Παρασκευή, 15 Δεκεμβρίου 2017

Ο Μιχάλης Τζανάκης γράφει για "Το μυστικό ήταν η ζάχαρη" στο fractal

Ιστορίες για να θυμάσαι

Γράφει ο Μιχάλης Τζανάκης //

Τέσυ Μπάϊλα «Το μυστικό ήταν η ζάχαρη», εκδ. Ψυχογιός

Το μυθιστόρημα της Τέσυς Μπάιλα, «Το μυστικό ήταν η ζάχαρη», ο αναγνώστης δε θα το διαβάσει απλά, αλλά θα το γευτεί, θα το ακούσει, θα το μυρίσει θα το ακουμπήσει. Είναι ανάγνωσμα πάσης αισθήσεως και παντός συναισθήματος. Δε  θα μπορούσε να είναι και διαφορετικά με τόση Κρήτη που εμπεριέχει το έργο.
Κάποτε ρώτησαν το σπουδαίο Μίκη Θεοδωράκη ποια είναι η διαφορά του γνήσιου λαϊκού τραγουδιού με το ελαφρό τραγούδι. Ο μεγάλος συνθέτης είχε απαντήσει: «Το λαϊκό τραγούδι είναι αυτό που σε κάνει να θυμάσαι και το ελαφρό αυτό που σε κάνει να ξεχνάς». Επεκτείνοντας τη λογική της ερώτησης αλλά και της απάντησης πέρα του τραγουδιού σε κάθε είδους τέχνη και ειδικά στη λογοτεχνία νομίζω η απάντηση θα είναι ίδια. Η πραγματική λογοτεχνία σε κάνει να αναθυμάσαι ενώ η επιδερμική και επιπόλαια σε κάνει να ξεχνάς. Υπ’ αυτήν την έννοια λοιπόν έχουμε ένα κείμενο όχι μόνο υψηλής αισθητικής, αλλά λαϊκό στην ουσία του.
Το μυθιστόρημα της Τέσυς Μπάιλα έχει την ιδιαιτερότητα, αλλά συνάμα και το πλεονέκτημα να διαρθρώνεται πάνω σε δυο διαφορετικούς άξονες, τον ιστορικό και τον κοινωνικό και οι άξονες αυτοί συγκλίνουν και τέμνονται στο πρόσωπο ή μάλλον σε ολόκληρη τη ζωή  της Κατίνας. Μια ζωή που εμπεριέχει και τελικά αποθεώνει τον ηρωισμό της καθημερινότητας.
Απ’ τη μια η ιστορία μιας οικογένειας στην Κρήτη που πορεύεται παράλληλα με την ιστορία του νησιού απ’ τα τέλη του 19ου αιώνα, φτάνοντας να βιώσει την κορύφωση του δράματος της με τη θηριωδία των ναζί στο νησί. Κάπου εκεί η ιστορία επιβάλλει τους όρους της στους ήρωες του έργου και όσους δεν εξοντώνει, τους ποδηγετεί για τα επόμενα χρόνια.
Αυτό το πρώτο μέρος του έργου, δοσμένο με το ρεαλισμό της αντιπολεμικής διάθεσης της συγγραφέα θυμίζει μια μυθιστορηματική εκδοχή του κινηματογραφικού «Πλατούν». Ο παραλογισμός του πολέμου σκοτώνει με κάθε τρόπο τα σώματα, αλλά δεν μπορεί να κάνει το ίδιο και με τις ψυχές. Απ’ τη διαστροφή της πυρπόλησης ολόκληρων οικισμών απ’ τους ναζί, μέχρι το Μόνοβιτς το παράρτημα του Άουσβιτς κάποιοι επιμένουν να ζουν, έστω αφήνοντας ένα βιολί, όπως αυτό του Σήφη, να παίζει αιώνια και να θυμίζει ότι υπάρχουν δυνάμεις υπέρτερες απ’ αυτές των όπλων.
Το δεύτερο μέρος του έργου, αυτό που θα μπορούσαμε να χαρακτηρίσουμε ως τον κοινωνικό άξονα του έργου η ατμόσφαιρα γίνεται Ντοστογιεφσκική. Από την Κρήτη μεταφερόμαστε στο αστικό περιβάλλον του Πειραιά εκεί που η Κατίνα συναντά την παρακμιακή ατμόσφαιρα της μεταπολεμικής περιόδου πνιγμένη στους καπνούς και το αλκοόλ. Οι διαφορές στο ήθος της Κατίνας με τον άντρα της τον Θέμελη σκιαγραφούν επίσης ρεαλιστικά τον απόλυτο ύμνο της ζωής. Υπενθυμίζει ότι θύματα και θύτες της καθημερινότητας αγωνίζονται με οποιονδήποτε τρόπο να κρατηθούν όρθιοι στη λαίλαπα μιας παρασιτικής ζωής. Ωστόσο η καρτερικότητα της Κατίνας θα φανεί αρκετή προκειμένου να διασωθεί η ίδια, ο γάμος της αλλά κυρίως ένα σπουδαίο παιδί, ο Θράσος, το παιδί του ζευγαριού.
Τα πρόσωπα, οι ήρωες μικροί και μεγάλοι, δίνουν καθένα το στίγμα τους και βάζουν την ηθική σφραγίδα τους, όχι μόνο την προσωπική αλλά και τη σφραγίδα του χώρου και του χρόνου μέσα στους οποίους ζουν.
Διαβάζοντας το κείμενο ο αναγνώστης θ’ αγαπήσει  γι’ άλλη μια φορά την Κρήτη, τη λεβεντιά, την τιμή, το φιλότιμο, την ανθρωπιά, ακόμα και την κουζουλάδα των Κρητικών, θ’ ακούσει το θρόισμα απ’ τα λιόδεντρα, θ’ ακουμπήσει και θα  νιώσει τη σκληράδα της κρητικής πέτρας, θα  γευτεί τα καλιτσούνια και τις πίτες της Κωνσταντάκαινας,  θα καμαρώσει τα χειροτεχνήματα,  τα υφαντά και τη νοικοκυροσύνη των γυναικών.
Την ίδια στιγμή που  θα  οργιστεί με το σκληρό Θέμελη μέχρι να τον δει στο τέλος με οίκτο, θ’ αγαπήσει,  θα θαυμάσει θα  εκνευριστεί με την υποχωρητικότητα και την ανοχή της Κατίνας.
Την ίδια ώρα θ’ ακούσει  το βιολί του Σήφη θα προσηλωθεί  στην ψαλμωδία του παπά, θ’ αγωνιά για την τύχη του Τομ, θα κλάψει σαν άνθρωπο το Μανούσο, το σκυλί της οικογένειας.
Μα τελικά για να ‘ρθουμε στα πιο απλά και εύκολα τι άλλο είναι η πραγματική τέχνη πέρα από συναισθήματα μοιρασμένα τίμια και δίκαια μεταξύ του παραγωγού και του αποδέκτη της τέχνης;
Αυτό είναι και το τελικό συμπέρασμα μου.
Ένα άρτιο καλλιτεχνικό δημιούργημα στηριγμένο στην πιο απλή συνταγή της επιτυχίας ενός έργου: Το Ήθος και την ψυχή.

Τετάρτη, 5 Ιουλίου 2017

Ο Πασχάλης Πράντζιος γράφει για τις "Άγριες θάλασσες"

«Άγριες Θάλασσες» της Τέσυς Μπάιλα, Εκδόσεις Ψυχογιός γιατί «Η ανάγνωση των καλών βιβλίων είναι σαν τη συνομιλία με τους τελειότερους ανθρώπους του παρελθόντος» (René Descartes)

«Κι εκεί, με τον αγέρα να χτυπά κατάσαρκα την πλώρη του καϊκιού, με τη θάλασσα να σφυροκοπά την καρίνα του, εκείνος έβρισκε την ευκαιρία να κάνει και πάλι όνειρα. Λες και από το ανοιχτό του πουκάμισο έβρισκαν την ευκαιρία να διαχυθούν στον νυχτερινό ουρανό και από εκεί να φτάσουν στην ακτή του Τσεσμέ, να κουρνιάσουν πάνω στο μαξιλάρι της Ελένης και εκεί, δίπλα της, να αποκοιμηθούν»

Χανιά, καύσωνας, τριήμερο του Αγίου Πνεύματος και το νησί βουλιάζει. Γυρνώ για ώρα στους δρόμους με το αμάξι ψάχνοντας να βρω μια απόμερη θάλασσα, χωρίς κόσμο, χωρίς ρακέτες, χωρίς παιδάκια που ουρλιάζουν από τον ενθουσιασμό της παιδικής τους ηλικίας. Μια ήρεμη θάλασσα ψάχνω, για να διαβάσω τις Άγριες Θάλασσες, της Τέσυς Μπάιλα. Μου έρχεται να σταματήσω το αμάξι σε μια σκιά και να αρχίσω να διαβάζω το βιβλίο που με περιμένει ανυπόμονα, ξαπλωμένο στη θέση του συνοδηγού, όμως δεν το κάνω. Σκέφτηκα ακριβώς το σημείο που θα έπρεπε να πάω, για να βρω το ιδανικό για μένα περιβάλλον και δεν έπεσα έξω. Έτσι, βρέθηκα σ’ ένα μέρος που θα είχα για παρέα μονάχα τις Άγριες Θάλασσες, μπροστά σε μια παραλία ξεχασμένη από την εποχή του Παραδείσου.
Το κάθε τι για να το συλλάβεις ορθότερα στο νου σου, θα πρέπει να το αντιδιαστείλεις με το αντίθετό του. Αλλιώς δεν το βλέπεις στη σωστή του διάσταση. Δεν μπορείς για παράδειγμα να δεις ολοκληρωμένα τις Άγριες Θάλασσες χωρίς να τις αντιδιαστείλεις με τις ήρεμες ή τις μαγευτικές ή τις ειδυλλιακές. Είναι διπολική η ζωή κι, ως φαίνεται, η Τέσυ Μπάιλα το γνωρίζει και το καταθέτει συγγραφικά σ’ ένα μυθιστόρημα που έχει χρώμα και μυρωδιά πολέμου. Ο πόλεμος και η ειρήνη. Ο πόλεμος -βάρβαρος σχεδιασμός ανθρώπινης επινόησης-  και η ειρήνη, το διάλειμμα του πολέμου. Μεταξύ αυτών των δύο οριοθετείται και η ανθρώπινη ζωή. Το δίπολο έρωτας και θάνατος εναλλάσσεται ταχύτατα στην πορεία του χρόνου κι οι άνθρωποι περαστικοί καθώς είναι από το κομμάτι της φυσικής ζωής, φεύγουν αφήνοντας πίσω τους αυτό που ονομάζουμε ιστορία. Και το δίπολο αυτό, ο πόλεμος και η ειρήνη, ο έρωτας και ο θάνατος ενυπάρχουν στις Άγριες Θάλασσες.
Άραγε, είναι ιστορικό μυθιστόρημα οι Άγριες Θάλασσες που έχουν ως θεματικό πυρήνα ένα ντοκουμέντο του Β’ Παγκοσμίου πολέμου; Θα μου φαινόταν ελλιπής ένας τέτοιος προσδιορισμός. Με περιορίζει, και το μυθιστόρημα της Τέσυς Μπάιλα σε κάνει να ταξιδεύεις χωρίς να θέτει περιορισμούς. Επειδή οι περιγραφές της είναι συγκλονιστικές, μπορείς και ίπτασαι στον τόπο και στο χρόνο με απίστευτη ευκολία κι επειδή η μυθιστορηματική της γλώσσα είναι υποδειγματική, πολύ εύκολα φεύγεις από το παρελθόν και μεταφέρεσαι στο παρόν, σκέφτεσαι, προβληματίζεσαι, παραδέχεσαι ότι η ανθρώπινη μοίρα πορεύεται αέναα μέσα σε θάλασσες άγριες.
Αν πάρουμε ως δεδομένο ότι η λογοτεχνία είναι πάνω απ’ όλα γλώσσα -αυτό είναι το μέσον για να αποδώσεις το κάθε τι- οι Άγριες Θάλασσες είναι λογοτεχνία. Η γλώσσα της Μπάιλα έχοντας απολύτως την προσωπική της σφραγίδα κινείται μεταξύ αφήγησης και περιγραφής με δεξιοτεχνία, αποτυπώνει συναισθήματα, εγείρει σκέψη, καταγράφει γεγονότα, ενώ ταυτόχρονα μαγεύει, καθώς γλιστρά σαν το μετάξι μέσα στη διήγηση. Αν πάρουμε, επίσης, ως δεδομένο ότι η λογοτεχνία και η ζωή ταυτίζεται, αφού δεν έχουμε από τη μια μεριά τη λογοτεχνία και από την άλλη τη ζωή, οι Άγριες Θάλασσες το πιστοποιούν. Κι επειδή η Μπάιλα δεν γράφει ανάλαφρες ιστοριούλες, απέδειξε -και σ’ αυτό το βιβλίο- πως η λογοτεχνία είναι άρρηκτα συνδεδεμένη με τη ζωή, κι αν δεν υπάρχει αυτό το λογοτεχνικό αλισβερίσι, ο έρωτας που εμπνέει η ζωή στην Τέχνη, δεν μπορούμε να μιλάμε για έργο τέχνης.Η ιστορία του βιβλίου δεν στηρίζεται σε πραγματικές αναφορές, είναι πραγματική. Φαντάζομαι πως για τους περισσότερους αναγνώστες είναι «δέλεαρ» μια μυθιστορηματική ζωή αληθινή. Όμως για συγγραφείς που ξέρουν να γράφουν, όπως η Μπάιλα, αυτό δεν έχει σημασία, αφού κρίνοντας και από τα προηγούμενα βιβλία της κάθε τι που γράφει είτε είναι πραγματικό είτε προϊόν συγγραφικής φαντασίας, το γράφει καλά. Η πένα της Τέσυς Μπάιλα δεν έχει ανάγκη το «αληθινό», για να εκφραστεί. Πείθει ό,τι και να γράψει κι αυτό είναι ίδιον συγγραφικής δεινότητας. Θέλω να πω πως ναι μεν είναι εντυπωσιακό να διαβάζεις μια πραγματική ιστορία που μάλιστα συνοδεύεται και από την πιστοποίηση βιβλιογραφίας, ωστόσο δεν θεωρώ το βιβλίο εξαιρετικό γι’ αυτό το λόγο. Οι Άγριες Θάλασσες είναι ένα εξαιρετικό μυθιστόρημα, γιατί έχει λογοτεχνική ταυτότητα.
Οι Άγριες θάλασσες είναι ένα βιβλίο σοβαρό και ο σεβασμός του γράφοντος απέναντι στους αναγνώστες προϋπόθεση της σύνθεσης και της δημιουργίας του.
Κι επειδή, παρότι ζω στην Κρήτη, δεν είμαι «κριτικός», θα κλείσω τις σκέψεις μου πάνω σ’ αυτό το καλό βιβλίο ως αναγνώστης. Με βρήκε η νύχτα στη θάλασσα και ξημέρωσα διαβάζοντας τις Άγριες Θάλασσες μ’ ένα φακό!
* Ο Πασχάλης Πράντζιος γεννήθηκε στην Ανάβρα Καρδίτσας το 1971. Είναι απόφοιτος της Φιλοσοφικής Σχολής του Α.Π.Θ. και εργάζεται στη Μέση Εκπαίδευση. Βιβλία του: «Και πάντα με χείλη κόκκινα…» (2006), «Περί ανέμων και γάτων» (2009), «Λιωμένο μολύβι» (2012), «Η πόλη έχει ρεπό» (2014) όλα από τις εκδόσεις «Ωκεανίδα».
Πηγή: http://fractalart.gr/agries-thalasses-tesy-baila/

Η Έρη Ρίτσου γράφει για τις "Άγριες θάλασσες"

Έρη Ρίτσου, Τέσυ Μπάιλα στον Ιανό
Διάβασα πρόσφατα το βιβλίο «Άγριες θάλασσες». Πρόκειται για μια μυθιστορηματική βιογραφία του Σαμιώτη Μιλτιάδη Χούμα, έτσι για μας τους Σαμιώτες έχει ιδιαίτερη σημασία, πέρα απ’ το ενδιαφέρον που παρουσιάζει η σχεδόν άγνωστη ιστορία μιας πλευράς της αντίστασης στον καταχτητή, στη διάρκεια του Β’ Παγκόσμιου Πόλεμου. Η Τέσυ Μπάϊλα, έχοντας κάνει εξονυχιστική έρευνα σε αρχεία προσωπικά και δημόσια και έχοντας διαβάσει όλη τη σχετική με το θέμα της βιβλιογραφία, παρουσιάζει την πτυχή αυτή του αγώνα των κατακτημένων με έναν μυθιστορηματικό, απλό, εύληπτο, ευχάριστο στην ανάγνωση τρόπο.
Ο ήρωάς της, ο Μιλτιάδης Χούμας, τα αρχεία του οποίου έθεσε στη διάθεσή της η οικογένειά του, μετά από ένα τυχαίο περιστατικό κατά το οποίο έρχεται σε σύγκρουση με Ιταλούς στρατιώτες στη διάρκεια της ιταλικής κατοχής στη Σάμο, αναγκάζεται για να μην συλληφθεί και εκτελεστεί, να πάρει το καϊκι του και μαζί με δύο φίλους του να εγκαταλείψει το νησί. 
Ο Μιλτιάδης Χούμας δεν είναι οργανωμένος σε κάποια αντιστασιακή οργάνωση, ούτε φαίνεται ιδιαίτερα συνειδητοποιημένος. Είναι ένα ψαράς που αγαπάει τη θάλασσα μέσα στην οποία γεννήθηκε ουσιαστικά, την πατρίδα του και το δίκιο. Οπλισμένος με αυτές τις αγάπες, φεύγοντας απ’ το νησί, δεν κοιτάζει απλώς να σώσει τον εαυτό του αλλά αισθάνεται την ανάγκη να κάνει κάτι για την απελευθέρωση της πατρίδας του. Η τύχη ρίχνει στον δρόμο του έναν Εγγλέζο στρατιωτικό που του δίνει την ευκαιρία να κάνει αυτό που θέλει, να βοηθήσει δηλαδή στον αγώνα κατά των φασιστών και των ναζί και έτσι καταλήγει με το καϊκι του να φυγαδεύει Άγγλους που έχουν αποκλειστεί στην Ελλάδα καθώς και Έλληνες που κρύβονται από τους Γερμανούς.
Με αυτή την αφετηρία, η Τέσυ Μπάιλα παρουσιάζει την ιστορία του Χούμα, τη δράση, τις προσωπικές αναζητήσεις του, τον έρωτά του για τη μελλοντική του γυναίκα και παράλληλα δίνει εικόνες τόσο της ζωής στα νησιά όσο και στην ενδοχώρα της κατακτημένης Ελλάδας, με μια μοναδική ζωντάνια που προκαλεί συγκίνηση.
Αυτό που με εντυπωσίασε ιδιαίτερα, είναι οι ομοιότητες ανάμεσα στις συνθήκες που αντιμετωπίζουν οι πρόσφυγες που έρχονται στη χώρα μας αυτά τα χρόνια για να ξεφύγουν την καταστροφή του πολέμου και στις συνθήκες που αντιμετώπιζαν οι Έλληνες πρόσφυγες στα παράλια της Μικράς Ασίας, ιδιαίτερα οι κάτοικοι των νησιών που έφευγαν απ’ τα νησιά τους για να ξεφύγουν κυρίως από την γερμανική κατοχή, τις οποίες η Μπάϊλα μας προσφέρει με εξαιρετικές περιγραφές.

Η Ευδοξία Κολυδάκη γράφει για τις "Άγριες θάλασσες"

Καλογραμμένο, καθηλωτικό, συναρπαστική πλοκή, αληθινή ιστορία με ιστορικό ενδιαφέρον

".....Η αξιοπρέπεια είναι που σε κάνει να συνεχίσεις να ταξιδεύεις, ακόμα κι όταν σπάσουν τα κουπιά σου, η λαχτάρα να μη χαλαλίσεις τα όνειρά σου και η ελπίδα. Μια ελπίδα βαφτισμένη στο όνομα της εθνικής υπερηφάνειας, της ελευθερίας πέρα από κάθε προσωπικό κέρδος. Και όλα αυτά σε κάνουν να παλεύεις ασίγαστα, χωρίς κανένα άλλο αντίκρισμα. Δεν χρειάζεσαι κάτι άλλο".

Ενα έξοχο βιβλίο, που συνδυάζει ιστορία, τη σκληρή πραγματικότητα του πολέμου, και μας γνωρίζει με τον καλύτερο τρόπο, έναν ταπεινό, ακέραιο, έντιμο, με ήθος και εθνική συνείδηση Ελληνα, που τίμησε τις ελληνικές "άγριες θάλασσες" της κατεχόμενης Ελλάδας, με τον ηρωισμό του, το θάρρος, τη γεννναιότητά του, την πίστη του στην ελευθερία και στην ασίγαστη ελπίδα του, για την απελευθέρωση του τόπου μας ....οι σελίδες του, όλες μία και μία, μας ταξιδεύουν όχι μόνο στις "άγριες θάλασσες" κατά τον εύστοχο τίτλο του, αλλά σε εκείνη την εποχή, που όλα ήταν πιο αγνά, αθώα, μακριά από σκοπιμότητες, συμφέροντα, ιδιοτέλειες και υστεροβουλίες....αποτελεί έναν "φόρο τιμής" σε όλους εκείνους τους αφανείς και εμφανείς ήρωες, Ελληνες που στα δύσκολα χρόνια της Κατοχής, δεν δίστασαν ούτε στιγμή, με αίσθηση ευθύνης και πλήρη συνείδηση της κρισιμότητας των περιστάσεων, να επιλέξουν ανάμεσα στην υποταγή στον κατακτητή και στον αγώνα για την ελευθερία της πατρίδας, ακόμα και εάν, καθημερινά, έθεταν σε κίνδυνο τη ζωή τους (και όχι μόνο τη δική τους, αλλά και των δικών τους ανθρώπων), χωρίς να φοβηθούν ούτε στιγμή, να λιποψυχήσουν και να υπαναχωρήσουν από τα ιδανικά και τις αξίες τους. Και αν μέχρι σήμερα, δεν γνωρίζαμε την σπουδαία προσφορά του Μιλτιάδη Χούμα, τον οποίο γνωρίσαμε χάρη στην έμπνευση και στη συγγραφική πένα της Τέσυς Μπάιλα, αυτό, εν πολλοίς οφείλεται στην ταπεινότητά του και στη σεμνότητά του, που ουδέποτε του επέτρεψε να "εκμεταλλευθεί" τη συμμετοχή του στην Εθνική Αντίσταση, αρετές οι οποίες αναμφισβήτητα αποτελούσαν στοιχεία της έντονης και μαχητικής προσωπικότητάς του, σε συνδυασμό με την ασίγαστη φιλοπατρία του και την αστείρετη αγάπη για τον τόπο μας.

Σε μία εποχή, και σε καιρούς δύσκολους, που η τιμή και η εθνική υπερηφάνεια, η αξιοπρέπεια και το ψυχικό σθένος, δεν ήταν "κενό γράμμα", αλλά πραγματικά και ουσιαστικά αποτελούσαν μοναδικά στοιχεία της ελληνικής ιδιοσυγκρασίας, τα οποία εμφαντικά, διεκδικούσαν, στις περιόδους απώλειας ή κλονισμού της ελευθερίας, να είναι τα βασικότερα και τα πιο γνήσια στοιχεία, του έθνους μας, τα λόγια και οι σκέψεις του Μ. Χούμα, δια της συγγραφικής πένας, με τη διαύγειά τους, αποκτούν μεγαλύτερη βαρύτητα και προκαλούν αβίαστα το θαυμασμό για το μεγαλείο της ψυχής όλων εκείνων που αγνόησαν τον φόβο, και με πάθος, πρόσφεραν ανεκτίμητες υπηρεσίες για την "ανάσταση" της Ελλάδας. Διότι, εκείνοι οι άνθρωποι, όσο σκληρά και αν δοκιμάσθηκαν, είχαν τη σκέψη τους και στις επόμενες γενιές, στα χρόνια που θα ακολουθούσαν και σε όσα ιερά και όσια όφειλαν να παραδώσουν, και οι περισσότεροι με αυταπάρνηση, σκέφτονταν όπως και ο Μ.Χούμας, την εικόνα και τις σκέψεις του οποίου, η Τ. Μπάιλα μας έκανε "κοινωνούς" :

"....επειδή ότι είχε κάνει δεν σήμαινε για εκείνον παρά μόνο ένα χρέος, και το χρέος αυτό δεν είχε σχέση ούτε με παράσημα, ούτε με τιμές, ούτε με μπάντες που παιάνιζαν διθυραμβικά, αλλά με την έμφυτη συστολή του ανθρώπου που επιλέγει να υπηρετήσει τη θητεία του στο παρελθόν και να παραδώσει στις επόμενες γενιές ατόφια την Ιστορία της πατρίδας του, αδιαπραγμάτευτη, αρνούμενος την υποδούλωσή της".

Οι περιγραφές όσων διαδραματίσθηκαν εκείνη την περίοδο, με την αποφασιστικής σημασίας, συμμετοχή του ήρωα, ο οποίος με εγκαρτέρηση και γενναιότητα, δεν παρεξέκλινε της συνειδητής του επιλογής, είναι όχι μόνο απολύτως ρεαλιστικές (όπως αρμόζει στην αφήγηση μίας αληθινής ιστορίας), αλλά, συγκλονιστικές, θα μπορούσα να πω, αφού, χωρίς καμία υπερβολή, προκαλούν δέος και συγκίνηση και "μεταδίδουν" μοναδικά την αγωνία, την ένταση και τα συναισθήματα που στις πιο κρίσιμες ώρες, βίωσαν όλοι όσοι έλαβαν μέρος, στις επιχειρήσεις διαφυγής και διάσωσης, και αποδίδουν πιστά την ατμόσφαιρα εκείνης της περιόδου, που μπορεί να ήταν "σκοτεινή", φορτισμένη και έμπλεη απόγνωσης και οδύνης, αλλά, πρόσκαιρη και μόνο, χάρη στην αυτοθυσία και στην ακλόνητη πεποίθηση, ότι μόνο με αντίσταση και αγώνα, κατακτάται η πολυπόθητη ελευθερία. Θα μπορούσα να γράψω πάρα πολλά για αυτό το αριστουργηματικό βιβλίο, σταματώ εδώ όμως, γιατί αξίζει να γνωρίσετε ένα μοναδικό ταξίδι στις "Αγριες Θάλασσες", με την ελπίδα και την ευχή να παραμείνουν πάντα ήρεμες και γαλήνιες, όσο εξαρτάται από την ανθρώπινη φύση, τον πιο αστάθμητο παράγοντα. Πολλά πολλά συγχαρητήρια !!!!!!!

http://www.presspublica.gr/ Άγριες θάλασσες/ Συνέντευξη της Τέσυ Μπάιλα

Του ΓΙΩΡΓΟΥ ΚΙΟΥΣΗ
Στις άγριες θάλασσες της κατεχόμενης Ελλάδας υπάρχει ένα μυστικό ελευθερίας που το γνωρίζουν μόνο οι γενναίοι. Η «Ευαγγελίστρια», το καΐκι της διαφυγής, δε μεταφέρει ανθρώπους∙ μεταφέρει την ελπίδα της εθνικής ξαστεριάς στην πιο σκοτεινή στιγμή της σύγχρονης Ιστορίας. Κατακτητές και πατριώτες, διώκτες και κυνηγημένοι, όλοι τους στρατευμένοι σ’ έναν πόλεμο που θα κρίνει το μέλλον του κόσμου. Από τον ασυμβίβαστο καπετάν Μιλτιάδη Χούμα μέχρι την καρτερική Ελένη του, μικροί και μεγάλοι ήρωες στροβιλίζονται σ’ ένα έπος που εκτυλίσσεται στην πανάρχαια θάλασσα του Ομήρου. Τι απέμεινε από αυτή τη φοβερή αντάρα; Μνήμες και βοές μέσα στον χρόνο αλλά και η ζωή αυτών των ανθρώπων, πλούσια σε ιδανικά, σε όνειρα, σε έρωτες και πάθη. Ζωή μοιρασμένη σε επεισόδια που θα αδυνατούσε να συλλάβει και η πιο τολμηρή φαντασία.
Μιλάμε με την Τέσυ Μπάιλα, συγγραφέα του βιβλίου «Άγριες θάλασσες» εκδόσεις Ψυχογιός.
Οι Άγριες Θάλασσες, μια μυθιστορηματική μαρτυρία βασισμένη σε αληθινή ιστορία;
Ναι, οι «Άγριες θάλασσες» είναι μια μυθιστορηματική πραγματεία για τη ζωή και τη δράση του Σαμιώτη καπετάνιου Μιλτιάδη Χούμα τα ταραγμένα χρόνια του Β’ Παγκοσμίου πολέμου, οπότε και στρατολογήθηκε στη συμμαχική οργάνωση των Άγγλων ΜΙ 9 από τον Μάικλ Πάρις, τον Άγγλο φιλέλληνα λοχαγό, ο οποίος είχε νωρίτερα διαφύγει με καΐκι από την Κρήτη μετά τον τραυματισμό του στη Μάχη της Κρήτης. Το βιβλίο παρακολουθεί τη δράση του ανθρώπου αυτού και τους κλυδωνισμούς της προσωπικής του ζωής.
-Στο πλοίο Ευαγγελίστρια με ρότα προς τη λευτεριά;
– Το «Ευαγγελίστρια», ένα μικρό καΐκι, ταξίδεψε μέχρι τον Τσεσμέ όπου και ανέλαβε ο μαραγκός Γιώργος Κατσουλάκης, άνθρωπος και αυτός της ίδιας οργάνωσης,  να το μετατρέψει σε καΐκι διαφυγής, αλλάζοντας μηχανή και δημιουργώντας κρύπτες στις οποίες θα μπορούσαν να κρύψουν οπλισμό και ασύρματο. Έτσι το μικρό καΐκι των δώδεκα περίπου μέτρων έγινε το όχημα της διαφυγής, με ρότα προς τη λευτεριά  και κυρίως προς την ανθρώπινη αξιοπρέπεια.
-Με φόντο το ιταλοκρατούμενο Αιγαίο;
Με φόντο το ιταλοκρατούμενο Αιγαίο, πολύ σωστά, ένα Αιγαίο γεμάτο ιταλικές και γερμανικές περιπολίες, νάρκες, συντρίμμια, ναυάγια, χαμένες ελπίδες και πάθη. Φανταστείτε ένα μικρό πλεούμενο στη μέση μιας σκοτεινής ιστορικής καταιγίδας να επιμένει να φτάσει στις ακτές της ελευθερίας και να διατρανώνει με τον τρόπο αυτό τη δική του φωνή διαμαρτυρίας απέναντι στην παντοδυναμία των Δυνάμεων του άξονα, μεταφέροντας Άγγλους συμμάχους και Έλληνες αγωνιστές και κυρίως την ελπίδα και το ελληνικό ήθος.
-Πως ασχοληθήκατε με αυτό το θέμα;
Είχα την τύχη να γνωρίσω τους μικρότερους γιους του Μιλτιάδη Χούμα, Νίκο και Γιάννη. Μαζί τους μυήθηκα σε μια σελίδα της Ιστορίας, μια σελίδα από αυτές που δε θα καταγράψει ποτέ η επίσημη Ιστορία και που ήταν καταδικασμένη να σβήσει στη λήθη του χρόνου, όταν μοιραία χαθούν οι άνθρωποι που τη θυμούνται. Όταν μάλιστα πριν από δυο χρόνια παραβρέθηκα σε μια Έκθεση με τα προσωπικά αντικείμενα του καπετάνιου στην Πινακοθήκη του Δήμου Πειραιά κατάλαβα πόσο σημαντική ήταν η προσφορά αυτού του ανθρώπου και ζήτησα από τα παιδιά του να μου επιτραπεί να γράψω μια μυθιστορηματική βιογραφία του πατέρα τους κατά τα ταραγμένα εκείνα χρόνια.
– Με την ιστορία του Μιλτιάδη Χούμα της Διαφυγής;
Ο Μιλτιάδης Χούμας ήταν ένας άνθρωπος, ο οποίος ποτέ δεν μίλησε για τη δράση του σε κανέναν, ούτε και στα πιο οικεία του πρόσωπα. Ούτε ποτέ σκέφτηκε να εξαργυρώσει την προσφορά του. Αντίθετα αντιμετώπισε στωικά πολλές δυσκολίες κατά τη μεταπολεμική περίοδο και τις αντιμετώπισε πάντα με την ίδια αξιοπρέπεια. Αυτό ήταν ένα στοιχείο που με γοήτευσε ιδιαίτερα στην προσωπικότητα του. Και το γεγονός ότι δεν επρόκειτο για έναν υπερήρωα της εποχής, τον έκανε ακόμα πιο ελκυστικό. Ήταν ένας απλός άνθρωπος, όπως όλοι μας, που όταν η ζωή τον έστησε μπροστά από τα τραγικά αδιέξοδα της εποχής του εκείνος έκανε τις επιλογές του. Και εγώ προσπάθησα να ανιχνεύσω ποια δύναμη ψυχής μπορεί να κάνει έναν άνθρωπο να φέρεται με αυτό τον τρόπο.
-Οταν την ιστορία την έγραφαν απλοί άνθρωποι;
Μα πάντα την Ιστορία οι απλοί άνθρωποι τη γράφουν. Τη δική τους ζωή συντρίβει η πραγματικότητα. Η Ιστορία είναι η σύνθεση της προσωπικής ιστορίας όλων μας, τα ανθρώπινα πάθη μας εξετάζει και ίσως γι’ αυτό το λόγο τελικά ασχολήθηκα με το θέμα αυτό. Επειδή είχα μπροστά μου όχι μια απλή βιογραφία αλλά ένα συγκερασμό του πάθους που καθορίζει την ίδια τη ζωή και τελικά γράφει Ιστορία.
-Ανταριασμένη εποχή γεμάτη ιδανικά και όνειρα σε αντιδιαστολή με τη σημερινή…
Ανταριασμένη και η σημερινή εποχή. Και τελικά αυτό που  φαίνεται είναι πόσο πολύ η Λογοτεχνία είναι διαχρονική και πάντα επίκαιρη. Η δική μας εποχή έχει πολλά κοινά με εκείνη. Οι θάλασσες παρέμειναν άγριες, ο κόσμος δεν άλλαξε, οι πρόσφυγες του σημερινού κόσμου μοιράζονται τις ίδιες ακτές με τους Έλληνες πρόσφυγες εκείνης της εποχής και φιλοξενούνται από αυτούς και τελικά η Ιστορία, για μια φορά ακόμη, μας καλεί να κοιτάξουμε κατάματα τις ρυτίδες αυτού του κόσμου και να τον ξαναφτιάξουμε από την αρχή.

Ο Ελευθέριος Μανδαλιανός γράφει για τις "Άγριες θάλασσες"

ΑΓΡΙΕΣ ΘΑΛΑΣΣΕΣ [Τέσυ Μπάιλα, Εκδόσεις Ψυχογιός]

ΟΠΙΣΘΟΦΥΛΛΟ ΒΙΒΛΙΟΥ

Στις άγριες θάλασσες της κατεχόμενης Ελλάδας υπάρχει ένα μυστικό ελευθερίας που το γνωρίζουν μόνο οι γενναίοι. Η «Ευαγγελίστρια», το καΐκι της διαφυγής, δε μεταφέρει ανθρώπους∙ μεταφέρει την ελπίδα της εθνικής ξαστεριάς στην πιο σκοτεινή στιγμή της σύγχρονης Ιστορίας. Κατακτητές και πατριώτες, διώκτες και κυνηγημένοι, όλοι τους στρατευμένοι σ’ έναν πόλεμο που θα κρίνει το μέλλον του κόσμου. Από τον ασυμβίβαστο καπετάν Μιλτιάδη Χούμα μέχρι την καρτερική Ελένη του, μικροί και μεγάλοι ήρωες στροβιλίζονται σ’ ένα έπος που εκτυλίσσεται στην πανάρχαια θάλασσα του Ομήρου. Τι απέμεινε από αυτή τη φοβερή αντάρα; Μνήμες και βοές μέσα στον χρόνο αλλά και η ζωή αυτών των ανθρώπων, πλούσια σε ιδανικά, σε όνειρα, σε έρωτες και πάθη. Ζωή μοιρασμένη σε επεισόδια που θα αδυνατούσε να συλλάβει και η πιο τολμηρή φαντασία.

Μια μυθιστορηματική μαρτυρία για τότε που οι ψυχές ήταν φτιαγμένες από ακριβό μέταλλο∙ τότε που την Ιστορία την έγραφαν οι απλοί άνθρωποι.

ΣΧΟΛΙΑΣΜΟΣ ΜΟΥ

"Όταν γίνει συνείδηση στη ζωή του ανθρώπου ο φόβος και αυτοθέλητα παραδοθεί κανείς σ' αυτόν, τότε γυρισμός δεν υπάρχει." Και ο Μιλτιάδης Χούμας ατρόμητος και θαλασσόλυκος σαν απο τα γεννοφάσκια του, δεν παραδόθηκε στο φόβο γιατί για τον ίδιο ήταν "μια απόφαση όλα στη ζωή, ακόμα κι ο θάνατος".

Το τελευταίο πόνημα της Τέσυ Μπάιλα, αποτελεί ένα μυθιστόρημα βασισμένο σε αληθινή ιστορία. Πρόκειται για ένα βιβλίο που υμνεί τη γενναιότητα, την παλικαριά, την αγάπη για την πατρίδα και την Ιστορία, αυτήν που έγραψαν οι απλοί καθημερινοί άνθρωποι και όχι οι Δυνάμεις του κόσμου.

Ο Μιλτιάδης Χούμας, ο κεντρικός ήρωας της ιστορίας, από παιδί πλανευόταν από τα θέλγητρα της θάλασσας και ήθελε να ταξιδέψει τον κόσμο. Στον πόλεμο, που οι συνειδήσεις αλλάζουν και η αξιοπρέπεια καταβαραθρώνεται ο Μιλτιάδης Χούμας σηκώνει ανάστημα και λέει ένα ηρωικό ΟΧΙ στις επιταγές του πολέμου, δεν κάνει έκπτωση στις αξίες του ούτε και στις αρχές του.

Η συγγραφέας με λόγο μεστό, καλολογικό και λυρικό δημιουργεί εικόνες, περιγράφει θαλασσοταραχές με σαφήνεια και αληθοφάνεια.  Ήρωες άριστα ψυχογραφημένοι, με σπάνια χαρίσματα και αξίες συνθέτουν μια σπάνια ιστορία και ένα σπάνιο λογοτεχνικό κείμενο.

Η χρονική περίοδος του Β' Παγκοσμίου Πολέμου και τα χρόνια της κατοχής, είναι ένα θέμα που έχει γραφτεί πολλές φορές από Έλληνες μυθιστοριογράφους, αλλά ακόμη και σήμερα, τα γεγονότα εκείνης της εποχής αποτελούν ζοφερές εικόνες χαραγμένες στην καρδιά των Ελλήνων. Η Τέσυ Μπάιλα, κατάφερε να αναπλάσει όλη την εποχή και τα ιστορικά γεγονότα παράλληλα με τον ρου της μαρτυρίας να εξυπηρετούν την αφήγηση και όχι να αποτελούν τον κύριο άξονα του μυθιστορήματος.

Ένα βιβλίο που το καλοκαίρι θα σας κρατήσει πολύ όμορφη συντροφιά και με καπετάνισσα την Τέσυ Μπάιλα θα θαυμάσετε το σθένος, την αντοχή, τη δύναμη -ψυχική και σωματική-,  τη λεβεντιά και τη γενναιόπτητα ενός απλού ήρωα που άφησε την υπογραφή στην ελευθερία της πατρίδας. 

"Αν οι άνθρωποι διάβαζαν αντί να πολεμούν, καλύτερος θα ήταν ο κόσμος"

Ελευθέριος Α. Μανδαλιανός

Η Ελισσάβετ Δέδε γράφει για τις "Άγριες θάλασσες"

Ύστερα από δυο χρόνια παύσης, μετά το Ουίσκι Μπλε , η Τέσυ Μπάιλα επανέρχεται και μας αρμενίζει ξανά στα... χωρικά ύδατα της καλής Λογοτεχνίας.
Αυτή τη φορά κάνει σταθμό στα δύσβατα χρόνια της Κατοχής μέσα από πλευρά σχετικά άγνωστη στο ευρύ κοινό.

ΠΕΡΙΛΗΨΗ
Ο Μιλτιάδης Χούμας είναι το στερνοπαίδι μιας πολύτεκνης οικογένειας από τη Σάμο, που μεγαλώνει στην προπολεμική Ελλάδα.
Από νωρίς θα τον σαγηνεύσει η θάλασσα και θα πρωτοσυλλαβίσει τη ζωή παρέα με τον φλοίσβο των κυμάτων καιτο πανέμορφο καίκι της οικογένειας, τη ζηλευτή "Ευαγγελίστρια".
Δεν μπορεί να φανταστεί όμως πως το πανέμορφο σκαρί της οικογένειας - σύντροφος αχώριστος στα παιδικά παιχνίδια του- θα τον σεργιανίσει στις τρικυμίες της Ιστορίας και θα τον αναδείξει σε παρασημοφορημένο αγωνιστή της Ελευθερίας.
Η αληθινή ιστορία ενός "μικρού ήρωα" με μια μεγάλη ελληνική καρδιά, όπου μέσα της παλεύουν ο έρωταςγια την πατρίδα και δυο αθώα μάτια που του δίνουν κουράγιο να ατενίζει μες στον Πόλεμο, το όνειρο της ειρήνης....
.
ΣΧΟΛΙΑΣΜΟΣ
Η Τέσυ Μπάιλα, που τα τελευταία χρόνια μας προσέφερε ηθογραφικά διαμαντάκια για την Ελλάδα του 20ου αιώνα (Το Μυστικό ήταν Η Ζάχαρη, Ουίσκι Μπλε), φέτος επανέρχεται με ένα δυναμικό πολεμικό δράμα, που αποτείει φόρο τιμής σε έναν αληθινό ήρωα που οφείλει να γνωρίσει κάθε Έλληνας:
Οι Άγριες Θάλασσες αποτελούν το συναρπαστικότερο από όλα τα βιβλία της Μπαίλα.
Πρόκειται για ένα αλησμόνητο χρονικό από μια άγνωστη, αλλά λαμπρή σελίδα του Β Παγκοσμίου Πολέμου, όπου ο ελληνικός ηρωισμός έλαμψε παγκοσμίως.



Είναι οι μέσω θαλάσσης αποστολές φυγάδευσης Εβραίων, Άγγλων κι Ελλήνων αγωνιστών για να πολεμήσουν ελεύθεροι στη Μέση Ανατολή το ναζιστικό θηρίο.
Στην απόδραση τους από τα κατεχόμενα εδάφη προς ουδέτερες ζώνες, για να αναδιοργανωθούν, αποφασιστικό ρόλο έπαιξαν οι καπετάνιοι των μικρών καϊκιών που με αυταπάρνηση διέσχιζαν τις θάλασσες ανάμεσα στις "συμπληγάδες" των εχθρικών περιπολιών και των ναρκοθετήσεων, σώζοντας ζωές.
Στις Άγριες Θάλασσες, λοιπόν, η συγγραφέας φιλοτεχνεί το πορτρέτο ενός τέτοιου αυθεντικού ήρωα της Ναυτικής μας Ιστορίας:
Πρόκειται για τον Μιλτιάδη Χούμα , ο οποίος τα χρόνια της Κατοχής εντάχθηκε σε συμμαχική οργάνωση διαφυγής.
Η Τέσυ Μπάιλα αξιοποιεί το προσωπικό του ημερολόγιο, όπως διασώθηκε από τα παιδιά του και συνδυάζει τις προσωπικές τους μαρτυρίες με μια πλουσιότατη εξειδικευμένη βιβλιογραφία σχετικά με το θέμα.
Δεν παραθέτει όμως μια στεγνή βιογραφία, αλλάκαλύπτει με την ευαίσθητη μυθιστορηματική της ματιάόσα κενά αφήνουν τα πραγματικά στοιχεία, ώστε να συνθέσει μια γοητευτική πολεμική ιστορία.
Η επιλογή της συγγραφέως να προσδώσει μυθιστορηματική χροιά σε αυτήν τη βιογραφίααπογειώνει το αποτέλεσμα καθώς το πασπαλίζει με τον απαραίτητο λυρισμό, που αγγίζει την ψυχή κι επειτείνει τη συναισθηματική εμπλοκή του αναγνώστη.
Σε αυτό συνδράμει η γλωσσική δεινότητα της συγγραφέως.
Μια γλώσσα ηδυπαθής, που ξετυλίγει ένα μοναδικό "χορό" εικόνων, περίτεχνων εκφράσεων σε ένα μοναδικό υφαντό λεξιλογικού πλούτου και διάχυτου συναισθηματισμού!
Έχουμε μνεία σε στίχους μεγάλων ποιητών της θάλασασας που ενισχύει τη λυρικότητα και τη διακειμενικότητα σε αυτό θαλάσσιο έπος.(Ελύτη-"το καράβι λικνίζει τον ερχομό"/ "γευση τρικυμίας στα χείλη" και Καββαδία "άγια σκουριά")

Έτσι ο αναγνώστης, βιώνει σε βάθος όλην την πορεία του ήρωα από τις ειρηνικές ακρογιαλιές μέχρι την καταιγίδα του Πολέμου.
Πλάι στον ήρωα αυτόν, πλήθος προσώπων μ ε αυθύπαρκτη γοητεία.
Οι πολύπαθοι νησιώτες, οι αλαζονικοί κατακτητές, ο 'Αγγλος Κέιπς, η μυστηριώδης Ισμήνη με τις γάτες, η μάνα, οι σύντροφοι- προσωπα σκιαγραφημένα υποδειγματικά, έτσι που Ιστορία και μυθοπλασία να συμπλέκονται αξεδιάλυτα και να μην ξεχωρίζεις τι υπήρξε και τι είναι προϊόν "φαντασίας".
Εν αντιθέσει με τις προηγούμενες ηθογραφίες της που κινήθηκαν με μια βραδύτητα στην πλοκή, στιςΆγριες Θάλασσες η δράση ισορροπεί καλύτερα προς το περιγραφικό μέρος μαι μας συνεπαίρνει με τις γρήγορες εναλλαγές.
Στιγμές "ποίησης" συνυπάρχουν με αγωνιώδεις διασώσεις, καταδιώξεις και στιγμιότυπα του υποβρυχιακού πολέμου, άρτια σκηνοθετημένα.

Από τα βαθιά νερά του πελάγους όμως η συγγραφέας καταδύεται στα "βαθιά νερά" μιας ψυχής ανήμερης, αντρίκειας και περήφανης:
Είναι η δεσπόζουσα προσωπικότητα του Χούμα- του "Οδυσσέα" της Αντίστασης που όρισε Ιθάκη του την τιμή της Πατρίδας μας.
Αντάμα, λοιπόν, με όλες τις εξελίξεις, η Τέσυ Μπάιλα ιχνηλατεί του "ναύτη την ορφάνια"(όπως την ονομάζει ο Καββαδίας),τον ιερό δεσμό του με το καράβι, που θυμίζει ιππέα και αναβάτη, καθώς και τη μέθεξη του ναυτικού με την απεραντοσύνη της θάλασσας.
Ένας "έρωτας" εγγεγραμμένος στο DNA του Έλληνα και που συνυπάρχει με την χειροπιαστή εκείνη αγάπηπου γεννά ευγενή όνειρα και αποτελεί κίνητρο ζωής αληθινής.
Μια αγάπη που αναγκάζεται να αναστείλει την ορμή της ,θύμα κι αυτή του Πολέμου, αλλά προβάλλει ως το ηχηρότερο αντιστάθμισμα της φρίκης και σάλπισμα της Ελπίδας.
Κυρίαρχος όμως σε όλα, είναι ο πόθος της Λευτεριάς καθώς το θηρίο του Πολέμου κατασπαράσσει τις σάρκες της Ελλάδας.

Η διαδρομή του Σάμιου Μιλτιάδη Χούμα πέραν της προσωπικότητάς του, φώτισε την κατάσταση στο Ιταλοκρατούμενο Αιγαίο και απομυθοποίησε την πλάνη του "καλού Ιταλού κατακτητή" σε σχέση με τον "άκαμπτο δήμιο Γερμανό".
Οι Ιταλοί αποδεικνύονται εξίσου σκληροί, επιβάλλοντας στους υπόδουλους Ελληνες επίσης ταπεινώσεις και πείνα, όπως γλαφυρά πληροφορούμαστε σε σπαρακτικά στιγμιότυπα του βιβλίου.
Απλώς το μεσογειακό ταμπεραμέντο τους και η συνθηκολόγηση του Μπαντόλιο τους εξιλέωσε για τα φασιστικά τους εγκλήματα, που σίγουρα δεν πήραν τις συντριπτικές διαστάσεις του γερμανικού ολοκληρωτισμού.




Για όλα αυτά, οι "Άγριες Θάλασσες" συνιστούν ένα έπος.
Είναι η Οδύσσεια των καθημερινών ανθρώπων, που περιπλανώνται στα πελάγη της ιστορίας αντιμέτωποι με "Λαιστρυγόνες" του φασισμού και τους ανθρωποφάγους "Κύκλωπες" του ιμπεριαλισμού
Οι "Άγριες Θάλασσες" είναι ένας παιάνας των αφανών ηρώων, που ορθώνουν το ανάστημα της αξιοπρέπειας και ανυψώνονται ως το μεγαλέιο που αναγνωρίζει ο Καζαντζάκης, λέγοντας πως "Όταν αγωνίζεσαι για τη Λευτεριά είσαι ήδη λεύτερος"...

Η Τέσυ Μπάιλα είναι αξιέπαινη γιατί ως λογοτέχνιδα αναμετράται με απαιτητικά θέματα και δεν αποζητά συγκινήσεις φτηνής κατανάλωσης, τουναντίον, με ήθος γραφής αναδεικνύει ξεχασμένες αξίες της Λογοτεχνίας αλλά και της ζωής...
Ειδικότερα το βιβλιο αυτό, προσκύνημα σε μια εμβληματική φιγούρα της Εθνικής μας Αντίστασης , έναν εξαίσιο αγωνιστή, που δικαιώνει τις υψηλότερα ιδανικά της ζωής:Toν Μιλτιάδη Χούμα!!!
Αξίζει να ακολουθήσουμε λοιπόν, την Τέσυ Μπάιλα στην κορυφαία της ίσως στιγμή.
Αρμενίστε τις "Άγριες Θάλασσες" της πολυτάραχης Ιστορίας μας με καπετάνιο έναν από τους πιο εκλεκτούς εκπροσώπους της ελληνικής λεβεντιάς που αναμετρήθηκε με το τέρας του Φασισμού, πολεμώντας με ένα "άγιο κα'ι'κάκι" για την παγκόσμια ειρήνη.