Τετάρτη, 17 Δεκεμβρίου 2014

Η Ελισάβετ Μαρία Δέδε γράφει στο Bookia για το "Ουίσκι μπλε"

Δυο χρόνια μετά το ΜΥΣΤΙΚΟ ΗΤΑΝ Η ΖΑΧΑΡΗ, που αγαπήθηκε τόσο, η Τέσυ Μπάιλα επανέρχεται με μια δυνατή κοινωνική ιστορία:
Κύριο πρόσωπο του βιβλίου είναι ο Μιχάλης γιος του Καπετάν-Βαγγέλη και της Βιργινίας που ξεκίνησε τη ζωή του στο Πορτ Σάιντ της Αιγύπτου. Η ζωή του κυλούσε μέσα στη γοητευτική νωχέλεια του ανατολίτικου τοπίου, και την οικογενειακή θαλπωρή, ώσπου μια αναπάντεχη απώλεια αναγκάζει την οικογένεια να επαναπατριστεί στη Σαντορίνη.

Στο νησί ο Μιχάλης θα γνωρίσει την αληθινή φιλία στο πρόσωπο του Αρτέμη.
Τα μετέπειτα χρόνια του Μιχάλη θα στιγματιστούν από τη φτώχεια και τον αγώνα της επιβίωσης. Έτσι θα οδηγηθεί στον Πειραιά κι από εκεί στην κόλαση των βελγικών ανθρακωρυχείων, ακολουθώντας τη μοναχική πορεία του μετανάστη. Εκεί ο νεαρός Μιχάλης θα ανδρωθεί, γνωρίζοντας τη συντροφικότητα και την πικρή γεύση της κοινωνικής αδικίας κάτω από το πέπλο του θανάτου, που βάφει τη ζωή του με το μαύρο του κάρβουνου-και κλείνει τον κύκλο αυτόν με μια ακόμη απώλεια.
Ωριμότερος θα επιστρέψει στην πατρίδα και θα γνωρίσει τον αληθινό έρωτα για να φύγει αμέσως ξανά κυνηγώντας το αμερικάνικο όνειρο.
Η διάψευση θα σηματοδοτήσει μια νέα αρχή- καταδικασμένη σε ένα ακόμη τέλος.
Φίλοι και αγάπες που χάνονται. Η γυναικεία μορφή σε όλες τις εκφάνσεις της-παραμυθία και όλεθρος. Φιγούρες διαποτισμένες τη σκόνη του μόχθου και τη λαϊκή σοφία, ώσπου μια σκιά από το παρελθόν έρχεται να απαντήσει σε εναγώνια «γιατί» μέσα από τη μνήμη μιας φλογερής αγάπης…
Γιατί έτσι ήταν η ζωή του Μιχάλη:
Αεικίνητη σαν τη θάλασσα-τη μόνη σταθερή του σύντροφο: Πότε σαγηνεύτρα αδιάλλακτη, πότε μητέρα στοργική, η θάλασσα θα στιγματίσει το Μιχάλη με το «χρίσμα» της και θα είναι για εκείνον πάντα μια πρόκληση φυγής, και συνάμα μια υπενθύμιση επιστροφής…
Η θάλασσα τον νανούρισε ως παιδί με τις αφηγήσεις των κυμάτων της, εκείνη έπλεξε την αλμύρα της με τα πρώτα του δάκρυα, εκείνη μόνο τον άκουσε απόμαχο στον απολογισμό της ζωής του, όντας για εκείνον το πιο μεθυστικό ποτό.



O γοητευτικός τίτλος με την εύστοχη μεταφορά καθώς το εξώφυλλο δρουν παραπλανητικά, προετοιμάζοντας ενδεχομένως τον αναγνώστη για μια ναυτική ιστορία γεμάτη εικόνες υπερπόντιων ταξιδιών και στιγμιότυπα της ναυτικής ζωής, όπως τα συναντάμε στη γοητευτική ποίηση του Καββαδία και σε μυθιστορήματα όπως το κορυφαίο του είδους, Ο ΘΑΛΑΣΣΟΛΥΚΟΣ του Τζακ Λόντον. Ωστόσο δεν είναι έτσι καθώς δεν πρόκειται για ένα ναυτικό αφήγημα.
Το ΟΥΙΣΚΥ ΜΠΛΕ είναι, με μία φράση, ένα οδοιπορικό στην Ελλάδα των απλών ανθρώπων που πασχίζουν για μια καλύτερη ζωή στο μεταπολεμικό τοπίο.
Περιστρεφόμενη γύρω από ένα βασικό πρόσωπο, η Τέσυ Μπάιλα, συνθέτει μια Ωδή στη Φτωχολογιά, ανάγοντας σε κεντρική φιγούρα τον πολυτραγουδισμένο Έλληνα Μετανάστη…

Το ΟΥΙΣΚΥ ΜΠΛΕ, μέσα από την πορεία του κεντρικού ήρωά του, χαρτογραφεί τους μεταναστευτικούς κύκλους που διέγραψε το πολύπαθο ελληνικό στοιχείο προπολεμικά, αλλά και ως τα πρώτα μισά του 20ου αιώνα.
Kαi αυτό το έργο της Μπάιλα, όπως και το ΜΥΣΤΙΚΟ ΗΤΑΝ Η ΖΑΧΑΡΗ συνιστά μια ηθογραφική ματιά της τριακονταετίας μετά τον πόλεμο. Ενώ όμως το ΜΥΣΤΙΚΟ εστίαζε στα ήθη της Κρήτης για να καταλήξει στις φτωχογειτονιές του Πειραιά, το ΟΥΙΣΚΙ έχει εφαλτήριο το εξωτικό Πορτ Σάιντ, για να συναντήσει το ΜΥΣΤΙΚΟ στις πειραϊκές παραγκουπόλεις, το λιμάνι και την Τρούμπα και να εξακτινωθεί ύστερα στους βασικότερους σταθμούς του μεταναστευτικού ρεύματος –Ευρώπη, Αμερική και θάλασσα.
Άλλη διαφορά από το προηγούμενο έργο είναι πως ο βασικός χαρακτήρας στη ΖΑΧΑΡΗ ήταν μια γυναίκα. Στο ΟΥΙΣΚΥ όλα μεταφέρονται από την αντρική σκοπιά, που η ΤΕΣΥ προσεγγίζει με επιτυχία, χωρίς να υποπέσει στην παγίδα της ωμότητας και πάντα διατηρώντας τη φινέτσα στη γραφή της.
Ο κεντρικός ήρωας του βιβλίου, ο Μιχάλης, είναι ένας απόλυτα ρεαλιστικός χαρακτήρας κι αντιπροσωπεύει επιτυχώς το μέσο Έλληνα της εποχής:
Φιλότιμος και ανθρώπινος παραμένει ο ευσυνείδητος γιος κι ο αλληλέγγυος φίλος. Αρρενωπός και επιρρεπής στον έρωτα διατηρεί ωστόσο την εντιμότητά του. Παρόλη την παρορμητικότητά του, πεισμώνει στις ματαιώσεις της δύσκολης ζωής του και ξαναρχίζει από την αρχή.
Τέλος, καλείται να αναμετρηθεί με τα λάθη του.

Ο Μιχάλης της Τέσυς Μπάιλα είναι ένας χαρακτήρας πειστικός με αδυναμίες αλλά και το ηθικό διαμέτρημα του ανθρώπου που κόντρα στις αντιξοότητες διατηρεί την ακεραιότητά του και παλεύει για την οικογένειά του-αξία κυρίαρχη στην ελληνική νοοτροπία –τουλάχιστον ως το τέλος του 20ου αιώνα…
Mοναδική διαφορά του Μιχάλη από το μέσο Έλληνα είναι πως η απουσία του από την Ελλάδα τα χρόνια της Κατοχής και του Εμφυλίου, απαλλάσσει τη ζωή του από τις πληγές του Πολέμου αποσυνδέοντάς την από το πολιτικό φορτίο της πολυτάραχης εποχής.
Ο Μιχάλης εκπροσωπεί τους Έλληνες της διασποράς, που φέρουν εικόνες πιο κοσμοπολίτικες και ορίζοντες πιο ανοιχτούς, όμως η φτώχεια του κι η αγωνία της επιβίωσης, τον εντάσσουν γρήγορα στη σκληρή πραγματικότητα της μεταπολεμικής Ελλάδας και τον ενσωματώνουν πλήρως στο κάδρο της κοινωνικής εξαθλίωσης, που δοκίμασε η πλειοψηφία του ελληνικού λαού. Αυτό ακριβώς ιχνηλατεί κι η Τέσυ Μπάιλα με τα παραστατικότερα χρώματα.
Μέσα από ένα γλωσσολογικό πανόραμα, γεμάτο περίτεχνα λογοτεχνικά σχήματα και μεταφορές που αναδεικνύουν το λεξιλογικό μας πλούτο, η Τέσυ Μπάιλα εμφυσά «ψυχή» σε κάθε σκηνή μεταφέροντας πολλαπλές μυρωδιές, ήχους και χρώματα.
Το ταξίδι του Μιχάλη στον Κόσμο ξεκινά από την Αίγυπτο. Μαζί του απολαμβάνουμε τους Κήπους Φεριάλ και νιώθουμε τον άνεμο της ερήμου.
Κατόπιν θα ανακαλύψουμε τη βραχώδη γοητεία της Σαντορίνης κάτω από τη δεσποτεία του ηφαιστείου και θα γευτούμε τις ποικιλίες του γλυκόπιοτου νησιωτικού κρασιού.
Αργότερα, θα συντροφεύσουμε τα άκληρα χαμίνια του Πειραιά ξαναβρίσκοντας τον Άνθρωπο πίσω από τις αποστεωμένες, βρώμικες φιγούρες τους.
Θα γοητευτούμε από τις πολύπλευρες μεταμορφώσεις της γυναίκας, που σαν τη θάλασσα εναλλάσσει διαθέσεις -μάνα, σειρήνα, παρθένα, όνειρο, οδαλίσκη-μα πάντα πλανεύτρα και καταλύτης.
Θα βιώσουμε τη σαγήνη της θάλασσας, ψηλαφώντας το ιδιαίτερο στίγμα της στην ψυχή των ανθρώπων της. Η θάλασσα, η μόνη σταθερή πατρίδα, ο μόνος συνδετικός κρίκος με τις αγαπημένες ρίζες με το λίκνισμα της και το υγρό της χάδι να δίνει δύναμη στο ναυτικό, όπως η γη στο μυθικό Ανταίο.

Το σημείο κορύφωσης όμως είναι οι μέρες στα Ανθρακωρυχεία της Μαρσινέλ. Στην ενότητα αυτή η συγγραφέας εστιάζει σε ένα υστερόγραφο της ιστορίας από εκείνα που με την καβάφεια λογική ενέχουν σπουδαίες αλήθειες της ζωής.
Πρόκειται για την ερεβώδη κόλαση των ανθρακωρύχων του Βελγίου, που ζούσαν σαν ποντίκια στα λαγούμια του άνθρακα - με αποκορύφωμα το φριχτό ατύχημα που έλαβε χώρα στις 8 Αυγούστου 1956 στη Μαρσινέλ από έκρηξη στον ανελκυστήρα του ορυχείου με αποτέλεσμα να σκοτωθούν μαρτυρικά 262 εργάτες Κυρίως Ιταλοί αλλά και Έλληνες.
To γεγονός δεν άφησε ασυγκίνητη την πνευματική μας παραγωγή. Αρχικά το ανέδειξε ο Νίκος Εγγονόπουλος στο συμβολικό του ποίημα Marcinelle (1956), όπου μέσα στην απόκοσμη οργή της φύσης, κωδικοποιεί την απάνθρωπη ζωή των ορυχείων και καλεί τον εργάτη σε ανατροπή της τυράννων του μέσα από τη βία της επανάστασης («Πάρε το μαχαίρι σου, εργάτη –τούτη η νύχτα δεν είναι σαν τις άλλες»).
Έπειτα ήρθε η εικαστική παρέμβαση του πολιτικοποιημένου εικαστικού Βλάση Κανιάρη με τη σειρά εξπρεσιονιστικών πινάκων "Η Καταστροφή της Μαρσινέλ" (1958), όπου κυριαρχεί το μαύρο του κάρβουνου και της ζοφερής πραγματικότητας των εργατών με το κόκκινο της θυσίας και της καταγγελίας.
Δεκαετίες μετά, η Τέσυ Μπάιλα έρχεται να αναπληρώσει ένα κενό που υπήρχε στο θέμα από την πλευρά της μυθιστοριογραφίας και να προσθέσει την πιο απερίφραστη και πιο χαμηλόφωνη ματιά του πεζογράφου.
Και οι τρεις δημιουργοί (ο ποιητής Εγγονόπουλος, ο ζωγράφος Κανιάρης και η πεζογράφος Μπάιλα) προσδίδουν συμβολική οπτική στο γεγονός, μέσα από το οποίο εντοπίζουν τα πάθη των μικρών που συνθλίβονται στην κοινωνική αδικία ανεξαρτήτως χωροχρόνου.
Οι δύο πρώτοι –ωστόσο αφήνουν ως απόηχο μια πύρινη προτροπή σε αφύπνιση και ξεσηκωμό. Η Τέσυ διατηρεί πιο ήπιους τόνους αναδεικνύοντας την καθημερινότητα, το φόβο και τις ψυχικές διακυμάνσεις του μέσου εργάτη στο γεγονός, οπότε μας αφυπνίζει μέσω της ενσυναίσθησης απέναντι στον καθημερινό άνθρωπο, χωρίς τη μεσολάβηση κάποιου επαναστατικού σαλπίσματος.
Το κάρβουνο της Μαρσινέλ «μελάνι» των σελίδων αυτών, «μουντζουρώνει» τα χέρια και την ψυχή μας με τρόπο ανεξίτηλο.
Η περιπέτεια του Μιχάλη στο Βέλγιο του υφέρποντος και απάνθρωπου ρατσισμού «όπου οι μετανάστες εξισώνονται προς τα ζώα-ποντίκια και σκυλιά», μού έφερε στο νου το νεανικό μυθιστόρημα ΠΑΙΧΝΙΔΙ ΧΩΡΙΣ ΚΑΝΟΝΕΣ της Γαλάτειας Γρηγοριάδου-Σουρέλη, που αφηγείται την οδύσσεια του αγνού χωριάτη Βαγγέλη όπως αυτός δοκιμάζεται στα εργοστάσια της επίσης αφιλόξενης Γερμανίας των “Gastarbeiter”.
Και οι δύο γυναίκες συγγραφείς καταφέρνουν θαυμάσια να σκιαγραφήσουν την ψυχή ενός άντρα βιοπαλαιστή, τους καημούς της ξενιτιάς και το περίγραμμα της εποχής. Το ΟΥΙΣΚΙ ΜΠΛΕ ωστόσο αγκαλιάζει κι άλλες παραμέτρους της κοινωνικής πραγματικότητας πέραν των «ξένων» εργατών της Βόρειας Ευρώπης.

Ως προς τον αφηγηματικό τρόπο στο ΟΥΙΣΚΙ ΜΠΛΕ, έχουμε επιδέξιο χειρισμό του χρόνου με εναλλαγή αναδρομών και γραμμικής αφήγησης, που επιτείνει το ενδιαφέρον του αναγνώστη χωρίς κανένα από τα δύο να κουράσει.
Κάτι που ίσως παρατηρήσει ο αναγνώστης είναι μια ανισομέρεια –με την έννοια ότι κάποια θέματα περιγράφονται με επιμονή στη λεπτομέρεια ενώ κάποια σημαντικά όχι. Για παράδειγμα στη σχέση του Μιχάλη και της Εριέττας, που ξεκινά μ’ έναν γλυκό και τρυφερό ερωτισμό, δε δίνεται ιδιαίτερη έμφαση στη συνέχεια. Ίσως εσκεμμένα το επιλέγει η συγγραφέας, γιατί ο ήρωας της είναι άντρας και ο αντρικός ψυχισμός παρουσιάζει αποστασιοποίηση από το συναισθηματισμό και την αναλυτική διάθεση που διακρίνει το γυναικείο…
Από την άλλη, η Τέσυ δε γράφει αισθηματική ιστορία, αλλά ένα κοινωνικό μυθιστόρημα, ένα σεργιάνι στους δρόμους της φτωχολογιάς που είτε θαλάσσιοι είτε στεριανοί είναι πάντα δύσβατοι, κι αυτό όφειλε να προκρίνει. Αυτή λοιπόν διαγράφεται επιτυχώς μέσα από το Μιχάλη κι ένα χορό φιγούρων που καθένας συνιστά ένα πολύτιμο λιθαράκι στο μωσαϊκό μιας Ελλάδας που επουλώνει τις πληγές της.
Ο επίλογος της ιστορίας θα εμπεριέχει την απαραίτητη αίσθηση ανατροπής και τραγικότητας μέσα από το πρίσμα ακραίων αλλά απτών καταστάσεων ενός μικρόκοσμου υπόγειου, αλλά υπαρκτού που στην παραφορά και την αθωότητά του εξαλείφθηκε ανεπιστρεπτί από τον κοινωνικό μας χάρτη.
Πικρό και αψύ-αλλά ιδιότυπα μεθυστικό. Αυτό είναι τελικά το ΟΥΙΣΚΙ ΜΠΛΕ που μας κερνάει η Τέσυ Μπάιλα. Γευθείτε το!
ΠΗΓΗ: http://www.bookia.gr/index.php?action=Suggestions&book=198120

Δεν υπάρχουν σχόλια: