Παρασκευή, 25 Σεπτεμβρίου 2020

ΤΙΣ ΝΥΧΤΕΣ ΕΠΑΙΖΕ ΜΕ ΤΙΣ ΣΚΙΕΣ από τον Πάνο Τουρλή

 


Τις νύχτες έπαιζε με τις σκιές. Αποτύπωνε στον καμβά του τη ζωή, τον πόλεμο, τις μάχες, τη φλόγα, μα πάνω απ’ όλα εκείνη! Γεννήθηκε την ημέρα της σφαγής στο Ηράκλειο το 1898, οδηγώντας τη μάνα του στον θάνατο και τον πατέρα του στην απόγνωση. Μεγάλωσε, πάλεψε με τον φόβο, πίστεψε στα όνειρά του. Έγινε ζωγράφος, ξέφυγε, σπούδασε. Κι όμως ένα ανομολόγητο μυστικό τον κυνηγά από τότε που πάλεψε στα χαρακώματα του Μεγάλου Πολέμου κι από τότε που μύρισε τη γυναικεία σάρκα. Είναι ο Ανέστης Σταυρογιαννάκης κι αυτή είναι η ζωή του.

Δέσποινα Μαρκάκη, Πάνος Τουρλής, Τέσυ Μπάιλα

Η Τέσυ Μπάιλα άπλωσε στις σελίδες του νέου της βιβλίου όλα τα καλά υλικά που μάζεψε και κράτησε μέσα της όλα αυτά τα χρόνια που γράφει και διαβάζει και συγκρότησε ένα άρτιο, ξεχωριστό κι εντελώς προσωπικό μυθιστόρημα που με ταξίδεψε από το Ηράκλειο και τα Χανιά των τελών του 19ου αιώνα ως τον Πειραιά των αρχών του 20ού, στα χαρακώματα του μακεδονικού μετώπου κι από κει στην Αθήνα και πίσω στην Αμμουδάρα. Ένα δύσκολο ταξίδι από πόλη σε πόλη κι από εμπειρία σε εμπειρία, που αντρειώνει τον πρωταγωνιστή, του συστήνει τα τερτίπια αλλά και τα χαμόγελα της ζωής, τον ωριμάζει, τον τραυματίζει ψυχικά, τον δοκιμάζει, τον κάνει άνθρωπο με σάρκα και οστά, αποκολλώντας τον έτσι από τις άψυχες χάρτινες σελίδες.

Ποικίλα βιώματα, νέοι κάθε τόσο συνταξιδιώτες στο τρένο που λέγεται ζωή, σημεία αναφοράς στα οποία επιστρέφει η σκέψη όταν το επιβάλλει η ανάγκη, ιστορικά γεγονότα που επηρεάζουν όχι μόνο τις εξελίξεις αλλά και τον ψυχισμό των χαρακτήρων. Γενναίος, αυτοδύναμος, στιβαρός, απαιτητικός φέρελπις νέος μετατρέπεται σε πληγωμένο, πονεμένο, αμίλητο, κουρελιασμένο σαρκίο όταν γεύεται του πολέμου το αίμα και της οδύνης το χάδι. Τι του συνέβη; Γιατί χάθηκε το χαμόγελο από τα χείλη; Πώς θα επιστρέψει στη ζωή του, πώς θα συνηθίσει το κυνήγι της σκέψης που δεν παύει να του φέρνει στον νου εκείνη, τη μία και μοναδική, όχι τις άλλες που γνώρισε κι αγάπησε αλλά την ίδια τη φωτιά, τη Γυναίκα;

Η πλοκή είναι απρόβλεπτη και δεν μπόρεσα πουθενά να μαντέψω πώς θα εξελιχθούν τα γεγονότα, τι θα απογίνουν οι επιλεγμένοι χαρακτήρες και πώς θα τελειώσει αυτό το υπέροχο οδοιπορικό ψυχής. Μακριά από τις σειρήνες της ευκολίας και τη γλύκα του στερεότυπου, η συγγραφέας πλάθει με τη δική της συνταγή ένα κείμενο μέσα από το οποίο ξεπηδούν χιλιάδες πανανθρώπινα και διαχρονικά μηνύματα: η σημασία της τέχνης για τη διατήρηση της μνήμης και του κάλλους, η δύναμη που πρέπει να έχουμε όλοι ώστε να πιστέψουμε αλλά και να εμπιστευτούμε τα όνειρά μας, το πώς πρέπει να φερθείς στις τύψεις που κουβαλάς και με ποιον τρόπο ν’ αλαφρώσεις απ’ αυτές, μιας και οι συνέπειές τους είναι δυσβάσταχτες για την ψυχική και σωματική υγεία, να ακολουθείς τα όνειρά σου και να ακούς πάντα την καρδιά σου, να μη σταματάς στα εμπόδια και να ζεις τη δική σου αλήθεια, αυτήν που έχουμε όλοι μέσα μας και πάρα πολλά άλλα.

Χάρη στους παραστατικούς διαλόγους και τις συναρπαστικές, σχεδόν κινηματογραφικές σκηνές, έζησα από κοντά όλη τη ζωή του πρωταγωνιστή και με γέμισαν πολλά αντιφατικά συναισθήματα κατά την πορεία του στη ζωή, εμπνευσμένα από τη συμπεριφορά του ίδιου ή των ανθρώπων που συναναστράφηκε όσο μεγάλωνε κι ανακάλυπτε το ταλέντο του και τις δικές του επιθυμίες. Δε θα ξεχάσω όμως ποτέ το πώς απέναντι στην τρέλα και το παράλογο του πολέμου ο Ανέστης πρότασσε τους πίνακές του, ξέφευγε δηλαδή από τη βρώμα και τις κακουχίες σχεδιάζοντας με κάρβουνο ελπίδες, όνειρα και ψυχές. Πόσο πιο τρανταχτό το μήνυμα για την απαραίτητη ύπαρξη της τέχνης στη ζωή μας, ένα καταφύγιο που όλοι χρειαζόμαστε όταν τα πάντα γύρω μας καταρρέουν;

Το μυθιστόρημα ξεκινάει με την πρωτοπρόσωπη αφήγηση ενός μυστηριώδους άντρα που επιστρέφει στο σπίτι όπου γεννήθηκε και μεγάλωσε ο Ανέστης. Η δική του ματιά και οι σκληρές περιγραφές ενός τώρα ερημωμένου σπιτιού με έβαλαν από την αρχή στο κλίμα και το πνεύμα της αφήγησης που θα ακολουθήσει. Δωμάτιο προς δωμάτιο, γωνία με γωνία, σκιαγραφήθηκαν τα πρώτα χαρακτηριστικά γνωρίσματα της οικογένειας του ανθρώπου που «έπαιζε με τις σκιές» ενώ ταυτόχρονα αναρωτιόμουν ποιος είναι αυτός που επέστρεψε στο σπίτι και ανακαλύπτει τους πίνακες του καλλιτέχνη. Ο άντρας αυτός, ποτισμένος από την ιστορία του Ανέστη, κάθεται και την καταγράφει σ’ ένα τετράδιο κι έτσι το βιβλίο από τη δεκαετία του 1970 γυρίζει στο μακρινό 1898, την ημέρα της σφαγής του Ηρακλείου. Ο άγνωστος αφηγητής δεν εμφανίζεται συχνά, αποφεύγοντας έτσι τον κίνδυνο να αποσυντονίσει τον αναγνώστη, παρά μόνο τρεις φορές συνολικά, οπότε χάρη σε αυτό το τέχνασμα λύνεται και το εμπόδιο του πώς να αφηγηθείς το πέρασμα τόσων χρόνων χωρίς να κουράσεις τον αναγνώστη. Μέσα από τη ματιά του αγνώστου λοιπόν, τους συλλογισμούς του, την επιθυμία του να αποτυπώσει στο χαρτί τον βίο του σημαντικού αυτού ζωγράφου, φεύγουν σαν πουλιά τα χρόνια που δεν είχαν γεγονότα ν’ αφηγηθούν κι από τον ειδυλλιακό Πειραιά και τα πρώτα βήματα του Ανέστη στο Σχολείο των Τεχνών πέφτουμε απότομα στα χαρακώματα του πολέμου κι όταν πια η ιστορία κοντεύει στο τέλος της κι αχνοφαίνεται το πρώτο δάκρυ, στο τελευταίο κεφάλαιο δίνονται οι απαραίτητες εξηγήσεις κι ολοκληρώνεται τρυφερά και συγκινητικά μια πραγματικά δυνατή ιστορία.

Ο Ανέστης λοιπόν, ορφανός από μάνα ήδη από τη γέννησή του, είναι ένα παιδί που μεγαλώνει γεμάτο αγάπη από τον παππού του, Λεωνίδα, και τη θεία του, Λουλουδιά, αλλά ποτίζεται κι από μίσος για τον μέθυσο, σκληρό, αυταρχικό πατέρα του, που θεωρεί το παιδί αιτία να χάσει την αγαπημένη του γυναίκα. Η σφαγή στο Ηράκλειο, η βάναυση δηλαδή επίθεση των Τουρκοκρητικών στους χριστιανούς της πόλης με αφορμή την παράδοση των διοικητικών αρχών σε χέρια επιτέλους ελληνικά, έχει ως αποτέλεσμα να φανεί για λίγο η καλοσυνάτη καρδιά του πατέρα που φέρνει στο σπίτι τη Μυρσίνη, ένα μικρό κορίτσι που έχασε τη λαλιά της όταν είδε τη μάνα της σφαγμένη. Ο Ανέστης μεγάλωσε παρατηρώντας τα μαστορέματα του μαραγκού παππού του, ο οποίος επιπλέον δεν έχανε ευκαιρία να του εξιστορεί τα παθήματα της Κρήτης και γενικότερα της Ελλάδας, που ήταν έρμαιο των νιτερέσων των Μεγάλων Δυνάμεων. Με πόση συγκίνηση και γλαφυρότητα μάλιστα ζωντάνεψε την Επανάσταση του Θέρισου (1905)! Το χρώμα διείσδυσε σταδιακά στη ζωή του Ανέστη. Ο κακότροπος και αψίκορος πατέρας του τον ξυλοφόρτωνε για να μην καταντήσει τεμπέλης ζωγράφος και τσακωνόταν με τους δικούς του για τον αέρα με τον οποίο γέμιζαν τα μυαλά του παιδιού. Την 1η Δεκεμβρίου του 1913 εκμεταλλεύτηκε ο Ανέστης τους εορτασμούς της Ένωσης της Κρήτης με την Ελλάδα για να ξεκινήσει το δικό του ταξίδι μακριά από την τοξικότητα του πατέρα του και με πόνο ψυχής που άφηνε πίσω του αγαπημένα πρόσωπα.

Από κει και πέρα η ιστορία, το «ματωμένο παραμύθι», έχει πάρα πολλές εκπλήξεις και αναπάντεχα γεγονότα που θα αφήσω τον αναγνώστη να τα ανακαλύψει μόνος του, μιας και το μυθιστόρημα είναι ένα εξαίρετο ψυχογράφημα, που αξίζει κανείς να ταξιδέψει μαζί του με τον δικό του τρόπο και ρυθμό. Θα σταθώ απλώς στον διασκεδαστικό, ελαφρόμυαλο λάτρη του ποδόγυρου, Μικέλε Γκαλιάτζο, απόγονο Ιταλού που παντρεύτηκε Κρητικιά. Είναι ένας αγαπημένος χαρακτήρας γιατί αποτελεί ένα ταιριαστό κοντράστ στην ήρεμη, προσγειωμένη, οργανωμένη ζωή του Ανέστη. Οι περιπέτειές του με τις γυναίκες, οι απόψεις του για τη ζωή, το χαμόγελό του, ακόμη τα είχα στο κεφάλι μου αρκετές ώρες αφού είχα τελειώσει την ανάγνωση. Ένα γλυκό, αισιόδοξο παιδί, αχώριστος φίλος του ζωγράφου, που βουτήχτηκε κι αυτό στη λαίλαπα του πολέμου, πάντα στο πλάι του Ανέστη κι από τότε άλλαξαν τα πάντα. Επίσης μου άρεσε η Χριστίνα, μοντέλο στο Σχολείο των Τεχνών, ανεξάρτητη, δυναμική, χωρίς να σκύβει το κεφάλι, γιατί δεν αποζητούσε έναν άντρα να κουρνιάσει κι ένα σπίτι για να κλειστεί μέσα του όπως τόσες γυναίκες της εποχής, αντίθετα, χάραζε τον δικό της δρόμο και φερόταν ακριβώς σαν τη «Στέλλα με τα κόκκινα γάντια» του Ιάκωβου Καμπανέλλη.

Τρία είναι κυρίως τα σημαντικά ιστορικά γεγονότα  που επηρεάζουν τις εξελίξεις του μυθιστορήματος: το Ηράκλειο του 1898, ο Εθνικός Διχασμός και ο Παγκόσμιος πόλεμος. «Και σε όλη αυτή την πολυεπίπεδη και σύνθετη ιστορική συγκυρία, ένας ζωγράφος προσπαθεί να σταθεί στα πόδια του και να ζωγραφίσει την ομορφιά του κόσμου, όταν η ομορφιά λιώνει στις φλόγες του πολέμου» (σελ. 268). Δόξα τω Θεώ έχουν αναλυθεί σε χιλιάδες μυθιστορήματα κι έχουν επηρεάσει ουκ ολίγες πλοκές τα ανωτέρω. Εδώ όμως, σε συνδυασμό με την τόλμη της Τέσυς Μπάιλα να καταγράφει με αφοπλιστική απλότητα αυτά που θέλει να χαρίσει στον αναγνώστη και την απαξίωσή της να βρει σχοινοτενείς συνδέσεις βαρετών γεγονότων, εδώ λοιπόν η Ιστορία συμβαίνει, γίνεται κι οι ήρωες αλλάζουν ρότα, δε ζουν δηλαδή αυτές τις εξελίξεις, αν εξαιρέσεις τα γεγονότα στο μέτωπο του Πολέμου, απλώς ο απόηχός τους φτάνει ως την πόρτα τους και τους ωθεί να κάνουν κάτι άλλο απ’ ό,τι σχεδιάζανε, γάμο, σπουδές, ταξίδι κλπ.

Πόσες φορές έχω συναντήσει κείμενα γεμάτα αγωνία να ενώσουν τον κενό χρόνο μεταξύ των βασικών γεγονότων της πλοκής, με αποτέλεσμα μια «κοιλιά» που επηρεάζει το σφίξιμο της δράσης και των εξελίξεων και συνεπώς μια αχρείαστη χαλάρωση! Αυτά δεν έχουν θέση στο έργο ενός πεπειραμένου συγγραφέα. «Ξέρω τι θέλω να πω και πού να το τοποθετήσω», είναι σα να σκέφτεται η Τέσυ Μπάιλα. Έτσι, δεν έπαψα στιγμή να αναρωτιέμαι για τη συνέχεια της πλοκής, δε σταμάτησα να πέφτω από τα ψηλά στα χαμηλά και πότε ν’ απολαμβάνω τις γιορτές και τους ζωγραφικούς πίνακες ή να κρυφοκοιτάω τα ερωτικά παιχνίδια του Μικέλε και του Ανέστη και πότε να κλείνω τα μάτια μπροστά στη φρίκη του χυμένου αίματος και των αναίτιων ακροτήτων κι όλα αυτά συντροφιά με τη γλαφυρότητα, τη δυνατή παραστατικότητα και τη ρεαλιστική απεικόνιση που μου χάρισε η δοκιμασμένη γραφή. Αν δεν είναι αρκετά τα ανωτέρω για να προεξοφλήσουν τη συμπάθεια ενός υποψήφιου αναγνώστη, σκεφτείτε πως σε αρκετές περιπτώσεις η δράση σταματάει σε καίριο σημείο για να συνεχιστεί αργότερα, μέσα από την αφήγηση αυτοπτών μαρτύρων που ζουν κάποια χρόνια αργότερα από εκείνη τη στιγμή. Σφιχτοί δεσμοί, πρωθύστερο, ρεαλισμός και λυρικότητα, όλα εξυπηρετούν μια δυνατή ιστορία που γίνεται ακόμη καλύτερη!

Το μόνο που με ξένισε ήταν η επιμονή της συγγραφέως να καταγράψει με κάθε δυνατή λεπτομέρεια τις απάνθρωπες ακρότητες της σφαγής στο Ηράκλειο και τις δυσκολίες στο μέτωπο του Πολέμου. Βιασμοί, ωμές περιγραφές χυμένων εντοσθίων, αιματοκυλισμένα κρανία που τσιμπολογάγανε τα σκυλιά, τσαλαπατήματα και ακρωτηριασμοί επέστρεψαν δριμύτερα ως περιγραφές στο μέτωπο, όπου έχουμε περιγραφές κομμένων άκρων, αιμοπτύσεις φυματικών, σουβλίσματα αρουραίων και πολλά άλλα. Καταλαβαίνω πως ο πόλεμος δεν είναι «απογευματινό τέιον», πιστεύω όμως πως θα μπορούσαν να παραλειφθούν αρκετές δευτερεύουσες σκηνές, χωρίς να χαθεί αυτό το δύσοσμο, δυσοίωνο περιβάλλον που θέλει η Τέσυ Μπάιλα να αντιδιαστείλει με τις αρετές της ζωγραφικής, το φως του έρωτα και τη γιορτή της φύσης, με τις χιλιάδες εναλλαγές της.

Και τι όμορφα κι απλόχερα που σκορπίζει τις λέξεις που έπλασε, ανακάλυψε ή προσάρμοσε στις ανάγκες της και τις κάλεσε κοντά της να τη συντροφέψουν σε αυτό το όμορφο βιβλίο! Ο ουρανός, η θάλασσα, τα βράχια, η φύση όλη, προσωποποιούνται και τους αποδίδονται ανθρώπινα χαρακτηριστικά, δημιουργώντας υψηλής αισθητικής μεταφορές και παρομοιώσεις! Παραδείγματα σαν αυτά: «Η μοναξιά είναι πάντοτε δύσκολη όταν θυμάσαι το χαμόγελο της ζωής» (σελ. 16) ή «Εισχωρούσε από παντού στο σώμα της ημέρας, σαν μαχαίρι χωμένο βαθιά σε εύσαρκο φρούτο» (σελ. 18) είναι ολοζώντανες πινελιές σ’ έναν καμβά που αποκτά αργά και σταδιακά μορφή, χρώμα και σχήμα.

Η Τέσυ Μπάιλα ωσαύτως είναι μια ασταμάτητη και ακούραστη φωτογραφική μηχανή, που αποτυπώνει στο φιλμ του λεξιλογίου της κάθε εικόνα που προσέχει για να της δώσει ένα πρωτόγνωρο φως: «Ο ήχος της θάλασσας δε μοιάζει με κανέναν. Ούτε με εκείνον των ανέμων στους κατηφορικούς ελαιώνες, ούτε με τον άλλον της άδειας εκκλησιάς, ούτε με τον ήχο της μοναξιάς στο άδειο σπίτι. Στο ακρογιάλι ο ήχος είναι κρυστάλλινος, ρυθμικά επαναλαμβανόμενος. Σπάει πάνω στα βράχια με την ορμή του αγέρα και τα κύματα φέρνουν με γρήγορες, βίαιες ανάσες τη μυρωδιά του» (σελ. 182). Επίσης, προς τιμήν της, η συγγραφέας, την εμπειρία που έχει τρυγήσει πετώντας τόσα χρόνια στους λογοτεχνικούς λειμώνες, την παραδίνει με χαρά μέσα από στοχαστικές φράσεις και σημαντικές διαχρονικές αλήθειες, χωρίς να δείχνει απόμακρη ή δυσπρόσιτη, αντίθετα, αγκαλιάζει με αγάπη τους ήρωές της εξίσου με τους αναγνώστες της και θέλει να φροντίσει για όλους, γι’ αυτό καλοδέχτηκα με χαρά χωρία όπως αυτό:

«Αν θες να ζωγραφίσεις ετούτο τον κόσμο, πρέπει να τον γνωρίσεις. Οι ζωγραφιές σου πρέπει να έχουν αίμα μέσα τους και το αίμα να ρέει καυτό πάνω στα χέρια σου… Αν δεν περάσεις από την κόλαση τούτου του κόσμου και δεν αγγίξεις με τα χέρια σου τα καζάνια της, παράδεισο δε φτιάχνεις. Πάει και τέλειωσε. Κι αν θαρρείς ότι τον έφτιαξες, γελασμένος θα είσαι. Μισός θα είναι και δε θα το λογίζεις. Μόνο σαν τον νιώσεις στο δικό σου το πετσί, τότε θα τον ζωγραφίσεις έτσι που να μιλά στον κόσμο» (σελ. 188).

Ακόμη κι αυτό:

«Κι έτσι η ζωή, ανελέητη για όλα όσα άφηνε πίσω της, για όλα όσα είχε συνθλίψει στο πέρασμά της, θα τραβούσε τον δρόμο της προσπερνώντας τις απώλειες. Με τεράστιες, αλματώδεις δρασκελιές. Όπως ακριβώς έκανε πάντα» (σελ. 321).

Επιπλέον, η ντοπιολαλιά στους διαλόγους, με το πλούσιο κρητικό λεξιλόγιο, δίνει ζωντάνια και ρεαλισμό. Πόσο όμορφα αντιδιαστέλλεται αυτό το ιδίωμα με τη δημώδη ελληνική, ειδικά όταν ο Ανέστης συναντά ξανά τους ανθρώπους του παρελθόντος του όμως η αποδημία του έχει σβήσει από το λαρύγγι του αυτά τα ηχοχρώματα!

«Τις νύχτες έπαιζε με τις σκιές» και δημιουργούσε κόσμους φανταστικούς που αποτύπωνε στο χαρτί. Σκιά τεράστια όμως είναι κι ο φόβος και «μοναχά όταν περπατήσει κανείς καταπάνω της μπορεί να τη δει να μικραίνει και τελικά να σβήνει» (σελ. 132). Έτσι αυτά τα δυο τελικά ενώνονται και σχηματίζουν τον τίτλο: «Τις νύχτες παίζω με τις σκιές των φόβων μου, για να τους ξεπεράσω» (σελ. 279). Είναι ένα μυθιστόρημα χρωμάτων και σκότους, πινέλου και φαλτσέτας, προδοσίας και αγάπης, ποτισμένο από το κόκκινο του αίματος και το ρόδινο του έρωτα. Παραστατικές σκηνές, τρισδιάστατοι χαρακτήρες, συναρπαστικές εξελίξεις, ανομολόγητα μυστικά και ενοχές, όλα κρυμμένα πίσω από τον πίνακα του Κλωντ Μονέ που κοσμεί το εξώφυλλο, περιμένουν τον αναγνώστη να τα ανακαλύψει.

Πηγή 1

Πηγή 2

Τετάρτη, 16 Σεπτεμβρίου 2020

Τις νύχτες έπαιζε με τις σκιές από τον "Φιλαναγνώστη Αυγερινού"

 


Το έκτο μυθιστόρημα της Τέσυς Μπάιλα με τίτλο «Τις νύχτες έπαιζε με τις σκιές» κυκλοφόρησε μόλις από τις εκδόσεις ΨΥΧΟΓΙΟΣ. Πρόκειται για ένα κοινωνικό μυθιστόρημα ενταγμένο απόλυτα στο ιστορικό πλαίσιο του τέλους του δεκάτου ενάτου αιώνα και στην μετάβασή προς στον εικοστό, έναν αιώνα που ξεδιπλώνεται μέσα από σημαντικά ιστορικά γεγονότα, ορόσημα μιας εποχής που άλλαξε τον κόσμο δραματικά.

     Από την Κρητική Πολιτεία στην Ένωση της Κρήτης με την Ελλάδα, κι από εκεί στον Εθνικό Διχασμό, και από τον Πρώτο Παγκόσμιο Πόλεμο μέχρι και τον Δεύτερο, ο κόσμος γκρεμίζεται και δημιουργείται συνεχώς. Αποσυντίθεται και αναβιώνει από τις στάχτες του και μέσα σ’ αυτόν ο άνθρωπος προσπαθεί να βρει τα προσωπικά του ίχνη μέσα στον χρόνο, να αφήσει τα αποτυπώματά του προτού χαθεί στη δίνη του παραλογισμού.

     «…Ναι, Μυρσίνη, ο πόλεμος αυτό κάνει. Κόβει τις κλωστές που συγκρατούν τη ζωή μας. Κι εμείς γινόμαστε μαριονέτες στα χέρια του. Και μάθαμε να βλέπουμε τις κινήσεις της μαριονέτας αλλά δεν μπορούμε να δούμε ποια χέρια κρατούν τα σκοινιά και τις ρυθμίζουν. Ούτε γιατί…».

     Ο Ανέστης, ο κύριος ήρωας αυτού του βιβλίου είναι ένας από αυτούς τους απλούς καθημερινούς ανθρώπους. Γεννημένος πάνω σε ένα καΐκι την ημέρα της τελευταίας μεγάλης σφαγής των χριστιανών από τους Τουρκοκρητικούς θα μεγαλώσει με τη φροντίδα του παππού του και της θείας του και θα γνωρίσει από την πρώτη στιγμή της ζωής του την απόρριψη από τον πατέρα του.
     Από τον παππού του θα μυηθεί στην τέχνη του ξύλου, θα μάθει να φτιάχνει καραβάκια και να τα βάφει τις νύχτες που οι δυο τους περνούν στη σοφίτα του σπιτιού. Κι εκεί θα γνωρίσει μια πτυχή του εαυτού του που θα γίνει για τον Ανέστη η λύτρωση και η διαφυγή του σε κάθε δύσκολη στιγμή της ζωής του. Θα καταλάβει την αγάπη του για τη ζωγραφική. Κι αυτή η αγάπη θα γίνει το όχημα που θα τον οδηγήσει μακριά από το σπίτι του προς αναζήτηση της τύχης του, ύστερα από ένα τραυματικό συμβάν που θα προκαλέσει ο πατέρας του. Όπως θα μάθει ακόμα ότι η ελευθερία είναι πολύτιμη και πως «τίποτα δε φοβάται κανείς παρά μόνο την ελευθερία του» σ’ αυτή τη ζωή.
     Στον αντίποδα της αφήγησης έρχεται ο Μικέλε. Ένας διαμετρικά αντίθετος χαρακτήρας που θα γνωρίσει ο Ανέστης όταν βρεθεί στα Χανιά. Η συνάντησή τους θα σηματοδοτήσει τη γνωριμία του Ανέστη με την αληθινή φιλία, την αφοσίωση και τη δέσμευση, με μια πλευρά της ζωής απαλλαγμένης από τα πρέπει που θα διστάσει να ακολουθήσει και παράλληλα θα του γνωρίσει τον έρωτα στο πρόσωπο της Ισιδώρας.
     Αυτή είναι μόνο η αρχή μιας καταιγιστικής αφήγησης που θα αναδείξει την ανησυχία του Ανέστη για την τέχνη και τη δύναμή της να επαναφέρει τον άνθρωπο στις πραγματικές  του διαστάσεις. Για την ανάδυση της καλλιτεχνικής έκφρασης στις ώρες των μεγάλων κινδύνων, για τη μοναχικότητα ως μια υποχρεωτική ανάγκη καθολικής έκφρασης, αυτοπροσδιορισμού αλλά και αυτογνωσίας.

     «…Όταν τόσο καιρό ζει κανείς στην οδύνη και στον πόνο, τότε υπάρχει μόνο μία διέξοδος. Να δραπετεύσει με κάθε ευκαιρία από ό,τι νιώθει. Να χαθεί  στη σκέψη του, κι εκεί να αφήνεται σε παιχνιδίσματα του νου, νομίζοντας ότι αυτή είναι πραγματικότητα. Ότι εκεί ζει. Και μόνο με αυτό τον τρόπο καταφέρνει να επιβιώσει. Αλλιώς, αν αφεθεί βουτηγμένος στο φόβο τότε εκείνος σκαρφαλώνει μέσα στα μάτια του κι αλλάζει τον τρόπο που βλέπει τα πράγματα γύρω του. Ματώνει η συνείδησή και όσα χρόνια και να περάσουν μένει κρυμμένος κάτω από τα βλέφαρά του. Και κανείς, καμιά διαταγή δεν μπορεί να τον κάνει να σωπάσει…»

     Οι τόποι εναλλάσσονται το ίδιο και οι άνθρωποι. Από την Κρήτη, στον Πειραιά, στην Αθήνα και στη Μακεδονία για να κλείσει ο κύκλος ξανά στην Κρήτη. Από τον παππού Λεωνίδα και τη θεία Λουλουδιά μέχρι τη Χριστίνα την κυρά Ευτέρπη και τον Δημήτρη, τη Μυρσίνη με την τραγική της μοίρα που θα την κάνει να χάσει τη μιλιά της, την Ισιδώρα και κυρίως τον Μικέλε, ο Ανέστης θα βιώσει τον αγώνα του ανθρώπου της εποχής να επιβιώσει μέσα σε έναν ανελέητο κόσμο που αλλάζει συνεχώς. Θα μάθει πως τα όρια στη ζωή είναι μόνο για να τα ξεπερνά κανείς με οποιοδήποτε τίμημα, έστω και αν καμιά φορά χρειάζεται να υπακούσει στο παράλογο και ενίοτε να χαθεί μέσα σ’ αυτό.
     Είναι σημαντικό να σταθούμε στις εξαιρετικά καθηλωτικές περιγραφές των ιστορικών γεγονότων. Από τη σφαγή του Ηρακλείου, μέχρι την τελετή της Ένωσης της Κρήτης με την Ελλάδα, και από τις νύχτες στα χαρακώματα του Α’ Παγκοσμίου Πολέμου μέχρι τον βομβαρδισμό του νοσοκομείου ο αναγνώστης διαβάζει σπαρακτικές σκηνές που περιγράφονται με ακρίβεια και συχνά ωμό ρεαλισμό την ίδια στιγμή που η λυρική έκφραση της Μπάιλα επανέρχεται στις επόμενες σελίδες για να απαλύνει την ανάγνωση.
     Και σε αυτό της το βιβλίο η Μπάιλα αποδεικνύει την αγάπη της για τη γλώσσα, εξάλλου η γλωσσική της αγωγή είχε διαφανεί από το πρώτο της κιόλας βιβλίο. Λέξεις λείες αλλά και αιχμηρές, λέξεις ποιητικές αλλά και ρεαλιστικές, λέξεις σύνθετες που ξαφνιάζουν με την αμεσότητά τους και λέξεις που οριοθετούν τον χωροχρόνο στον οποίο διαδραματίζεται η ιστορία. Πάντα ομιλούντες, ολόδροσες, έστω και αν κάποτε καταφτάνουν στις σελίδες αυτού του βιβλίου από πολύ παλιά, προσαρμόζονται στη σημερινή αφήγηση και ταυτόχρονα προσδίδουν αρτιότητα και λογοτεχνικότητα στο κείμενο.
     Σημαντική είναι επίσης η φιλοσοφική διάθεση του κειμένου. Η Μπάιλα χωρίς να κάνει διδακτισμό στοχάζεται και παραδίδει τους στοχασμούς της στα λόγια των καλοδουλεμένων ηρώων της που είναι σάρκινοι και πάσχουν.
     Η διακειμενικότητα είναι επίσης ένα από τα στοιχεία και αυτού του βιβλίου της Τέσυ Μπάιλα. Οι ήρωες της συνδιαλέγονται ευθέως με ήρωες άλλων, κλασικών  βιβλίων, και η Μπάιλα βρίσκει την ευκαιρία να συνομιλήσει με αγαπημένους της συγγραφείς —τον Βενέζη, τον Μυριβήλη, τον Καζαντζάκη ίσως —που κληροδότησαν σπουδαία έργα στην ελληνική πεζογραφία.
     Ένα πραγματικά περίτεχνο βιβλίο, που δε φλυαρεί —η συγγραφέας μάλλον λειτουργεί πλέον αφαιρώντας περισσότερο, σημάδι της συγγραφικής της ωριμότητας. Το εύρημα του άγνωστου αφηγητή, η ταυτότητα του οποίου θα αποκαλυφθεί στις τελευταίες σελίδες του βιβλίου βοηθά στην οικονομία του κειμένου και εντείνει την αγωνία.
      Ένα καλό βιβλίο που στέκεται αντιμέτωπο με την Ιστορία, την τέχνη, την ειρήνη και τον πόλεμο, την αντρική φιλία —το βιβλίο είναι ένας ύμνος για την αντρική φιλία —τον ανεκπλήρωτο πόθο και τη προσωπική διαφυγή από έναν κόσμο που αγωνιά να αλλάξει τη μοίρα του.
     Αξίζει να αναφερθεί κανείς στον εξαιρετικό πίνακα του Μονέ (The Gorge at Varengeville by Claude Monet, 1882) που κοσμεί το εξώφυλλό του, δημιουργία των εκδόσεων ΨΥΧΟΓΙΟΣ. Και πραγματικά αξίζει να το διαβάσετε.

    [ «Ο χρόνος συνεχίζει χωρίς εμάς. Έρχεται μια μέρα και ενώ όλα παραμένουν  ολόιδια εμείς δεν υπάρχουμε. Κανείς δεν μπορεί να μας δει να διαβαίνουμε τους γνώριμους τόπους, ούτε να ακούσει τη φωνή μας. Μετατρεπόμαστε σιγά σιγά σε σκιά μιας ομίχλης κι η ομίχλη σκεπάζει, σβήνει ό,τι, έως εκείνη τη στιγμή, άγγιζε τον κόσμο με τη μορφή μας … Όλα είναι ίδια όπως και τότε κι όμως διαφορετικά. Κουβαλούν επάνω τους τα σημάδια της αδιαφορίας. Το ίδιο συμβαίνει και σε εμάς. Ο χρόνος χάνεται. Γίνεται ένας ανάλαφρος ίσκιος και περνά κι εμείς μένουμε περιφερόμενες σκιές όσων υπήρξαμε…»] 


  
 
     «Τη στιγμή που η Δαναή χάνεται στη γέννα, ο άντρας της ο Γιώργης, μαγνητισμένος από την Κίρκη του Κάστρου και από τις χάρες της, αμελεί να γυρίσει και μόλις που διαφεύγει από τη σφαγή των χριστιανών από τους Τουρκοκρητικούς στο μεγάλο Κάστρο, τον Αύγουστο του 1898. Είναι η στιγμή όπου γεννιέται ο ήρωας ενός ολόκληρου κόσμου. Και μαζί του η Κρητική Πολιτεία, που λίγα χρόνια αργότερα θα οδηγήσει στην Ένωση της Κρήτης με την Ελλάδα.
     Αυτός είναι ο αιώνας του ζωγράφου, του Ανέστη, και η ιστορία του είναι η διαδρομή πολλών ανθρώπων, που έζησαν και πέθαναν μέσα στις σελίδες ενός βιβλίου. Δεν είναι μόνο ο Ανέστης που παρασύρει τον αναγνώστη στις ατραπούς μιας ανεξήγητης μοίρας, είναι κι εκείνοι που συνδέονται μαζί του με δεσμούς αίματος –ο παππούς Λεωνίδας, η θεια-Λουλουδιά, η Μυρσίνη–, αλλά κι εκείνοι με τους οποίους μοιράζεται εμπειρίες, πάθη, οράματα: η κυρα-Ευτέρπη, η Χριστίνα, η Ισιδώρα και προπαντός ο Μικέλε. Είναι και οι τόποι, η Κρήτη, ο Πειραιάς, η Μακεδονία, που παραδομένοι στις φλόγες και στα καπρίτσια της μεγάλης Ιστορίας δημιουργούν μια υποβλητική ατμόσφαιρα από την πρώτη μέχρι την τελευταία σελίδα. 
Στο μυθιστόρημα της Τέσυς Μπάιλα, ο άνθρωπος γίνεται έρωτας, γίνεται πόλεμος, γίνεται θάνατος, γίνεται τέχνη, ώσπου να ξαναγίνει άνθρωπος.»
                                 (Από το οπισθόφυλλο του βιβλίου)

Τετάρτη, 22 Ιουλίου 2020

Η Κώστια Κοντολέων γράφει για "Τις νύχτες έπαιζε με τις σκιές" στο periou.gr

Τις νύχτες κάποια σπίτια παίζουν κρυφτό με τις σκιές αυτών που κάποτε έζησαν από την μέσα μεριά των πέτρινων τοίχων τους.

Σκιές ανάερες πια όλοι αυτοί, που επανέρχονται ξανά και ξανά για να μας πουν τις ιστορίες τους, για να μας μιλήσουν για τις χαρές και τις λύπες τους, για τα γλέντια και τα μοιρολόγια που συντελέστηκαν εκεί μέσα, για υποσχέσεις που δόθηκαν και κρατήθηκαν και γι’ άλλες που πέρασαν για πάντα στη λήθη.

Αν αγγίξουμε τους φαινομενικά άψυχους τοίχους, θα τους νιώσουμε να πάλλονται στις άκρες των δαχτύλων μας. Αν στήσουμε αυτί θα πιάσουμε την ανάσα τους.  Κι αν δεν φοβηθούμε, θ’ ακούσουμε τις κουβέντες τους μ’ εκείνους τους ίσκιους, αναχωρητές πια της ζωής, που κάποτε μέσα σ’ αυτά τα σπίτια αγάπησαν ή μίσησαν, γέλασαν ή έκλαψαν, ονειρεύτηκαν ή που προδομένοι αναχώρησαν  για το επέκεινα και τώρα γυρνάνε τις νύχτες σαν τον δολοφόνο στον τόπο του εγκλήματος για να μας εξομολογηθούν τ’ ανομολόγητα πάθη τους ή τις ανείπωτες πράξεις τους με την ελπίδα της εξιλέωσης που ίσως και να μην έρθει ποτέ.

Τρία, τέτοια σπίτια, θα καθορίσουν τις ζωές των ηρώων της Μπάϊλα, τρία σπίτια που θα παίξουν θετικούς  ή αρνητικούς ρόλους στην εξέλιξη της ιστορίας τους.

Ένας άντρας εισβολέας, φαινομενικά άγνωστος μας στην αρχή, θα γίνει ο οδηγός μας στην εξερεύνηση εκείνου του πέτρινου πρώτου σπιτιού, όπου κάποτε άρχισαν όλα και που σ’ αυτό θα τελειώσουν όλα. 

Είναι το ίδιο σπίτι που έγινε για τον Ανέστη, τον βασικό ήρωα του μυθιστορήματος, τόσο στο ξεκίνημα της ζωής του όσο και στο τέλος της, το καταφύγιο της τέχνης του. Παραδομένο τώρα στην εγκατάλειψη και την ερήμωση θέλει να προλάβει να μας πει την ιστορία του, πριν οι μπουλντόζες θάψουν για πάντα τα μυστικά του.

Κι είναι  σα να βιάζεται, λοιπόν, αυτό το σπίτι  να μας μεταφέρει στο τότε που τίποτα δεν προμηνούσε την επερχόμενη τραγωδία κι όλα όσα την ακολούθησαν. Κι έτσι εμείς, με αθόρυβα βήματα θα ακολουθούμε τον εισβολέα καθώς θα περνάει από το ένα δωμάτιο στο άλλο, αγγίζοντας παλιές φωτογραφίες, κιτρινισμένα χαρτιά, ξεραμένες μπογιές σε σκουριασμένα ντενεκεδάκια,  μουσαμάδες με μισοτελειωμένους πίνακες και την νυφιάτικη κασέλα με τα προικιά της Δαναής, που δεν έστερξαν να βγουν στο φως κι έγιναν προικιά του θανάτου.   

Κι όλοι όσοι έζησαν κάποτε σ’ αυτό το σπίτι και στον απόηχο της ανείπωτης τραγωδίας που συντελέστηκε εκεί, κρυμμένοι στις σκιές, σκιές κι αυτοί της απελπισίας, θ’ αρχίσουν να μας μιλάνε, για όσα έζησαν ή δεν πρόλαβαν να ζήσουν, για όσα αθέλητα έπραξαν ή ηθελημένα δεν έπραξαν και για όσα κιότεψαν να τα σταματήσουν τότε που υπήρχε ακόμα ο καιρός.

Ίσκιοι όλοι αυτοί κι ανάμεσά τους…

Η θειά Λουλουδιά, άτολμη κι ανήμπορη γερόντισσα, που δεν θα καταφέρει τελικά να γίνει ο κυματοθραύστης που θα αναχαιτίσει τη βία του Γιώργη, του ανελέητου αγριμιού, που εύρισκε πρόσφορο έδαφος εξάσκησης της στο ανυπεράσπιστο ορφανεμένο παιδί του.

Κι ακόμα η εμβληματική παρουσία του παππού Λεωνίδα στη ζωή του μικρού Ανέστη, που θα ξεκλειδώσει ηθελημένα ή άθελα του, εκεί πάνω στο μοναχικό-καταφύγιο της σοφίτας του πέτρινου σπιτιού, το πηγαίο ταλέντο του μικρού εγγονού του.

Και από τον παππού του ο Ανέστης -άλλος ίσκιος κι αυτός-  θα μάθει τα μυστικά των χρωμάτων και την τέχνη των πινέλων, για να ιστορεί στο χαρτί, στο ύφασμα, ή στο ξύλο τον κόσμο μέσα από τα δικά του μάτια.  Μα η αποκάλυψη της αλήθειας μπορεί ενίοτε να εμπεριέχει και τρόμο κι αυτός που θα γίνει κοινωνός της ίσως και να θελήσει μέσα από την φυγή να την αλλάξει. 

Ο δεκαπεντάχρονος, λοιπόν,  Ανέστης, θα φύγει νύχτα ολομόναχος από το πέτρινο σπίτι, για ν’ ακολουθήσει αυτό που προστάζει η καρδιά του, σ’ έναν άγνωστο κόσμο τόσο διαφορετικό από εκείνον που βίωνε στην σύντομη μέχρι τότε ζωή του. 

Σ’ άλλους τόπους, σ’  άλλες θάλασσες, σ’ άλλα σπίτια, να στεγάσει τα όνειρα και τους φόβους του.   

Λαθρεπιβάτης σ’ ένα καΐκι για τα Χανιά θα βρεθεί μακριά από την θηριώδη πατρική εξουσία, λεύτερος πια ν’ ακολουθήσει το όνειρο του.  Και είναι τότε που θα μπει στη ζωή του ο Μικέλε, και το σπίτι του θα γίνει το δεύτερο σπίτι που θα σφραγίσει ανεξίτηλα ως το τέλος του βίου του την ζωή του. 

Στο σπίτι του Μικέλε που του θυμίζει λίγο το δικό του θα ξαποστάσει  ο Ανέστης ως να ανασυνταχθεί και να πάρει τις τελικές αποφάσεις του.  Είναι το σπίτι που θα συμβολίσει για τον Ανέστη τον ανεκπλήρωτο έρωτα, για τη γυναίκα που θα στοιχειώνει τη ζωή του ως το τέλος της. 

Η Ισιδώρα η δεύτερη γυναίκα του πατέρα του Μικέλε, θα γίνει ο ανομολόγητος αλλά και απαγορευμένος πόθος του. Κι όμως σ’ αυτό το σπίτι θα μείνει ζωγραφίζοντας ασταμάτητα μέχρι να φύγει ξανά γι’ άλλους τόπους κι άλλα σπίτια,  για την ολοκλήρωση μιας τέχνης που μόνο το πάθος λογαριάζει. 

Θα φύγει χωρίς ποτέ να αποκαλύψει στην Ισιδώρα τον έρωτα του, με την αόριστη υπόσχεση πως θα ξαναγυρίσει, σύντομα, αφήνοντας της το μόνο πορτραίτο που της είχε φτιάξει.    

Τρίτος μεγάλος και τελευταίος σταθμός στη ζωή του Ανέστη η πρωτεύουσα και η Σχολή Καλών Τεχνών, εκεί και το σπίτι, το τρίτο σπίτι που θα ολοκληρώσει το ισοσκελές τρίγωνο των σπιτιών της ζωής του.  Στην παλιά μονοκατοικία της κυρά-Ευτέρπης θα υπάρχει πάντα διαθέσιμο ένα δωμάτιο στην αυλή της, για τον Ανέστη και τον Μικέλε, μια ζεστή φωλιά με μπόλικη αγάπη κι έγνοια για τους δυο φίλους, μέχρι να πραγματώσει ο Ανέστης το όνειρο του και να γίνει κι επίσημα ζωγράφος.

Όμως ο πόλεμος που θα έρθει καλπάζοντας και ο όλεθρος που θ’ ακολουθήσει, θ’ ανατρέψει όνειρα και σχέδια ακυρώνοντας το θαύμα της ζωής.  Ο Ανέστης ηττημένος θα ξαναγυρίσει εκεί όπου άρχισαν κάποτε όλα για να τελειώσουν πάλι εκεί με τον θάνατο του.    

Κι εμείς, οι αναγνώστες της ζωής του, κρυφοκοιτάζοντας μέσα στις σελίδες του χοντρού ημερολογίου με τα κιτρινισμένα φύλλα που ηθελημένα μας άφησε πάνω στο ξύλινο, παλιό σκοροφαγωμένο τραπέζι, θα γνωρίσουμε, θα ακούσουμε για τελευταία φορά τα λόγια εκείνων  των ίσκιων – άλλοι από αυτούς δαίμονες, άλλοι άγγελοι, όλοι τους να έχουν ζήσει ιστορίες αληθινές και ψεύτικες, πράξεις ηρωικές και πράξεις προδοσίας.

Και να μάθουμε τελικά, πως η Τέχνη έχει τη δύναμη ν’ απελευθερώνει τον άνθρωπο από τους δαίμονες του. 

Γιατί όπως λέει και η συγγραφέας «η ζωγραφική είναι η διαρκής επανάσταση του φωτός, η φυγή μέσα στη λάμψη του.»

ΠΗΓΗ: Periou.gr

 

Σάββατο, 16 Νοεμβρίου 2019

"Τις νύχτες έπαιζε με τις σκιές στο vivlionerga. Γράφει η Γεωργία Ρετετάκου

Η Τέσυ Μπάιλα είναι από τους συγγραφείς που δεν βγάζουν βιβλίο κάθε χρόνο. Έτσι κάθε φορά ο χρόνος που μεσολαβεί για να πάρω στα χέρια μου το καινούργιο δημιούργημα της, με κάνει να αδημονώ και να το περιμένω με μεγάλη λαχτάρα. Είμαι λάτρης της γραφής της και της εξαιρετικής θεματολογίας που κάθε φορά επιλέγει να εντάξει στα κείμενα της.

Τις νύχτες έπαιζε με της σκιές είναι ένα ιστορικό-κοινωνικό μυθιστόρημα με κέντρο τον άνθρωπο και την τέχνη, Με κινητήριο μοχλό τις περιστάσεις, αλλά και τις προσωπικές επιλογές σκιαγραφεί έναν εξαιρετικά ευαίσθητο και εύθραυστο ήρωα που ορίζει την ζωή του και τα βιώματα του μέσα από την τέχνη του, την ζωγραφική. Ο Ανέστης είναι ο κεντρικός πρωταγωνιστής.  Δίπλα στον Ανέστη όμως ξεχωριστοί δευτεραγωνιστές σημαδεύουν την ζωή του, σημαντικά και ανεξίτηλα. Δίνουν στην μορφή του την ουσία ενός διδακτικού και ολοκληρωτικού περάσματος σε έναν κόσμο με πολλά ψεγάδια και ελαττώματα. Με πολλά όμως παράλληλα δυνατά και σπουδαία ιδανικά που σκεπάζουν κάθε ίχνος ασχήμιας. Αυτό είναι το μεγαλείο του συγκεκριμένου βιβλίου, Η εναλλαγή ανάμεσα στο άσχημο και το όμορφο, το αληθινό και το ψεύτικο, την ειρήνη και τον πόλεμο. Τον ηρωισμό και την προδοσία, Το πείσμα και την παραίτηση. Στην ουσία καθρεπτίζεται ολόκληρη η ανθρώπινη φύση μέσα από ένα ιδιόμορφο μυθιστόρημα που έχει πολλές προεκτάσεις, αλλά και πολλές ερμηνείες,

Η ιστορία ξεκινάει με μια αύρα μυστηρίου καθώς ένας άντρας επισκέπτεται το πέτρινο ερημωμένο σπίτι στο οποίο γεννήθηκε και μεγάλωσε ο Ανέστης, Με μια εκπληκτικά παραστατική αντανάκλαση φανερώνεται η φθορά του χρόνου πάνω τόσο στα πρόσωπα, όσο και στα αντικείμενα. Ο Χρόνος χάνεται, γίνεται ένας ανάλαφρος ίσκιος και φωτίζει τις περιφερόμενες σκιές εκείνων που έζησαν σε αυτό το πέτρινο σπίτι. Με έναν περίτεχνο λογοτεχνικό λόγο που περικλείει σε μια και μόνο εικόνα ταυτόχρονα την ευτυχία και την δυστυχία, η συγγραφέας μας μεταφέρει στην απόλυτη αλήθεια μιας πραγματικότητας που διχάζεται σε αντιφατικές εκδοχές και εικασίες.

"Στο χέρι της έλαμπε ακόμα το δακτυλίδι του γάμου της, ομολογώντας έναν έρωτα- ή την ανελέητη έλλειψη του -ποιος ξέρει."

"Πάντα με εντυπωσίαζαν τα ντουβάρια στα παλιά σπίτια. Τα συγκεκριμένα θα πρέπει να ξεπερνούσαν σε πάχος τους ογδόντα πόντους. Σχημάτιζαν μεγάλα περβάζια και έκαναν το σπίτι να μοιάζει με απάτητο φρούριο, μπροστά στην θάλασσα. Λες και χρειαζόταν τόσο πάχος για να περιορίσει την ηθική των ενοίκων του- ή μήπως για να φυλακίσει την ψυχή τους; 

Μέσα στις τεντωμένες αναμνήσεις και τις δυνατές επισκέψεις πίσω στον χρόνο αρχίζουμε να μαθαίνουμε για τις στιγμές της ζωής του Ανέστη. Μέσα από τον άγνωστο αφηγητή αρχίζει να ξετυλίγεται το κουβάρι του βίου ενός ζωγράφου που έμαθε να μιλά με τους καμβάδες του. Τις μπογιές και τα πινέλα του. Γεννήθηκε την ημέρα της μεγάλης Σφαγής του Μεγάλου Κάστρου στις 25 Αυγούστου του 1898. Η μητέρα του Δανάη πέθανε στην γέννα και ο πατέρας του ο Γιώργης. του χρεώνει την ευθύνη για τον θάνατο της γυναίκας του. Με αυτή την σκιά της πατρικής απόρριψης θα ανατραφεί και θα μεγαλώσει, Την ανατροφή του ουσιαστικά την αναλαμβάνει ο παππούς του Λεωνίδας και η θεία του Λουλουδιά. Μαζί του μεγαλώνει σαν αδερφή του και ένα κορίτσι η Μυρσίνη, που σώθηκε την ημέρα της σφαγής απο τον πατέρα του. Η στιβαρή, αγέρωχη και εμβληματική μορφή του παππού Λεωνίδα θα αγκαλιάσει τον μικρό Ανέστη, Στην σοφίτα του Πέτρινου σπιτιού ο παππούς θα τον φέρει σε επαφή με την τέχνη της ξυλουργικής και μέσα από αυτή την τέχνη θα ανακαλύψει την κλίση του και την αγάπη του για τα χρώματα και την ζωγραφική. Από την στιγμή που ανακαλύπτει την αγάπη του για την ζωγραφική έχει σαν σκοπό να μπορέσει να πάει στην Αθήνα και να σπουδάσει την τέχνη του. Κάτι που τελικά θα πραγματοποιήσει με πρώτο βήμα την φυγή του από το πατρικό του σπίτι. Στα δεκαπέντε του, μέσα στην νύχτα, θα φύγει για να κυνηγήσει το όνειρο του, αλλά και να ξεφύγει από την σκιά του πατέρα του.

Στον δρόμο του θα βρεθεί ο Μικέλε, ένας άντρας γεμάτος ζωή και χαρά, Ένας άντρας που θα του σταθεί σαν φίλος, σαν αδερφός σαν το δεύτερο μισό του ίδιου του, του εαυτού.  Τα δυο χρόνια που θα ζήσει φιλοξενούμενος στο σπίτι της οικογένειας του Μικέλε, θα τον φέρον αντιμέτωπο με νέα δεδομένα και με ένα μοναδικό καινούργιο συναίσθημα, τον έρωτα. Έχοντας πάντα μαζί του τις σκιές του. Τις σκιές του φόβου, τις σκιές των τύψεων, Τις σκιές μιας παρουσίας που τον δένει με τα δεσμά του έρωτα. Τις σκιές της αγωνίας για το πως συνεχίζουν την δικιά τους ζωή τα αγαπημένα του πρόσωπα. Ο παππούς του Λεωνίδας, η θεία του Λουλουδιά, η σαν αδερφή του Μυρσίνη. Αλλά και η μεγάλη σκιά για την τύχη του πατέρα του, που τον κυκλώνει με μια μεγάλη και σκοτεινή ενοχή.

Όταν τελικά φτάνει στην Αθήνα και μπαίνει στην σχολή καλών τεχνών, το όνειρο του δείχνει να παίρνει ουσιαστικά σάρκα και οστά. Ο Α Παγκόσμιος πόλεμος όμως και ο Εθνικός διχασμός βάζει σε μια εφιαλτική τροχιά το όμορφο παραμύθι του, Το ζοφερό άγγιγμα του πολέμου, θα δοκιμάσει τις αντοχές του, και θα ορίσει τον ουσιαστικό προορισμό του, κάνοντας τον βίαια να υπακούσει σε ένα απροσδόκητο πεπρωμένο.

Μέσα από την συγκλονιστική ζωή του ζωγράφου αποτυπώνονται καταπληκτικά -χωρίς να γίνονται κουραστικές με πολλές λεπτομέρειες- ιστορικές στιγμές που καθόρισαν την ιστορία του τόπου μας,  Η τελευταία μεγάλη σφαγή του 1898 των Κρητών απο τους Τούρκους. Η δημιουργία της Κρητικής Πολιτείας, η Επανάσταση στο Θέρισσο το 1905. Η Ένωση της Κρήτης με την υπόλοιπη Ελλάδα. Και τέλος ο Α Παγκόσμιος Πόλεμος, ο Διχασμός, ο πόλεμος των χαρακωμάτων στα πολύπαθα εδάφη της Μακεδονίας.

Ένα ταξίδι δια πυρός και σιδήρου ανάμεσα στην ζωή, στον θάνατο και την Τέχνη. Την νίκη και την ήττα της Ανθρώπινης σάρκας και της Ανθρώπινης ψυχής απέναντι στους φανερούς και κρυφούς πόθους, Στα απροσδόκητα και μη αναστρέψιμα γεγονότα που όρισαν και ορίζουν την ζωή μέσα στην βρώμικη λογική ενός πολέμου.


Άψογη η εναλλαγή των εικόνων στην ειρήνη και στον πόλεμο. Η δυνατή φιλία, ο σιωπηλός έρωτας. Η αποτύπωση της ανθρώπινης υπόστασης μέσα στις ζωγραφιές του Ανέστη. Ο θυμός του, η απελπισία του, άλλα κυρίως η εξιλέωση του απέναντι σε ένα πεπρωμένο που τον έφερε αντιμέτωπο με την φρίκη και την οδυνηρή επιλογή. Η απελευθέρωση του από το βαρύ φορτίο της ανάγκης να ακολουθήσει κάτι βίαια και άμεσα. Η τέχνη του, τον απεγκλωβίζει και τον εξαγνίζει. Του δίνει την διέξοδο που δεν μπορεί να του δώσει κανένα άλλο μέσον επάνω σε αυτόν τον κόσμο. Όσα δεν μπορεί να αρθρώσει σε λέξεις, τα σχηματίζει σε εικόνες.

 Ζωγραφίζει για να μην ξεχάσει. Ζωγραφίζει για να δώσει ανάσα και πνοή στις σκιές των φόβων του και των προσδοκιών του. Να δώσει μορφή στην ουσία και τον σκοπό της ανθρώπινης περιπέτειας. Μέσα από τον πόλεμο, τον έρωτα και την γυναίκα διασώζει την μνήμη μιας δυνατής και ισχυρής φιλίας , αλλά κυρίως δυναμιτίζει συθέμελα την ουσία της ίδιας της τέχνης που σκοπός της δεν είναι να δείχνει μόνο τις ομορφιές του κόσμου τον καιρό της ειρήνης, Αλλά κυρίως την φρίκη και την τραγικότητα του πολέμου στις στιγμές του ολέθρου.

Είναι ένα βιβλίο που σε καταπίνει σιγά σιγά και ασυναίσθητα στην σαγήνη των συναισθημάτων του. Που σε καθηλώνει με την δύναμη της εικόνας και του λόγου που καλύπτει αποστομωτικά, απόλυτα και εμφατικά κάθε κενό,  Ο λόγος παραστατικός και γλαφυρός. Ρεαλιστικός και απόλυτα ωμός μερικές φορές. Σε προσγειώνει σε μια πραγματικότητα που είναι η αληθινή και πραγματική εικόνα μιας όμορφης ή μιας άσχημης πράξης. Από το φως μπορεί να γεννηθεί το σκοτάδι, αλλά και από το σκοτάδι να ξεπεταχτεί το φως. Οι πράξεις των ηρώων το αποδεικνύουν αυτό με τις μικρές ή μεγάλες πράξεις τους. Με το θετικό ή το αρνητικό πρόσημο των κινήσεων τους, που έχει σαν βάση το φθαρτό και αναλώσιμο σχήμα της ανθρώπινης φύσης. Η Τέσυ Μπάιλα δεν φτιάχνει υπεράνθρωπους ήρωες φτιάχνει τους ήρωες της από χώμα και νερό, ευπρόσβλητους στα πάθη τους αλλά και έτοιμους να αποδεκτούν το μέγεθος της αμαρτίας τους. Επιρρεπείς στα λάθη, αλλά ταυτόχρονα και γενναιόδωροι στην απόδοση των ευθυνών τους.

"Οι άνθρωποι όταν φύγουν αφήνουν το ίχνος τους στην ζωή, για να τους ακολουθήσει όποιος το θελήσει. Και το ίχνος αυτό παίρνει το μπόι της ανθρωπιάς τους."

«Αν θες να ζωγραφίσεις ετούτο τον κόσμο, πρέπει να τον γνωρίσεις. Οι ζωγραφιές σου πρέπει να έχουν αίμα μέσα τους και το αίμα να ρέει καυτό πάνω στα χέρια σου. Αν δεν έχουν όμορφες δεν θα ναι."

"Αν δεν περάσεις από την κόλαση τούτου του κόσμου και δεν αγγίξεις με τα χέρια σου τα καζάνια της, παράδεισο δε φτιάχνεις. Πάει και τέλειωσε. Κι αν θαρρείς ότι τον έφτιαξες, γελασμένος θα είσαι. Μισός θα είναι και δε θα το λογίζεις. Μόνο σαν τον νιώσεις στο δικό σου το πετσί, τότε θα τον ζωγραφίσεις έτσι που να μιλά στον κόσμο» 

Το Βιβλίο Κυκλοφορεί από τις ΕΚΔΟΣΕΙΣ ΨΥΧΟΓΙΟΣ και μέχρι στιγμής είναι ότι καλύτερο έχω διαβάσει το 2019 ανάμεσα σε πολλά πολλά βιβλία, Αναζητήστε το για να λυτρωθείτε από τα λάθη και τις σκιές που βρίσκονται σε λανθάνουσα μορφή στην ψυχή όλων μας.

Πηγή:vivlionerga

Παρασκευή, 8 Νοεμβρίου 2019

Ο Δημήτρης Στεφανάκης γράφει στο diastixo για "Τις νύχτες έπαιζε με τις σκιές"

Τα βιβλία που μας πείθουν, καθώς τα διαβάζουμε, ότι ο κόσμος αρχίζει και τελειώνει στα όρια των σελίδων τους, αξίζει κανείς να τα διαβάσει. Κι ένα τέτοιο βιβλίο έγραψε η Τέσυ Μπάιλα.
Το νέο της μυθιστόρημα, με τίτλο Τις νύχτες έπαιζε με τις σκιές, είναι, αν μη τι άλλο, ένα συναρπαστικό ανάγνωσμα, από αυτά που ξέρει πια να οικοδομεί η συγγραφέας. Η Μπάιλα δεν παρέκλινε ούτε αυτή τη φορά από την αφηγηματική ρότα που εγκαινίασε με το βιβλίο της Το μυστικό ήταν η ζάχαρη – με τη διαφορά μόνο ότι εδώ μας αποκαλύπτεται μια Μπάιλα λιγότερο πομπώδης και λυρική από το Ουίσκι μπλε ή τις Άγριες θάλασσες. Με αυτή την έννοια η μυθιστοριογράφος αγγίζει την ευτυχή συνθήκη της ωριμότητας.
Μπροστά στον καθρέφτη των ιδεών, η Τέσυ Μπάιλα αναζητά περίπου τα ίδια είδωλα. Ο Θέμελης της Ζάχαρης μετεξελίσσεται στον Γιώργη, τον πατέρα του κεντρικού ήρωα. Ένας τέτοιος χαρακτήρας, συνεπής στις βουλές του κακού, απουσίαζε από τα δύο αμέσως προηγούμενα βιβλία της κι η πρόωρη αποχώρηση της Δανάης από την αφηγηματική σκηνή δεν προσφέρει τον εκρηκτικό συνδυασμό του ζευγαριού Θέμελη-Κατίνας. Από την άλλη, όμως, η συνεχής παρουσία του πρωταγωνιστή Ανέστη, που η γέννησή του σηματοδοτεί τη γέννηση ενός ολόκληρου αιώνα, προσφέρει μια κεντρική παρουσία η οποία συνέχει διαφορετικά επεισόδια, διαφορετικές εποχές και πρόσωπα.
Με αυτή την έννοια η μυθιστοριογράφος αγγίζει την ευτυχή συνθήκη της ωριμότητας
Από την παρουσίαση του βιβλίου στο Έναστρον
Υπάρχουν τρεις κατηγορίες ηρώων σε αυτό το μυθιστόρημα. Ο παππούς Λεωνίδας, η θεία Λουλουδιά και η Μυρσίνη αποτελούν την πατρίδα της παιδικής ηλικίας, η Χριστίνα και η Ισιδώρα τις μεταμορφώσεις των παθών και των επιθυμιών, κι όσο για τον Μικέλε, που είναι μια κατηγορία μόνος του, εκτός από αντικαθρέφτισμα του πρωταγωνιστή, παραμένει πόλος έλξης για τον αναγνώστη χάρις στην αυθόρμητα σαγηνευτική ψυχή του.
Συμβαίνουν τόσο πολλά σε έναν αιώνα Ιστορίας κι έρχεται η ζωγραφική του Ανέστη να τα κωδικοποιήσει όλα σε ένα παιχνίδι με τις σκιές, αλλά και με τη μνήμη. Ακόμα κι η επιλογή του αφηγητή είναι μια έκπληξη. Στο νέο μυθιστόρημά της, η Τέσυ Μπάιλα προσπαθεί να υπερβεί τον συγγραφικό της εαυτό.

Σάββατο, 14 Σεπτεμβρίου 2019

ΤΙΣ ΝΥΧΤΕΣ ΕΠΑΙΖΕ ΜΕ ΤΙΣ ΣΚΙΕΣ στα ΧΡΟΝΟΓΡΑΦΗΜΑΤΑ από την ΑΛΚΜΗΝΗ ΠΑΠΑΔΟΠΟΥΛΟΥ

Η συγγραφική πένα της Τέσυ Μπάιλα, για άλλη μια φορά, περιγράφει με ευαισθησία και σεβασμό τα ιστορικά γεγονότα, που διαμόρφωσαν τις κοινωνικοπολιτικές εξελίξεις στην Ελλάδα. Στο νέο της μυθιστόρημα με τον τίτλο «Τις νύχτες έπαιζε με τις σκιές», ο μυστηριώδης άγνωστος αφηγητής παρακολουθεί και καταγράφει με «φωτογραφικό φακό» τον Ανέστη, από τη γέννησή του στο Ηράκλειο το 1898, μέχρι και το τέλος της ζωής του. Τον εύθραυστο ήρωα Ανέστη φορτωμένο με πάθη, συναισθηματικές συγκρούσεις, ανεκπλήρωτα όνειρα, μυρωδιές, χρώματα και λογιών λογιών σκιές, που δε διατυμπανίζουν την αλήθεια τους και κινούνται γρήγορα, όταν πέσει το πέπλο της νύχτας, συνοδοιπόρο με τα σημαντικά και ανεξίτηλα πρόσωπα και γεγονότα, που καθόρισαν την καλλιτεχνική του διάσταση.
Ένα μεστό, ολοκληρωμένο, συναρπαστικό και βαθιά συγκινητικό οδοιπορικό από την Κρητική Επανάσταση, την Ένωση της Κρήτης με την Ελλάδα, τους Βαλκανικούς πολέμους, τον Εθνικό Διχασμό και τα χαρακώματα στη Μακεδονία κατά τη διάρκεια του Α΄ Παγκοσμίου πολέμου. Με ρεαλισμό, αληθοφάνεια, πιστότητα το συγγραφικό χέρι χειρίζεται με δεξιοτεχνία τον πρωταγωνιστή και τους δευτεραγωνιστές, που επηρέασαν τις επιλογές και τις αποφάσεις του. Από τον τρυφερό παππού Λεωνίδα, τη γλυκιά θεία Λουλουδιά, τη Μυρσίνη, τη λιγομίλητη Ισιδώρα, την παθιασμένη Χριστίνα, την ανοιχτόκαρδη κυρά Ευτέρπη, μέχρι και το αντικαθρέφτισμα του Ανέστη, τον Μικέλε με την αυθόρμητα σαγηνευτική ψυχή.
Ο φόβος, το σκοτάδι, η απογοήτευση, ο πόνος βρίσκουν καταφύγιο πάνω στο τελάρο και απεικονίζονται με γραμμές από κάρβουνο. Τα κοπανισμένα ρόδια και κρεμμύδια, το λιόζουμο, τα βρασμένα κάστανα και τα κοκκινολούλουδα θα καταφέρουν να φωτίσουν τις σκιές τελικά, θα δώσουν χρώμα, ένταση και νόημα στον πίνακα των αξιών της ζωής. Λυρικές εικόνες διάχυτες από φως και ποίηση σε καθηλώνουν και καλύπτουν απόλυτα και αποστομωτικά κάθε κενό.
«Μια σκιά τεράστια είναι ο φόβος, μα μονάχα όταν περπατήσει κανείς καταπάνω της μπορεί να τη δει να μικραίνει και τελικά να σβήνει, όπως συμβαίνει πάντα με τις σκιές».

Τετάρτη, 17 Ιουλίου 2019

Ο Σάκης Ξυλοπινάκας γράφει για ΤΙΣ ΝΥΧΤΕΣ ΕΠΑΙΖΕ ΜΕ ΤΙΣ ΣΚΙΕΣ

Διαβάζοντας το βιβλίο της κ. Μπάιλα, το βρήκα εξαιρετικό. Λάτρεψα τον τρόπο που αφήνει πάνω στο λευκό χαρτί κάθε λέξη, δημιουργώντας εικόνες, αρώματα, σκέψεις, συναισθήματα, μελωδίες. Η ποιητική της γραφή στην απόδοση του κειμένου μού δημιούργησε την επιθυμία να διαβάζω κάθε σελίδα αργά και με μεγάλη προσοχή, φοβούμενος μη χάσω τη μελωδία των λέξεων! Από τη στιγμή που πήρα το «Τις νύχτες έπαιζε με τις σκιές» στα χέρια μου έμεινα στο εξώφυλλο...μου έκανε εντύπωση που η συγγραφέας επέλεξε ένα πίνακα του Μονέ. Διαβάζοντας τις πρώτες του σελίδες με γοήτευσε ο λυρισμός, η ποιητικότητα, οι Κρητικοί ιδιωματισμοί...εικόνες και πρόσωπα εμφανίζονταν μπροστά μου. Οι λέξεις γινόντουσαν χρώμα, εικόνες φιγούρες που πέρναγαν μπροστά μου. Δυνατή ιστορία που βεβαιώνει πως ο Θεός δεν αφήνει κανένα πλάσμα του μόνο και χωρίς την παρουσία του. Στη ζωή του Ανέστη άνθρωποι όπως ο παππούς Λεωνίδας, η θεία Λουλουδιά, η θετή αδελφή του η Μυρσίνη, η κυρά Ευτέρπη, η Χριστίνα, ο Δημήτρης αλλά κυρίως η Ισιδώρα και ο Μικέλε. Τον βοηθούν, τον πλάθουν, τον διαμορφώνουν ως παιδί, ως έφηβο, ως άντρα, ως καλλιτέχνη...
και απέναντι του η ζωή γεμάτη ανατροπές και εκπλήξεις. Από την ευτυχία που γεννά η ελπίδα και ο έρωτας ως την κόλαση του πολέμου. Ενός Πόλεμου που η ζωή χάνει κάθε της αξία και ο άνθρωπος κάθε ανθρωπιά. Εκεί όπου ο Θεός γυρίζει το πρόσωπό Του και παίρνει τα μάτια Του απ΄ τον άνθρωπο, που έπλασε και αγαπά και αυτόματα το πλάσμα της δημιουργίας Του γίνεται το πιο σκοτεινό και επικίνδυνο θεριό. Μα το σκοτάδι δεν μπορεί να φυλακίσει το φως. Η αγάπη κλείνει τις πληγές. Όσο αίμα και να είδαν τα αθώα σου μάτια, η ψυχή σου είναι αγνή, το καλό πάντα θα υπερισχύει!