Κυριακή 14 Νοεμβρίου 2021

H Νατάσα Μουτούση γράφει για «Το Πορτρέτο της σιωπής»

 

ΒΙΒΛΙΟ-ΠΑΡΟΥΣΙΑΣΕΙΣ-ΚΡΙΤΙΚΕΣ η άποψη της Νατάσας Μουτούση για το βιβλίο «Το Πορτρέτο της σιωπής» – Τέσυ Μπάιλα – Εκδόσεις Εναστρον

"ΤΟ ΠΟΡΤΡΕΤΟ ΤΗΣ ΣΙΩΠΗΣ"

ΤΕΣΥ ΜΠΑΙΛΑ - ΕΚΔΟΣΕΙΣ ΕΝΑΣΤΡΟΝ

Αναρωτιέμαι πως να περιγράψω με λέξεις τις εντυπώσεις μου από το συγκλονιστικό αυτό βιβλίο της αγαπημένης μου Τέσυς Μπάιλα.  Έχοντας διαβάσει όλα τα βιβλία της εκτός αυτού, του πρώτου,  ήταν θέμα χρόνου να έλθει κι αυτό στα χέρια μου.  Διαπίστωσα ότι η δυναμική που έχει η πένα της αποδεικνύεται περίτρανα από το πρώτο της αυτό πόνημα.

Η έμφυτη ευαισθησία της είναι έκδηλη,  όπως και η απέραντη αγάπη της για την ποίηση που αποτυπώνεται σε κάθε έργο της.  Η άλλη μεγάλη αγάπη της για τη θάλασσα, αισθητή πάντα,  κυματίζει άλλοτε ήρεμα και άλλοτε φουρτουνιασμένα και "βρέχει" με την αλμύρα της κάθε σελίδα.

Οι τέχνες,  η ειδοποιός διαφορά στα έργα της λογοτέχνιδας, με τη φωτογραφία και τη μουσική να αγγίζουν τις ευαίσθητες χορδές των συναισθημάτων του αναγνώστη.  Ολοζώντανες εικόνες της φύσης με έντονες τις μυρωδιές λεμονανθού και αγριολούλουδου καθώς και μοσχολίβανου και θυμιατού, σε συνδυασμό με τη μελωδία του βιολιού, ενεργοποιούν τις αισθήσεις και τις κάνουν να χορεύουν σε ξέφρενο ρυθμό.

Ο αναγνώστης βιώνει την κοσμική ζωή καθημερινών ανθρώπων με τα απροσδόκητα συμβάντα. Ζει τις κατανυκτικές σκηνές μέσα στην απόκοσμη ατμόσφαιρα της μοναστικής ζωής στην Αθωνική Πολιτεία, οι οποίες αποδίδονται άριστα από τη γυναικεία γραφή. Και ο θαλασσινός αέρας πνέει ακατάπαυστα και μεταφέρει τον μελωδικό ήχο του βιολιού απ’ άκρη σ’ άκρη.

Γινόμαστε κοινωνοί της υπαρξιακής ανησυχίας του κεντρικού ήρωα, του Γιάννη, ο οποίος φυλλομετράει τις σκέψεις του, τις φιλτράρει και επιλέγει τον ασκητισμό που ρέει μέσα στη σιωπή. Αναχωρεί για το Άγιο Όρος. Ως δόκιμος στην αρχή και, μετά το τελετουργικό, ως μοναχός Χριστόφορος. Η ανενδοίαστη επιλογή της σιωπής από τη φλυαρία!!!

"……επέλεξα μόνος μου τη σιγή από τη φλυαρία και το βουητό της ζωής. Δέχτηκα να γίνω ο μουσικός της σιωπής, ο μουσικός της ιερής γαλήνης αλλοτινών ήχων".(σελ.62)

"Μόνος απέναντι στο πέλαγος!  Να αποκρυπτογραφώ την θαλασσινή ομορφιά κι η ζωή μου να παίρνει κάτι απ’τον αγέρα της!"(σελ.62)

Κυριαρχεί η σιωπή στο κατάλληλο περιβάλλον και λειτουργεί ως φιλοσοφικός πυλώνας. Πώς μπορεί να αγγίξει ο μουσικός τη σιωπή με τη μελωδία και να φτιάξει την εικόνα, το πορτρέτο της; Το Πορτρέτο της Σιωπής;  Μπορεί ο μουσικός να λειτουργήσει όπως οι άλλοι καλλιτέχνες, οι ζωγράφοι και φωτογράφοι; Και ποια η θέση του μοναχισμού στη ζωή του ανθρώπου; Ακολουθεί κανείς τον μοναχισμό αποκλειστικά από την βαθιά πίστη του στον Θεό, την ανάγκη του να εξαγνιστεί, ή είναι μία διέξοδος που επιζητεί για την προσωπική αυτοδιάθεσή του,  για τον μονόδρομο προς την αυτογνωσία; Και οι νοσταλγικές σκέψεις;  Παραμένουν οι αναμνήσεις αποκοιμισμένες ή κάνουν επίσκεψη απρόσκλητες και δημιουργούν ρωγμές στη γαλήνη της ψυχής;

"Τόσα χρόνια είχε πιστέψει ότι όλα αυτά ανήκαν στο παρελθόν. Ότι τα είχε αφήσει οριστικά πίσω του. Να όμως τώρα που η ζωή επέστρεφε ολοζώντανη μπροστά του και γύρευε τη θέση της πάλι. Διεκδικούσε την ταυτότητας της, το παρελθόν και το μέλλον του".(σελ.131)

"Η νοσταλγία έχει πάντα γεύση αλμυρή. Είναι γεμάτη αλμύρα, λύσσα! Μα σαν μείνει πάνω στη ψυχή για πολύ,τότε την οξειδώνει. Σκουριάζει μέχρι που σπάει. Γίνεται θρύψαλα,σκόνη που διαλύεται".(σελ.316)

Και ο ρόλος της παροπλισμένης λογικής όσον αφορά τον έρωτα;Ο έρωτας και ο πόθος βυθίζονται στη λήθη; Ή βρίσκουν χαραμάδες να τρυπώσουν και να διαταράξουν την εσωτερική ισορροπία, τη γαλήνη; Πόσο μετέωρος βρίσκεται ο άνθρωπος μετά μία οδυνηρή αποκάλυψη που αλλάζει τα κεκτημένα;

"Κι απέμεινε ο ίδιος μία πληγή ανοιχτή με την ηδονή να δονεί τις δεήσεις του απέναντι στον δημιουργό του και τον πόθο, απαθή και περιπαικτικό, να γελά πίσω από τους όρκους του!"(σελ.261-262)

 

Φωτό: Νατάσα Μουτούση

Σε άλλο σημείο: "Βούιζε ο άνεμος. Κρυμμένα μυστικά, όνειρα ανεκπλήρωτα, πόθοι και αλήθειες τυλιγμένες την αυταπάτη του, όμοια αποδημητικά πουλιά που γύριζαν από ένα μακρινό ταξίδι, αναζητούσαν στην κατάλευκη φωλιά μία καλοκαιρινή αγκαλιά να ξαποστάσουν".(σελ.308)

Ο αποφασισμένος μοναχός Χριστόφορος, ο καλόκαρδος πατέρας Ευδόκιμος, ο παράξενος δόκιμος μοναχός Ιάκωβος. Στον αντίποδα, η Φωτεινή, ο Νικήτας, η Κατερίνα, η Αγγελίνα και η Μαρίνα είναι μερικά από τα πρόσωπα που συνθέτουν μία πρωτότυπη ιστορία. Όλοι άψογα ηθογραφημένοι χαρακτήρες που πρωταγωνιστούν σε αυτή την κοινωνική μυθιστορία με συγκινητικές αισθηματικές και βαθιά φιλοσοφικές προεκτάσεις.

Αποφεύγοντας να αποκαλύψω την ευφάνταστη πλοκή, προτίμησα να παραθέσω σκέψεις και μερικά αποσπάσματα από τα αναρίθμητα που συνέλεξα κατά τη μελέτη - ανάγνωση.

"Το Πορτρέτο της Σιωπής" είναι μία αναγνωστική μυσταγωγία. Μία μαγευτική αφήγηση όπου τα ερωτήματα, που διεγείρονται αφειδώς, στροβιλίζονται στο νου που μπαίνει στη διαδικασία αχαλίνωτου προβληματισμού. Ένα πολυεπίπεδο βιβλίο, με μία άρτια δομή,  έναν γλαφυρότατο ποιητικό - μελωδικό λόγο και μία λυρική γραφή με εκφραστικά μέσα που απαιτούν μέθεξη του αναγνώστη.

Τέσυ Μπάιλα, περιμένουμε εναγωνίως το νέο σου βιβλίο!


ΠΗΓΗ: ΒΙΒΛΙΟ-ΠΑΡΟΥΣΙΑΣΕΙΣ-ΚΡΙΤΙΚΕΣ

Νατάσα Μουτούση

Σάββατο 28 Αυγούστου 2021

Ομιλία του συγγραφέα και δημοσιογράφου Νίκου Ψιλάκη για το βιβλίο "Τις νύχτες έπαιζε με τις σκιές" στο Ηράκλειο Κρήτης


Το κείμενο που ακολουθεί είναι η σημαντική ομιλία του συγγραφέα και δημοσιογράφου Νίκου Ψιλάκη για το βιβλίο "Τις νύχτες έπαιζε με τις σκιές" από την παρουσίαση του βιβλίου που έγινε στο Ηράκλειο στις 9/5/2019

Πηγή: karmanor.gr

Είναι η τέχνη που πλάθει κόσμους...

 

Το μυθιστόρημα της Τέσυ Μπάιλα Τις νύχτες έπαιζε με τις σκιές

ξεκινά από το Κάστρο της Κρήτης κι από την εποχή

της μεγάλης σφαγής αλλά και της μεγάλης ελπίδας:

Τον Αύγουστο του 1898.

 

Αιφνιδιάστηκα όταν άρχισα να διαβάζω το βιβλίο της Τέσυ Μπάιλα, Τις νύχτες έπαιζε με τις σκιές. Και δεν με αιφνιδίασε η γραφή, που την ήξερα άλλωστε, ούτε η αφηγηματική της δεξιότητα, που κι αυτήν την ήξερα από προηγούμενα έργα της. Με αιφνιδίασε, από τις πρώτες κιόλας σελίδες, η τοπογραφία, η ανθρωπογεωγραφία, οι μικρές καθημερινές συνήθειες, οι μυρωδιές, τα δομικά στοιχεία που σε κάνουν να ξεχωρίζεις τον τόπο. Αίφνης αισθάνομαι πάνω μου το βαρύ βλέμμα κάποιου Μπάκου, ήταν αγουροξυπνημένος, ως συνήθως, κι έβγαζε καλαμένια κοφίνια στην πόρτα του γεμάτα σταφιδωτά και φραντζόλες, έτσι έκανε κάθε πρωί, πριν καλά - καλά ξημερώσει. Τον ήξερα τον Μπάκο κι ας μην είχα προλάβει να τον συναντήσω. Ηπειρώτης, όπως τόσοι και τόσοι φουρνάρηδες του Κάστρου, είχε τον φούρνο του στο Μεϊντάνι και κάποτε πήγαιναν τα κοπέλια μιας άλλης εποχής κι έκλεβαν κουλούρια και καβρουμάδες, μου είχαν μιλήσει γι' αυτόν οι παλιοί Καστρινοί, λόγω εντοπιότητας μόνο τον ήξερα, ήταν κι αυτός ένα από τα πρόσωπα που δεν περνούνε ποτέ στις σελίδες της ιστορίας, απλώς χρωματίζουν την καθημερινότητα μιας γειτονιάς ή μιας πόλης.

Ναι, αλλά πού τον ήξερε η Τέσυ;

Λίγο πιο κάτω ο Περτέβ Εφέντης. Ο γιατρός, που στεγαζόταν κοντά στην Αγιά Κατερίνα και θεράπευε τη σχεδόν ενδημική βλεννόρροια και τη σύφιλη, Τουρκοκρητικός ο Περτέβ, όνομα - σύμβολο, ανακάτευε παλιά και καινούργια γιατρικά, βοτάνια και φάρμακα· ο Θεός κι η ψυχή του. Κάποτε μιλούσα για ώρες με έναν από τους τελευταίους πελάτες του, έναν τυπογράφο που, τακτικός όπως ήταν στα πορνεία του Λάκκου, πάλευε συχνά με τα αφροδίσια κι αναγκαζόταν να γυρεύει τη βοήθεια του Περτέβ Εφέντη.

Ναι, αλλά πού τον ήξερε η Τέσυ;

Και πιο κάτω τα καφέ Σαντάν και τα καφέ Αμάν, ονομασίες κι ονόματα καταγεγραμμένα στο μητρώο της πόλης, και πιο κάτω το Μπαλτά Τζαμί και το Μεϊντάνι και ο αφέντης του Κάστρου ο Άη Μηνάς. Μα, πώς να γράψεις για έναν τόπο αν δεν ξέρεις τους Μπάκους και τους Περτέβ Εφέντες της; Αν δεν έχεις ακούσει τα λαχανιάσματα και τις ανάσες της, αν δεν ξέρεις πώς χαιρετιούνται οι άνθρωποι στους δρόμους, πώς ανοιγοκλείνουν οι πόρτες, πώς μέσα από το μισοσκόταδο προβάλλουν τα μάτια κάποιας Φρόσως, πώς ξυπνά, πώς κοιμάται η πόλη, αν δεν ξέρεις τα γλυκά και τ' αλμυρά της; Ήταν αυτές οι πρώτες σελίδες που άνοιγαν σιγά - σιγά την αυλαία του χρόνου, ναι η Τέσυ Μπάιλα ήξερε, είχε διαβάσει, είχε ρωτήσει, είχε μάθει, μπορούσε να τοποθετήσει τη δράση στον χώρο και τους ήρωές της στον χρόνο. Είναι αρετή κι αυτό, από τις πιο σπουδαίες αρετές του μυθιστορήματος, και θα πούμε λίγο παρακάτω γιατί.

Το μυθιστόρημα της Τέσυ Μπάιλα ξεκινά από το Κάστρο της Κρήτης, μια μέρα σημαδιακή όχι μόνο για το νησί αλλά και για τον ελληνισμό γενικότερα, την ώρα που η μεγάλη καταστροφή γεννούσε τη μεγάλη ελπίδα, Αύγουστο του 1898, τότε που η διαρκώς φθίνουσα μουσουλμανική κοινότητα πρόβαλε τις τελευταίες της αντιστάσεις. Κι αν μίλησα πριν για τον τόπο ήταν γιατί ήθελα να τονίσω ότι το έργο που παρουσιάζομε πατά σε στέρεο έδαφος, η Τέσυ ξέρει να φτιάχνει ιστορίες πλέοντας αρμονικά τον πραγματικό κόσμο με τον κόσμο που επινοεί. Ως κάτοικος του Μεγάλου Κάστρου μπορώ να φανταστώ της πηγές της, μα και να την συγχαρώ συνάμα για τις αναδιφήσεις της ιστορίας, της ιστορίας που διαπερνά κάθε σελίδα του έργου, της ιστορίας που δεν φωνάζει, που δεν κραυγάζει, που αναδεικνύεται ταυτόχρονα πρωταγωνίστρια και κομπάρσα, που υπάρχει σαν υπόστρωμα της αφήγησης, που δεν εξαντλείται σε λεπτομερείς αναφορές γεγονότων, που δεν κουράζει την αναγνώστη.

Είναι, ξαναλέω, μια από τις μεγάλες αρετές τούτου του έργου. Η χρήση της ιστορίας ως σκηνικού και, ταυτόχρονα, η εξακτίνωση σε άλλους χρόνους και άλλους κόσμους. Τι περιμένει κανείς από ένα μυθιστόρημα που αναφέρεται στο παρελθόν; Όχι, φυσικά, ν' αναπλάσει τα ιστορικά γεγονότα, άλλος είναι ο ρόλος της ιστορίας και άλλος της λογοτεχνίας. Ο ιστορικός χρόνος μπορεί να γίνεται αφετηρία, όχι σταθμός. Η λογοτεχνία θέτει συνήθως ζητήματα διαχρονικά, βάζει προβληματισμούς διαχρονικούς και πανανθρώπινους, παίρνει τον αναγνώστη από το χέρι αλλά δεν τον χειραγωγεί, τον αφήνει να περπατήσει μοναχός και να επεκτείνει ακόμη περισσότερο τη σκέψη του συγγραφέα κάνοντας συνεχείς διαλόγους μαζί του. Εδώ, σ' αυτές τις σελίδες που αναφέρονται στον μεγάλο σταθμό της Κρήτης, τον Αύγουστο του 1898, η γραφή της Μπάιλα είναι ωμή, σχεδόν νατουραλιστική, δεν έχει ενδοιασμό να αφήσει κηλίδες ανθρώπινου αίματος να πιτσιλίσουν τις λέξεις, δεν υποκρίνεται, γιατί ούτε τα ίδια τα γεγονότα υποκρίνονται ούτε η ιστορία μπορεί να κρυφτεί πίσω από επίπλαστες ευγένειες. Το ίδιο ωμές είναι οι περιγραφές στα μέτωπα του παγκοσμίου πολέμου, το ίδιο και οι σκιαγραφήσεις της βιαιότητας ενός εκρηκτικού αλλά κι επιδεικτικού ανδρισμού, μάλλον κατ' ευφημισμόν ανδρισμού έπρεπε να πω, που καταπιέζει το συναίσθημα και θυσιάζει ακόμη και την πατρότητα.

Για τον πατέρα του Ανέστη μιλώ, ένα πρόσωπο που επινοήθηκε για να επεκτείνει την αφήγηση ακόμη και έξω από το πλαίσιο, έτσι όπως συμβαίνει μερικές φορές και σε πίνακες ζωγραφικής, βλέπεις το έργο και νομίζεις ότι δεν το χωρά το κάδρο, ότι τα χρώματα δραπετεύουν και βγαίνουν έξω από το πλαίσιο. Αγανακτεί κανείς με τούτον τον ήρωα. Είναι ο πατέρας του κεντρικού ήρωα, ένας χαρακτήρας που δύσκολα τον πλάθεις με λέξεις, ένας άνθρωπος που τον βλέπεις μπροστά σου και ξέρεις καλά ότι δεν είναι συγγραφική υπερβολή, μακάρι να ήταν, όχι επειδή είναι έρμαιο του πάθους αλλά επειδή έχουν οριστικά καταργηθεί στον μέσα του κόσμο τα όρια. Πάντα ενδιαφερόταν η λογοτεχνία για τραχείς χαρακτήρες και ανθρώπους παραδομένους στα πάθη. Θυμηθείτε την αρχαία τραγωδία, έτσι για να αναφέρω μονάχα ένα οικείο αλλά και τόσο δικό μας (ελληνικό) παράδειγμα.

Η οικογένεια του κεντρικού ήρωα ζει κάπου κοντά στο Κάστρο της Κρήτης, σ' ένα τοπίο μετέωρο, η συγγραφέας δεν το κατονομάζει, αρκείται μόνο να πει πως βρίσκεται πλάι στη θάλασσα. Η επιλογή δεν είναι τυχαία. Θάλασσα σημαίνει ταξίδι, απόδραση, φυγή, περιπέτεια. Και νόστο κάποτε, κι ερχομούς, κι επιστροφές. Θάλασσα, όμως, σημαίνει και κάτι το ίδιο σημαντικό: έναν άλλο τρόπο να θωρείς και ν' αφουγκράζεσαι τον κόσμο. Να διαβάζεις τις σιωπές, να καταλαβαίνεις τους βρυχηθμούς, ν' αντιλαμβάνεσαι τις λεπτές αποχρώσεις των χρωμάτων. Σκεφτόμουν καθώς διάβαζα το βιβλίο πόσες αποχρώσεις του μπλε του θαλασσινού μπορεί να βάλει κανείς στην παλέτα του. Όχι απλά το απαλό ή το σκούρο, όχι απλά το γαλάζιο ή το λουλακί, μα όλες τις διαβαθμίσεις που συνταιριάζουν με τους ανέμους, με τις βροχές, τις καταιγίδες, με την απανεμιά και τη λιακάδα, με τη γαλήνη των ματιών που τις βλέπουν και με τους τραμπαλισμούς της ψυχής που την ακουμπά μαζί με τις αισθήσεις. Ίσως γι' αυτό να επέλεξε η Μπάιλα έναν ζωγράφο ως βασικό της ήρωα. Ο άνθρωπος αυτός γεννιέται στη θάλασσα, σε μια βάρκα πάνω, κι η θάλασσα στοιχειώνει εσαεί τη ζωή του.

Βρισκόμαστε στις αρχές του 20ού αιώνα, ο κόσμος βιώνει την εποχή των μεγάλων ανακατατάξεων, η Κρήτη γίνεται ημιαυτόνομο κράτος, μορφές ηρώων και μορφές πολιτικών αναλαμβάνουν ρόλους που κανείς δεν φανταζόταν ώς τότε. Η Τέσυ Μπάιλα αντιμετώπισε όλο αυτό τον ρευστό σκηνικό με συγγραφική ψυχραιμία· στο επίκεντρο βρίσκεται πάντα ο μύθος, η πλοκή μιας ιστορίας που αποκαλύπτεται με μαεστρία και που οδηγεί τον αναγνώστη σ' έναν κόσμο που μπορεί να φαντάζει μακρινός κι απρόσιτος αλλά εκείνη ξέρει· υπήρχαν έρωτες και τότε, υπήρχαν πάθη και τότε, υπήρχαν όνειρα και τότε, υπήρχαν χέρια που ζωγράφιζαν και γυναίκες που δεν χωρούσαν στους τέσσερις τοίχους μιας χανιώτικης κατοικίας, ούτε στις γυμνές πόζες των μοντέλων στη Σχολή των Τεχνών.

Δεν είναι εύκολο είδος το μυθιστόρημα, και ιδιαίτερα το μυθιστόρημα που διαδραματίζεται σε παρελθόντα χρόνο, όταν ιστορία και μύθος συμπλέκονται. Ο συγγραφέας πρέπει να γνωρίζει σχεδόν τα πάντα, από τα απλά και καθημερινά μέχρι το ύφος, μέχρι το ήθος μιας άλλης εποχής, μέχρι την εκφορά του λόγου, και κυρίως τις νοοτροπίες, τον τρόπο που σκέπτονταν οι άνθρωποι. Και αυτό, νομίζω, αποτελεί παθογένεια για πολλά από τα σύγχρονα έργα της ελληνικής λογοτεχνίας, ακόμη και τα πολύ προβεβλημένα. Παρατηρείς τους ήρωες καθώς κινούνται μέσα στις σελίδες των βιβλίων και περιμένεις να σε παρασύρουν στην εποχή τους, αλλά στο τέλος καταλαβαίνεις ότι είναι μάλλον χάρτινες καρικατούρες, ότι απλώς είναι άνθρωποι του 20ού και του 21ου αιώνα κι ας εγκαταβιούν σε κάποιες αυλές βυζαντινών αυτοκρατόρων ή σε κάποια αντίσκηνα οθωμανικών στρατοπέδων. Η Μπάιλα δεν έχει πέσει σε τέτοιες παγίδες.

Ας είναι κάπως επικαιρική η φιγούρα της Χριστίνας, μιας νέας κοπέλας που ποζάρει γυμνή για τους σπουδαστές της Σχολής Καλών Τεχνών, μπορεί η ηδονή της δημιουργίας και της αναπαράστασης του κόσμου να διαλέγεται με την ηδονή της σάρκας, αλλά η Χριστίνα είναι γυναίκα της εποχής της, όσο και αν η υπαινικτική ελευθεριότητα μπορεί να ξενίζει όποιον δεν έσκυψε ποτέ ν' αφουγκραστεί τον σφυγμό της κοινωνικής ιστορίας. Το ίδιο και η Ισιδώρα, μια χωριατοπούλα που βρέθηκε στην κλίνη του πολύ μεγαλύτερου χηρεμένου συντρόφου, αλλά και μιας γυναίκας που τη βλέπεις ν' ασφυκτιά κάτω από ένα μαύρο τσεμπέρι, ν' ασφυκτιά στον κλοιό των κοινωνικών καταναγκασμών· πρέπει να προσέξει κανείς όλως ιδιαιτέρως τον τρόπο με τον οποίο χειρίζεται τον έρωτα και τη γυναικεία παρουσία η Μπάιλα. Μέσα από τρεις - τέσσερις ηρωίδες δίνει μιαν ευανάγνωστη εικόνα της κοινωνικής πραγματικότητας, η αυλή του αθηναϊκού σπιτιού θυμίζει περιγραφές κλασικών κειμένων της ελληνικής λογοτεχνίας, η ηλικιωμένη αστή δεν διαφέρει όσο θα νόμιζε κανείς από την Ισιδώρα των Χανίων, μορφές λαϊκές, που κινούνται σε παράλληλες διαδρομές κι ας είναι άλλες οι πορείες της ζωής τους.

Έτσι εξελίσσεται η αφήγηση, με την απορία να διαχέεται στις σελίδες, η Μπάιλα ξέρει να κρατά τον αναγνώστη της σε εγρήγορση. Και ποιος είναι, άραγε, εκείνος που ανοίγει την πλοκή, εκείνος που αφηγείται σε πρώτο πρόσωπο και που κάποτε, στα 1970, επισκέπτεται ένα έρημο σπίτι κάπου κοντά στο Ηράκλειο, λέγοντας ότι μόνον εκείνος μπορούσε ν' ανοίξει τις πόρτες του; Κάπως έτσι ανοίγουν και οι πύλες της μνήμης, καθώς η πρωτοπρόσωπη αφήγηση γίνεται τριτοπρόσωπη, ο αφηγητής δεν βιώνει τα γεγονότα αλλά μπορεί να τ' αναστήσει, κάπως έτσι ανοίγουν κι οι πύλες που οδηγούν σε ανώτερες ψυχικές εκφράσεις αναδεικνύοντας τον λυτρωτικό ρόλο της τέχνης. Ναι, λυτρωτικά λειτουργεί σε τούτο το έργο η τέχνη, ένα παιδί μπορεί να δραπετεύσει από τον κόσμο του πλάθοντας διεξόδους με χρώματα, ένας νέος άντρας μπορεί ν' αποτυπώσει την ομορφιά, την ομορφιά που φαντάζει ανέγγιχτη ακόμη κι όταν η σάρκα παραδίδεται στην ηδονή, ένας στρατιώτης να καταγράψει την οδύνη του πολέμου, ένας δραπέτης από τον δρόμο του να συνθέσει χρώματα αναμιγνύοντας το υλικό με το άυλο, το αίμα με τον ασίγαστο πόθο, την προσμονή με την προσδοκία, το όνειρο με τη διάψευση. Και, τέλος, ένας ιδιόρρυθμος ηλικιωμένος ζωγράφος να κλειστεί σ' ένα σπίτι δίπλα στη θάλασσα κι από κει ν' ανεμίζει χρώματα σαν παντιέρες στον άχρονο χρόνο. Είναι η λυτρωτική δύναμη της τέχνης, αυτή νιώθεις να πρωταγωνιστεί σε τούτο το έργο κι ας βλέπεις μπροστά σου κάποιον Ανέστη, κάποιον Μικέλε, που κι εκείνος υπάρχει για να δώσει μιαν άλλη εικόνα της ανθρώπινης περιπέτειας, χοϊκός και ασυγκράτητος, άνθρωπος που ζητά να πιει τη ζωή μονορούφι.

Οι χαρακτήρες είναι πειστικοί, άνθρωποι που νομίζεις ότι κάπου τους έχεις συναντήσει, με τις υπερβολές, τους φόβους, τις αγωνίες και τις ιδιαιτερότητές τους. Η συγγραφέας τους παρακολουθεί καθώς πορεύονται στις ανηφόρες του βίου συνθέτοντας ατομικές τραγωδίες, μέσα από τις οποίες αναδεικνύεται η δύναμη του ανθρώπου παράλληλα με την ενδόμυχη επιθυμία όλων να γευτούν τη χαρά της ζωής. Θα μπορούσε να μιλήσει κανείς για το πεπρωμένο που διαρκώς υφέρπει καθορίζοντας της αφήγησης, αλλά το πεπρωμένο υπάρχει μόνον ως καμβάς πάνω στον οποίο αναπτύσσεται η ανθρώπινη δράση.

Είναι η τέχνη που πλάθει κόσμους για να χωρέσει όχι μόνο τους ήρωες, όχι μόνο τις μικρές ή τις μεγάλες στιγμές της ιστορίας, να χωρέσει κι εμάς που, βυθισμένοι στην ανάγνωση του βιβλίου, αναζητούμε, κι εσαεί θ' αναζητούμε, τα μυστικά της. Αυτό έκανε και η Τέσυ. Μας έδωσε ένα μυθιστόρημα μεστό, γραμμένο με αγάπη και γνώση. Στο επίκεντρό του βρίσκεται πάντα ο άνθρωπος με τις διαχρονικές του αξίες, όπως είναι η αγάπη, η φιλία, ο έρωτας.

ΝΙΚΟΣ ΨΙΛΑΚΗΣ

  

Τέχνη κι εξιλέωση στη σκιά της Ιστορίας:Ο Κώστας Δρουγαλάς γράφει στη Bookpress για ΤΙΣ ΝΥΧΤΕΣ ΕΠΑΙΖΕ ΜΕ ΤΙΣ ΣΚΙΕΣ

 


Τέχνη κι εξιλέωση στη σκιά της Ιστορίας

Για το μυθιστόρημα της Τέσυς Μπάιλα «Τις νύχτες έπαιζε με τις σκιές» (εκδ. Ψυχογιός).

Του Κώστα Δρουγαλά

Το έκτο βιβλίο της Τέσυς Μπάιλα είναι ένα μυθιστόρημα ιστορικού περιβάλλοντος που διαδραματίζεται στην Κρήτη, στον Πειραιά και στα χαρακώματα της Μακεδονίας κατά τη διάρκεια του Πρώτου Παγκόσμιου Πολέμου, εκτεινόμενο χρονικά, μέσα από διαφορετικά επίπεδα αφήγησης, από το 1898 έως το 1970. Στο βιβλίο παρακολουθούμε το πανόραμα σχεδόν μισού αιώνα ελληνικής ιστορίας: από την ύψωση της ελληνικής σημαίας στο φρούριο Φιρκά κατά την ένωση της Κρήτης με την Ελλάδα, κι από εκεί στους Βαλκανικούς Πολέμους και τον Εθνικό Διχασμό, μέχρι τον Πρώτο και (πολύ συνοπτικά) τον Δεύτερο Παγκόσμιο Πόλεμο.

Στο πλάι των λογοτεχνικών ηρώων, παρεισφρέουν δύο ιστορικές φυσιογνωμίες της χώρας που πλαισιώνουν πειστικά τη μυθιστορηματική διήγηση: ο Ελευθέριος Βενιζέλος και ο μεγάλος ζωγράφος Γεώργιος Ιακωβίδης.

Οι διάλογοι είναι εμπλουτισμένοι από την κρητική ντοπιολαλιά· η αφήγηση είναι καλοδουλεμένη και κινηματογραφική, ενώ οι περιγραφές πιο λυρικές. Στις σελίδες του βιβλίου, στο πλάι των λογοτεχνικών ηρώων, παρεισφρέουν δύο ιστορικές φυσιογνωμίες της χώρας που πλαισιώνουν πειστικά τη μυθιστορηματική διήγηση: ο Ελευθέριος Βενιζέλος, στα χρόνια πριν ταράξει τα λιμνάζοντα ύδατα της πολιτικής σκηνής, και ο μεγάλος ζωγράφος Γεώργιος Ιακωβίδης, εκπρόσωπος της Σχολής του Μονάχου.

Η αφήγηση αρχίζει με τη Δανάη να πεθαίνει στη βάρκα του Λεωνίδα, του πεθερού της, προλαβαίνοντας όμως να φέρει στη ζωή τον Ανέστη, καρπό του γάμου της με τον Γιώργη. Ο τελευταίος, εκείνες τις ώρες της ζωής και του θανάτου, βρίσκεται στο Μεγάλο Κάστρο και στην αγκαλιά μιας Αρμένισσας, λίγο πριν ξεκινήσει η σφαγή των Χριστιανών από τους Τουρκοκρητικούς τον Αύγουστο του 1898· ο Γιώργης θα γλιτώσει κι όταν επιστρέψει σπίτι του, εκτός από τον νεογέννητο Ανέστη, θα έχει μαζί του και την παντέρημη Μυρσίνη, που θα κουβαλάει από το Ηράκλειο ως επιζήσασα της σφαγής.

Ο Γιώργης όμως είναι ένας φλεγματικός γονιός: κακότροπος, εριστικός και βίαιος· ο πρωταγωνιστής Ανέστης κι η Μυρσίνη θα στραφούν στον παππού τους Λεωνίδα και στη θεία τους, τη Λουλουδιά. Ο Ανέστης σιγά σιγά αρχίσει να παίζει και στη συνέχεια ανακατεύει με μαεστρία τα χρώματα, δείχνοντας μια έμφυτη κλίση στη ζωγραφική. Στο Μεγάλο Κάστρο, στην ένωση της Κρήτης με την Ελλάδα, θα γνωρίσει τον Μικέλε, τον πιστό φίλο του που θα τον συντροφεύσει στο μυθιστορηματικό του ταξίδι. Μαζί θα φύγουν για τον Πειραιά, για να σπουδάσει ο Ανέστης στη Σχολή Καλών Τεχνών. Στην πορεία θα γνωρίσουμε και τους υπόλοιπους κομβικούς χαρακτήρες του βιβλίου, την κυρα-Ευτέρπη, τη Χριστίνα και την Ισιδώρα.

Λόγια ανείπωτα, έρωτες ατελέσφοροι, φόβοι που κρύβονται στις σκιές, ο λυτρωμός της τέχνης κι η ψευδαίσθηση των ονείρων.

Οι εικόνες όμως της ελπίδας και των ονείρων σύντομα μαυρίζουν όταν οι δύο φίλοι –συμπολεμιστές πλέον– βρεθούν στα χαρακώματα του Μεγάλου Πολέμου. Εκεί, ανάμεσα στις κακουχίες και στα πυροβόλα, οι ζωές τους θα επανανοηματοδοτηθούν, μετατρέποντας την προηγούμενη αθωότητα σε δυσβάσταχτη ενηλικίωση.

Ίσως οι επαρκείς αναγνώστες, μοιραία, κάνουν κάποιες αναλογίες: το πορτρέτο του καλλιτέχνη Ανέστη, όπως φιλοτεχνείται από τη συγγραφέα, παραπέμπει –αναλογικά πάντα– στον βίο και στην πολιτεία του σπουδαίου Αμερικανού πεζογράφου Τζερόμ Ντέιβιντ Σάλιντζερ, όπου το ταλέντο οδηγεί στη δυσεξήγητη καλλιτεχνική ιδιοφυία και στην εκούσια απομόνωση, ενώ ο πιστός φίλος του Μικέλε φέρνει στον νου τον Πέρση φιλόσοφο Ομάρ Καγιάμ, καθώς κυριαρχεί η μελαγχολική πεποίθηση ότι οι γήινες απολαύσεις πρέπει να βιωθούν πριν τερματιστεί η ζωή.

Συμπερασματικά θα λέγαμε πως το μυθιστόρημα Τις νύχτες έπαιζε με τις σκιές είναι ένας ύμνος στη φιλία, την αγάπη και την ενηλικίωση, αλλά όχι μόνο: λόγια ανείπωτα, έρωτες ατελέσφοροι, φόβοι που κρύβονται στις σκιές, ο λυτρωμός της τέχνης κι η ψευδαίσθηση των ονείρων, όλα βρίσκουν χώρο στο –μέχρι στιγμής– πιο ώριμο μυθιστορηματικό έργο της Μπάιλα.

* Ο ΚΩΣΤΑΣ ΔΡΟΥΓΑΛΑΣ είναι συγγραφέας. 
Τελευταίο του βιβλίο, το μυθιστόρημα «Το τελευταίο τραγούδι του Ντύλαν» (εκδ. Πικραμένος).

Πηγή: Bookpress Τις νύχτες έπαιζε με τις σκιές

Η Μάγδα Παπαδημητρίου Σαμοθράκη προτείνει στο Bookia το βιβλίο ΤΙΣ ΝΥΧΤΕΣ ΕΠΑΙΖΕ ΜΕ ΤΙΣ ΣΚΙΕΣ


 «Γιατί το φως είναι ένα, αδιαίρετο,

κι οπουδήποτε νικήσει ή νικηθεί,
νικάει και νικιέται και μέσα σου»
Νίκος Καζαντζάκης, «Αναφορά στον Γκρέκο»

Ένα βιβλίο συναρπαστικό, ανατρεπτικό, πλημμυρισμένο με εικόνες της Κρήτης και διανθισμένο με τα λόγια του μεγάλου Νίκου Καζαντζάκη και λαϊκές κρητικές σοφίες. Είναι δύσκολο να το αφήσεις από τα χέρια σου, μα από την άλλη, αν το τελειώσεις σε μια μέρα, θα τελειώσει το μαγευτικό ταξίδι στο οποίο μας ξεναγεί η Τέσυ Μπάιλα. Το έκτο βιβλίο της λοιπόν, από τις εκδόσεις Ψυχογιός, ήρθε για να επιβεβαιώσει ακόμη μια φορά πως η συγγραφέας γνωρίζει πολύ καλά να μας συνεπαίρνει με την ευαισθησία της αλλά και με τον δυναμισμό της περνώντας μας μηνύματα άκρως επίκαιρα.

Ένα μυθιστόρημα που ξεκινά με τον αφηγητή το 1970 ξετυλίγοντας το κουβάρι της ιστορίας και της ζωής των μυθοπλαστικών ηρώων μέσα από μεγάλα ιστορικά γεγονότα που σφράγισαν την Ελληνική ιστορία. Μας πηγαίνει στο Ηράκλειο του 1898. Το βιβλίο εξελίσσεται στην Αμμουδάρα, μια ακτή στο Ηράκλειο της Κρήτης, στα Χανιά, στον Πειραιά και στο μέτωπο της Μακεδονίας κατά τον Α' Παγκόσμιο Πόλεμο.

Στο Μεγάλο Κάστρο λοιπόν, όπου ζουν οι πρωταγωνιστές συμβαίνουν τα δραματικά ιστορικά γεγονότα για να μας ταρακουνήσουν αλλά και να μας γνωρίσουν την Ιστορία χωρίς διδακτική διάθεση. Ψήγματα μπορώ να τα χαρακτηρίσω μπροστά στο ψυχογραφικό παζλ των ηρώων. Συναισθήματα φορτισμένα μεταφέρονται στον αναγνώστη που δεν τον αφήνουν ασυγκίνητο. Είναι τότε που απελευθερώθηκε η Κρήτη από τους Οθωμανούς και οδηγήθηκε αργότερα στην ενσωμάτωση της με την Ελλάδα.

Συγχρόνως θα μας γοητεύσουν οι υπέροχες φυσικές ομορφιές της Κρήτης που τόσο ποιητικά και φωτογραφικά έρχονται μπροστά μας. Η συγγραφέας με το έμπειρο μάτι της φωτογράφου, που είναι η δεύτερη ιδιότητα της, μας τοποθετεί μάρτυρες της ομορφιάς του νησιού που δεν γνωρίζουμε. Στο μυθιστόρημα βλέπουμε ακόμη σκηνές που σοκάρουν, που μας αφήνουν άφωνους και «μεταφερόμαστε» μέσα στο κάστρο των Χανίων όπου οι εικόνες διαδέχονται η μία την άλλη τόσο γρήγορα που μας κόβουν την ανάσα. Μικρές προτάσεις που μας οξύνουν την αγωνία για να προχωρήσουμε παρακάτω. Εκεί γνωρίζουμε την έκλυτη ζωή του πατέρα του Ανέστη, του Γιώργη στα καφέ Σαντάν και ζούμε τον αγώνα του για επιβίωση μέσα από τις φωτιές που σπέρνουν οι Οθωμανοί. Εκεί βλέπουμε τον άγριο Γιώργη που σώζει τη μικρή Μυρσίνη και την πηγαίνει στο σπίτι του «υιοθετώντας» την για να πάρει πρωταγωνιστικό ρόλο στη ζωή της οικογένειας.

Κεντρικός ήρωας είναι ο Ανέστης. Ένα παιδί που γεννιέται χωρίς ποτέ να γνωρίσει μητέρα, αφού αυτή πεθαίνει κατά τη γέννα. Είναι αυτό που η μοίρα το διαλέγει για να του χαρίσει ένα ιδιαίτερο ταλέντο στη ζωγραφική. Γύρω από τον Ανέστη κινούνται ο παππούς Λεωνίδας και η θεία Λουλουδιά που του προσφέρουν τη χαμένη στοργή, καθώς ο πατέρας αδιαφορεί γι’ αυτόν ρίχνοντας του την ευθύνη της απώλειας της μητέρας του. Τραχύς και βίαιος πάνω στο κορμί και τη ψυχή του. Ο παππούς Λεωνίδας,έχοντας τύψεις για την ανατροφή του γιου του, προστατεύει και μαθαίνει τον μικρό Ανέστη να ζωγραφίζει αλλά και του εξιστορεί τους αγώνες των Κρητών, για τον Βενιζέλο, τον βασιλιά Κωνσταντίνο και του μιλά και για τις Μεγάλες Δυνάμεις που ορίζουν την τύχη του κρητικού λαού. «Ορέ Κρήτη θέλεις να γίνεις λεύτερη; Ε, λεύτερη θα σε κάμομε. Όμως, επειδή οι Τούρκοι στον τόπο σας είναι πολλοί, πρέπει να σας προφυλάξομε να μη γίνουν κι άλλα πράγματα» Κι είπανε δηλαδή πως η Κρήτη θα έχει αυτόνομο πολίτευμα, τάχα μου πως θα κάνει ότι θέλει αλλά οι μεγάλες Δυνάμεις θα την ελέγχουν. «Μόνοι μας ούτε βήμα» μας είπαν.

Και παρακάτω: «Γιάντα μωρέ δεν μας αφήνουν ήσυχους, να κάνουμε ότι λέει η κεφαλή η δική μας»; Ενώ ο Ανέστης τον ρωτά, «Και γιατί παππού πρέπει να μας προστατεύουν τούτες οι μεγάλες χώρες; Μοναχοί μας δεν μπορούμε να τα βγάλουμε πέρα;».

Ο Ανέστης, αμούστακο παιδί ακόμη, φεύγει από το σπίτι και πάει κρυφά στα Χανιά να ζήσει τα όνειρα του. Εκεί γνωρίζει τον φίλο του τον Μικέλε ο οποίος του στέκεται περισσότερο από αδελφός. Τον φιλοξενεί στο σπίτι του όπου γνωρίζει την Ισιδώρα και τον πατέρα του Μικέλε που δεν έχει σχέση με τον δικό του πατέρα. Βρίσκονται στον Πειραιά, φεύγοντας κρυφά από τη Κρήτη για να ικανοποιήσουν τα όνειρα τους. Εκεί γίνονται τα πρώτα βήματα στη Σχολή Καλών Τεχνών. Αν και μικρός σε ηλικία, περνά στη Σχολή εξαιτίας του ταλέντου του. Γνωρίζει τον Ιακωβίδη που τον θαυμάζει αλλά και τον Λύτρα, τον Γύζη, τον Βολωνάκη και τον Αλταμούρα των οποίων τα έργα τον επηρεάζουν στη καριέρα του. Η περίοδος της Σχολής Καλών Τεχνών για τον Ανέστη ήταν η πιο όμορφη. «Πίστευε ότι ένας πίνακας μπορεί να πάρει ζωή μόνο αν βουτηχτεί στο μελάνι της καρδιάς». Η ζωγραφική είναι το παν για τον Ανέστη. Ολάκερη η ζωή του. Νιώθουμε κι εμείς οι αναγνώστες το πυρετό της δημιουργίας του. Νέοι ήρωες πλέκονται στο διάβα της όμορφης ιστορίας γύρω από τον Ανέστη. Όπως η Χριστίνα, ο Δημήτρης, η κυρία Ευτέρπη που τον ενθαρρύνουν να συνεχίσει. Που τον βοηθούν και συμπαραστέκονται στα προβλήματα και τις ανησυχίες του. Μέχρι που έρχεται ο Εθνικός Διχασμός και γκρεμίζονται όλα. Ή σχεδόν όλα. Αλλά αυτά είναι μόνο η αρχή του μυθιστορήματος.

Στη συνέχεια, βρίσκουμε τον Ανέστη να μαθαίνει για τις εμπλοκές στο μέτωπο της Μακεδονίας κατά τον Α΄ Παγκόσμιο Πόλεμο. Εδώ η γραφή της Τέσυ Μπάιλα γίνεται μαχητική, καταγγελτική αφού το απαιτεί η ιστορία. Χαρακώματα, νοσοκομεία, αίμα, θάνατος. Οι περιγραφές είναι συγκλονιστικές αφού και ο πόλεμος της δίνει την πιο απαίσια εικόνα να εκφράσει τα συναισθήματα της.

Η μνήμη παίζει σημαντικό ρόλο στο βιβλίο. Χωρίς αυτή, η ιστορία επαναλαμβάνεται. Η λήθη είναι το έγκλημα των λαών. Και οι λαοί έχουν την ευθύνη προς τη νεότερη γενιά. Η συγγραφέας μάλλον θέλησε να δώσει τον ρόλο της μνήμης στον παππού Λεωνίδα που νιώθει την ευθύνη της γενιάς του απέναντι στη νέα γενιά και συγκεκριμένα στον Ανέστη. Πού, αν φύγει από τη ζωή, ο Ανέστης θα βρεθεί αθωράκιστος στη ζωή του.

Μηνύματα για τον αγώνα, τη Λευτεριά, τον Άνθρωπο, τη νίκη έναντι του φόβου «Μια τεράστια σκιά είναι ο φόβος. Μια μοναχά όταν περπατήσει κανείς καταπάνω της μπορεί να τη δει να μικραίνει και τελικά να σβήνει, όπως συμβαίνει πάντα με τις σκιές. Χρειάζεται να έχει κανείς ειδικό θάρρος και σταδιακά, μια αίσθηση υπεροχής σταματά να παραλύει τα γόνατα και ρυθμίζει τους χτύπους της καρδιάς εναντίον της.» και πολλά ακόμη μηνύματα που υπάρχουν μέσα σ’ αυτό το βιβλίο και προβληματίζουν τους αναγνώστες.«Μόνο σαν βαδίσεις μόνος σου είσαι πραγματικά λεύτερος σ’ αυτή τη ζήση», ή «Ένα αγρίμι είναι ο άνθρωπος και σαν βρεθεί στη φωτιά παλεύει…».

Σίγουρα θα ευχαριστηθείτε τούτο το λογοτεχνικό ταξίδι. Δεν είναι σκοπός μου να αποκαλύψω την ιστορία. Ούτε να δώσω ψήγματα που θα σας οδηγήσουν στη λύση των υπαρξιακών αναζητήσεων. Η συγγραφέας σάς δείχνει το μονοπάτι όπου θα ξεδιπλώσετε την αλήθεια. Θα σταθώ στις παρακάτω φράσεις που πάντα στέκομαι σε κάθε βιβλίο αν φυσικά υπάρχουν. Και στο νέο βιβλίο της Τέσυς Μπάιλα υπάρχουν αρκετές τέτοιες φράσεις που ταρακουνούν και μας φέρνουν απέναντι στη συλλογική ευθύνη. Αυτή άλλωστε δεν είναι η αξία του βιβλίου εκτός από το να είναι σωστή η γραφή και επιτυχημένοι δομημένα οι ήρωες; Το απόσταγμα του πρέπει να κάνουμε κτήμα μας.

Σας το συστήνω ανεπιφύλακτα. Καλοτάξιδο Τέσυ Μπάιλα!

«Αντί να μονιάσουμε για να κερδίσουμε τρώμε τις σάρκες μας αντί να πετάξουμε ως αετοί όπως κάναμε στους Βαλκανικούς για να κερδίσουμε τα εδάφη μας»

«Πονά βαθιά η ζωή όταν βγαίνει από το σώμα τους. Πάνω στο πρόσωπο της θα ζωγράφιζα τον γυναικείο σπαραγμό για τούτη τη τρέλα».

«Αυτός ο πόλεμος γίνεται για να φτιάξει ο κόσμος. Έτσι λένε. Ποιος το όρισε όμως αυτό; Και γιατί ο κόσμος αυτός να μυρίζει σάρκα και αίμα;»

«Οι άνθρωποι είναι υπεύθυνοι της μοίρας τους. Η μνήμη όμως είναι σημαντική. Είναι η ελάχιστη ελπίδα ότι μπορεί να αλλάξει κάτι στο μέλλον…»

Πηγή:Bookia Τις νύχτες έπαιζε με τις σκιές 

Τετάρτη 31 Μαρτίου 2021

Μια συζήτηση για το βιβλίο "Τις νύχτες έπαιζε με τη βροχή" με τη Γιούλη Τσακάλου

 


Η Τέσυ Μπάιλα κατάγεται από τη Σαντορίνη, αλλά γεννήθηκε στον Πειραιά. Σπούδασε Ιστορία του ελληνικού πολιτισμού και Μετάφραση λογοτεχνίας. Ασχολείται με τη φωτογραφία και ατομικές εκθέσεις της έχουν φιλοξενηθεί στο Πανεπιστήμιο Gakugei της Ιαπωνίας, αλλά και στην Αθήνα. Έχει γράψει έξι μυθιστορήματα και είναι συντάκτρια του λογοτεχνικού περιοδικού Κλεψύδρα. Παράλληλα, δημοσιεύει δοκίμια σε εφημερίδες και περιοδικά και είναι αρχισυντάκτρια του Literature.gr. Το τελευταίο της μυθιστόρημα, Τις νύχτες έπαιζε με τις σκιές, που μόλις κυκλοφόρησε από τις Εκδόσεις Ψυχογιός, έδωσε την αφορμή για τη συζήτησή μας. 

Κάθε φορά που διαβάζω βιβλίο σας, αισθάνομαι ότι δεν αφήνετε τίποτα στην τύχη. Πόση έρευνα χρειάστηκε για να ολοκληρωθεί το νέο σας πόνημα, Τις νύχτες έπαιζε με τις σκιές; Το εξώφυλλο, σημειωτέον, είναι πίνακας του Κλοντ Μονέ. Και ο τίτλος σας ποιητικός – ποια η σημασία του;

Σας ευχαριστώ πολύ για τα καλά λόγια. Η αλήθεια είναι ότι τόσο εγώ όσο και οι Εκδόσεις Ψυχογιός προσέχουμε τις λεπτομέρειες. Η έρευνα για το μυθιστόρημά μου αυτό κράτησε συνολικά έναν χρόνο κι άλλο έναν χρόνο χρειάστηκα για να γραφτεί. Ο τίτλος δεν είναι τυχαίος. Ο ήρωας του βιβλίου είναι ζωγράφος. Έτσι, ο τίτλος έχει διπλή σημασία. Από τη μια πρόκειται για το παιχνίδι της σκιάς που αναδεικνύει τους όγκους στη ζωγραφική και από την άλλη είναι ένας συμβολισμός για τους φόβους που όλοι μας αντιμετωπίζουμε στη ζωή και που, όταν συμβεί να τους πλησιάσουμε, μόνο τότε μπορεί να σβήσουν, όπως συμβαίνει με τις σκιές. Όσο για το εξώφυλλο στο οποίο αναφερθήκατε, πρόκειται πράγματι για τον πίνακα του Κλοντ Μονέ The Gorge at Varengeville, τον οποίο φιλοτέχνησε ο μεγάλος ιμπρεσιονιστής ζωγράφος το 1882 και πραγματικά ευχαριστώ πολύ τον εκδοτικό μου οίκο για την επιλογή αυτή.

Έχω την αίσθηση ότι το άρωμα της καταγωγής σας, η θάλασσα, σας επηρεάζει και σας οδηγεί σε συγκεκριμένα θέματα για έμπνευση. Ισχύει;

Ασφαλώς και ισχύει. Κατάγομαι από δυο πανέμορφα ελληνικά νησιά, τη Σαντορίνη και την Άνδρο, γεννήθηκα και έζησα αρκετά χρόνια στον Πειραιά, πολύ κοντά στο λιμάνι, αλλά και όλη μου η παιδική ηλικία είναι άρρηκτα συνδεδεμένη με τη θάλασσα και την ελληνική ναυτοσύνη. Αργότερα γνώρισα τη θάλασσα ως το «κάτοπτρο αθανασίας» στην ποίηση του Οδυσσέα Ελύτη. Αλλά και τώρα φροντίζω να βρίσκομαι κοντά της όσο πιο συχνά μπορώ. Ήταν επόμενο, λοιπόν, να καθορίσει τη σκέψη μου και επομένως να λειτουργήσει ως έμπνευση στη δική μου συγγραφική πορεία.

Ο έρωτας στο βιβλίο σας τι ρόλο παίζει σε αυτό το σκηνικό που θυμίζει αρχαία τραγωδία;

Σε έναν βαθμό καθορίζει τις εσωτερικές συγκρούσεις του κεντρικού ήρωα. Γίνεται η εμμονή, η έμπνευση, ο προορισμός αλλά και η αφετηρία του. Και παραμένει ανεκπλήρωτος, μια σταύρωση και ανάσταση μαζί, που ο ήρωας θα τη βιώσει και θα την εκφράσει μέσω της τέχνης του.

Ανέστης και Μικέλε, δυο συγκλονιστικοί ήρωες του βιβλίου σας. Σε ποιον έχετε αδυναμία και γιατί;

Ένα δίπολο ανθρώπινης ευαισθησίας – αυτό είναι οι δυο αυτοί ήρωες. Δυο εκ διαμέτρου αντίθετοι άνθρωποι, που αλληλοσυμπληρώνονται. Αγάπησα πολύ τον Ανέστη και είναι ο ήρωας που με δυσκόλεψε περισσότερο, καθώς έπρεπε να διαχειριστώ τις ψυχολογικές του διακυμάνσεις και τους φόβους του, αλλά ο Μικέλε έχει μια ιδιαίτερη γοητεία. Είναι ο άνθρωπος που έχουμε όλοι ανάγκη στη ζωή. Να μας αρπάξει από το χέρι και να μας δείξει ότι πέρα από υποχρεώσεις και συναισθηματικούς κραδασμούς, υπάρχει η χαρά της ζωής που οφείλουμε να ανακαλύψουμε εμβαθύνοντας σε ό,τι υπάρχει γύρω μας.

Ό,τι αξίζει μπορεί να ταλαιπωρηθεί, αλλά δε θα χαθεί.

Ο κεντρικός ήρωας του βιβλίου σας είναι ένα μοναχικός λύκος, που έχει νιώσει την ορφάνια και την απόρριψη στο πετσί του. Μεγαλώνοντας θα μάθει ότι ο πόνος μπορεί να είναι η αφορμή για την πρόοδο και τη μεγάλη άνοδο. Πιστεύετε ότι πολλοί μπορούν να το καταφέρουν αυτό;

Ο πόνος μπορεί να γίνει ένα γενεσιουργό αίτιο δημιουργίας και αφύπνισης ενός εαυτού που προσπαθεί να προσαρμοστεί για να τον εξουδετερώσει. Αποτέλεσμα είναι η μεταμόρφωση σε έναν νέο εαυτό, πιο ισχυρό, την ύπαρξη του οποίου δε γνωρίζαμε πριν. Και κάθε πρόοδος προϋποθέτει μια τέτοια μεταμόρφωση. Όσοι βρεθούν σε μια τέτοια κατάσταση νομίζω πως θα αντιδράσουν το ίδιο. Αλλιώς θα χαθούν. Το ίδιο και ο κεντρικός ήρωας του βιβλίου μου. Ανακαλύπτει την καλλιτεχνική του εκφραστική μέσα στις φλόγες ενός παράλογου πολέμου και μετουσιώνει τον πόνο σε μοναχικότητα και, εντέλει, σε δημιουργία. Βρίσκει τον δικό του τρόπο να πολεμήσει τη φθορά.

Παρά το ζοφερό θέμα του βιβλίου, στην αφήγησή σας υπάρχει συχνά ένας ανάλαφρος τόνος. Πρόκειται για μια επιλογή τεχνικής φύσης ή για έναν ψυχολογικό μηχανισμό άμυνας του αφηγητή απέναντι σε όσα θλιβερά αφηγείται;

Πολύ όμορφη η ερώτησή σας αυτή και χαίρομαι που το επισημάνατε. Νομίζω πως πρόκειται και για τα δύο. Μια εσωτερική ανάγκη μού υπαγορεύει να ενεργοποιήσω έναν αφηγηματικό μηχανισμό που θα ελαφρύνει τις σκληρές, ρεαλιστικές στιγμές του βιβλίου και θα δώσει μια ανάσα τόσο στην ίδια την αφήγηση όσο και σε εμένα και, κυρίως, στον αναγνώστη. Το τελευταίο κεφάλαιο του βιβλίου, για παράδειγμα, ήρθε να ισορροπήσει την τραγικότητα ενός προηγούμενου κεφαλαίου που κυριολεκτικά ήταν εξουθενωτικό για εμένα.

Οι ήρωες και οι ηρωίδες στα μυθιστορήματά σας δεν είναι υπερήρωες, είναι απλοί και σεμνοί, έξω από την κυρίαρχη αφήγηση της Ιστορίας. Αναφέρομαι στην αφήγηση που δίνει πρωτεύοντα ρόλο στους άνδρες, στις μάχες, στα έθνη-κράτη. Το περιθώριο γοητεύει;

Οι άνθρωποι που κινούν τα γρανάζια της Ιστορίας είναι πάντοτε οι απλοί καθημερινοί άνθρωποι. Αυτοί που όταν βρεθούν μπροστά σε ένα τραγικό αδιέξοδο παίρνουν την κατάσταση στα χέρια τους και αποφασίζουν να διεκδικήσουν την αξιοπρέπεια και την υπόστασή τους, τόσο σε προσωπικό όσο και σε εθνικό επίπεδο. Είναι οι ίδιοι άνθρωποι τη ζωή των οποίων συνθλίβει στο ανάλγητο πέρασμά της η Ιστορία. Αυτό δεν σημαίνει ότι βρίσκονται στο περιθώριο. Αντιθέτως, θα έλεγα. Το διαπίστωσα άλλωστε πολύ καλά όταν έγραφα για τη δράση του Μιλτιάδη Χούμα στις Άγριες θάλασσες αλλά και τώρα, στο νέο βιβλίο, Τις νύχτες έπαιζε με τις σκιές.

Είστε τελείως ελεύθερη όταν γράφετε πάνω σε ένα ιστορικό πρόσωπο; Ή αναγκάζεστε να συγκρατηθείτε;

Εξαρτάται. Συνήθως τα αληθινά ιστορικά πρόσωπα σε περιορίζουν συγγραφικά και αυτό προσθέτει μια δυσκολία στη συγγραφή του βιβλίου.

Ίσως τα πιο σημαντικά βιβλία σας βασίζονται σε πραγματικά, ιστορικά πρόσωπα. Τι σας τραβάει σε ένα τέτοιο πρόσωπο και θέλετε οπωσδήποτε να το περάσετε στον δικό σας κόσμο, της λογοτεχνίας;

Το γεγονός ότι αυτοί οι ήρωες θέτουν ένα διαχρονικό ερώτημα: Ποιος είναι ο ρόλος και η ευθύνη όλων μας, όταν οι ιστορικές συγκυρίες μάς φέρνουν αντιμέτωπους με φρικαλέες ιδεολογίες, που δυστυχώς αναβιώνουν στις μέρες μας. Άλλωστε σημασία για μένα δεν έχει τόσο η ίδια η Ιστορία, όσο η καταγραφή των συναισθημάτων που δημιουργεί στους μεταγενέστερους. Ο τρόπος που κάνει τον σύγχρονο άνθρωπο να κοιτάξει κατάματα τα γεγονότα του παρελθόντος και να αντικρίσει μέσα σ’ αυτά τη μοίρα του μέσα στον χρόνο και το μέλλον του. Για μένα, αυτό που είναι ουσιαστικό δεν είναι η γνώση των ιστορικών γεγονότων, αλλά το πάθος και το μυστήριο που τα περιβάλλει. Ο εντοπισμός της γοητείας μέσα στον ιστορικό ορθολογισμό. Η ανάδειξη της συναισθηματικής χροιάς των γεγονότων και του πάθους που την υπαγόρευσε. Άλλωστε, αυτή είναι και η διαφορά της μυθιστορηματικής από την ιστορηματική αφήγηση. Ενώ ο ιστορικός ενδιαφέρεται για τη λογική ερμηνεία των γεγονότων, ο μυθιστοριογράφος νοιάζεται κυρίως για την ένταση και τη φλόγα που τα δημιούργησε.

Υπάρχουν κάποια θέματα που θα θέλατε να κάνετε βιβλίο και για διάφορους λόγους δεν έγιναν ή ίσως γίνουν στο μέλλον;

Όχι, δεν υπάρχει κάποιο συγκεκριμένο θέμα στο μυαλό μου. Κάθε φορά ασχολούμαι με αυτό για το οποίο θέλω να γράψω.

Υπάρχει χώρος για νέους συγγραφείς που έχουν κάτι να πουν σε μια εποχή που οι εκδόσεις βιβλίων είναι καταιγιστικές;

Πάντα υπάρχει χώρος για όποιον έχει πράγματι να πει κάτι. Οι νέοι συγγραφείς έχουν να αντιμετωπίσουν πολλά προβλήματα. Μια παντελώς εχθρική πολιτική για το βιβλίο, έναν αστείρευτο ανταγωνισμό και καταιγιστικές εκδόσεις βιβλίων, που συχνά η ποιότητά τους είναι εξαιρετικά αμφίβολη. Ωστόσο, η ακαταπόνητη δουλειά είναι σίγουρο ότι θα φέρει καρπούς. Ό,τι αξίζει μπορεί να ταλαιπωρηθεί, αλλά δε θα χαθεί.

Γιατί γενικώς οι σχέσεις των ανθρώπων πάσχουν, χωρίς να βελτιώνονται, και ίσως να χειροτερεύουν στις μέρες μας;

Νομίζω ότι στην εποχή τη δική μας, την εποχή της τεχνολογίας και της επικοινωνίας, οι άνθρωποι έχουν χάσει την ικανότητα να συνάπτουν σχέσεις πραγματικής εμπειρίας, που θα πει αλληλοσεβασμού και ελευθερίας. Δυστυχώς, η κατάσταση εντείνεται συνεχώς σε όλα τα επίπεδα σχέσεων.

Ο πόνος μπορεί να γίνει ένα γενεσιουργό αίτιο δημιουργίας και αφύπνισης ενός εαυτού που προσπαθεί να προσαρμοστεί για να τον εξουδετερώσει.

Είναι γνωστό ότι οι μισοί Έλληνες γράφουν. Τι είναι αυτό που ξεχωρίζει τον συγγραφέα από τον γραφομανή;

Μα το ίδιο του το έργο και η ποιότητά του. Οι επιλογές του στη θεματολογία, αλλά και στον χώρο της λογοτεχνίας. Ο συγγραφέας γράφει επειδή δεν μπορεί να κάνει αλλιώς. Χτίζει τους ήρωές του και τους ισχυροποιεί παρακολουθώντας διακριτικά την αυτονομία τους. Πάσχει και αγωνιά για τη γλωσσική του αγωγή και προσπαθεί σε κάθε του βιβλίο να αναδεικνύει λεκτικές και φραστικές συνάψεις της γλώσσας του, συχνά δημιουργεί ο ίδιος λέξεις. Στην περίπτωση του ιστορικού μυθιστορήματος, ερευνά πηγές και εναρμονίζει τις πληροφορίες στο κείμενό του με τέτοιο τρόπο, ώστε η όποια έρευνά του να παραμένει αθέατη στον αναγνώστη. Ο συγγραφέας χαρακτηρίζεται από μυθοπλαστική δεινότητα, διαχείριση φυσικών διαλόγων, στοχαστική δυναμική. Αυτές είναι μερικές ιδιότητές του που τον διαχωρίζουν από τους ανθρώπους που γράφουν για να εξωτερικεύσουν απλώς τα συναισθήματά τους.

Και τέλος, κ. Μπάιλα, τι μπορεί να κάνει ένας συγγραφέας για να «ακουστεί»: να πάει με τα νερά της κοινότοπης «τηλεοπτικής» γλώσσας ή να επιλέξει να είναι απόλυτα πιστός στα καλλιτεχνικά του ένστικτα, παρά τον κίνδυνο της περιθωριοποίησης;

Να προχωρήσει με γνώμονα όλα όσα υπαγορεύει η καρδιά του και η αισθητική του αγωγή, παραμένοντας πιστός στο όραμά του. Ακόμα και αν περιθωριοποιηθεί, θα έχει καταφέρει να υψώσει την προσωπική του φωνή σε έναν κόσμο εξαιρετικά φλύαρο, που αρέσκεται να κρύβει πίσω από τον θόρυβο που προκαλεί την ηχηρή του κενότητα.

ΠΗΓΗ:DIASTIXO

 

Μια συζήτηση για το βιβλίο "Τις νύχτες έπαιζε με τις σκιές" με τον Γρηγόρη Δανιήλ

“Στο παιχνίδι με τις σκιές αναζητούμε τη διαύγεια του φωτός”


Φωτογραφία: Θάλεια Κουνούνη

Συμβαίνει καμιά φορά ο ήλιος να λάμπει, κι όμως να ξεκινά η βροχή. Παλεύει κι ο ουρανός να ισορροπήσει τη μοίρα του, όπως κι ο άνθρωπος.
Μια σιγαλή, ποτιστική βροχή άρχισε να ραντίζει τα πάντα ολόγυρα του. Ακατάπαυστα, αλλά ψιθυριστά. Ο Ανέστης δεν κουνήθηκε από τη θέση του. Του άρεσε να την ακούει και να νιώθει την ανοιξιάτικη θερμοκρασία της υγρής τρυφηλότητάς της στο σώμα του. Γύρω του όλα έσταζαν διακριτικά και μόνο οι τρίλιες των βρεγμένων πουλιών διέκοπταν τον ήχο της θάλασσας. Τα δέντρα άρχιζαν να στάζουν, όπως τα μαλλιά του Ανέστη. Ένιωθε πως ήταν κι αυτός ένα δέντρο, με σκαμμένες βαθιά στο πατρογονικό χώμα τις ρίζες του, και ξεπλένονταν από την τρυφερή βροχή. Αφέθηκε σε μια άηχη συνομιλία μαζί της. Κάθε της στάλα ηχούσε σαν λέξη στα αυτιά του.
Σαγήνη, σιγή, σήψη, σκιές, ψιθυρισμοί…κι ύστερα σιωπή. Πάλι και πάλι. Σαγήνη, σιγή, σήψη, σκιές, ψιθυρισμοί…κι ύστερα σιωπή. Ο ήχος της βροχής στο ακίνητο τοπίο. Ο ήχος της βροχής στην ακίνητη ζωή
”.

Στο έκτο της μυθιστόρημα “Τις νύχτες έπαιζε με τις σκιές” (εκδόσεις Ψυχογιός), η Τέσυ Μπάιλα αποδεικνύει περίτρανα το λογοτεχνικό της εκτόπισμα. Οι σπουδές της πάνω στην ιστορία του ελληνικού πολιτισμού και την μετάφραση λογοτεχνίας καθώς η επιτυχημένη της πορεία μέσα από την φωτογραφία, συμβάλλουν στην δημιουργία αληθινών ηρώων που “πάσχουν και δοκιμάζονται”, και σε συνδυασμό με τη αρτιότητα της γραφής της, αγγίζουν πτυχές της λογοτεχνικής μας παρακαταθήκης. Άλλωστε όπως κι η ίδια σημειώνει… “η δύναμή της εικόνας είναι μεγάλη και συντελεί στην κατανόηση των νοημάτων περισσότερο”.

Είναι μεγάλη μου τιμή να υποδέχομαι μέσα από τη σελίδα του The Look.Gr την Τέσυ Μπάιλα

Πως γεννήθηκε το τελευταίο σας μυθιστόρημα; Κάτω από ποια επιταγή του νου έκανε την εμφάνισή του;
Φαίνεται ότι υπάρχει μέσα μου ένας ήρωας ο οποίος διεκδικεί τη μοναχικότητά του και την ελευθερία του μέσα από την τέχνη. Είναι ένας ήρωας που επανέρχεται στη σκέψη μου τακτικά. Ήταν ο κεντρικός ήρωας στο πρώτο μου βιβλίο «Το πορτρέτο της σιωπής», εμφανίστηκε ξανά στο τρίτο βιβλίο «Το μυστικό ήταν η ζάχαρη» και τώρα ξανά πήρε στα χέρια του την ιστορία του νέου βιβλίου «Τις νύχτες έπαιζε με τις σκιές». Είναι ένας ήρωας που τσακίζεται από τις ιστορικές και κοινωνικές συγκυρίες της εποχής αλλά επιμένει να διατρανώνει το δικαίωμα του να αντιμάχεται τις σκιές της ζωής. Όταν λοιπόν διάβασα τη φράση του Νίκου Εγγονόπουλου: «Η ζωή, ο θάνατος κι αναμεσίς η τέχνη» τον είδα να γεννιέται ξανά σε ένα νέο ιστορικό και κοινωνικό περιβάλλον και η περιπέτεια της γραφής ξεκίνησε πάλι. Αυτή τη φορά η ιστορία του ξεκινά στις 25 Αυγούστου του 1898, κατά τη διάρκεια της τελευταίας μεγάλης σφαγής του Ηρακλείου που σηματοδότησε την έναρξη της Κρητικής Πολιτείας και εκτείνεται ως το 1970. Έτσι το μυθιστόρημα διατρέχει σχεδόν έναν αιώνα διάστικτο από σημαντικά ιστορικά γεγονότα, όπως την Ένωση της Κρήτης αργότερα με την Ελλάδα, τον Εθνικό Διχασμό τον Πρώτο Παγκόσμιο Πόλεμο, έως και τον Δεύτερο. Και από την Κρήτη περνά στον Πειραιά, στη Μακεδονία και στα χαρακώματα του πολέμου και επιστρέφει στην Κρήτη. Είναι ένα μυθιστόρημα- αναμέτρηση με τις ψυχολογικές διακυμάνσεις ενός ανθρώπου, ο οποίος προσπαθεί να σταθεί σε μια εποχή κοινωνικών, πολιτικών, ιστορικών διχασμών, στην οποία η τέχνη μοιάζει να μην έχει καμιά απολύτως θέση. Θα μπορούσε λοιπόν να πει κανείς ότι πρόκειται για ένα μυθιστόρημα το οποίο αναφέρεται στις σχέσεις ενός ανθρώπου με την τέχνη και την Ιστορία αλλά και με την αντρική φιλία, τον έρωτα, το προσωπικό πεπρωμένο.

«…οι προστάτες κοιτάνε το συμφέρον τσι και όχι το δικό μας». Προστάτες, που πίσω από την οικονομική κι όχι μόνο συνδρομή τους, που με αφειδώς ανταλλάγματα, ταλανίζουν αυτόν τον τόπο κάνοντας μας εν πολλοίς πιο συνωμοσιολάγνους. Θα ήθελα την άποψη σας γι’ αυτό το ειδεχθές παιχνίδι στην πλάτη του ελληνικού λαού.
Πρόκειται για ένα παιχνίδι που παίζεται από παλιά σ’ αυτόν τον τόπο και όχι ερήμην μας πια. Οι έννοιες του κοινού συμφέροντος και της ηθικής έχουν εξασθενίσει επειδή ένα μεγάλο μέρος των πολιτών αφέθηκε να διαβρωθεί για να εξυπηρετήσει τα ατομικά του συμφέροντα.
Αποτέλεσμα όλων αυτών είναι να μην υπάρχει στις μέρες μας μια συλλογική αντίσταση στις πολιτικές των αγορών, οι οποίες εισέβαλλαν στη χώρα και άπληστα εξαγοράζουν τα πάντα. Η αντίδρασή μας δεν είναι η συνωμοσιολαγνεία αλλά η καταβύθιση στην απώλεια και στον ευτελισμό των αξιών, του ήθους, της αξιοπρέπειας. Όλα αυτά λόγω της επικράτησης των αξιών των ευρωπαϊκών αγορών και των νόμων που διέπουν την «προστασία» μας. Ωστόσο, θέλω να πιστεύω ότι το χρήμα δε θα αγοράσει τα πάντα. Η ευαισθησία δε θα εκλείψει από αυτόν τον τόπο. Και θα σταθώ στα λόγια του Οδυσσέα Ελύτη που έλεγε ότι: «Το νόμισμα μιας ανεμώνας το εξαργυρώνει κανείς βλέποντάς το. Αν υπάρχουνε τόσο λίγοι Κροίσοι στην εποχή μας είναι γιατί λίγοι, ελάχιστοι, πραγματικά ξέρουν να βλέπουν».
Ο συγγραφέας χρειάζεται να ισχυροποιήσει τους ήρωές του και ύστερα να παρακολουθήσει την αυτονόμησή τους σε μια ιστορία με ξεκάθαρη δομή

«Τούτη εδώ είναι μονάχα η ιστορία. Και θα την γράψω όπως την άκουσα να μου την διηγείται». Πώς πλάθετε μια ιστορία κα Μπάιλα; Ποια είναι τα βήματα που θα οδηγήσουν σε ένα άρτιο μυθιστορηματικό αποτέλεσμα;
Τα μεγάλα λογοτεχνικά έργα είναι αυτά που έχουν σημαντικούς ήρωες. Ήρωες ζωντανούς, αληθινούς που πάσχουν, δοκιμάζονται, ενίοτε τσακίζονται. Το βασικότερο βήμα λοιπόν είναι σίγουρα το χτίσιμο των ηρώων. Ο συγγραφέας χρειάζεται να ισχυροποιήσει τους ήρωές του και ύστερα να παρακολουθήσει την αυτονόμησή τους σε μια ιστορία με ξεκάθαρη δομή. Ένα δεύτερο στοιχείο είναι η γλωσσική αγωγή του συγγραφέα. Η προσπάθειά του να απορροφήσει, να θυμίσει ακόμα και να δημιουργήσει λεκτικές και φραστικές συνάψεις. Η φυσικότητα των διαλόγων, η δύναμη του στοχασμού, η μυθοπλαστική δεινότητα αλλά και η αρμονική, αθέατη διείσδυση στο έργο του μιας πιθανής έρευνας που θα χρειαστεί να κάνει. Αυτά είναι τα ουσιαστικά συστατικά ενός μυθιστορήματος, τα οποία όταν εμπεριέχονται υπογράφουν τη λογοτεχνικότητά του.
Θέλω να πιστεύω ότι υπάρχουν ακόμα άνθρωποι που δοκιμάζονται από τα συναισθήματά τους και επιμένουν να τα διεκδικούν.

Η αγάπη της θειάς- Λουλουδιάς για τον μοναδικό και παντοτινό της έρωτα φαντάζει ως κάτι ξένο για την εποχή μας. Τι έχει εν πολλοίς αλλάξει στις σχέσεις μας; Η «εφημερότητά» τους πηγάζει αποκλειστικά από τη λυσσαλέα γρηγοράδα της εποχής μας;
Έχουν αλλάξει πολλά. Η κοινωνική ανθρωπογεωγραφία, όπως και οι νοοτροπίες που διαμορφώνουν τις συνειδήσεις μιας κοινωνίας είναι εντελώς διαφορετικές σήμερα από ό,τι υπήρξαν στο παρελθόν. Η ταχύτητα και οι υποχρεώσεις του σύγχρονου κόσμου παίζουν έναν ρόλο σίγουρα. Ωστόσο, θέλω να πιστεύω ότι υπάρχουν ακόμα άνθρωποι που δοκιμάζονται από τα συναισθήματά τους και επιμένουν να τα διεκδικούν.

Η δύναμή της εικόνας είναι μεγάλη και συντελεί στην κατανόηση των νοημάτων περισσότερο
«Μετρούσε το μπόι που παίρνουν οι σκιές των λουλουδιών πάνω στον τοίχο όταν λιγοστεύει το φως». Μια από τις όμορφες και γεμάτες λογοτεχνική ενάργεια, εικόνες. Μιλήστε μας για το φινίρισμα των προτάσεων που στελεχώνουν το καθ’ έκαστο λογοτεχνικό σας οικοδόμημα.

Ειλικρινά δεν ξέρω τι να σας πω γι’ αυτό. Έχω μια τάση να ντύνω τον λόγο με εικόνα. Η δύναμή της εικόνας είναι μεγάλη και συντελεί στην κατανόηση των νοημάτων περισσότερο. Αν υπάρχει κάποιο φινίρισμα, όπως λέτε, αυτό συμβαίνει αυθόρμητα. Μπορεί να είναι αποτέλεσμα της ενασχόλησής μου με τη φωτογραφία, μπορεί απλώς η ανάγκη μου να δω, πρώτη εγώ, τους ήρωές μου και τις καταστάσεις τις οποίες βιώνουν για να μπορέσω να τα περιγράψω.

Στο μυθιστόρημά σας μιλάτε και για καρδιές ανθρώπων που είναι ανοιχτές στην αποδοχή, στην προστασία και στην άδολη αγάπη. Ζεστές καρδιές πλημμυρισμένες από αγάπη για τον συνάνθρωπο. Σήμερα πόση θέρμη έχουν οι καρδιές μας απέναντι στον συνάνθρωπο;
Έχουν; Αυτό είναι ένα ερώτημα που αναφύεται πολύ συχνά, κυρίως όταν βλέπω όσα τραγικά συμβαίνουν στον κόσμο γύρω μας. Από την άλλη η εικόνα του προσφυγόπουλου στην αγκαλιά μιας γιαγιάς στη Μυτιλήνη που το ταΐζει και το φροντίζει ή εκείνη η σημαντική του πατέρα που περπατάει προς τα ελληνικά σύνορα, κρατώντας στην αγκαλιά του το παιδί του και κλαίει—κληροδότημα η συγκεκριμένη του Γιάννη Μπεχράκη που «έφυγε» πολύ πρόσφατα—μας γεμίζουν ελπίδα ότι πράγματι υπάρχουν ακόμα στον κόσμο αυτό ζεστές καρδιές πλημμυρισμένες από αγάπη για τον συνάνθρωπο. Κι αυτή είναι μια ελπίδα που καθορίζει τ ο μέλλον. Πρόκειται για εκείνο «Το Λάθος» του Αντώνη Σαμαράκη. Ένας καθεστωτικός μηχανισμός στήνει τα δικά του πολιτικά παιχνίδια αλλά δεν υπολογίζει την ανθρωπιά. Την ανθρωπιά που υποφώσκει και επανέρχεται στην επιφάνεια όταν απαιτηθεί τελικά. Κι αυτό είναι το μεγάλο λάθος του.

«…δίπλα η φωτογραφία ενός παιδιού ποτισμένη με το αίμα του πατέρα». Μια μακάβρια και συνάμα εκρηκτικά πλημμυρισμένη σε συναισθήματα, εικόνα. Ο Μεγάλος Πόλεμος σακάτεψε τη ζωή του ήρωα σας. Το ανθρώπινο άδειασμα από ένα πόλεμο πως αντικαθίσταται; Ποιοι είναι οι ισορροπιστές μιας τραυματισμένης ψυχής;
Στην περίπτωση του ήρωά μου στο βιβλίο «Τις νύχτες έπαιζε με τις σκιές» είναι η τέχνη. Αυτή έγινε η μόνη καταφυγή του και μέσω αυτής μπόρεσε να εξιλεωθεί. Έγινε η τελευταία του μεγάλη επανάσταση που τον οδήγησε στην προσωπική του απελευθέρωση. Δεν ξέρω αν πράγματι κατάφερε να ισορροπήσει. Μπόρεσε όμως να βρει μια οδό διαφυγής από τον πόνο. Μόνο περνώντας μέσα από την οδό αυτή μπορεί ο άνθρωπος να ισορροπήσει ξανά ύστερα από το ψυχικό μακέλεμα που προκαλεί ο πόλεμος. Και για κάθε άνθρωπο είναι σίγουρα εντελώς διαφορετική.

Μια γυναίκα που κλαίει, ο ολοφυρμός της ίδιας της πηγής της ζωής αποτελεί νομίζετε ως ένα βαθμό και τη χρεωκοπία της ανθρώπινης ύπαρξης;
Κάθε πόλεμος αποτελεί τη χρεωκοπία της ανθρώπινης ύπαρξης, της ανθρωπιάς, της ίδιας της ζωής. Η γυναίκα που θρηνεί πάνω από τα συντρίμμια που αφήνει πίσω του ο πόλεμος είναι το σύμβολο αυτής ακριβώς της χρεωκοπίας. Θυμηθείτε τις χαρακτηριστικές φωτογραφίες από τις γυναίκες του Διστόμου αλλά και τις σύγχρονες εικόνες των γυναικών από τη Συρία που διαπλέουν το Αιγαίο για να ξαναδώσουν ζωή και ελπίδα στα παιδιά τους, έχοντας χάσει τα πάντα. Αυτές οι εικόνες σηματοδοτούν τη θηριώδη αποτυχία της ανθρωπότητας που δυστυχώς δε λογοδοτεί ποτέ για κανένα της έγκλημα.

Στις νύχτες σας τόσο εφικτό είναι ένα παιχνίδι με τις σκιές. Όταν γίνουμε συμπαίκτες μαζί τους τι ακριβώς αναζητούμε;
Μα τη διαύγεια του φωτός. Αυτή τη διαύγεια που θα φωτίσει ξανά την αθωότητα και θα σβήσει ό,τι μεγεθύνει τις διαστάσεις των φόβων μας. Χρειάζεται να τις προσεγγίσουμε τις σκιές, να πάμε καταπάνω τους για να τις δούμε να χάνονται, όπως ακριβώς συμβαίνει πάντα και με τους φόβους μας.

«Κάθε πρωί τα σκοτάδια σβήνουνε επειδή τούτος εδώ λάμπει πάλι». Εξαιρετικός στοχασμός. Αποκρυπτογραφήστε μας τις φωτεινές διαδρομές που επιτίθενται στα σκοτάδια.
Κάθε νέα μέρα αρχίζουν όλα από την αρχή. Είναι στο χέρι μας να το δούμε αυτό και να εκμεταλλευτούμε τη δυνατότητα της αυγής των πραγμάτων για να επαναπροσδιορίσουμε τη στάση μας στη ζωή.

Κάθε άνθρωπος κουβαλά στην πλάτη του έναν σάκο, όπου έχει συσσωρεύσει μέσα αυτά που γέμισαν τη ζωή του και αποτέλεσαν απαρχές της σημερινής του ύπαρξης. Ο δικός σας τι θα περιείχε;*
Ο δικός μου ταξιδιωτικός σάκος έχει μέσα πολλή θάλασσα. Παραφράζοντας τον Οδυσσέα Ελύτη θα τολμούσα να πω ότι «ξόδεψα πολλή θάλασσα για να μεγαλώσω» και η σχέση μου μαζί της καθόρισε την αισθητική και τη ζωή μου. Αλλά σίγουρα περιέχει τον ίδιο τον Οδυσσέα Ελύτη, τα «Ανοιχτά χαρτιά», τον «Μικρό Ναυτίλο», την «ιδιωτική οδό». Κάθε επαφή με τον πυρήνα της ποιητικής του φιλοσοφίας είναι συντριπτική για τη σκέψη μας. «Το Λάθος», του Αντώνη Σαμαράκη και τη δική του ματιά για τον άνθρωπο και την ελπίδα. Τον Καβάφη, τον Σεφέρη την επαναστατική ορμή του Ρίτσου, τον Καραγάτση, τον Ντοστογιέφσκι. Πολλούς συγγραφείς, ξένους και Έλληνες. Τα ορχηστρικά του Χατζιδάκι, το Άξιον Εστί του Θεοδωράκη, κλασική μουσική, τη φωτογραφική μου μηχανή, τις θαλασσογραφίες του Βολανάκη, τα λιμάνια του Πάρι Πρέκα και πάρα πολλά ακόμη πράγματα που διαμόρφωσαν τη σκέψη μου.

«Οι άνθρωποι όταν φύγουν αφήνουν το ίχνος τους στη ζωή… και το ίχνος αυτό παίρνει το μπόι της ανθρωπιάς τους». Ίσως το επιμύθιο του περάσματος μας από τη ζωή. Με ποια δομικά συστατικά θεωρείτε ότι μπορούμε να αποκτήσουμε ένα όσο το δυνατό πιο κανονικό μπόι;

– Κυρίως με τον σεβασμό στον συνάνθρωπο. Την ευγένεια και τη διακριτικότητα απέναντί του. Αλλά και με την εύρεση της «ιδιωτικής οδού» που μας υποδεικνύει ο Ελύτης. Μιας οδού προσωπικής που θα μας επιτρέψει να επαναπροσδιοριστούμε ως άνθρωποι, να ανακαλύψουμε τον εαυτό μας και να προχωρήσουμε στοχοπροσηλωμένοι στα δικά μας όνειρα μακριά από στείρους ανταγωνισμούς και αντιπαραθέσεις. Αλλά αυτό προϋποθέτει την καλλιέργεια των αισθήσεων και τον αυτοσεβασμό.
 
– Σας ευχαριστώ για την προσήνεια και την δοτικότητά σας. Εύχομαι κάθε σας λογοτεχνικό ταξίδι να έχει ούριο άνεμο αποδοχής.

– Σας ευχαριστώ πολύ κι εγώ.

Γρηγόρης Δανιήλ, για το The Look.Gr

Ο Αιμίλιος Σολωμού γράφει για το βιβλίο "Τις νύχτες έπαιζε με τις σκιές"


Το μυθιστόρημα Τις νύχτες έπαιζε με τις σκιές είναι ένα βιβλίο που διατρέχει τη ζωή του πρωταγωνιστή, του Ανέστη, από τη γέννηση μέχρι τον θάνατό του. Η μέρα της γέννησής του αποδεικνύεται σημαδιακή. Τότε, τον Αύγουστο του 1898, διαδραματίστηκε ένα από τα πιο τραγικά γεγονότα στη σύγχρονη ιστορία της Κρήτης, η μεγάλη σφαγή στο Ηράκλειο. Ο παππούς Λεωνίδας θα τον μυήσει στη ζωή και παράλληλα θα αρχίσει αυτοδίδακτος να μαθαίνει τα μυστικά της ζωγραφικής. Αργότερα θα μεταβεί στον Πειραιά και θα φοιτήσει στη Σχολή Καλών Τεχνών. Υπό την έννοια αυτή, το βιβλίο είναι εν μέρει ένα Bildungsroman, δηλαδή βιβλίο διάπλασης ή μαθητείας. Και επιπλέον ένα Künstlerroman, μυθιστόρημα διάπλασης του καλλιτέχνη.

Όμως, η γέννηση του Ανέστη εμπεριέχει ταυτόχρονα και την προσωπική του τραγωδία. Η μάνα του πέθανε στη γέννα. Η μοίρα του μοιάζει σφραγισμένη και προδιαγεγραμμένη. Ο πατέρας του, ξημεροβραδιάζεται σε κακόφημα μέρη και επιστρέφει στο σπίτι μεθυσμένος (σε μια τέτοια περίπτωση, την ώρα της γέννησης του παιδιού, βρίσκεται στον τόπο της σφαγής, στο Κάστρο). Είναι ιδιαίτερα βίαιος και θεωρεί υπεύθυνο τον Ανέστη για τον θάνατο της μητέρας του. Στην καρδιά του δεν υπάρχει η παραμικρή αγάπη για το παιδί του. Ο Ανέστης μεγαλώνει με τον παππού του και τη θεια του Λουλουδιά, μαζί με την υιοθετημένη αδελφή του, τη Μυρσίνη, η οποία επέζησε της σφαγής στο Κάστρο.

Οι ήρωες της Τέσυς Μπάιλα παλεύουν με τους δαίμονές τους. Η συγγραφέας πραγματεύεται μια ιστορία για ανθρώπους τσακισμένους, ναυαγισμένους, με ζωές ρημαγμένες, οι οποίοι ανεβαίνουν ο καθένας τον γολγοθά του και βιώνουν τις προσωπικές τους τραγωδίες. Η ευτυχία τους δεν είναι παρά φευγαλέες στιγμές, μια ψευδαίσθηση που σβήνει μέσα σε αλλεπάλληλες δοκιμασίες. Μοιάζουν καταραμένοι και αυτό το πεπρωμένο τους είναι που κινεί τα νήματα του μυθιστορήματος. Χαρακτηριστική είναι η ζωή της Λουλουδιάς, η οποία πολύ νέα έχασε τον αγαπημένο της, τη μέρα που θα πήγαινε να τη ζητήσει από το σπίτι της. Από τότε, αφιερώθηκε στη φροντίδα του αδελφού της, στάθηκε δεύτερη μάνα στην ανατροφή του ανιψιού της κι έπειτα, στα γεράματα, στο δικό του ορφανό παιδί. Τα λόγια της απηχούν τη διαχρονική μοίρα της Ελληνίδας που μέσα σε δύσκολους καιρούς, και θέτοντας σε δεύτερη μοίρα τον εαυτό της, πάλεψε με αξιοπρέπεια και εγκαρτέρηση και έγινε θυσία για τους άλλους: «Μαυροφορέθηκα και κλείστηκα στο σπίτι. Από τότε τα μαύρα δεν τα έβγαλα από πάνω μου. Ούτε απάντησα ποτέ στα προξενιά- και έστειλαν μπόλικα στη μάνα μου. Ήμουν όμορφη ξέρεις. Μα εγώ κείνο το όνειρο παντρεύτηκα. Αλλά χάθηκε το δύσμοιρο μέσα στα αίματα και τα μαχαίρια. Μια σκιά γίνηκε, και θα τη θυμούμαι όσο ζω. Γι’ αυτό σου λέω πως κατέω το τι πράμα είναι να έχεις βαθιά στα στήθια σου μια πεθυμιά μεγάλη κι ακάμωτη. Κατέω το πώς είναι να παίζεις με τις σκιές όταν είσαι στα σκοτάδια τση νύχτας» (οι διάλογοι του βιβλίου αναπτύσσονται στην κρητική διάλεκτο). Η Λουλουδιά ανήκει στους πιο ενδιαφέροντες και εμβληματικούς ήρωες του βιβλίου και η σκιαγράφηση του χαρακτήρα της είναι εξαιρετικά δουλεμένη. Το ίδιο μαεστρικά διαγράφεται η γοητευτική προσωπικότητα της Ισιδώρας, η οποία αναδεικνύεται πολύ περισσότερο μέσα από τις σιωπές, το βλέμμα, τις κινήσεις και λιγότερο μέσα από τα λόγια της.

Ο Ανέστης βρίσκεται μετέωρος και εγκλωβισμένος ανάμεσα σε ακραίες αντιθέσεις: από τη μια ο βίαιος και υπερβολικά σκληρός πατέρας του και από την άλλη ο μειλίχιος και ήπιος παππούς και η θεία του. Η ευαισθησία του έρχεται σε πλήρη αντίθεση με τη συμπεριφορά του πατέρα του. Αλλά και ο πιστός του φίλος, ο Μικέλε, μοιάζει να ανήκει σε έναν άλλο κόσμο από τον δικό του. Ο Μικέλε είναι επιπόλαιος, ένας μπον βιβέρ της εποχής του. Ξελογιάζει τη μια γυναίκα μετά την άλλη, ο έρωτας και η καλοπέραση είναι οι μοναδικές του έγνοιες. Δεν είναι ίσως τυχαίο που ο Μικέλε εμφανίζεται στη ζωή του Ανέστη, όταν εξαφανίζεται ο πατέρας του. Ο Ανέστης μοιράζεται ανάμεσα σε δύο γυναίκες. Τη Χριστίνα, που ποζάρει ως γυμνό μοντέλο στη Σχολή Καλών Τεχνών, απελευθερωμένη κοπέλα, μάλλον ελευθερίων ηθών, και την Ισιδώρα. Η Ισιδώρα είναι ο απόλυτος έρωτάς του, μόνο που αυτός θα παραμείνει μέχρι το τέλος πλατωνικός. Το βιβλίο κινείται πάνω σε αυτές τις αντιθετικές σχέσεις.

Όπως όλα τα βιβλία της Τέσυς Μπάιλα, έτσι κι αυτό είναι μυθιστόρημα εποχής που εκτείνεται σε μια εκατονταετία πάνω κάτω: από το 1898 μέχρι το 1970, χωρίς να λείπουν αναφορές στην Επανάσταση του 1866 και ακόμα πιο πίσω στην πολιορκία του Χάνδακα και στην πτώση της Κρήτης στους Οθωμανούς. Στα χρόνια της διάπλασης του Ανέστη, ο παππούς Λεωνίδας συνήθιζε να του μιλά για την ιστορία του νησιού. Συχνά επαναλάμβανε: «Όποιος ξέρει τι γίνηκε χτες, γνωρίζει τι πρέπει να κάμει σήμερα και τι θα κάμει αύριο, σαν φτάσει η ώρα να τον καλέσει η πατρίδα». Τα ιστορικά γεγονότα, χωρίς να βαραίνουν, λειτουργούν ως απαραίτητο πλαίσιο για να αποτυπωθεί η εποχή και η ατμόσφαιρά της: οι σφαγές των κατοίκων, η πολιτική κατάσταση, οι επεμβάσεις των Μεγάλων Δυνάμεων, ο Βενιζέλος και η Επανάσταση στο Θέρισο, η Αυτονομία της Κρήτης, η απελευθέρωση και η Ένωση με την Ελλάδα το 1913, ο Α΄ Παγκόσμιος Πόλεμος, η Μικρασιατική Καταστροφή και ο Β΄ Παγκόσμιος Πόλεμος. Είναι γεγονότα που καθορίζουν τις ζωές των ανθρώπων και των ηρώων του βιβλίου. Η συγγραφέας περιγράφει τη ζωή στο Κάστρο, στο Ηράκλειο -και τα Χανιά- στα τέλη του 19ου και στις αρχές του 20ού αιώνα. Μέσα σε αυτά τα ταραχώδη χρόνια, ο Ανέστης θα μεγαλώσει και θα περιπλανηθεί, από το Ηράκλειο στα Χανιά και από εκεί στον Πειραιά. Θα γνωρίσει τη φρίκη του πολέμου στο Μακεδονικό Μέτωπο στη διάρκεια του Α΄ Παγκόσμιου Πολέμου. Κι έπειτα, πάλι, θα επιστρέψει, για να μείνει μέχρι το τέλος, και να ζήσει με τα φαντάσματα και τις μνήμες του, στο χωριό έξω από το Ηράκλειο, στο σπίτι του πλάι στη θάλασσα (στοιχείο που πρωταγωνιστεί στα μυθιστορήματα της Μπάιλα). Έτσι, με την κυκλική αφήγηση, διαγράφεται η επιστροφή και η κυκλική φορά στον χρόνο και στον χώρο. Μοναδική παρηγοριά του Ανέστη σε όλη αυτή τη διαδρομή, αυτή που δίνει νόημα στη ζωή του, θα είναι η ζωγραφική.

Ιδιαίτερα βαρύνουσες είναι οι σελίδες που αναφέρονται στον Α΄ Παγκόσμιο Πόλεμο, σε ένα σαφώς αντιπολεμικό κλίμα (κεφ. 28-32). Αλλά, ιδιαίτερα, εκείνο που βρίσκεται στην καρδιά του βιβλίου, αυτό στο οποίο μοιάζει να κορυφώνεται το μυθιστόρημα, είναι το κεφ. 35. Ο Ανέστης, μέσα σε μια παροξυντική κρίση, καθώς φαίνεται να διολισθαίνει στην παραφροσύνη, συνομιλεί με τον νεκρό Μικέλε και ζωγραφίζει πάνω σε ένα σεντόνι που ποτίστηκε με το αίμα του φίλου του, τη ζωή στα χαρακώματα και τη φρίκη του πολέμου. Στην άκρη του πίνακα αναπαριστά την Ισιδώρα να θρηνεί τη ζωή που χάθηκε. Θα αποδειχθεί το σημαντικότερό του έργο κι αυτό που, εν αγνοία του, θα τον κάνει γνωστό στην Ελλάδα και την Ευρώπη.

Στο βιβλίο περιγράφονται βίαιες σκηνές: η σφαγή στο Μεγάλο Κάστρο, ο βίαιος πατέρας του Ανέστη και η σφαγή του πουλαριού του, οι σκληρές εικόνες του μετώπου στον Πόλεμο. Καθώς, όμως, το μυθιστόρημα οικοδομείται πάνω σε αντιθέσεις, είναι ίσως απαραίτητες για να καταδειχθεί η βιαιότητα του κόσμου από τη μια και από την άλλη η αντίδραση ενός ευαίσθητου ανθρώπου, όπως ο Ανέστης και ο ρόλος γενικά της τέχνης σε τόσο δύσκολες εποχές.

Το μυθιστόρημα αναπτύσσεται σε τρίτο πρόσωπο. Ωστόσο, στην αρχή, σχεδόν στη μέση και στο τέλος ο αφηγητής εισάγει τον εαυτό του, σε πρώτο πρόσωπο ενικού, ως χαρακτήρα πια του βιβλίου. Η Τέσυ Μπάιλα δεν μας αποκαλύπτει την ταυτότητά του παρά στο τελευταίο κεφάλαιο. Είναι αυτός που θα φροντίσει, μετά τον θάνατο του Ανέστη, να γράψει την ιστορία του και να φτιάξει ένα μουσείο για τα έργα του. Παρά την τραγική ιστορία του Ανέστη, το βιβλίο κλείνει με αισιοδοξία και πίστη για τη ζωή. Κι αυτή η αισιοδοξία πηγάζει μέσα από την τέχνη.