποίο ξεπηδάει ένα νόημα, μια φιλοσοφική σκέψη, μια ιδέα μέσα από μια στρωτή, απλή αφηγηματική φόρμα. Είναι πολλά βιβλία με αυτά τα χαρακτηριστικά αλλά δυστυχώς όλο και λιγοστεύουν στις μέρες μας.
 Ποια είναι η αγαπημένη σας φράση;
Μια φράση που έχω βάλει και ως μότο στο βιβλίο μου «Το μυστικό ήταν η ζάχαρη», που κυκλοφορεί επίσης από τις εκδ. Ψυχογιός. Είναι μια φράση του Οδυσσέα Ελύτη«Πιάσε το πρέπει από το ι και γδάρε το ίσαμε το π». Επειδή κρύβει μια ουσιαστική δύναμη ανατροπής πολλών κατεστημένων νοοτροπιών και επαναπροσδιορίζει μια μεγάλη εξεγερτική δύναμη που δεν είναι άλλη από την ίδια την ανθρωπιά.
 Για ποιο λόγο θα σταματούσατε να γράφετε;
Όταν νιώσω πως δεν έχω κάτι σημαντικό να πω, ότι νιώσω ότι η ανάγκη που είπαμε πριν υπάρχει πια, τότε πιστεύω πως θα σταματήσω. Για την ακρίβεια θα συνεχίσω να κάνω αυτό που κάνω πάντα, να διαβάζω καλά βιβλία.

Ο ΠάνοςΤουρλής γράφει για τις "Άγριες θάλασσες" στο tovivlionet

Άγριες θάλασσες μα και καλόπλοες, άξενες και δεκτικές περιμένουν να υποδεχτούν τον αναγνώστη. Σκοτεινές και λαμπερές, με μυστικά και εγωισμό. Να τυλίγουν πότε με την ευεργετική γαλήνη τους το σκαρί της «Ευαγγελίστριας» και πότε να το ανασηκώνουν ψηλά, λες και θέλουν να το φτάσουν στον Θεό και να Του πουν: «Να, δες, η ναυτοσύνη βγάζει ήρωες σε δύσκολους καιρούς».
Η κυρία Μπάιλα αφήνει στην άκρη τα κεντίδια και τις λιγωτικές μυρωδιές της κουζίνας, βγαίνει από τον γυναικείο ψυχισμό που έστησε στο «Μυστικό ήταν η ζάχαρη» για να παίξει ξανά μετά το «Ουίσκι μπλε» με τα κουπιά και τις λαγουδέρες, να ξεψαρίσει νέες ιστορίες και να μπαλώσει τις οφειλές του παρελθόντος. Οι «Άγριες θάλασσες» είναι ένα τελείως διαφορετικό κείμενο, εξίσου αριστοτεχνικό και καλογραμμένο, όμως με ένα διαφορετικό ύφος και στυλ που μου έδειξε ότι δεν είναι τυχαία λογοτέχνις η συγγραφεύς.
Ο Μιλτιάδης Χούμας γεννήθηκε στη Σάμο το 1913 και πέθανε στον Πειραιά το 1989. Έθεσε το καΐκι του, την «Ευαγγελίστρια», στη διάθεση των Συμμαχικών Δυνάμεων και βοηθούσε να φυγαδεύονται στη Μέση Ανατολή σημαντικές προσωπικότητες της ένοπλης αντίστασης και πολύτιμοι αιχμάλωτοι πολέμου. Μία από τις μεγαλύτερες ανδραγαθίες του ήταν η διάσωση του μοναδικού επιζώντα από τη βύθιση του υποβρυχίου «Περσεύς» John Capes, που είχε καταφύγει στην Κεφαλλονιά. Σημαντική  προσωπικότητα της Εθνικής Αντίστασης, τιμήθηκε με τα μεγαλύτερα παράσημα ανδραγαθίας από Ελλάδα και Αγγλία και όταν όλα τελείωσαν αποσύρθηκε στη βιοπάλη του, χωρίς να πει σε κανένα κουβέντα για όσα είδε και έζησε.
Αυτόν τον ήρωα λοιπόν διάλεξε να μας παρουσιάσει η συγγραφέας στο νέο της μυθιστόρημα. Και ετοίμασε ένα κείμενο υπέροχο, στρωτό, καλογραμμένο, γεμάτο περιστατικά και δράσεις από τον πιο αιματηρό πόλεμο της ανθρωπότητας. Εκτελέσεις, σφαγές, παγίδες, νάρκες, Εθνική Αντίσταση, φυγαδεύσεις, συλλήψεις, πείνα, όλες οι δύσκολες στιγμές της φρικτής δεκαετίας του 1940 ποτίζουν τις σελίδες του μυθιστορήματος. Με δεξιοτεχνία η κυρία Μπάιλα παρ’ όλ’ αυτά στολίζει αυτόν τον μαύρο καμβά με ζωηρές πινελιές, τις μυρωδάτες της γλυκιάς καθημερινότητας, τις κόκκινες του συνεσταλμένου έρωτα, τις  ανάλαφρες του παιδικού γέλιου. Γιατί υπήρξαν δύσκολες στιγμές για τον ελληνικό και όχι μόνο πληθυσμό, όμως η ζωή συνεχίζεται και ο έρωτας γράφει ακατάπαυστα στο τεφτέρι του. Εναλλάσσονται λοιπόν αρμονικά τα ανδραγαθήματα του Μιλτιάδη Χούμα και οι αγωνίες και οι δυσκολίες με το βέλος του πρώτου έρωτα, το νοικοκυριό που κρατά μια γυναίκα που περιμένει χτύπημα στην πόρτα τους με την ελπίδα να γύρισε ο άντρας της, την ήδιστη γεύση που αφήνει το κερασμένο χειροποίητο γλυκό.
Το μυθιστόρημα περιγράφει με γλαφυρότητα τη ζωή του μεγάλου αυτού Σάμιου αγωνιστή και χρησιμοποιώντας πρωθύστερα και τις εναλλακτικές εικόνες που ανέφερα πιο πριν καταφέρνει να κρατήσει τον αναγνώστη από την αρχή ως το τέλος. Η αυστηρή, δωρική αφήγηση των περιπετειών του Χούμα έχει ταιριάξει άψογα με τη λυρικότητα της πένας της κυρίας Μπάιλα, αν και αισθάνθηκα ότι το μέγεθος της προσωπικότητας του πρωταγωνιστή και το ότι έχουμε να κάνουμε με ζωντανό άνθρωπο, άρα δεν αφηνόμαστε σε εκτεταμένη μυθοπλασία ή διαφορετική τροπή της πλοκής, τη συγκράτησε σε αρκετό βαθμό. Απέδωσε όμως στο μέγιστο τα συναισθήματα που δημιουργούν τα γεγονότα από μόνα τους και περνάει πολλά νοήματα μέσα από το βιβλίο της: φιλαλληλία, αγάπη και χρέος προς την πατρίδα που όταν λήξει δε χρειάζεται να το αναμασάμε προς τέρψιν ευήκοων ώτων και πολλά άλλα.
Οι «Άγριες θάλασσες» χαϊδεύουν με τον αφρό τους την προσωπικότητα ενός εθνικού ήρωα και χαρίζουν στον αναγνώστη λιγότερο γνωστές σελίδες από τη σύγχρονη ελληνική Ιστορία. Το μυθιστόρημα είναι ένα αστραφτερό περιδέραιο στον «ιδρωμένο λαιμό» της σύγχρονης ελληνικής λογοτεχνίας.
Χαρακτηριστικά αποσπάσματα:
«Μέσα από το τσάκισμα της φωνής της είδε τον ασημόγλαρο του γυναικείου της φόβου να πετά προς τα ακρογιάλια της θλίψης. Σκέφτηκε πόσο μικρό και εύθραυστο ήταν αυτό το νεαρό κορίτσι μέσα στον πόλεμο, πόσο ασήμαντος και ντελικάτος είναι ο κόσμος μέσα στα καπρίτσια της Ιστορίας, και για μια ακόμα φορά αναθεμάτισε την τύχη τους να έχουν γεννηθεί εκείνη την τόσο σκοτεινή περίοδο» (σελ. 135).
«Κι εκεί, με τον αγέρα να χτυπά κατάσαρκα την πλώρη του καϊκιού, με τη θάλασσα να σφυροκοπά την καρίνα του, εκείνος έβρισκε την ευκαιρία να κάνει και πάλι όνειρα. Λες και από το ανοιχτό του πουκάμισο έβρισκαν την ευκαιρία να διαχυθούν στον νυχτερινό ουρανό και από εκεί να φτάσουν στην ακτή του Τσεσμέ, να κουρνιάσουν πάνω στο μαξιλάρι της Ελένης και εκεί, δίπλα της, να αποκοιμηθούν» (σελ. 157).
«Και τότε κατάλαβε τη μεγάλη διαφορά που υπήρχε ανάμεσά τους. Εκείνοι δεν πολεμούσαν για κανένα ιδανικό. Παιδιά ήταν και η μοίρα τους το είχε φέρει να πολεμήσουν στο πλευρό της ναζιστικής Γερμανίας. Οι Έλληνες μάχονταν για την ελευθερία της πατρίδας τους. Η αδικία τούς είχε μετατρέψει σε ριψοκίνδυνους πολεμιστές, χωρίς καλά καλά να το σκεφτούν, χωρίς να το έχουν σχεδιάσει ποτέ. Οι αιχμάλωτοι Ιταλοί είχαν συρθεί από την Ιστορία σ’ αυτό τον πόλεμο, ενώ οι Έλληνες έγραφαν τη δική τους. Αυτή ήταν η ειδοποιός διαφορά» (σελ. 163).
«Πώς να μιλήσει κανείς λοιπόν τώρα, τόσα χρόνια μετά τον πόλεμο, για όλα αυτά! Αίμα είναι οι μνήμες μέσα μου και πότισαν το μαντίλι της ψυχής μου» (σελ. 432).

Δευτέρα, 29 Αυγούστου 2016

Ο Δημήτρης Στεφανάκης γράφει για τις "Άγριες θάλασσες" στο culturenow.gr

Θυμίζει αιγαιοπελαγίτικη ακουαρέλα το νέο μυθιστόρημα της Τέσυς Μπάιλα, χωρίς ίσως το φως του Ελύτη που τόσο αγαπά, αλλά με ένα Αιγαίο του πολέμου και της παρανομίας που στις Άγριες Θάλασσές του δοκιμάζεται η ελευθερία και η αξιοπρέπεια.

Από τον Δημήτρη Στεφανάκη

Πρωταγωνιστής αδιαφιλονίκητος, ο Μιλτιάδης Χούμας, ήρωας στο μύθο αλλά και στην πραγματικότητα, διαπρέπει στις αποστολές διαφυγής με το καΐκι του, την «Ευαγγελίστρια». Η Μπάιλα αξιοποιεί με τον καλύτερο τρόπο ντοκουμέντα και οικογενειακές αφηγήσεις ολοκληρώνοντας μια άτυπη τριλογία που άνοιξε με το «Μυστικό ήταν η ζάχαρη» και συνεχίστηκε με το «Ουίσκι Μπλε». Με ανισόπεδους αφηγηματικούς κόμβους αντιστρέφει συχνά τη δυναμική των γεγονότων συνθέτοντας μια διήγηση στην οποία αφθονούν οι στιγμές κρίσης. Στο τέλος μένει η γεύση μιας συναρπαστικής πλοκής που διαδραματίζεται σχεδόν πάντα στην κόψη του ξυραφιού.

Μένει όμως και η αίσθηση της ακριβολογίας. Με δόκιμη γλώσσα και πλήρη γνώση του πραγματολογικού υλικού που συνέχει τον ιστό του μυθιστορήματος η συγγραφέας καταφέρνει να μας μεταφέρει στα ταραγμένα νερά του Αιγαίου Πελάγους. Μικρές και μεγάλες διαδρομές που γράφουν Ιστορία· ονόματα τόπων και ανθρώπων που έχουν τη σημασία τους. Ο δαιμόνιος ταγματάρχης Μάικλ Πάρις, ο Τζον Κέιπς, ο μόνος επιζών από το υποβρύχιο Περσεύς, η δωρική και γλυκομίλητη Ελένη… Μικροί και μεγάλοι δορυφόροι στην δίνη και στην αφηγηση του πολέμου συνθέτουν το ανθρώπινο μωσαϊκό.

Ο πόλεμος, όπως κάθε δυσχερής συγκυρία, επιβεβαιώνει αξίες που το πλαδαρό τοπίο της ειρήνης δύσκολα θα μπορούσε να αναδείξει.

Αυτό που κερδίζει ο αναγνώστης του βιβλίου είναι μια πλούσια, πολυσχιδής εμπειρία – τη γνώση ενός κόσμου χαμένου από καιρό, ένα κώδικα συμπεριφοράς που έχει θέσει σε αχρησία η σύγχρονη εποχή της ταχύτητας. Μια αναγνωστική βουτιά, λοιπόν, στις Άγριες Θάλασσες, αλλά και σ’ ένα κόσμο όπου λέξεις όπως ο έρωτας, η φιλία, οι ανθρώπινοι δεσμοί, το θάρρος και η ελευθερία αναζητούν άλλο νόημα – κι η Τέσυ Μπάιλα δίνει τις δικές της απαντήσεις…
ΠΗΓΗ: http://www.culturenow.gr/48526/agries-thalasses-tesy-mpaila

Κυριακή, 28 Αυγούστου 2016

Η Μάρθα Ιορδανιδου γράφει για τις "Άγριες θάλασσες" στο thinkfree.gr

Γράφει η Μάρθα Ιορδανίδου / φιλόλογος

«Οι ήρωες προχωρούν στα σκοτεινά» καταλήγει ο ποιητής Γ. Σεφέρης στο ποίημά του «Τελευταίος Σταθμός», το τελευταίο ποίημα της ποιητικής του συλλογής «Ημερολόγιο Καταστρώματος Β’». Σ’ αυτήν την συλλογή ο ποιητής καταγράφει τις εμπειρίες του στο Κάιρο, όπου η ελληνική κυβέρνηση είχε καταφύγει όταν τον Απρίλιο του 1941 οι Γερμανοί κατέλαβαν την Ελλάδα. Ο ποιητής, όντας διπλωματικός υπάλληλος, την ακολουθεί και ζει από κοντά τις διπλωματικές ζυμώσεις μεταξύ των Ελλήνων πολιτικών και των συμμάχων, οι οποίες αφορούσαν το πολιτικό μέλλον της Ελλάδας. Αποτυπώνει τους πολιτικούς αυτούς αγώνες, τις δολοπλοκίες και τους καιροσκοπισμούς ανθρώπων και υπηρεσιών, σε μια εποχή που o ελληνικός λαός με την Αντίστασή του συνέχιζε τον αγώνα εναντίον των κατακτητών και υπέφερε τα πάνδεινα (βασανιστήρια, πείνα, εκτελέσεις, κάθε είδους καταστροφές κτλ.).1

Στην ίδια ταραγμένη και αιματοβαμμένη εποχή αναφέρεται και το μυθιστόρημα της Τέσυς Μπάιλα «Άγριες Θάλασσες». Και δεν είναι η πρώτη φορά που η Μπάιλα καταπιάνεται με το αιμοσταγές θέμα του Β’ Παγκόσμιου Πολέμου. Το ίδιο επιχείρησε και στο βιβλίο της «Το μυστικό ήταν η ζάχαρη», ένα «μυθιστόρημα-καλειδοσκόπιο μιας δύσκολης εποχής, ποτισμένο με εικόνες, μυρωδιές και μνήμες..». Η διακριτή διαφορά μεταξύ των δύο; Εδώ έχουμε να κάνουμε με την ιστορία του Μιλτιάδη Χούμα, ενός υπαρκτού προσώπου, ενός ήρωα που προχώρησε στα σκοτεινά, κυριολεκτικά και μεταφορικά.

Βαθύ σκοτάδι έπρεπε να καλύπτει τον ουρανό για την επιτυχή έκβαση των δύσκολων αποστολών που αναλάμβανε ο κάπτεν- Μίλτον. Ήταν φορές που ακόμη και το μουντό χρώμα του φεγγαριού, που σε άλλη περίπτωση είναι σωτήριο και πυξίδα στον στεριανό δρόμο του αγωγιάτη και τον θαλασσινό του ναυτικού, τις βραδιές που το καΐκι Ευαγγελίστρια βρισκόταν σε εντεταλμένη αποστολή γινόταν πηγή άγχους και ανησυχίας για τον καπετάνιο και τους άνδρες του, μην τυχόν τους προδώσει και τους αποκαλύψει στον εχθρό, στους Ιταλούς και πολύ χειρότερα στους Γερμανούς. Στα σκοτεινά προχωρούσε το πλήρωμα της Ευαγγελίστριας, γιατί η πληροφόρησή του για τον σκοπό της κάθε αποστολής ερχόταν με τον πιο περίεργο τρόπο, με άκρα μυστικότητα, έτσι που κανείς να μην έπαιρνε χαμπάρι, ούτε καν το άτομο που μετέφερε τις πληροφορίες, τη σπουδαιότητα του μηνύματος, ενώ για την επόμενη δεν υπήρχε η παραμικρή υποψία.

Στα σκοτεινά προχωρούσαν οι ήρωες, γιατί εκτελούσαν το χρέος τους αθόρυβα και σεμνά, χωρίς να επιδιώκουν αναγνώριση και τιμές και δόξες και τα φώτα της δημοσιότητας στραμμένα πάνω τους. Από αυτό το υλικό, το άφθαρτο και πολύτιμο είναι φτιαγμένοι οι ήρωες. Και η ελληνική ιστορία έχει, δόξα τω Θεώ, να επιδείξει πολλούς τέτοιους ήρωες. Ο Μιλτιάδης Χούμας ήταν ένας από αυτούς, που χάρη στην Τέσυ Μπάιλα γνωρίσαμε κι εμείς.

Στο βιβλίο Άγριες θάλασσες η Τέσυ Μπάιλα με αξιοπρόσεκτη ακρίβεια, λεπτομερή περιγραφικό λόγο και αναλυτική αφηγηματική γραφή, αξιοποιώντας την παντοδυναμία του παντογνώστη αφηγητή και της τριτοπρόσωπης αφήγησης, καταφέρνει να φιλοτεχνήσει το πορτρέτο ενός άγνωστου Έλληνα πατριώτη, ο οποίος με την ηρωική του εμπλοκή στην αντίσταση κατάφερε ανδραγαθήματα και έφερε εις πέρας αποστολές ριψοκίνδυνες που αφορούσαν άλλοτε τη διάσωση ενός προσώπου και άλλοτε μιας ολόκληρης ομάδας και τη φυγάδευσή τους στη Μέση Ανατολή. Στην αποστολή αυτή στρατολογήθηκε από τους Άγγλους συμμάχους, καθώς είχαν πληροφορηθεί την αξιοσύνη του, την ναυτική του πείρα, το ηθικό ανάστημά του.

«[…] Μια έμφυτη συστολή χαρακτήριζε τα γαλάζια του μάτια, και το αμυδρό μειδίαμα στο πρόσωπό του είχε χαλαρώσει απροσδόκητα το πάντοτε αυστηρό του βλέμμα.

Βραχύσωμος και αδύνατος, με μια αεικίνητη σβελτάδα να τον χαρακτηρίζει σε κάθε του κίνηση, ήταν ο συνηθισμένος τύπος νησιώτη, του ναυτικού, του ανθρώπου με τη λεύτερη ψυχή, τη ζυμωμένη στα θαλασσινά κύματα… σ. 67»

Το προτρέτο του περιμετρικά περιβάλλεται από μια σειρά προσώπων, ανδρικών και γυναικείων, υπαρκτών στην πλειοψηφία τους, αντιπροσωπευτικών όλων των ανθρώπων που έζησαν τα δύσκολα χρόνια του πολέμου. Κι έτσι η συγγραφέας με εξαιρετική μαεστρία και ευαισθησία αποτυπώνει τις ανθρώπινες σχέσεις που ανα- πτύχθηκαν μεταξύ όλων αυτών των προσώπων, όλες γεμάτες από αγάπη και τρυφερότητα, σεβασμό και αφοσίωση. Σχέσεις αδελφικές, σχέσεις γονέων με παιδιά, σχέσεις φιλικές και πάνω από όλα σχέσεις αγαπητικές, όλες λόγω συνθηκών δοκιμασμένες στο πύρινο χωνευτήρι του πολέμου, άντεξαν και άνθισαν και καρποφόρησαν στα ύστερα χρόνια της ειρήνης.

Έτσι, καθώς διαβάζει κάποιος το βιβλίο της Μπάιλα σελίδα τη σελίδα διαπιστώνει ότι, τελικά, μάλλον πρόκειται για έναν ύμνο στην ειρήνη και στα αγαθά της, ένα μυθιστόρημα με αντιπολεμικό χαρακτήρα και όχι μια απλή παράθεση πολεμικών εχθροπραξιών και ιστορικών γεγονότων. Γιατί ακόμη και μέσα στον κίνδυνο, στα άγρια κύματα και στο ναρκοθετημένο πέλαγος η νοσταλγία των όμορφων στιγμών με αγαπημένα πρόσωπα, η μνήμη των τόπων και των προσώπων και η ονειροπόληση για συνέχιση της ζωής μετά το τέλος του πολέμου, οπλίζει τον καπετάνιο και τους άνδρες του με περίσσιο θάρρος, αγωνιστικότητα και ελπίδα για το αύριο, για έναν κόσμο ειρηνικό και μια ζωή όμορφη, οικογενειακή, όπως πρέπει του ανθρώπου,
« […] οι άνθρωποι φτιάχτηκαν για να ζήσουν λεύτερα, να αγαπήσουν, να φτιάξουν τα σπιτικά τους, να γεννήσουνε παιδιά, να αγκαλιάσουν τη γυναίκα τους, να σφίξουν στα μπράτσα τους γέρους τους και να τους κλείσουν τα μάτια σαν έρθει η ώρα. Δε φτιάχτηκαν για να κομματιάζονται στα βουνά και στις θάλασσες. Κι έπειτα, τούτη η θάλασσα χρόνους ολάκερους δίνει ζωή στον τόπο μας. Τώρα εμείς τη γεμίσαμε θάνατο, νάρκες και πεθαμένα κορμιά…[..] σ.220»

Εικόνες όμορφες, οπτικές, ακουστικές γευστικές και πιο πολύ οσφρητικές πλημμυρίζει η ζωή των γυναικών που μένουν πίσω, της Ερασμίας, αδερφής του Μιλτιάδη αλλά κυρίως της Ελένης…η ζωή της Ελένης, το πρόσωπό της, η θύμησή της είναι ταυτισμένη μ’ ένα άρωμα, μια ευωδιά, εκείνη της λεβάντας…και είναι η δική της σκέψη και αυτό το άρωμα που ως καθάριο οξυγόνο κρατά τον καπετάνιο στη ζωή και τον ενισχύει στην αποπεράτωση της αποστολής του, όπως τότε σε μια άλλη εποχή η σκέψη της Πηνελόπης κρατούσε στη ζωή τον θαλασσοδαρμένο πολύτροπο Οδυσσέα.

Η ίδια η συγγραφέας στο εισαγωγικό σημείωμα του βιβλίου υποστηρίζει, « …οι Άγριες Θάλασσες είναι μια μυθιστορηματική μαρτυρία…για την ταραγμένη εκείνη εποχή που την Ιστορία την έγραφαν και απλοί, καθημερινοί άνθρωποι, μέσα από παράτολμες πράξεις και μυστικές, αντιστασιακές οργανώσεις..». Προσωπικά, θα ήθελα να εστιάσω τον προσοχή μου σ’ ένα υποτιμημένο και αδικημένο πρόσωπο, ιστορικό ή αποκύημα μυθοπλασίας το συγκεκριμένο δεν έχει σημασία, καθώς τον ρόλο που αναλαμβάνει να διαδραματίσει πολύ συχνά τον συναντάμε στο διάβα της Ιστορίας σε διαφορετικές χρονικές περιόδους. Ο λόγος γίνεται για την Ισμήνη. Μια γυναίκα-σύμβολο όλων εκείνων των γυναικών που, ίσως δεν έπλεξαν κάλτσες για τον στρατιώτη, δεν κουβάλησαν πολεμοφόδια στους ώμους τους, ωστόσο ήταν γενναίες και πρόσφεραν πάρα πολλά στην Αντίσταση, λειτουργώντας ως σύνδεσμοι μεταξύ των μελών των μυστικών οργανώσεων αλλά και με όποιον άλλο τρόπο μπορούσαν. Γυναίκες που ο κοινωνικός περίγυρος της εποχής, ο οποίος συνήθως κρίνει κατά τα φαινόμενα, «κατ’ όψιν» και όχι «την δικαίαν κρίσην», τις καταδικάζει ως συνεργάτιδες του εχθρού στην κοινωνική απομόνωση και απόρριψη, σε άλλες περιπτώσεις ίσως και στη διαπόμπευση και στον θάνατο. Η συγγραφέας καταφέρνει με την αντικειμενική και απροκατάληπτη γραφή της να αναδείξει με τρόπο απερίφραστο τη συμβολή τους στον αγώνα εναντίον του κατακτητή.

Το συγκεκριμένο βιβλίο θα μπορούσε κάλλιστα, για τους λόγους που αναφέρθηκαν παραπάνω, αλλά και για την ευκρινή καθάρια διατύπωση, τις ξεκάθαρα διατυπωμένες σκέψεις και την πληθώρα των θεμάτων που φωτίζει (προσφυγιά, πόλεμος, συμμαχικές δυνάμεις, Aντίσταση, έρωτας, χαρές της ζωής και άλλα πολλά) να αποτελέσει ανάγνωσμα στα Κείμενα Νεοελληνικής Λογοτεχνίας στα σχολικά βιβλία του Λυκείου και ακόμη καλύτερα σε μια μαθητική Λέσχη Ανάγνωσης.

Στην αυθόρμητη ίσως απορία του αναγνώστη αυτού του κειμένου, τι νόημα έχει να διαβάζουμε ενήλικες και νέα παιδιά μυθιστορήματα με φόντο τον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο, τον πιο καταστροφικό και αιματηρό πόλεμο της ιστορίας του ανθρωπίνου γένους μέχρι τώρα, την απάντηση τη δίνει ο νομπελίστας ποιητής που ήταν αυτόπτης και αυτήκοος μάρτυρας αυτών των γεγονότων:

«..Κι α σου μιλώ με παραμύθια και παραβολές

είναι γιατί τ’ ακούς γλυκότερα, κι η φρίκη

δεν κουβεντιάζεται γιατί είναι ζωντανή

γιατί είναι αμίλητη και προχωράει∙

Στάζει τη μέρα στάζει στον ύπνο

μνησιπήμων πόνος.[…]»
Γ. Σεφέρης, Τελευταίος Σταθμός

Και είναι αυτή η μνήμη του πόνου, «μνησιπήμων πόνος», ένα από τα ισχυρότερα εργαλεία του ατόμου και του κοινωνικού συνόλου στην πορεία αυτογνωσίας και στην κατάκτηση της γνώσης. Το ξεκλείδωμα της μνήμης και η δυνατότητα βιώματος των οδυνηρών εμπειριών της ζωής με σεβασμό και ασφάλεια, μέσα από τη διαδικασία της ανάγνωσης ενός μυθιστορήματος και όχι της συμβατικής Ιστορίας, επιτρέπει στο άτομο και την κοινωνία να απελευθερωθεί από τα δεσμά του παρελθόντος και να πορευθεί ελεύθερο μέσα στο παρόν προσβλέποντας με αισιοδοξία στο μέλλον.

Η Τέσυ Μπάιλα με το βιβλίο αυτό έφερε στο φως μνήμες αβίωτες για εμάς αλλά πλέον βιωμένες μέσα από το εξαιρετικό κείμενό της, καταδεικνύοντας για μια ακόμα φορά πως, τελικά, όπως η ίδια αναφέρει παραπέμποντας στον Φερνάντο Πεσσόα, «η λογοτεχνία είναι απόδειξη πως η ζωή δεν είναι αρκετή».

Βιβλιογραφία
Ρόντρικ Μπήτον, Γιώργος Σεφέρης: Περιμένοντας τον Άγγελο, Βιογραφία, Ωκεανίδα, Αθήνα, 2003.