Κυριακή, 17 Μαΐου 2015

Η Μάγδα Παπαδημητρίου-Σαμοθράκη γράφει για το "Ουίσκι μπλε" στο e-pieria.gr

Στις προθήκες των βιβλιοπωλείων
http://www.e-pieria.gr/news-2/culturenews/7242-ouisky-ble-tis-tesys-baila-ekdoseis-psyxogios
Προτείνει η Μάγδα Παπαδημητρίου-Σαμοθράκη
«Ουίσκυ μπλε» της Τέσυς Μπάιλα, Εκδόσεις Ψυχογιός.
«Αχ! Η ξενιτιά το χαίρεται
Τζιβαέρι μου
Το μοσχολούλουδο μου
σιγανά και ταπεινά
Αχ! Εγώ ήμουνα που το ‘στειλα
Τζιβαέρι μου
Με θέλημα δικό μου
σιγανά πατώ στη γη
Αχ! Πανάθεμά σε ξενιτιά
Τζιβαέρι μου
Εσέ και το καλό σου
σιγανά και ταπεινά»

Το «Τζιβαέρι» μου ήρθε στο νου και η μουσική του είχε απλωθεί στη ψυχή μου όταν άρχισα να ξεφυλλίζω το «Ουίσκυ Μπλε» της Τέσυς Μπάιλα από τις εκδόσεις Ψυχογιός. Ένας ύμνος για το μαγικό κόσμο της θάλασσας τα λόγια του καπετάν Βαγγέλη «Ότι και να γίνει, ότι και να χάσεις στη ζωή, όσο και να πονέσεις, η θάλασσα είναι πάντα εκεί. Και ξέρει να σου μιλά με τα κύματά της, να ακούει το παράπονό σου, να το παίρνει με τους αφρούς της μακριά, να σ΄ αλαφρώνει την ψυχή από τα βάρη της».
Με τη Τέσυ Μπάιλα έχουμε μια κοινή αγάπη τη θάλασσα. Δεν ξέρω αν είναι αυτή που μας ένωσε σε μια καλή φιλία χρόνων. Όλα τα βιβλία της έχουν κέντρο τη θάλασσα και γύρω από αυτή κινούνται όλα. Μετά το «Πορτρέτο της Σιωπής», «το Παραμύθι της Βροχής» και «Το Μυστικό ήταν η Ζάχαρη» ήρθε το «Ουίσκυ Μπλε» να μας καθηλώσει. Πραγματικά δεν μπορώ να διαλέξω ποιο είναι πιο δυνατό, πιο συγκινησιακό από τα τέσσερά της μυθιστορήματα… Η γραφή μέσα από το φωτογραφικό φακό της μας ταξιδεύει και την καταξιώνει στο χώρο της λογοτεχνίας.

«Το βιβλίο είναι μια μυθιστορηματική ματιά στον αιώνα που αφήσαμε πίσω μας, στις μικρές και μεγάλες στιγμές που συνθέτουν την οδύσσεια ενός Νεοέλληνα». Έγραψε ο συγγραφέας Δημήτρης Στεφανάκης στην Athens Voice για το «Ουίσκι μπλε»: «...Τούτη τη φορά καλειδοσκοπεί τη μεγάλη Ελλάδα, την Ελλάδα της διασποράς. Η Κρήτη γίνεται Πορτ-Σάιντ και από τον Πειραιά και τη Σαντορίνη η δράση επεκτείνεται μέχρι τη Νέα Υόρκη και τα ανθρακωρυχεία του Βελγίου. Άνθρωποι και γεγονότα στροβιλίζονται γύρω από τον ολοκληρωτικό πρωταγωνιστή τους, τον Μιχάλη, αυτό τον σύγχρονο Οδυσσέα με το πάθος της περιπέτειας. Η θαλασσινή ψυχή του ανατροφοδοτείται από το γαλάζιο στοιχείο αλλά και από την πεποίθηση πως τα δικά του σύνορα μόνο ο ίδιος μπορεί να τα θέσει – σύνορα στον έρωτα, στο όνειρο, στην πατρίδα του αλλά και στους ανθρώπους της. Τα μεγάλα λιμάνια, η φτώχεια αλλά και η ζεστασιά του μεσογειακού κόσμου, τα γκρίζα τοπία της βόρειας Ευρώπης και οι σκληρές μνήμες από κάθε σταθμό της ζωής του, τον ακολουθούν μέχρι την τελευταία σελίδα, όπου σοφά η συγγραφέας δεν συμβιβάζεται με την εύκολη λύση ενός τέλους….»

Η Τέσυ Μπάιλα «έχτισε» τους ήρωες και τις ηρωίδες της και τους άφησε να χαράξουν τη σκληρή πορεία τους πάνω στο άψυχο χαρτί . Ένα χαρτί που πολύ έντεχνα ξέρει να του βάζει καρδιά, θυμό, χαρά και λύπη. Ξέρει πολύ καλά να αφήνει ανοιχτούς λογαριασμούς με τους χαρακτήρες δίνοντας την αίσθηση της φυσικής εξέλιξης των πραγμάτων χωρίς να παρεμβαίνει η ίδια παρά μόνο στο βαθμό που απαιτείται για να υπάρχει μια στοιχειώδης λογική ακολουθία στο κείμενο. Ένα μυθιστόρημα με πλούσια δράση και συνεχείς ανατροπές. Τους έδωσε τον αέρα του κοσμοπολίτη και στον αναγνώστη τη δυνατότητα να ταξιδέψει μέχρι την άκρη του κόσμου και την ίδια στιγμή μέχρι τα βάθη της ανθρώπινης ψυχής.

Ο Μιχάλης, γεννημένος στο Πορτ Σάιντ της Αιγύπτου, επηρεασμένος από τον ναυτικό πατέρα του, κληρονομεί την αγάπη για το υγρό, ατίθασο στοιχείο, λες και η θάλασσα κυλάει μέσα στο αίμα του. Εκεί ζει μετανάστης με την οικογένειά του, τον πατέρα του, καπετάν Βαγγέλη, τη μητέρα του, Βιργινία και την αδερφή του, πλαισιωμένοι όλοι από την αγάπη και την αφοσίωση της πιστής Φάτμα, που την ακολουθεί η δική της ιστορία, μιας ιστορίας συνυφασμένης με τις αντιλήψεις, τους θρύλους του τόπου της αλλά και τη θέση της γυναίκας στην Αφρική. Μετά από ένα ναυάγιο που σημαδεύει για πάντα τη ζωή τους, αναγκάζονται να έρθουν στη γενέτειρα του πατέρα του ,τη Σαντορίνη. Εκεί θα γνωρίσει τον Αρτέμη, έναν δυνατό και ονειροπόλο, γεμάτο ζωή άντρα που θα κυνηγήσει τα όνειρά του. Το νησί με απέραντους αμπελώνες, την ξερή γη αλλά και το ηφαίστειο του, τους διώχνει και καταλήγουν σε μια φτωχογειτονιά στον Πειραιά.Ο Μιχάλης, ανήσυχο πνεύμα και θέλοντας να καλυτερέψει τη ζωή του και να προοδεύσει, φεύγει μετανάστης στα ανθρακωρυχεία της Μαρσινέλ του Βελγίου, όπου η συγγραφέας βρίσκει την ευκαιρία να περιγράψει τον εφιάλτη τον οποίο έζησαν εκεί οι μετανάστες. Ζωές σαν των ποντικών, χίλια διακόσια μέτρα κάτω από τη γη, στο σκοτάδι, στην υγρασία, στο κάρβουνο, στον ασταμάτητο βήχα και το κρύο, η γνωριμία του με τον Αποστόλη με τη συγκλονιστική του ιστορία στον πόλεμο, τον καημό του για τη Σεβαστή και με την παρέα της φυσαρμόνικάς του, ο Πέτρος αλλά και η Μαρία με την ανθρωπιά και τις συμβουλές της και το τραγικό δυστύχημα που θα τον γυρίσει πίσω στην πατρίδα.

Γεμάτο από υπέροχες εικόνες από το ανθρώπινο ψηφιδωτό, την τοιχογραφία μιας ποικιλόμορφης κοινωνίας στην Αίγυπτο, με πολυφυλετικά χαρακτηριστικά και διαφορετικές αντιλήψεις, συγκινητικότατες εικόνες στο λιμάνι του Πειραιά, με την αναχώρηση μεταναστών προς τα διάφορα μέρη του κόσμου και τους μόνιμους μικροπωλητές, παραδοσιακές σκηνές στη Σαντορίνη, την εποχή του τρύγου, της "βεντέμας" , με τους εργάτες, τα πατητήρια, τα ληνά, τα κοφίνια, τα πιθάρια για να παρασκευαστούν οι διάφορες ποικιλίες κρασιών, μαύρες εικόνες από τα ανθρακωρυχεία στο Βέλγιο και τον ρατσισμό στην αντιμετώπιση των μεταναστών, αλλά και εικόνες γεμάτες μπλε, από την θάλασσα που για τους νησιώτες είναι τόσο σημαντική όσο και η ζωή.

"Κι ο ίδιος σε ολόκληρη τη ζωή του είχε υπάρξει ένας μετανάστης, ξένος στον τόπο που γεννήθηκε, αλλά και στη χώρα των προγόνων του όταν επέστρεψε, ύστερα στο Βέλγιο, στην Αμερική. Αποξενώθηκε ακόμα και από την οικογένειά του, μετανάστης σε μια άλλη στέγη. Σαν τον Οδυσσέα, τον οποίο ονειρευόταν ο Αρτέμης, σαν όλους κείνους τους Έλληνες, οι οποίοι έζησαν την ξενιτιά, την μετανάστευση, την παλιννόστηση σε τόσες και τόσες γενιές".

Διαβάζοντας τις σελίδες του βιβλίου ζούμε έντονα, μέσα από τη γραφή της, την σκοτεινή κόλαση των ανθρακωρύχων του Βελγίου, οι οποίοι ζούσαν σαν ποντίκια στα λαγούμια του άνθρακα - με αποκορύφωμα το φριχτό ατύχημα που έγινε στις 8 Αυγούστου 1956 στη Μαρσινέλ από έκρηξη στον ανελκυστήρα του ορυχείου με αποτέλεσμα να σκοτωθούν μαρτυρικά 262 εργάτες, κυρίως Ιταλοί αλλά και Έλληνες.

«Τo γεγονός δεν έχει αφήσει ασυγκίνητους τους δημιουργούς μας. Πρώτα ο Νίκος Εγγονόπουλος στο συμβολικό του ποίημα Marcinelle το 1956, όπου κωδικοποιεί την απάνθρωπη ζωή των ορυχείων και καλεί τον εργάτη σε ανατροπή της τυράννων του μέσα από τη βία της επανάστασης («Πάρε το μαχαίρι σου, εργάτη –τούτη η νύχτα δεν είναι σαν τις άλλες»). Ακολούθησε η ζωγραφική του πολιτικοποιημένου εικαστικού Βλάση Κανιάρη με τη σειρά εξπρεσιονιστικών πινάκων "Η Καταστροφή της Μαρσινέλ" (1958), όπου κυριαρχεί το μαύρο του κάρβουνου και της ζοφερής πραγματικότητας των εργατών με το κόκκινο της θυσίας και της καταγγελίας. Δεκαετίες μετά, η Τέσυ Μπάιλα έρχεται να αναπληρώσει ένα κενό που υπήρχε στο θέμα από την πλευρά της μυθιστοριογραφίας και να προσθέσει την πιο χαμηλόφωνη ματιά του πεζογράφου» γράφει η Ελισάβετ Δέδε στην κριτική της για το Bookia.
Θα κλείσω με τη κριτική της αγαπημένης συγγραφέως Λότης Πέτροβιτς που πιστεύω ότι κλείνει μέσα της τον θησαυρό εικόνων, συναισθημάτων, συγκινησιακών ανατροπών του «Ουίσκυ μπλε»
«Κάθε πέτρα έχει τη δική της αξία, προέρχεται από ξεχωριστό σκληρό υλικό, κουβαλάει τις δικές της γλυκόπικρες μνήμες – ξεριζωμούς και προσφυγιές, ξενιτεμούς κι επαναπατρισμούς, κοινωνικές ανισότητες, αδικίες, ανέχεια, ορφάνια, αλλά και φιλία, ανθρωπιά, αλληλεγγύη, έρωτες και οικογενειακή ζεστασιά, στοιχεία που τα πλαισιώνουν τοπικοί γλωσσικοί ιδιωματισμοί, ήθη και έθιμα. Κι όλα μαζί φανερώνουν ολοζώντανα και γλαφυρά τα όσα βίωσαν οι ΄Ελληνες, στον εικοστό αιώνα κυρίως, μέσα κι έξω από την πατρίδα τους στην προσπάθεια να ξεφύγουν από τη φτώχεια και τη μιζέρια, στον αγώνα τους για μια καλύτερη ζωή μένοντας ή φεύγοντας από τον γενέθλιο τόπο….»

Πιστεύοντας ότι το μυθιστόρημα είναι ένα από τα βασικά σκαλοπάτια που μπορεί να μαθευτεί η ιστορία της χώρας μας γιατί απευθύνεται στο μεγαλύτερο αναγνωστικό κοινό, σας προτείνω ανεπιφύλακτα το «Ουίσκυ Μπλε». Ένα βιβλίο φυγής που αξίζει να το διαβάσετε…



Τετάρτη, 13 Μαΐου 2015

Συνέντευξη στη Χαριτίνη Μαλισσόβα για την εφημερίδα Θεσσαλία

Η Τέσυ Μπάιλα μιλά για το βιβλίο της «Ουίσκι Μπλε», μια μυθιστορηματική οπτική στον αγώνα του Έλληνα του 20ού αιώνα για την επιβίωση (εκδόσεις Ψυχογιός). Τι συνέβαινε στα ανθρακωρυχεία του Βελγίου και τι αντιμετώπιζαν οι Έλληνες μετανάστες; Ποιος ο ρόλος της μητέρας του ήρωά της, αλλά και της Ελληνίδας μητέρας εκείνης της περιόδου; Πόσο οι σημερινές συνθήκες στην Ελλάδα της Κρίσης μοιάζουν με της εποχής εκείνης.

Έχοντας κάνει σπουδές και εκθέσεις φωτογραφίας εξηγεί τη συνάφεια των Τεχνών, αλλά και πόσο η διάδοσή τους σχετίζεται με την εποχή του διαδικτύου.

http://e-thessalia.gr/tesi-mpaila-i-istoria-epanalamvanete-alla-distichos-logo-anikanotitas-na-paroume-mathimata-th/

«Ουίσκι μπλε» ο τίτλος του βιβλίου σας. Είναι η εξιστόρηση της ζωής ενός σύγχρονου Οδυσσέα, του Μιχάλη.Θέλετε να μας πείτε λίγα λόγια;
Το «Ουίσκι μπλε» είναι μια μυθιστορηματική οπτικήστον αγώνα του Έλληνα του 20ου αιώνα για επιβίωση, στη σχέση του Έλληνα με τη ναυτοσύνη και τη μετανάστευση και εν τέλει με την ελπίδα για ένα καλύτερο αύριο, ένα ταξίδι στις αχαρτογράφητες πτυχές της ελληνικής ψυχής η οποία ζυμώθηκε με τη θάλασσα από την αρχαιότητα. Ο Μιχάλης είναι το σύμβολο του ανθρώπου ο οποίος μάχεται για να βελτιώσει τις συνθήκες της ζωής του σε πολύ σκληρά χρόνια. Γεννημένος στην Αίγυπτο, παιδί μεταναστευτικής οικογένειας, αναζητά την τύχη του επαναπατριζόμενος σε μια άγνωστη γι’ αυτόν χώρα. Σύντομα οι συνθήκες θα τον οδηγήσουν στο Βέλγιο των ανθρακωρύχων του ’56 και από εκεί στη Νέα Υόρκη και κατόπιν στον Πειραιά, έως ότου ανακαλύψει πως η μοίρα του είναι συνυφασμένη με τη θάλασσα, αυτό τον φορέα του ελληνικού πολιτισμού σε όλα τα πέρατα της γης. Επί της ουσίας δεν πρόκειται για την εξιστόρηση της ζωής του Μιχάλη, δεν είναι το οδοιπορικό μιας περιπλάνησης μέσα στον εικοστό αιώνα αλλά είναι μια ματιά στους Έλληνες που έφυγαν, γύρισαν ή χάθηκαν, ταξίδεψαν, πόνεσαν, ερωτεύτηκαν και αναγνώρισαν τον εαυτό τους μέσα σε πολύ δύσκολα μονοπάτια ζωής.

Η ζωή του ήρωά σας δείχνει να αποτελείται από κύκλους, εντελώς διαφορετικής οικονομικής και κοινωνικής υφής. Είναι κανόνας, ο κάθε κύκλος να αποτελεί το σκαλί για τον επόμενο;

Θα έλεγα πως ναι. Κάθε κύκλος ζωής μοιραία ολοκληρώνεται όταν οδηγεί πιο κοντά στη λύτρωση και την αυτογνωσία και εν τέλει δίνει τη θέση του σε μια νέα πορεία. Μας φέρνει τελικά ένα βήμα πιο κοντά στην τελείωση της προσωπικής μας Οδύσσειας και ενδεχομένως καθορίζει τον επόμενο κύκλο στον οποίο θα βρεθούμε.

Πόσο οι συνθήκες στις οποίες ζούμε επηρεάζουν τις επιλογές μας και ποιοι άλλοι παράγοντες μας ωθούν να αλλάξουμε το πεπρωμένο μας;

Νομίζω αρκετά. Επηρεάζουν τα όνειρά, τις επιθυμίες, τις αξίες, τη συμπεριφορά μας, τον τρόπο που πορευόμαστε και επικοινωνούμε. Είναι επόμενο να συνδιαλέγονται με τις επιλογές μας. Μπορεί να λειτουργήσουν ως κινητήριος δύναμη εσωτερικής αλλαγής και ενός νέου προσανατολισμού της. Αναφορικά τώρα με το πεπρωμένο μας, καλό είναι να θυμόμαστε την περίφημη ρήση του Ηράκλειτου σύμφωνα με την οποία η μοίρα μας είναι ο χαρακτήρας μας. Έχω την πεποίθηση λοιπόν ότι μόνο ο χαρακτήρας μας μπορεί να θέσει σε νέα τροχιά το πεπρωμένο μας αλλά αυτό προϋποθέτει εκ μέρους μας έναν ανειρήνευτο αγώνα εκλέπτυνσής του μέσα στο χρόνο.


Εξιστορείτε τις συνθήκες στα ανθρακωρυχεία του Βελγίου στη δεκαετία του 50 και το τραγικό δυστύχημα που έγινε εκεί.

Το κομμάτι αυτό του βιβλίου είναι νομίζω το εφιαλτικότερο και για μένα το πιο αγαπημένο. Οι άνθρωποι που βρέθηκαν εκεί βίωσαν, ας μου επιτραπεί η έκφραση, την εμπειρία ενός Νταχάου, αναγκασμένοι να ζουν 1200 μέτρα κάτω από την επιφάνεια της γης, σε ένα περιβάλλον απόλυτης μοναξιάς και εξαθλίωσης, βιώνοντας τον ρατσισμό και την κοινωνική απομόνωση. Το ατύχημα στα ορυχεία της Μαρσινέλ το 1956 έγινε η αιτία να χαθούν 266 άνθρωποι εκ των οποίων 6 Έλληνες. Το γεγονός αυτό αποτελεί από μόνο του έναν συγκλονισμό. Το μυθιστόρημα στέκεται με ακρίβεια στις λεπτομέρειες αυτού του τραγικού συμβάντος και δε σας κρύβω ότι προσωπικά με συντάραξε. Κατά τη διάρκεια της συγγραφής του βιβλίου ταξίδεψα ως τη Μαρσινέλ, μίλησα με ανθρώπους οι οποίοι ζουν ακόμα εκεί και μου εξιστόρησαν λεπτομέρειες της ζωής τους και προσπάθησα με μεγάλο σεβασμό να αναπαραστήσω αυτά τα πέτρινα χρόνια του Έλληνα.

Αγγίζετε το θέμα της μετανάστευσης των Ελλήνων την εποχή εκείνη. Οι πρόσφατες δεκαετίες της επίπλαστης ευημερίας μάς απομάκρυναν από το να σκεφτόμαστε πόσο υπέφερε ο λαός μας. Οι σημερινές συνθήκες μας αναγκάζουν να επιστρέψουμε σ’ αυτό;
Δυστυχώς έχουμε ήδη επιστρέψει. Πολλοί νέοι σήμερα αναζητούν μια καλύτερη τύχη στο εξωτερικό και προσπαθούν να ελπίζουν σε ένα καλύτερο αύριο. Οι οικονομικοί και επιστημονικοί μετανάστες είναι ήδη πολλοί. Ακριβώς αυτό θέλησα να δείξω με το βιβλίο αυτό. Οι σύγχρονοι Έλληνες, χαμένοι στην ουτοπία μιας ανύπαρχτης ουσιαστικά ευημερίας, απομακρυνθήκαμε από τις αξίες του πολιτισμού μας. Ξεχάσαμε ποιος λαόςείμαστε, πόσο ταλαιπωρηθήκαμε μεταπολεμικά να ορθοποδήσουμε, τι κόστος πληρώσαμε. Οι εικόνες των μεταναστών που πνίγονται στη Μεσόγειο, στην προσπάθειά τους να φτάσουν σε μια ελληνική ακτή φαίνεται δεν μας θυμίζει ανάλογες που έζησαν άνθρωποι της ευρύτερης οικογένειας όλων μας και ίσως μας τρομάζει. Από τον Ομηρικό Οδυσσέα ως τον σύγχρονο Έλληνα όμως ο λαός μας υπήρξε μεταναστευτικός και καλό θα ήταν να το θυμόμαστε.


Από την αρχή σχεδόν του μυθιστορήματός σας αλλά και σε όλη την έκτασή του, κυρίαρχο πρόσωπο είναι η Βιργινία ―η μητέρα του ήρωά σας.
Η Βιργινία είναι μία από τις πολλές Ελληνίδες μητέρες που προσπαθεί να μεγαλώσει την οικογένεια μόνη της μέσα στις ιστορικές δυσμενείς συγκυρίες. Κάτι ανάλογο ήταν και η Κατίνα του βιβλίου «Το μυστικό ήταν η ζάχαρη». Είναι εκείνη η απλοϊκή, περήφανη, συχνά αγράμματη γυναίκα με πολύ υψηλό το αίσθημα της αξιοπρέπειας που παλεύει να σταθεί όρθια και να μεταδώσει τις αξίες του ελληνισμού στις επόμενες γενιές μέσα από το προσωπικό παράδειγμα της ζωής της.


Πόσο σημαντική θεωρείτε τη στάση της γυναίκας αυτής στις δυσκολίες που προέκυψαν, ώστε και το παιδί της να γίνει ανεξάρτητο και να αναζητά συνεχώς καλύτερες συνθήκες ζωής, ακόμα κι όταν είχε ξεφύγει από τις συνθήκες φτώχειας;
Πολύ σημαντική. Η Βιργινία είχε εμφυσήσει στο Μιχάλη το αίσθημα της ελευθερίας. Από εκείνη έμαθε ότι οι άνθρωποι, όταν χρειαστεί, παίρνουν στα χέρια τους τη ζωή τους και με οποιοδήποτε τίμημα προχωρούν προς την Ιθάκη τους.

Αγαπάτε και ασχολείστε με τη φωτογραφία….Θέλετε να μας πείτε γι’ αυτό;

Πιστεύω ότι η τέχνη είναι μία ανεξάρτητα από τον τρόπο που επιλέγει ένας δημιουργός να την υπηρετήσει. Η φωτογραφία αποτελεί για μένα έναν άλλο τρόπο να συνομιλήσω με όλα όσα καταγράφονται στη συνείδησή μου, να κρατήσωεπάνω σε ένα κομμάτι χαρτί την προσωπική μου έκφραση. Οι στιγμές αποτυπώνονται για να σημαδέψουν ταυτόχρονα την παντοτινή τους ανυπαρξία και οι λέξεις καταγράφονται για να σηματοδοτήσουν ένα ανύπαρκτο αφηγηματικό σύμπαν.
Σε ένα δεύτερο επίπεδο, νομίζω πως οι δύο αυτές μορφές τέχνης λειτουργούν παράλληλα. Βοηθά πολύ το διάβασμα λογοτεχνικών κειμένων κάποιον που θέλει να καταγράψει με τονφωτογραφικό του φακό εικόνες μιας συγκεκριμένης αισθητικής που έχουν κάτι να πουν και το αντίστροφο είναι εξίσου σημαντικό.
Σε προσωπικό επίπεδο τώρα η φωτογραφία μούέχει χαρίσει πολύ όμορφες στιγμές με κορυφαία το ταξίδι μου στην Ιαπωνία για την ατομική έκθεση φωτογραφίας που πραγματοποιήθηκε σε ένα από τα πανεπιστήμια του Τόκιο πριν από μερικά χρόνια.

Πόσο η τέχνη της γραφής σχετίζεται με την εποχή του διαδικτύου γενικότερα και της κοινωνικής δικτύωσης ειδικότερα;
Πριν από μερικές ημέρες είχα την τύχη να πάρω συνέντευξη από τον Αμερικανό συγγραφέα Τζόναθαν Φράνζεν. Σε σχετική ερώτηση λοιπόν εκείνος απάντησε ότι τα μέσα κοινωνικής δικτύωσης προκαλούν μια διάσπαση τηςπροσοχής μας και έναν εθισμό και γι’ αυτό το λόγο είναι εξαιρετικά εχθρικά για τον ίδιο ως συγγραφέα αλλά και για τον αναγνώστη. Υπάρχει μια μεγάλη αλήθεια σ’ αυτό. Ωστόσο οφείλουμε να παραδεχτούμε ότι σήμερα ο συγγραφέας, χάρη στο διαδίκτυο , έχει τη δυνατότητα να επικοινωνεί με τους αναγνώστες σε μεγάλο βαθμό και η τέχνη της γραφής είναι κυρίως ανάγκη επικοινωνίας.

Πιστεύετε ότι η ιστορία επαναλαμβάνεται και πως κινδυνεύουμε να γυρίσουμε στις ζοφερές εποχές της φτώχειας που περιγράφετε στο βιβλίο σας;
Έχω την αίσθηση ότι τα τελευταία χρόνια γυρίσαμε αρκετά κοντά σ’ αυτές τις ζοφερές εποχές που ενώ μοιάζουν να έχουν αλλάξει, έχουν πολλές ομοιότητες. Όλοι γνωρίζουμε ότι η Ιστορία επαναλαμβάνεται. Αυτή η τάση της θα έπρεπε να μας βοηθούσε στην πρόληψη αυτών των φαινομένων αλλά τελικά για άλλη μια φορά δεν καταφέραμε να εκτιμήσουμε κάποια πράγματα. Ό,τι ζήσαμε τις τελευταίες δεκαετίες, η κατασπατάληση δημοσίου χρήματος, η κατάχρηση εξουσιών, η διαφθορά η απληστία και υπερτίμηση περιουσιών οδήγησαν σε νομισματική αστάθεια, δανεισμό, κατάρρευση τραπεζών και μοιραία ολόκληρων κοινωνιών με την ανέχεια να γίνεται ο μεγάλος ρυθμιστής των κοινωνιών.
Το ίδιο ακριβώς συνέβη κατά τον Μεσοπόλεμο. Η οικονομική κρίση ακολούθησε εκείνη των ηθικών αξιών και κατέληξε στον παγκόσμιο, πολεμικό εφιάλτη που όλοι γνωρίζουμε. Η εποχή μας ακολούθησε την ίδια πορεία μόνο που ο πόλεμος γίνεται πια με οικονομικούς όρους. Οι αυτοκτονίες των συνανθρώπων μας, η απελπισία της ανεργίας, η κοινωνική εξαθλίωση, η κρατική βία, όλα αυτά δεν απέχουν πολύ από τις εφιαλτικές στιγμές που έζησε και τότε η ανθρωπότητα.
Η Ιστορία λοιπόν σίγουρα επαναλαμβάνεται αλλά δυστυχώς αυτό συμβαίνει λόγω της ανικανότητάςμας να ερμηνεύσουμε την πορεία μας μέσα σ’ αυτή και να πάρουμε τα μαθήματά μας.

Τέσυ Μπάιλα, Ουίσκι μπλε, εκδ.Ψυχογιός

Ταξίδι στην άκρη του κόσμου αλλά και στα βάθη της ανθρώπινης ψυχής.

Ο σύγχρονος Οδυσσέας ονομάζεται Μιχάλης, γιος της Βιργινίας και του καπετάν Βαγγέλη. Το οδοιπορικό του ξεκινά από το Πορτ Σάιντ και η ανάγκη τον φέρνει στη Σαντορίνη και στον Πειραιά των πρώτων μεταπολεμικών χρόνων.

Ακολουθώντας το όνειρο για μια καλύτερη ζωή, θα δοκιμαστεί στα ανθρακωρυχεία της πόλης Μαρσινέλ στο Βέλγιο και στις αποβάθρες του λιμανιού της Νέας Υόρκης, προτού αποδεχτεί αμετάκλητα τη θαλασσινή του μοίρα.

Θα αναζητήσει τη δική του Πηνελόπη στο πρόσωπο της Εριέττας, θα συνοδοιπορήσει με παράξενους συντρόφους όπως ο Αρτέμης και ο Αποστόλης, θα δει να ανοίγουν και να κλείνουν κύκλοι ζωής στη μεγάλη σκηνή του κόσμου.

Σ’ αυτό το έπος της φτώχειας και του καθημερινού αγώνα πρωταγωνιστεί η ελληνική ψυχή ζυμωμένη με τη θάλασσα, στη θέα της οποίας ο απλός άνθρωπος βρίσκει ξανά τη δύναμη να ονειρεύεται.
Το «Ουίσκι μπλε» είναι μια μυθιστορηματική ματιά στον αιώνα που αφήσαμε πίσω μας, στις μικρές και μεγάλες στιγμές που συνθέτουν την οδύσσεια ενός Νεοέλληνα.

Έγραψαν για το βιβλίο:
Το «Ουίσκι Μπλε», μυθιστόρημα με αδρές παρουσίες, πλούσια δράση, συνεχείς ανατροπές είναι σαφώς ένας κόσμος μεγαλύτερος από το βιβλίο που την ανέδειξε. Η οικουμενική ματιά του θα δώσει στον αναγνώστη τη δυνατότητα να ταξιδέψει μέχρι την άκρη του κόσμου και την ίδια στιγμή μέχρι τα βάθη της ανθρώπινης ψυχής.
(Δημήτρης Στεφανάκης-Athens Voice) 
http://www.athensvoice.gr/the-paper/article/503/%CE%BF%CF%85%CE%AF%CF%83%CE%BA%CE%B9-%CE%BC%CF%80%CE%BB%CE%B5

«Στο Ουίσκι Μπλε η συγγραφέας με συγκίνησε σε πολλά σημεία, γιατί παρουσίασε τη φτώχεια του νεοέλληνα στην πραγματική της διάσταση μέσα στο χρόνο και δεν δημιούργησε μια ιστορία για να τέρψει μέσα από τη λογοτεχνική αφήγηση, αλλά μια ιστορία για να μας δείξει πως στον κόσμο που ζούμε η λογοτεχνία πρέπει να έχει ουσία και η ουσία δεν βρίσκεται μέσα στον εξωραϊσμό μιας πραγματικότητας που γίνεται μυθιστόρημα, η ουσία βρίσκεται μέσα στην ίδια την πραγματικότητα της ζωής που είναι γεμάτη στέρηση, γεμάτη εκμετάλλευση, γεμάτη αδιέξοδα. Κι αυτό γιατί η αληθινή λογοτεχνία δεν υπηρετεί τον εαυτό της, αλλά τον άνθρωπο.(Πασχάλης Πράνζιος literature.gr/)
http://www.literature.gr/diavazontas-to-ouiski-ble-tis-tesis-baila-tou-paschali-prantziou/

Τετάρτη, 6 Μαΐου 2015

Η Μαίρη Κωνσταντούρου γράφει για το "Ουίσκι μπλε"

Και μόνο βλέποντας το εξώφυλλο του βιβλίου, ήξερα πως θα με παρασύρει. Ακούγοντας τους ομιλητές στην πρώτη παρουσίασή του σιγουρεύτηκα πως θα με ταξίδευε μακριά... Και τώρα που το διάβασα... Λυπάμαι που τελείωσε αυτό το όμορφο ταξίδι. Ένα γλυκόπικρο οδοιπορικό μαζί με τον ήρωα και την οικογένειά του, μία λογοτεχνική αλλά εντελώς ρεαλιστική γνωριμία με τον βασανισμένο Νεοέλληνα. Αίγυπτος, Σαντορίνη, Βέλγιο, Πειραιάς, Αμερική... Αγαπημένοι τόποι της πατρίδας μας που αναγκάστηκαν να παλέψουν με θεούς και δαίμονες. Αλλά και ξένα μέρη που έχουν ποτιστεί από τον ιδρώτα και το αίμα των αμέτρητων μεταναστών μας. Το "Ουίσκι Μπλε" σε μεθάει. Σε παρασύρει μαζί με τον ήρωά του και σε αφήνει να αιωρείσαι ανάμεσα στη νοσταλγία και την ελπίδα, στην καταστροφή και την ομορφιά, στον ξεριζωμό και την παλιννόστηση... Αιωρείσαι, μεθυσμένος από ένα γλυκό μπλε. Το περήφανο μπλε της Ελλάδας... Το σαρωτικό μπλε του πάθους... Το τρυφερό μπλε της αγάπης... Το μοναδικό μπλε της Τέσυς... Συγχαρητήρια, Τέσυ μου. Σε ευχαριστώ πολύ για το απολαυστικό ταξίδι που μου χάρισες!

Δευτέρα, 4 Μαΐου 2015

Ο Διονύσης Μαρίνος γράφει στο fractal για το "Ουίσκι μπλε"

Το μεγάλο σύνορο του Έλληνα
Από σύνορο σε σύνορο – από πόλη σε μια άλλη – από ένα δωμάτιο στο πλησιέστερό του – μα, και από μια σκέψη στην ακόλουθη της, το μόνο της ζωής ταξείδιον φέρει την υπόμνηση μιας περιπέτειας που μπορεί να μην έχει κατάληξη. Το ομηρικό νόστιμον ήμαρ είναι μια δυνητική εκδοχή, δεν είναι η τελική και ούτε απαραίτητα η αρμόζουσα. Η καβαφική ενσάρκωση μιλάει για το ταξίδι και όχι για τον προορισμό, η ιστορική ερμηνεία δηλοί πως οι Έλληνες πάντα φεύγουν για κάπου: για να βρουν το Χρυσόμαλλον δέρας, για να προσυπογράψουν μια Μεγάλη Ιδέα, για να γευτούν τα κλέη μιας μακεδονικής αυτοκρατορίας, αλλά φεύγουν και γιατί η πατρίδα τους αγαπάει αλλά και τους πνίγει, αφού πρώτα τους έχει πληγώσει καίρια. Ή, άλλως πως, όταν τους πνίγει καμώνεται πως τους αγαπάει. Απλοί, καθημερινοί άνθρωποι που έφυγαν και δεν γύρισαν ποτέ. Που έφυγαν πριν καν φύγουν και που δεν έφυγαν ποτέ, αλλά ήταν πάντοτε φευγάτοι.

Ακροθιγώς και δίχως διάθεση να εντρυφήσω στα μύχια του ελληνικού καρυότυπου, ας αναλογιστούμε: ποιος είναι ο πλέον ταιριαστός ιδεότυπος του Έλληνα; Ο εύμορφος και ηρωικός Αχιλλέας; Μα, οι Έλληνες ηρωοποιήθηκαν διά της θυματοποίησης – σπανίως τα ανδραγαθήματά τους ήταν απότοκα της σφύζουσας ρώμης. Να είμαστε σαν τον Αγαμέμνονα; Επιβουλείς, τυρρανικοί, αλαλάζοντες εν μέση οδώ; Ή μήπως ευγενείς, σώφρονες και σοφοί Νέστορες; Όχι, ο Οδυσσέας είναι ότι πιο κοντινό έχουμε ως ιδιοσυστασία. Μονίμως πλάνητες και πλανημένοι. Κατεργάρηδες, αλλά και αναχωρητές. Περιπετειώδης, αλλά και δέσμιοι των αρχέγονων ριζών. Ξέπνοοι, μα και σερνόμενοι από την ανάγκη. Θυμίζω απλώς ότι ο Οδυσσέας μόνο αφού ο Παλαμήδης ακούμπησε μπροστά στο άροτρο του τον νεογέννητο Τηλέμαχο, πέταξε τη μάσκα και φόρεσε την πανοπλία. Έπρεπε να τον φέρουν δηλαδή στο μη παρέκει. Κάπως έτσι είναι η Ελλάδα: πάντα στο μη παρέκει. Πάντα σε μια αναζήτηση ταξιδιού με αβέβαιη κατάληξη – ενίοτε και δίχως καμία κατάληξη.

Το ταξίδι και πάλι θα είναι το μόνο κέρδος.

Τα γράφω όλα αυτά ως πρελούδιο για να συνομιλήσω με εσάς –και. Εντέλει, να καταλάβουμε ο ένας τον άλλον καθώς θα σκύβουμε πάνω στο μυθιστόρημα της Τέσυς Μπάιλα με τον παράδοξο τίτλο «Ουίσκι μπλε».

Υπάρχει άραγε τέτοιο ποτό; Τι είδους αφιόνι είναι τούτο που ενώ έχει τη σύσταση του ουίσκι φέρει ένα χρώμα αλλότροπο; Για τους ναυτικούς η θάλασσα έχει αυτή τη μεθυστική χάρη του αλκοόλ που καλόβολα σου λιανίζει τα σωθικά – ακόμη και όταν είναι θυμωμένη. Το παράδειγμα δεν είναι τυχαίο: στο μυθιστόρημα η θάλασσα λαμβάνει το χαρακτήρα συμβόλου – είναι αυτή που δίνει το χρίσμα στους εκλεκτούς, που τους χαράσσει το ανεξίτηλο σημάδι του φευγιού, που τους καλεί κοντά της αποστερώντας τους τον εύτακτο βίο στο στέρεο έδαφος. Για τους ναυτικούς, πάλι, πιο στέρεο μέρος από τη θάλασσα δεν υπάρχει.

Ας μου επιτραπεί μια προσωπική παρέκβαση, συναφής κατά ένα τρόπο με το βιβλίο: είχα ένα θείο ναυτικό – πρώτο μηχανικό σε γκαζάδικα – χρόνια πολλά φυλαγμένα μέσα στην αρμύρα και στη μαυρίλα των μηχανών. Όταν επέστρεφε μετά από μήνες ταξιδιών δεν το άντεχε «Ζαλίζομαι όταν περπατάω» μας έλεγε. Και όντως, ζαλιζόταν – η στεριά είναι άγκυρα και η θάλασσα τις άγκυρες δεν τις αγαπάει κι ας τις φιλοξενεί για λίγο.

Όμως, εδώ δεν έχουμε να κάνουμε μόνο με μια ναυτική ιστορία από τις πολλές ένδοξες που διαθέτουμε στη λογοτεχνική κληρονομιά μας. Είναι ένα βιβλίο πορείας – για να το πω αλλιώς, έχει τα δικά του φώτα πορείας που άλλοτε είναι κυαροσκούρα ακολουθώντας τη ψυχολογική κατάσταση των ηρώων και άλλοτε ήρεμα και κατευναστικά. Θα μπορούσε να είναι μια ταινία δρόμου, μόνο που δεν θα ακολουθούσε τη μηχανιστική πορεία από ένα μέρος σε κάποιο άλλο και πέραν τούτο θα απέμενε να δούμε την αυλαία να πέφτει. Η πορεία των ηρώων της Μπάιλα απλώνονται σε χρόνο και τόπο – οι διαβαθμίσεις του ταξιδιού ποικίλουν, ανάλογα με τα πείσματα της μοίρας ή της δικής τους κυματιστής φρενίτιδας. Ο κεντρικός ήρωας, ο Μιχάλης είναι ο κλασικός πλάνης και πλανημένος από τη ζωή και την ειμαρμένη. Ακόμη και όταν βρίσκει μετά από πολλά τη δική του Πηνελόπη, μέσα του το σαράκι του φευγιού του κατατρώει κάθε ικμάδα ευχαρίστησης και συμβατικότητας. Βρίσκεται πάντα και μονίμως σε μια κατάσταση αδιατάρακτης ενεργητικότητας να αποσυρθεί από τον έναν τόπο για να μεταβεί σε έναν άλλον. Στην πραγματικότητα, όμως, το πιο σημαντικό ταξίδι που κάνει είναι το εσωτερικό – δεν πρόκειται για αναψυχή, αλλά για αναβρασμό και για φορτίο μοίρας.

Από το Πορτ Σάιντ στον Πειραιά, τη Σαντορίνη, το Βέλγιο, τη Νέα Υόρκη και πάλι πίσω. Πού ακριβώς πίσω, όμως; Στις απαρχές του εαυτού, θα έλεγε κανείς. Στο λίκνο του ενστίκτου για φυγή. Στο ευμετάβολο της διάθεσης και στην άφωνη αγάπη για μια περιπέτεια πολυσήμαντη. Οι τόποι της Μπάιλα, καίτοι αρκετές φορές ενδύονται με ζεστά χρώματα, θησαυρούς μνήμης και μυρωδιές νοσταλγίας δεν φέρουν το όποιο κοσμοπολίτικο βάρος διαθέτουν. Δεν είναι όμως και μονοσήμαντοι τόποι μαρτυρίου και πόνου. Ακόμη και το γκριζωπό και ατσάλινο Βέλγιο, εκεί όπου ο ήρωας πηγαίνει να δουλέψει ως ανθρακωρύχος, μέσα από την αχλύ μια θωπευτικής γυναίκας, μπορεί να μην μετατρέπεται σε παραδεισένιος τόπος, πώς θα μπορούσε άλλωστε, τουλάχιστον όμως γίνεται κατάτι πιο υποφερτός μέσα στο βάσανό που τον πνίγει. Παρεμπιπτόντως, οι σελίδες που αναφέρονται στο Βέλγιο, φέρνουν έντονα στο νου το Διπλό Βιβλίο του Δημήτρη Χατζή – αυτή την έξοχη αναπαράσταση ενός ξένου τόπου για ανθρώπους ξένους και ξενιτεμένους.

Το μυθιστόρημα δεν είναι η ζωή του Μιχάλη – δεν είναι μόνο αυτό, για να είμαι ακριβής. Η ζωή του φυσικά είναι αρκούντως περιπετειώδης, έχει εκείνα τα τραγικά γυρίσματα που την κάνουν κοφτή, σωματικά απτή και απερίφραστη ως προς τη σκοτεινή γοητεία της. Όμως η καταστατική αρχή της Μπάιλα φαίνεται να μην είναι η μερική θέαση μιας μόνο ιστορίας, αλλά η καλειδοσκοπική ματιά στους ανθρώπους της πατρίδας που ήρθαν και έφυγαν ή ποτέ δεν γύρισαν στη βάση τους. Όλες οι παράλληλες, εμβόλιμες, εγκιβωτισμένες ιστορίες που παρατίθενται στο μυθιστόρημα άλλοτε έχουν χαλαρή σχέση με την κεντρική και άλλοτε έχουν οργανική σημασία για την ανέλιξή τους. Για να παραμείνουμε στην ομηρική πτυχή, είναι ενδιάμεσα έπη εν συνόψει. Κουβαλούν ένα δικό τους βάρος, αλλά όλα μαζί –αν συναχθούν σε ένα άλλο σώμα μέσα στο κεντρικό του βιβλίου, θα μπορούσαν να αποτελέσουν το έναυσμα για τη δημιουργία πολλών άλλων μυθιστορημάτων. Άρα το καλειδοσκόπιο πετυχαίνει το σκοπό του και το εύρημα των παράπλευρων σημάνσεων, παύει να είναι συγγραφική ενέργεια, αλλά αποκτά οργανική σχέση με την δεσπόζουσα ιστορία.

Ανέφερα προηγουμένως την περίπτωση του Δημήτρη Χατζή. Τώρα για την έξοδο του Μιχάλη προς τη Νέα Υόρκη μου έρχεται στο νου το έξοχο βιβλίο του Θανάση Βαλτινού «Συναξάρι Ανδρέα Κορδοπάτη» όπου ο ομώνυμος ήρωας, ένας φτωχός Πελοποννήσιος των αρχών του 20αιώνα θέλει παντί τρόπω να φτάσει στις ΗΠΑ είτε με νόμιμο, είτε με παράνομο τρόπο.

Μα, και η αδυσώπητη ζωή στον Πειραιά της δεκαετίας του 50 και του ‘60 με τη σκληρή και γραφική Τρούμπα, δεν φέρνει στο νου ανάλογες ταινίες της εποχής ή ήχους από βαριά λαϊκά και ρεμπέτικα; Όπως και το μινύρισμα στο Πορτ Σάιντ, σαν ένα τελετουργικό κάλεσμα, δεν έχει κάτι από Καβάφη και Τσίρκα; Δεν ξέρω αν αυτή η περιφερειακή διακειμενικότητα ήταν απόφαση της Μπάιλα, πάντως υπάρχει και επειδή ακριβώς δεν φαίνεται να βρίσκεται στον κεντρικό πυρήνα της σκέψης της, υποφώσκει με έναν διεγερτικό τόνο – είναι σαν μια ψύχραιμη λογοτεχνική συνδήλωση.

Το ερωτικό στοιχείο, εκτίθεται σε όλες τις εκφάνσεις του. Από τη θωπεία στην απαγόρευσή της. Από την τεταμένη έλξη στην οργιαστική άπωση. Από την ντροπή στην πλησμονή. Από τη βιαιότητα ενός βιασμού έως τον λατρευτικό θρίαμβο της αγάπης και τέλος στην αγοραία εκδοχή της πορνείας. Η Μπάιλα δεν παίζει με τα σώματα – δεν τα χρησιμοποιεί ως στατικά σύμβολα, αλλά τα αφήνει να μιλήσουν μόνα τους για τα τραύματα και τα πάθη της. Γενικώς, οι παρεμβάσεις της στην ιστορία είναι μετρημένες και αρκούντως αποστασιοποιημένες. Ούτως ή άλλως οι ήρωές της έχουν δική τους φωνή και έχουν τόσα πολλά να διηγηθούν που δεν χρειάζονται οι συγγραφικές υποσημειώσεις για να αποκτήσει η ζωής τους τη χροιά της λογοτεχνικής πραγματικότητας.

Προς επίρρωση των ανωτέρων, είναι η κατακλυσμιαία εμφάνιση της Εριέττας στη ζωή του Μιχάλη. Η συμβατική εκδοχή θα ήταν να αποτελέσει το κύκνειο άσμα της αναζήτησής του – η Ιθάκη που όλα τα καθαγιάζει, μα και όλα τα καθιζάνει. Αυτή θα ήταν μια παρέμβαση, λογικώ τω τρόπω, από τη μεριά του συγγραφέα παντεπόπτη που θέλει να ελέγχει πλήρως το υλικό του. Κι όμως, οι ήρωες αυτονομούνται, οι δράσεις επιβάλλονται στις συγγραφικές σκέψεις και τους σκοπούς και ακολουθούν, ακόμη και σε αυτή την καθοριστική, μεταιχμιακή στιγμή, τη δική τους μοίρα. Διότι η ζωή του μυθιστορήματος από τη ζωή των ηρώων καθορίζεται κι όχι από τη λεκτική μετατόπιση του συγγραφέα – αλλιώς είναι μίμηση μιας πράξης που στην καθημερινότητα μοιάζει προφανής, αλλά στη λογοτεχνία αποδεικνύεται εντελώς ασύμβατη.

Ο τόπος είναι οι άνθρωποί του και το αντίστροφο και η Ιστορία στην πραγματικότητα δεν γράφεται στις μεγάλες τις κορυφώσεις, αλλά στις μικρές καθημερινές ιστορίες που αν όλες μαζί συναχθούν, μπορούν να αποτελέσουν τη ζωντανή μνήμη ενός έθνους. Ως μια τέτοια πτυχή μπορεί κανείς να διαβάσει το «Ουίσκι Μπλε». Μακροσκοπικά φέρνει όλους τους ήχους και τις μνήμες ενός δύσκολου παρελθόντος – μιας χώρας που χρειάζεται μονίμως να πάρει μια κλειστή στροφή. Αν, όμως, παρατηρήσει κανείς τις λεπτομέρειες και τα περιγράμματα θα δει τους ανώνυμους καθημερινούς μόχθους. Τις μικροϊστορίες που μπορεί να μην κατάφεραν να αλλάξουν τη ροή της μεγάλης Ιστορίας, όμως την επηρέασαν σε σημαντικά βαθμό, έστω και εν αγνοία τους. Στην Ελλάδα υπάρχουν πολλές μανάδες σαν την Βιργινία. Υπάρχουν πολλοί Μιχάληδες που κάτι αναζήτησαν στη ζωή τους και είτε το βρήκαν στη στεριά, είτε στη θάλασσα – ή, τελικά, να μην το βρήκαν πουθενά. Κι αν η μέθη είναι ένα συναίσθημα ανακουφιστικό, ευτυχές και ουσιαστικό καθώς κατευνάζει τον πόνο, εντούτοις η ρίζα του πόνου παραμένει βαθιά και αναπτύσσεται και φτιάχνει γυναίκες σαν την Εριέττα και άνδρες σαν τον Αρτέμη που για αλλού ξεκίνησαν κι αλλού η ζωή τους πήγε.

Έχει λοιπόν αξία το ταξίδι και η αναζήτηση; Είναι ο Μιχάλης – Οδυσσέας το ανειρήνευτο εγώ μας; Θα έλεγα μετά λόγου γνώσεως: ναι. Ισχύουν και τα δύο. Δίχως ταξίδι δεν υπάρχει Οδυσσέας και δίχως το πάθος/άχθος της αναζήτησης ποτέ δεν θα φανεί στο βάθος του ορίζοντα η Ιθάκη. Ακόμη και αν αυτή είναι ένα ψέμα και στα αλήθεια δεν υπάρχει, αν ο ταξιδιώτης το πιστέψει, αυτή θα είναι εκεί και θα τον περιμένει. Κι ας μην του μέλλει ποτέ να φτάσει…

http://fractalart.gr/ouisky-mple/