Παρασκευή, 22 Ιουνίου 2012

Ξεχάστε με στη θάλασσα/ Θόδωρος Αγγελόπουλος



«Ξεχάστε με στη θάλασσα»

«Σας εύχομαι υγεία και ευτυχία αλλά δεν μπορώ να κάνω το ταξίδι σας. Είμαι επισκέπτης. Το κάθε τι που αγγίζω με πονάει πραγματικά κι έπειτα δεν μου ανήκει. Όλο και κάποιος βρίσκεται να πει "δικό μου είναι" Εγώ δεν έχω τίποτε δικό μου είχα πει κάποτε με υπεροψία. Τώρα καταλαβαίνω πως το τίποτε είναι τίποτε. Ότι δεν έχω καν όνομα. Και πρέπει να γυρεύω ένα κάθε τόσο. Δώστε μου ένα μέρος να κοιτάω. Ξεχάστε με στη θάλασσα. Σας εύχομαι υγεία και ευτυχία.»

(ανέκδοτο ποίημα του Θόδωρου Αγγελόπουλου, γραμμένο το 1982)

Μια ανάγκη διαύγειας στην ποιητική χρήση της εικόνας έφερε τον Θόδωρο Αγγελόπουλο αντιμέτωπο με το πεπρωμένο του, έτσι ώστε να παρατήσει τις νομικές του σπουδές και να στραφεί σε μια συνάντηση με την ψυχική έκφραση των συναισθημάτων του, μέσω της κινηματογραφικής τους καταγραφής.
Η παρουσία του υπήρξε εξόχως σημαντική. Αν η Στροφή του Σεφέρη σηματοδότησε μια νέα γενιά στη νεοελληνική ποίηση η Αναπαράσταση του Θόδωρου Αγγελόπουλου το 1970 ουσιαστικά εγκαινιάζει την εμφάνιση του Νέου Ελληνικού Κινηματογράφου (ΝΕΚ) με την οποία ο δημιουργός Αγγελόπουλος φέρνει μια νέα τεχνική, χρησιμοποιώντας έναν ολόφρεσκο, αποτελεσματικότερο τρόπο έκφρασης με τον οποίο θα διαφοροποιηθεί από ό,τι προγενέστερο.
Ο ΝΕΚ είναι ένας κινηματογράφος πολύμορφος και διαθέτει μια εκρηκτική θεώρηση για τα πράγματα. Όπως υποστήριξε ο Moumtzis είναι «ένα ρεύμα δοκιμιακού κινηματογράφου, ενός κινηματογράφου ιδεών, αποτέλεσμα των κοινωνικών και πολιτικών συνθηκών της εποχής και στηρίζεται στην απόρριψη». Ο ΝΕΚ απορρίπτει το σενάριο, την τεχνική, ακόμη και την ύπαρξη των ηθοποιών. Πρόκειται για ένα είδος κινηματογραφικού μοντερνισμού στον οποίο ο Αγγελόπουλος εντάσσεται και μαζί του ο Σταύρος Τορνέ, ο Νίκος Νικολαΐδης και ο Νίκος Παναγιωτόπουλος.
Στο έργο του Αγγελόπουλου κυριαρχεί το πολιτικό στοιχείο μέσα από μια θεματολογία με κοινωνικές και φιλοσοφικές προεκτάσεις. Μια μορφή κριτικής και ανανέωσης της μοντερνιστικής παράδοσης, χωρίς να συμβαίνει πάντα η ρήξη με την παράδοση. Ο σκηνοθέτης αγωνιά για την επιβεβαίωση της πολιτιστικής ταυτότητας, βασικό στοιχείο της οποίας είναι η ελληνικότητα και για την κατάκτηση μιας νέας κινηματογραφικής γλώσσας που θα τοποθετεί τον σκηνοθέτη ως κορυφαίο και μοναδικό δημιουργό της ταινίας.
Γι αυτό το λόγο περιφρονεί κυριολεκτικά τον Παλιό Κινηματογράφο (ΠΕΚ) και αναγνωρίζει ως πρότυπα του δημιουργούς όπως ο Ιάπωνας Γιασουζίρο Όζου, ο Δανός Καρλ Ντράγερ και ο Αμερικανός Όρσον Ουέλες, δημιουργούς με καινοτόμους εκφραστικούς τρόπους αλλά ταυτόχρονα μορφές που περνούν στο πάνθεον των κλασικών του κινηματογράφου.
«Είμαι ένας άνθρωπος που ανήκει σε μια γενιά που έχει περάσει από συγκεκριμένες ιστορικές περιόδους με όλες τις έννοιες και με την απήχηση του ιστορικού παρόντος της εκάστοτε εποχής πάνω στην καθημερινότητα» είχε πει στο Βήμα ο Θόδωρος Αγγελόπουλος. «Θεωρώ ότι δεν μπορείς να μένεις εκτός και αυτή είναι η ουσιώδης διαφορά της δικής μου γενιάς κινηματογραφιστών με την σημερινή».
Ο σκηνοθέτης χρησιμοποιεί περίτεχνα την έννοια του χρόνου και επιχειρεί την ανάγνωση εκ νέου της ελληνικής ιστορίας. Χαρακτηριστικό παράδειγμα η ταινία του Ο Θίασος, η σημαντικότερη ταινία του Νέου Ελληνικού Κινηματογράφου αλλά και του Ευρωπαϊκού, η οποία καλύπτει ένα τεράστιο χρονικό φάσμα, από τη δικτατορία του Μεταξά το 1939 έως την εποχή Παπάγου και διαπερνά μέσα από την ιστορία της γερμανικής κατοχής στην Ελλάδα και τον τραγικό εμφύλιο.
Μέσα από μια χρονική, αφηγηματική διαδρομή, την οποία ακολουθεί σταθερά στο σύνολο του έργου του και συνδυάζοντας τις προσωπικές του αναζητήσεις με την ιστορική πραγματικότητα, ο Αγγελόπουλος δεν αποκόπτεται εντελώς από την παράδοση της κινηματογραφικής τεχνικής. Παίζει όμως ένα παιχνίδι με το χρόνο. Μελλοντικά γεγονότα προλέγονται μέσα από πλάνα που συνομιλούν σε έναν αργόσυρτο ωστόσο πραγματικό χρόνο ή καλύτερα σε έναν νεκρό χρόνο, όπου τίποτε ορατό δε συμβαίνει μέσα στο πλάνο αλλά ένας ολόκληρος συγκλονισμός ποιητικής διαδραματίζεται αθέατα μέσα στην αφήγηση. Πρόκειται για τα απαραίτητα εκείνα μεσοδιαστήματα που επιτρέπουν στη σκέψη του θεατή να πάρει μια ανάσα και να ταξινομήσει τους προβληματισμούς της. Οι κινήσεις των ηθοποιών ή η κρυσταλλική τους ακινησία, οι σιωπές τους ή ο τόνος της φωνής, ο φωτισμός και η φωτογραφία της εικόνας είναι τα οικοδομικά υλικά του δημιουργού που αναγάγουν τον άνθρωπο στο επίπεδο της τελείωσης και της αυτογνωσίας.


Τα πλάνα είναι μεγάλα, ενότητες ολόκληρες που σκηνοθετεί για να δημιουργήσει το δικό του χωροχρόνο ο δημιουργός τους. Ο Αγγελόπουλος επιλέγει το πλάνο – ενότητα (plan-sequence) ως το ιδιαίτερο και συνάμα προσωπικό του στοιχείο γλωσσικής εκφραστικής. Η κάμερα του ταξιδεύει, άλλοτε προς τα εμπρός, σπάνια προς τα πίσω, διευκολύνοντας έτσι την ενσωμάτωση του φυσικού χρόνου στο πλάνο-ενότητα που γυρίζει. Άλλοτε πάλι στέκεται ακίνητη μπροστά από το σκηνικό και με μια θεατρική προσέγγιση συλλαμβάνει τα κινηματογραφικά δρώμενα απερίσπαστα και εντελώς εξωφιλμικά.
Χρησιμοποιώντας μια νέα τεχνοτροπική διαλεκτική που οδηγεί στη νοηματοδότηση της εικόνας ο Αγγελόπουλος δημιουργεί με γνώμονα ένα προσωπικό του πάθος, έναν έρωτα που τον κινητοποιεί στην αναθεώρηση της σύγχρονης αισθητικής και στην προσωπική του μεταμόρφωση σε έναν σημαντικό πρόδρομο μιας νέας εποχής όχι μόνο στα κινηματογραφικά δεδομένα αλλά και στην ποιητική της γραφής.
Ο θεατής του Αγγελόπουλου βουτά κυριολεκτικά στους βυθούς μιας ήρεμης τρικυμίας, καθώς μέσα από το έργο του, το βασισμένο στην ποιητική λογική του μη συμβιβασμού, ο δημιουργός εξαπολύει τον καταγγελτικό του λόγο και ασκεί μια δριμεία κριτική στις κοινωνικο-πολιτικές και οικονομικές συνθήκες της εποχής που διαπραγματεύεται, ζητώντας κάθε φορά από τον θεατή να κάνει ένα βήμα παραπέρα, να προχωρήσει λίγο παρακάτω με τη φόρα που των ωθεί η γνώση και η ένταση της κριτικής άποψης του Αγγελόπουλου.
Το ξάφνιασμα που δοκιμάζει ο θεατής είναι πάντα αποτέλεσμα της πνευματικής ανέλιξης του Αγγελόπουλου και της πνευματικής του ευκινησίας που του επιτρέπουν τολμήματα τόσο στην έκφραση όσο και στη τεχνική του. Ωστόσο για τον μυημένο εραστή της ποιητικής του είναι σαφές ότι όλες οι ταινίες του αποτελούν κομμάτια ενός ιδιότυπου παζλ, το σύνολο του οποίου σχηματίζει έναν μικρόκοσμο με καθαρά περιγράμματα και ξεκάθαρους τόνους, ένα κόσμο μικρό και μέγα, η είσοδος στον οποίο οδηγεί στην προσωπική αυτοκριτική και βελτίωση.

Το έργο του Αγγελόπουλου γνώρισε παγκόσμια επιτυχία και απέσπασε σημαντικές διακρίσεις:

§ Η Εκπομπή, βραβείο κριτικών στο Φεστιβάλ Κινηματογράφου Θεσσαλονίκης 1968

§ Αναπαράσταση, Α' βραβείο στο Φεστιβάλ Κινηματογράφου Θεσσαλονίκης 1970, βραβείο Ζωρζ Σαντούλ (Γαλλία, 1971), καλύτερης ξένης ταινίας στο Φεστιβάλ Hyères (1971), ειδική μνεία της Διεθνούς Ένωσης Κριτικών Κινηματογράφου (FIPRESCI) στο Κινηματογραφικό Φεστιβάλ Βερολίνου (1971)

§ Μέρες του `36, Βραβείο σκηνοθεσίας και φωτογραφίας στο Φεστιβάλ Κινηματογράφου Θεσσαλονίκης 1972, βραβείο της FIPRESCI στο Κινηματογραφικό Φεστιβάλ Βερολίνου (1972)

§ Ο Θίασος, Καλύτερης ταινίας, σκηνοθεσίας, σεναρίου, Α' αντρικού και Α' γυναικείου ρόλου, Πανελλήνιας Ένωσης Κριτικών Κινηματογράφου στο Φεστιβάλ Κινηματογράφου Θεσσαλονίκης 1975, καλύτερη ταινία της δεκαετίας 1970-1980 από την Ένωση Κριτικών της Ιταλίας

§ Οι Κυνηγοί, Βραβείο καλύτερης ταινίας στο Φεστιβάλ του Σικάγο (1977), βραβείο της Ένωσης Τούρκων κριτικών (1977), επίσημη συμμετοχή στο Φεστιβάλ των Καννών

§ Ο Μεγαλέξανδρος έλαβε το Χρυσό Λιοντάρι το 1980 στο Κινηματογραφικό Φεστιβάλ Βενετίας.

§ Ταξίδι στα Κύθηρα, βραβείο σεναρίου στο Φεστιβάλ των Καννών (1984), κρατικά βραβεία καλύτερης ταινίας, σεναρίου, α΄ ανδρικού ρόλου, α' γυναικείου ρόλου,σκηνογραφίας, βραβείο κριτικών στο Φεστιβάλ Ρίο ντε Τζανέϊρο (1984),

§ Τοπίο στην Ομίχλη έλαβε (μοιράστηκε) το Αργυρό Λιοντάρι Καλύτερης Σκηνοθεσίας στο Κινηματογραφικό Φεστιβάλ Βενετίας, βραβείο Φελίξ καλύτερης Ευρωπαϊκής ταινίας (1988).

§ Το Βλέμμα του Οδυσσέα έλαβε το Μεγάλο Βραβείο Κριτικής Επιτροπής στο Φεστιβάλ των Καννών, βραβείο της FIPRESCI (1995). Επίσης, οι κριτικοί του περιοδικού Time το ψήφισαν στις 100 καλύτερες ταινίες του παγκόσμιου κινηματογράφου.[3]

§ Μια Αιωνιότητα και μια Μέρα κέρδισε τον Χρυσό Φοίνικα στο Φεστιβάλ των Καννών (1998).

§ Τριλογία - Το Λιβάδι που Δακρύζει κέρδισε βραβείο της FIPRESCI (2004).

§ Xρυσό μετάλλιο του ιδρύματος Circulo de Bellas Artes (Mαδρίτη, 2008) για το σύνολο του έργου του.

Δευτέρα, 4 Ιουνίου 2012

Μια δεύτερη ματιά στο "Παραμύθι της Βροχής" από την Ρούλα Μουστάκα

Στο «Παραμύθι της βροχής», το έξοχο κείμενο σε συνδυασμό με τον πλούτο της γραφής, των συναισθημάτων και των εικόνων το καθιστούν μια εξαίρετη συντροφιά. Ακόμη και μετά τη δεύτερη ανάγνωση νιώθει κάποιος την ίδια λαχτάρα, το ίδιο μούδιασμα στην καρδιά όπως όταν το διαβάζει για πρώτη φορά! Το «παραμύθι της βροχής» είναι ένα ταξίδι, μια απόδραση από την καθημερινότητα μια πλοήγηση της φαντασίας στο δίχτυ της γραφής.

H χαμηλόφωνη λυρική ματιά της συγγραφέως κρατά αμείωτο το ενδιαφέρον του αναγνώστη ως την τελευταία σελίδα! Πέρα από τη στοχαστική αυτή ματιά, εκπονεί με περίτεχνο τρόπο, ένα δημιουργικό κέντημα, αναμειγνύοντας με επιτυχία την ασιατική φιλοσοφία με τον ελληνικό πολιτισμό. «Η φιλοσοφία είναι ένα μεγάλο ταξίδι!» της είπε εκείνος. «Όλα όσα σε εντυπωσιάζουν, βρίσκονται εκεί. Είναι μια θάλασσα για να ταξιδέψεις, και πάντα σε περιμένει μια διάφανη ακρογιαλιά στο τέλος του ταξιδιού. Χρειάζεσαι δυνατό σκαρί όμως, για τον πηγαιμό στην καινούργια ακτή. Στην Ελλάδα το είπατε Πλάτωνα, Αριστοτέλη, Σωκράτη ή Πυθαγόρα. Εμείς εδώ το λέμε Βούδα. Στην Κίνα Κομφούκιο, κάθε λαός κάπως το ονομάζει. Και η ακτή που θα φτάσουμε μπορεί να λέγεται τελείωση, αυτογνωσία ή νιρβάνα, δεν έχει καμιά σημασία. Παντού έχει ένα διαφορετικό όνομα, το σκαρί όμως ακολουθεί τα ίδια κύματα για να φτάσει στον προορισμό του. Δεν υπάρχουν διαχωρισμοί. Το θέμα είναι να αφεθείς στο ταξίδι που σε καλεί. Να ακούσεις την άγκυρα όταν σηκώνεται από το νερό και να προλάβεις να επιβιβαστείς στο πλοίο που φεύγει».

Η ιστορία ξεκινά με πρωταγωνίστρια τη Χριστίνα. Η ίδια, βιώνοντας την απώλεια ενός αγέννητου παιδιού, επιζητά την προσωπική λύτρωση στα μάτια ενός καλού της φίλου στην Ιαπωνία. Εγκαταλείπει την οικογένεια και την εργασία της και ταξιδεύει μέχρι τη χώρα-στήριγμα για εκείνη, τη δεδομένη χρονική στιγμή. Φάρος ελπίδας ο Τοσίο, για την αντιμετώπιση των ψυχολογικών της προβλημάτων, γιατί: « Ένα βλέμμα που στέκεται για μια στιγμή στα δικά σου μάτια και σου εκμυστηρεύεται τις αλήθειες του όλες. Που σου επιτρέπει να βυθιστείς στην προσωπική του θάλασσα, κι από εκεί να γευτείς και τη σκουριά και την αλμύρα του όλη. Κι όλα αυτά τόσο απόλυτα και ειλικρινά, τόσο αυθόρμητα, σαν να υπήρχε από πάντα στη ζωή σου αυτό το βλέμμα, κι αν τυχόν σου λείψει για λίγο να φαίνεται η ζωή πιο λίγη, πιο άχρωμη και συχνά ανυπόφορη, μισή, επειδή ένα ανθισμένο λουλούδι είναι η φιλία, μια ανάσα ζωής μοιρασμένη στα δύο!» Φτάνοντας στην Ιαπωνία, ξεκινά να ανακαλύψει τις ομορφιές στα χρώματα, στις μυρωδιές, στο πράσινο τσάι, στις ανθισμένες κερασιές, στην τέχνη της γκέισας προκειμένου να ξεχαστεί και να ξεφύγει από το προσωπικό της αδιέξοδο. Εκεί συναντά και τη Χιρόκο, όπου με ευελιξία η συγγραφέας ταυτίζει τις ιστορίες τους! Πλήθος εικόνων ξετυλίγονται, υψηλής αισθητικής γεμάτες ρομαντισμό που ρέουν άλλοτε σαν νερό και άλλοτε σαν κινηματογραφική ταινία αφήνοντας θλίψη, χαρά και ανακούφιση! Κάθε λέξη, σαν πινελιά σε πίνακα, κάθε πρόταση αρμονικά δεμένη , αποτελεί μια μοναδική υφή συναισθηματικών αποχρώσεων!

«Ξεκίνησα για την Ιαπωνία ξέροντας μονάχα δύο γιαπωνέζικες λέξεις για να συνεννοηθώ μαζί της: σακουρά που θα πει άνθος κερασιάς και κοκορό που θα πει καρδιά. Ποιος ξέρει, έλεγα με το νου μου, μπορεί αυτές οι δύο απλότατες λέξεις να φτάνουν...» ήταν τα λόγια του Νίκου Καζαντζάκη Έτσι τόσο απλά ξεκινούν τα ομορφότερα ταξίδια. Το «παραμύθι της βροχής» είναι ένα από αυτά και χαρίζει στον αναγνώστη μοναδικές πλεύσεις και κύματα χαράς στα ήρεμα νερά της θάλασσας του!



Παρασκευή, 1 Ιουνίου 2012

ΤΑ ΧΡΟΝΙΑ ΤΗΣ ΝΤΡΟΠΗΣ/ΠΕΡΙΚΛΗ ΓΡΙΒΑ



ΤΑ ΧΡΟΝΙΑ ΤΗΣ ΝΤΡΟΠΗΣ, το πρώτο μυθιστόρημα του Περικλή Γρίβα αποτελεί μια προσωπική κατάθεση ψυχής αλλά ταυτόχρονα είναι κι ένα βιβλίο που έρχεται να θυμίσει στους παλιότερους και να μάθει στους νεότερους αναγνώστες, πόσο δύσκολες στιγμές πέρασε αυτός ο τόπος.

Το μυθιστόρημα αυτό είναι γραμμένο από έναν ευαίσθητο συγγραφέα, που φιλοδοξεί να καταδείξει ταυτόχρονα τη φρίκη που μπορεί να κρύβεται μέσα στον άνθρωπο αλλά και τη δύναμη που χρειάζεται, για να επιβιώσει μέσα στη δίνη μιας καταστροφικής εποχής. Ο συγγραφέας φαίνεται να συγκλονίζεται από τη δίνη της εποχής του εμφυλίου και μας καταθέτει από ψυχής ένα κείμενο που στοχεύει να δονήσει τις κοιμισμένες ευαισθησίες μας, καθώς οι ήρωες του μάχονται να σωθούν απ’ τον κατακλυσμό μιας σκληρής εποχής.

Όσοι γνωρίζουν καλά τον Περικλή Γρίβα ξέρουν ότι ο συγγραφέας τρέφει μια ιδιαίτερη αγάπη για τον τόπο καταγωγής του, την ορεινή Κανδήλα Αιτωλοακαρνανίας, δεν θα μπορούσε λοιπόν να μην τοποθετήσει το πρώτο του βιβλίο στην περιοχή αυτή, που έτσι κι αλλιώς σημαδεύτηκε από την ιστορία. Σημαντικό είναι όμως να σταθεί κανείς στην τεράστια βιβλιογραφία που ο συγγραφέας μελέτησε, κάνοντας έρευνα ετών, προκειμένου να καταπιαστεί με ένα θέμα που ταλάνισε την ελληνική, πραγματικότητα, σε μια ιστορική περίοδο, τα αποτελέσματα της οποίας σφράγισαν τη χώρα μας και σηματοδότησαν την μεταπολεμική της τύχη. Μια βιβλιογραφία, που αν και δεν είναι ορατή στον αναγνώστη, λειτουργεί ως ο αρχιτεκτονικός ιστός του έργου και αξίζει να τη δει κανείς στις τελευταίες σελίδες του βιβλίου, για να καταλάβει ότι το βιβλίο αυτό είναι αποτέλεσμα σκληρής δουλειάς εκ μέρους του συγγραφέα. Ο συγγραφέας φωτίζει μια σελίδα στην Ιστορία της μεταπολεμικής Ελλάδας, ποτισμένης στο αίμα, που δίχασε οικογένειες, αδέλφια, τόπους, ελπίδες κι άφησε πίσω της έναν τραγικό απολογισμό. Ο εμφύλιος και τα δεινά του, ο αλληλοσπαραγμός, οι παράπλευρες απώλειες στη ζωή των ανθρώπων, ο διχασμός, τα σκοτεινά χρόνια, τα πέτρινα χρόνια, τα αιματηρά, τα αδυσώπητα. Χρόνια απέλπιδα, ερεβώδη, χρόνια της αντίπερα όχθης, του πλιάτσικου και του λυγμού, χρόνια του πόνου. Χρόνια της Ντροπής!

«Γιατί, Παναγία μου, αυτό το κακό; Τι στα κομμάτια θέλουν πάλι οι μεγάλοι και μας έβαλαν να φαγωθούμε; Αλλά εμείς δεν είμαστε λαός! Όταν ο κίνδυνος από τους κατακτητές ήταν μεγάλος, παλέψαμε σαν μια γροθιά. Έδωσες κι έφυγαν, βγάνουμε τα μάτια μας μόνοι μας! Τι κατάρα έχει ο τόπος μας, Θεέ μου;», σημειώνει στις σελίδες του ο Περικλής Γρίβας.

Και είναι αυτή ακριβώς η κατάρα που τσακίζει τη ζωή των ηρώων του βιβλίου του και καθιστά τον συγγραφέα μάρτυρα μιας σκληρής περιόδου, υπαγορεύοντας του να καταγράψει το μεσαιωνισμό που «τύφλωσε» τους ανθρώπους εκείνη τη σκοτεινή ιστορική στιγμή!
Ο ένας Έλληνας εναντίον του άλλου! γράφει κι η φράση αυτή γίνεται η επιτομή της ιστορίας του. Ο ένας αδελφός εναντίον του άλλο, για να γίνει τελικά ο ένας εαυτός εναντίον του άλλου, του κρυμμένου βαθιά που θα χρειαστεί να περάσει καιρός για να μπορέσει να έρθει στο φως και να διεκδικήσει πίσω τη ζωή του. Αυτή η φράση ωστόσο γίνεται το κλειδί για την αποκωδικοποίηση του βιβλίου του Περικλή Γρίβα. Μια φράση που τον έχει κυριολεκτικά σημαδέψει και γίνεται η κινητήριος δύναμη που θα πυροδοτήσει μια σειρά αντιθέσεων και ανατροπών μέσα στο βιβλίο του.
Η φωτιά του εμφυλίου, των χρόνων που η σύγχρονη ελληνική ιστορία θα θυμάται πάντα με ντροπή, θα κάψει τα πάντα στο πέρασμά της και θα αφήσει πίσω της, όχι μόνο μια αβυσσαλέα καταστροφή, αλλά των εξαγνισμό των πραγμάτων. Οι πρωταγωνιστές του βιβλίου θα ξαναγεννηθούν μέσα από τις στάχτες της, καταδικασμένοι να φέρουν για πάντα στην ψυχή τους όμως τα σημάδια της, με τη βαριά συναίσθηση, ότι επέζησαν μιας καταιγίδας.

Ο συγγραφέας γνωρίζει καλά πόσο βαριά είναι η ευθύνη του και προσεγγίζει τα γεγονότα, κρατώντας ίσες αποστάσεις, με τον απόλυτο σεβασμό και τη συγκρότηση που αυτά απαιτούν. Το μυθιστόρημα, γραμμένο με την ευαισθησία και την τρυφερότητα ενός νέου δημιουργού καταθέτει ακόμη μια αλήθεια που μπορεί να συνοψιστεί σε μια και μόνη φράση:

«ήξερε καλά πως η ψυχή απλά κοιμάται. Αν κάτι την αγγίξει, ξυπνάει και θυμάται. Κι όταν γυρίζει η θύμηση, ξυπνάει το φταίξιμο. Φταίει όποιος θυμάται. Πόσω μάλλον αν η ψυχή δεν ξυπνήσει από άγγιγμα μνήμης αλλά από κόψη ξυραφιού».

Μια κόψη ξυραφιού το βιβλίο του εξελίσσεται μέσα από ανατροπές που κυριολεκτικά καθηλώνουν κι η φωτογραφική τους περιγραφή δοκιμάζει τον αναγνώστη, καθώς τον υποβάλλει στην μυσταγωγική εξέλιξη της ιστορίας και τον αναγκάζει να βιώσει την αγωνία, συμπάσχοντας μαζί με τους ήρωες.
Χαρακτηριστική είναι η γλώσσα που ο συγγραφέας διαλέγει να χρησιμοποιήσει, για να αγγίξει τη μνήμη. Οι λέξεις διαλέγονται με μαεστρία, με ακρίβεια και γίνονται η γενετική μήτρα των εκφραστικών συμβόλων που συναρμολογεί ο συγγραφέας, προκειμένου να πραγματοποιήσει την υπάρχουσα ιδέα. Άλλοτε με την απαραίτητη τρυφερότητα κι άλλοτε με σκληρές σαϊτιές που σκίζουν σαν ξυράφι το χαρτί και διαπερνούν την ψυχή του αναγνώστη. Πάντα όμως με δεδομένο ότι οι λέξεις εξυπηρετούν το σκοπό τους, όταν εισχωρούν στο μυαλό, αφού πρώτα έχουν βουτήξει την αιχμηρή τους κόψη, στη νοσταλγία της προαιώνιας χρήσης τους.

Λένε πως κάθε συγγραφέας άλλωστε έχει ένα προσωπικό του κώδικα να επικοινωνεί με ένα συγκεκριμένο θέμα, να το προσεγγίζει και χρησιμοποιώντας το να το αναδεικνύει σε λογοτεχνικό έργο. Στην περίπτωση του Περικλή Γρίβα, ο τρόπος που επιλέγει ο συγγραφέας, για να δημιουργήσει το έργο του είναι η αμεσότητα και η λιτή ευθυβολία του λόγου που χρησιμοποιεί, για να τραβήξει το ενδιαφέρον του αναγνώστη του και να τον συμπαρασύρει στις σελίδες του.

«Καταραμένη γενιά η δική μας! Καταραμένες κι οι ιδέες! Μας έπνιξε το μίσος και το αίμα. Κι όλα αυτά γιατί;» αναρωτιέται ο συγγραφέας. «Για το τίποτα. Γιατί όλα ένα τίποτα ήταν. Μόνο αθώα χυμένο αίμα. Και πόνος. Από πληγές που σάπισαν», γράφει κι αγγίζοντας τη δική μας μνήμη επαναφέρει στο νου τους στίχους του μεγάλου Έλληνα ποιητή, του Γιώργου Σεφέρη, όταν έγραφε για το ριζικό μιας γενιάς ανθρώπων που ξαστόχησε:

Μεγάλος πόνος είχε πέσει στην Ελλάδα.

Τόσα κορμιά ριγμένα

στα σαγόνια της θάλασσας στα σαγόνια της γης.

τόσες ψυχές

δοσμένες στις μυλόπετρες, σαν το σιτάρι.

Κι οι ποταμοί φουσκώναν μες στη λάσπη το αίμα

για ένα λινό κυμάτισμα για μια νεφέλη

μιας πεταλούδας τίναγμα το πούπουλο ενός κύκνου

για ένα πουκάμισο αδειανό, για μιαν Ελένη».

Το βιβλίο γίνεται όλο μια καταιγίδα, μια νύχτα βροχής, μια νύχτα που όταν θα ξημερώσει θα επανατοποθετηθούν τα πράγματα από την αρχή και η τραγωδία θα οδηγηθεί στην κάθαρση, μια και η μνήμη που ξυπνά γίνεται βροχή δυνατή, μια καταιγίδα που σαρώνει το νου! Μια νύχτα που αρκεί για να γεμίσει υγρασία την ψυχή πριν ξεχειλίσει και τα πιο λεπταίσθητα συναισθήματα βγουν στην επιφάνειά της και επαναπροσδιορίσουν το ανθρώπινο μέτρο. Ο συγγραφέας γίνεται ένα μικρό παιδί που παίζει με τις λέξεις του μέσα στα νερά αυτής της βροχής και απολαμβάνει, σαν σκανταλιάρικο πιτσιρίκι, να νοτίζει τους γύρω του, χοροπηδώντας μέσα σ’ αυτά.

Μια αρμονία διέπει ολόκληρο το κείμενο. Οι ιστορικές μαρτυρίες και πληροφορίες, τις οποίες ο συγγραφέας επιλέγει να μας δώσει, δένουν με την πλοκή κι έτσι αποτελούν ένα ακόμη πόλο ενδιαφέροντος για τον αναγνώστη που νιώθει τον εσωτερικό ρυθμό του κειμένου και τον έλεγχο που σε όλες τις σελίδες του αναγνώσματος ο Περικλής Γρίβας εξασκεί. Οι περιγραφές, ζυμωμένες με τις λεπτομέρειες που χρησιμοποιεί, δίνουν στο κείμενο τις απαραίτητες πληροφορίες και το καθιστούν ενδιαφέρον μέχρι την τελευταία του σελίδα, αποσαφηνίζοντας τις συνθήκες διαβίωσης μιας πληγωμένης γενιάς, μιας γενιάς με κατακρεουργημένα όνειρα και ραγισμένες ελπίδες.

Ένας άνθρωπος επιστρέφει μετά από πολλά χρόνια στον τόπο που γεννήθηκε και ξετυλίγει το κουβάρι μιας ιστορίας για να αποκαλύψει τα πάθη, τα λάθη και τις τραγικές στιγμές που έζησε ο τόπος. ΤΑ ΧΡΟΝΙΑ ΤΗΣ ΝΤΡΟΠΗΣ έχουν περάσει πια, κάποιοι όμως αναζητούν ακόμα τη δικαίωση και την υπόσχεση ότι αυτός ο τόπος δε θα ξαναζήσει βουτηγμένος στο αίμα της ντροπής.

Όσοι έχουν την ευκαιρία να γνωρίζουν προσωπικά τον συγγραφέα και διαβάσουν τώρα το έργο του θα καταλάβουν ότι ο Περικλής Γρίβας εξεικονίζει τις ιστορίες του με την ίδια καθαρότητα που τον χαρακτηρίζει και στην προσωπική του ζωή, αναμετρώντας τις δυνάμεις του απέναντι σε μια ψυχολογική ταύτιση με τους ήρωες του. Ο Περικλής καταθέτει μια ιδιαίτερη ευαισθησία στα κείμενά του, ίδια με αυτήν που δείχνει σε κάθε πλευρά της ζωής του και πετυχαίνει όχι μόνο να ανασυστήσει μια εποχή οδύνης και πάθους αλλά να καταδείξει πόσο σκληρή μπορεί να είναι η μοίρα μερικών ανθρώπων. Κι επειδή είναι σημαντική η σχέση του και με τον ποιητικό λόγο, ο ποιητής Περικλής Γρίβας, γνωρίζοντας καλά πόσο μεγάλη αξία έχει η ακρίβεια στην επιλογή μιας λέξης, αποδίδει στο έργο του έναν κόσμο ιδιαίτερης δύναμης και απαράμιλλης αλήθειας, κάνοντας όλους εμάς τους αναγνώστες του να γοητευόμαστε από μια άλλη θέαση των πραγμάτων.

Θα σταθώ σε δυο λόγια που ο Περικλής έχει γράψει στον πρόλογο της μικρής του συλλογής διηγημάτων ΔΕΡΜΑ ΠΟΥ ΓΝΩΡΙΣΕ ΤΟ ΑΛΑΤΙ και δείχνουν την αξία της συγγραφικής τέχνης στη ζωή του συγκεκριμένου δημιουργού:

«Η τέχνη της γραφής, γράφει, σαν μουσική τη νύχτα ξυπνάει προσδοκίες και κάποτε εφιάλτες. Ξυπνάει το άλλο μας εγώ, αυτό που κρυμμένο βαθιά πετάει κλαράκια στο φως. Με οδύνη και πάθος, συναισθήματα αταίριαστα, ανθίζει σε σελίδες λευκές αποτελώντας ίαση σε όσα μας πονούν, φανερά ή κρυφά, γλυκά ή οδυνηρά».

.