Τετάρτη, 31 Μαρτίου 2021

Μια συζήτηση για το βιβλίο "Τις νύχτες έπαιζε με τη βροχή" με τη Γιούλη Τσακάλου

 


Η Τέσυ Μπάιλα κατάγεται από τη Σαντορίνη, αλλά γεννήθηκε στον Πειραιά. Σπούδασε Ιστορία του ελληνικού πολιτισμού και Μετάφραση λογοτεχνίας. Ασχολείται με τη φωτογραφία και ατομικές εκθέσεις της έχουν φιλοξενηθεί στο Πανεπιστήμιο Gakugei της Ιαπωνίας, αλλά και στην Αθήνα. Έχει γράψει έξι μυθιστορήματα και είναι συντάκτρια του λογοτεχνικού περιοδικού Κλεψύδρα. Παράλληλα, δημοσιεύει δοκίμια σε εφημερίδες και περιοδικά και είναι αρχισυντάκτρια του Literature.gr. Το τελευταίο της μυθιστόρημα, Τις νύχτες έπαιζε με τις σκιές, που μόλις κυκλοφόρησε από τις Εκδόσεις Ψυχογιός, έδωσε την αφορμή για τη συζήτησή μας. 

Κάθε φορά που διαβάζω βιβλίο σας, αισθάνομαι ότι δεν αφήνετε τίποτα στην τύχη. Πόση έρευνα χρειάστηκε για να ολοκληρωθεί το νέο σας πόνημα, Τις νύχτες έπαιζε με τις σκιές; Το εξώφυλλο, σημειωτέον, είναι πίνακας του Κλοντ Μονέ. Και ο τίτλος σας ποιητικός – ποια η σημασία του;

Σας ευχαριστώ πολύ για τα καλά λόγια. Η αλήθεια είναι ότι τόσο εγώ όσο και οι Εκδόσεις Ψυχογιός προσέχουμε τις λεπτομέρειες. Η έρευνα για το μυθιστόρημά μου αυτό κράτησε συνολικά έναν χρόνο κι άλλο έναν χρόνο χρειάστηκα για να γραφτεί. Ο τίτλος δεν είναι τυχαίος. Ο ήρωας του βιβλίου είναι ζωγράφος. Έτσι, ο τίτλος έχει διπλή σημασία. Από τη μια πρόκειται για το παιχνίδι της σκιάς που αναδεικνύει τους όγκους στη ζωγραφική και από την άλλη είναι ένας συμβολισμός για τους φόβους που όλοι μας αντιμετωπίζουμε στη ζωή και που, όταν συμβεί να τους πλησιάσουμε, μόνο τότε μπορεί να σβήσουν, όπως συμβαίνει με τις σκιές. Όσο για το εξώφυλλο στο οποίο αναφερθήκατε, πρόκειται πράγματι για τον πίνακα του Κλοντ Μονέ The Gorge at Varengeville, τον οποίο φιλοτέχνησε ο μεγάλος ιμπρεσιονιστής ζωγράφος το 1882 και πραγματικά ευχαριστώ πολύ τον εκδοτικό μου οίκο για την επιλογή αυτή.

Έχω την αίσθηση ότι το άρωμα της καταγωγής σας, η θάλασσα, σας επηρεάζει και σας οδηγεί σε συγκεκριμένα θέματα για έμπνευση. Ισχύει;

Ασφαλώς και ισχύει. Κατάγομαι από δυο πανέμορφα ελληνικά νησιά, τη Σαντορίνη και την Άνδρο, γεννήθηκα και έζησα αρκετά χρόνια στον Πειραιά, πολύ κοντά στο λιμάνι, αλλά και όλη μου η παιδική ηλικία είναι άρρηκτα συνδεδεμένη με τη θάλασσα και την ελληνική ναυτοσύνη. Αργότερα γνώρισα τη θάλασσα ως το «κάτοπτρο αθανασίας» στην ποίηση του Οδυσσέα Ελύτη. Αλλά και τώρα φροντίζω να βρίσκομαι κοντά της όσο πιο συχνά μπορώ. Ήταν επόμενο, λοιπόν, να καθορίσει τη σκέψη μου και επομένως να λειτουργήσει ως έμπνευση στη δική μου συγγραφική πορεία.

Ο έρωτας στο βιβλίο σας τι ρόλο παίζει σε αυτό το σκηνικό που θυμίζει αρχαία τραγωδία;

Σε έναν βαθμό καθορίζει τις εσωτερικές συγκρούσεις του κεντρικού ήρωα. Γίνεται η εμμονή, η έμπνευση, ο προορισμός αλλά και η αφετηρία του. Και παραμένει ανεκπλήρωτος, μια σταύρωση και ανάσταση μαζί, που ο ήρωας θα τη βιώσει και θα την εκφράσει μέσω της τέχνης του.

Ανέστης και Μικέλε, δυο συγκλονιστικοί ήρωες του βιβλίου σας. Σε ποιον έχετε αδυναμία και γιατί;

Ένα δίπολο ανθρώπινης ευαισθησίας – αυτό είναι οι δυο αυτοί ήρωες. Δυο εκ διαμέτρου αντίθετοι άνθρωποι, που αλληλοσυμπληρώνονται. Αγάπησα πολύ τον Ανέστη και είναι ο ήρωας που με δυσκόλεψε περισσότερο, καθώς έπρεπε να διαχειριστώ τις ψυχολογικές του διακυμάνσεις και τους φόβους του, αλλά ο Μικέλε έχει μια ιδιαίτερη γοητεία. Είναι ο άνθρωπος που έχουμε όλοι ανάγκη στη ζωή. Να μας αρπάξει από το χέρι και να μας δείξει ότι πέρα από υποχρεώσεις και συναισθηματικούς κραδασμούς, υπάρχει η χαρά της ζωής που οφείλουμε να ανακαλύψουμε εμβαθύνοντας σε ό,τι υπάρχει γύρω μας.

Ό,τι αξίζει μπορεί να ταλαιπωρηθεί, αλλά δε θα χαθεί.

Ο κεντρικός ήρωας του βιβλίου σας είναι ένα μοναχικός λύκος, που έχει νιώσει την ορφάνια και την απόρριψη στο πετσί του. Μεγαλώνοντας θα μάθει ότι ο πόνος μπορεί να είναι η αφορμή για την πρόοδο και τη μεγάλη άνοδο. Πιστεύετε ότι πολλοί μπορούν να το καταφέρουν αυτό;

Ο πόνος μπορεί να γίνει ένα γενεσιουργό αίτιο δημιουργίας και αφύπνισης ενός εαυτού που προσπαθεί να προσαρμοστεί για να τον εξουδετερώσει. Αποτέλεσμα είναι η μεταμόρφωση σε έναν νέο εαυτό, πιο ισχυρό, την ύπαρξη του οποίου δε γνωρίζαμε πριν. Και κάθε πρόοδος προϋποθέτει μια τέτοια μεταμόρφωση. Όσοι βρεθούν σε μια τέτοια κατάσταση νομίζω πως θα αντιδράσουν το ίδιο. Αλλιώς θα χαθούν. Το ίδιο και ο κεντρικός ήρωας του βιβλίου μου. Ανακαλύπτει την καλλιτεχνική του εκφραστική μέσα στις φλόγες ενός παράλογου πολέμου και μετουσιώνει τον πόνο σε μοναχικότητα και, εντέλει, σε δημιουργία. Βρίσκει τον δικό του τρόπο να πολεμήσει τη φθορά.

Παρά το ζοφερό θέμα του βιβλίου, στην αφήγησή σας υπάρχει συχνά ένας ανάλαφρος τόνος. Πρόκειται για μια επιλογή τεχνικής φύσης ή για έναν ψυχολογικό μηχανισμό άμυνας του αφηγητή απέναντι σε όσα θλιβερά αφηγείται;

Πολύ όμορφη η ερώτησή σας αυτή και χαίρομαι που το επισημάνατε. Νομίζω πως πρόκειται και για τα δύο. Μια εσωτερική ανάγκη μού υπαγορεύει να ενεργοποιήσω έναν αφηγηματικό μηχανισμό που θα ελαφρύνει τις σκληρές, ρεαλιστικές στιγμές του βιβλίου και θα δώσει μια ανάσα τόσο στην ίδια την αφήγηση όσο και σε εμένα και, κυρίως, στον αναγνώστη. Το τελευταίο κεφάλαιο του βιβλίου, για παράδειγμα, ήρθε να ισορροπήσει την τραγικότητα ενός προηγούμενου κεφαλαίου που κυριολεκτικά ήταν εξουθενωτικό για εμένα.

Οι ήρωες και οι ηρωίδες στα μυθιστορήματά σας δεν είναι υπερήρωες, είναι απλοί και σεμνοί, έξω από την κυρίαρχη αφήγηση της Ιστορίας. Αναφέρομαι στην αφήγηση που δίνει πρωτεύοντα ρόλο στους άνδρες, στις μάχες, στα έθνη-κράτη. Το περιθώριο γοητεύει;

Οι άνθρωποι που κινούν τα γρανάζια της Ιστορίας είναι πάντοτε οι απλοί καθημερινοί άνθρωποι. Αυτοί που όταν βρεθούν μπροστά σε ένα τραγικό αδιέξοδο παίρνουν την κατάσταση στα χέρια τους και αποφασίζουν να διεκδικήσουν την αξιοπρέπεια και την υπόστασή τους, τόσο σε προσωπικό όσο και σε εθνικό επίπεδο. Είναι οι ίδιοι άνθρωποι τη ζωή των οποίων συνθλίβει στο ανάλγητο πέρασμά της η Ιστορία. Αυτό δεν σημαίνει ότι βρίσκονται στο περιθώριο. Αντιθέτως, θα έλεγα. Το διαπίστωσα άλλωστε πολύ καλά όταν έγραφα για τη δράση του Μιλτιάδη Χούμα στις Άγριες θάλασσες αλλά και τώρα, στο νέο βιβλίο, Τις νύχτες έπαιζε με τις σκιές.

Είστε τελείως ελεύθερη όταν γράφετε πάνω σε ένα ιστορικό πρόσωπο; Ή αναγκάζεστε να συγκρατηθείτε;

Εξαρτάται. Συνήθως τα αληθινά ιστορικά πρόσωπα σε περιορίζουν συγγραφικά και αυτό προσθέτει μια δυσκολία στη συγγραφή του βιβλίου.

Ίσως τα πιο σημαντικά βιβλία σας βασίζονται σε πραγματικά, ιστορικά πρόσωπα. Τι σας τραβάει σε ένα τέτοιο πρόσωπο και θέλετε οπωσδήποτε να το περάσετε στον δικό σας κόσμο, της λογοτεχνίας;

Το γεγονός ότι αυτοί οι ήρωες θέτουν ένα διαχρονικό ερώτημα: Ποιος είναι ο ρόλος και η ευθύνη όλων μας, όταν οι ιστορικές συγκυρίες μάς φέρνουν αντιμέτωπους με φρικαλέες ιδεολογίες, που δυστυχώς αναβιώνουν στις μέρες μας. Άλλωστε σημασία για μένα δεν έχει τόσο η ίδια η Ιστορία, όσο η καταγραφή των συναισθημάτων που δημιουργεί στους μεταγενέστερους. Ο τρόπος που κάνει τον σύγχρονο άνθρωπο να κοιτάξει κατάματα τα γεγονότα του παρελθόντος και να αντικρίσει μέσα σ’ αυτά τη μοίρα του μέσα στον χρόνο και το μέλλον του. Για μένα, αυτό που είναι ουσιαστικό δεν είναι η γνώση των ιστορικών γεγονότων, αλλά το πάθος και το μυστήριο που τα περιβάλλει. Ο εντοπισμός της γοητείας μέσα στον ιστορικό ορθολογισμό. Η ανάδειξη της συναισθηματικής χροιάς των γεγονότων και του πάθους που την υπαγόρευσε. Άλλωστε, αυτή είναι και η διαφορά της μυθιστορηματικής από την ιστορηματική αφήγηση. Ενώ ο ιστορικός ενδιαφέρεται για τη λογική ερμηνεία των γεγονότων, ο μυθιστοριογράφος νοιάζεται κυρίως για την ένταση και τη φλόγα που τα δημιούργησε.

Υπάρχουν κάποια θέματα που θα θέλατε να κάνετε βιβλίο και για διάφορους λόγους δεν έγιναν ή ίσως γίνουν στο μέλλον;

Όχι, δεν υπάρχει κάποιο συγκεκριμένο θέμα στο μυαλό μου. Κάθε φορά ασχολούμαι με αυτό για το οποίο θέλω να γράψω.

Υπάρχει χώρος για νέους συγγραφείς που έχουν κάτι να πουν σε μια εποχή που οι εκδόσεις βιβλίων είναι καταιγιστικές;

Πάντα υπάρχει χώρος για όποιον έχει πράγματι να πει κάτι. Οι νέοι συγγραφείς έχουν να αντιμετωπίσουν πολλά προβλήματα. Μια παντελώς εχθρική πολιτική για το βιβλίο, έναν αστείρευτο ανταγωνισμό και καταιγιστικές εκδόσεις βιβλίων, που συχνά η ποιότητά τους είναι εξαιρετικά αμφίβολη. Ωστόσο, η ακαταπόνητη δουλειά είναι σίγουρο ότι θα φέρει καρπούς. Ό,τι αξίζει μπορεί να ταλαιπωρηθεί, αλλά δε θα χαθεί.

Γιατί γενικώς οι σχέσεις των ανθρώπων πάσχουν, χωρίς να βελτιώνονται, και ίσως να χειροτερεύουν στις μέρες μας;

Νομίζω ότι στην εποχή τη δική μας, την εποχή της τεχνολογίας και της επικοινωνίας, οι άνθρωποι έχουν χάσει την ικανότητα να συνάπτουν σχέσεις πραγματικής εμπειρίας, που θα πει αλληλοσεβασμού και ελευθερίας. Δυστυχώς, η κατάσταση εντείνεται συνεχώς σε όλα τα επίπεδα σχέσεων.

Ο πόνος μπορεί να γίνει ένα γενεσιουργό αίτιο δημιουργίας και αφύπνισης ενός εαυτού που προσπαθεί να προσαρμοστεί για να τον εξουδετερώσει.

Είναι γνωστό ότι οι μισοί Έλληνες γράφουν. Τι είναι αυτό που ξεχωρίζει τον συγγραφέα από τον γραφομανή;

Μα το ίδιο του το έργο και η ποιότητά του. Οι επιλογές του στη θεματολογία, αλλά και στον χώρο της λογοτεχνίας. Ο συγγραφέας γράφει επειδή δεν μπορεί να κάνει αλλιώς. Χτίζει τους ήρωές του και τους ισχυροποιεί παρακολουθώντας διακριτικά την αυτονομία τους. Πάσχει και αγωνιά για τη γλωσσική του αγωγή και προσπαθεί σε κάθε του βιβλίο να αναδεικνύει λεκτικές και φραστικές συνάψεις της γλώσσας του, συχνά δημιουργεί ο ίδιος λέξεις. Στην περίπτωση του ιστορικού μυθιστορήματος, ερευνά πηγές και εναρμονίζει τις πληροφορίες στο κείμενό του με τέτοιο τρόπο, ώστε η όποια έρευνά του να παραμένει αθέατη στον αναγνώστη. Ο συγγραφέας χαρακτηρίζεται από μυθοπλαστική δεινότητα, διαχείριση φυσικών διαλόγων, στοχαστική δυναμική. Αυτές είναι μερικές ιδιότητές του που τον διαχωρίζουν από τους ανθρώπους που γράφουν για να εξωτερικεύσουν απλώς τα συναισθήματά τους.

Και τέλος, κ. Μπάιλα, τι μπορεί να κάνει ένας συγγραφέας για να «ακουστεί»: να πάει με τα νερά της κοινότοπης «τηλεοπτικής» γλώσσας ή να επιλέξει να είναι απόλυτα πιστός στα καλλιτεχνικά του ένστικτα, παρά τον κίνδυνο της περιθωριοποίησης;

Να προχωρήσει με γνώμονα όλα όσα υπαγορεύει η καρδιά του και η αισθητική του αγωγή, παραμένοντας πιστός στο όραμά του. Ακόμα και αν περιθωριοποιηθεί, θα έχει καταφέρει να υψώσει την προσωπική του φωνή σε έναν κόσμο εξαιρετικά φλύαρο, που αρέσκεται να κρύβει πίσω από τον θόρυβο που προκαλεί την ηχηρή του κενότητα.

ΠΗΓΗ:DIASTIXO

 

Μια συζήτηση για το βιβλίο "Τις νύχτες έπαιζε με τις σκιές" με τον Γρηγόρη Δανιήλ

“Στο παιχνίδι με τις σκιές αναζητούμε τη διαύγεια του φωτός”


Φωτογραφία: Θάλεια Κουνούνη

Συμβαίνει καμιά φορά ο ήλιος να λάμπει, κι όμως να ξεκινά η βροχή. Παλεύει κι ο ουρανός να ισορροπήσει τη μοίρα του, όπως κι ο άνθρωπος.
Μια σιγαλή, ποτιστική βροχή άρχισε να ραντίζει τα πάντα ολόγυρα του. Ακατάπαυστα, αλλά ψιθυριστά. Ο Ανέστης δεν κουνήθηκε από τη θέση του. Του άρεσε να την ακούει και να νιώθει την ανοιξιάτικη θερμοκρασία της υγρής τρυφηλότητάς της στο σώμα του. Γύρω του όλα έσταζαν διακριτικά και μόνο οι τρίλιες των βρεγμένων πουλιών διέκοπταν τον ήχο της θάλασσας. Τα δέντρα άρχιζαν να στάζουν, όπως τα μαλλιά του Ανέστη. Ένιωθε πως ήταν κι αυτός ένα δέντρο, με σκαμμένες βαθιά στο πατρογονικό χώμα τις ρίζες του, και ξεπλένονταν από την τρυφερή βροχή. Αφέθηκε σε μια άηχη συνομιλία μαζί της. Κάθε της στάλα ηχούσε σαν λέξη στα αυτιά του.
Σαγήνη, σιγή, σήψη, σκιές, ψιθυρισμοί…κι ύστερα σιωπή. Πάλι και πάλι. Σαγήνη, σιγή, σήψη, σκιές, ψιθυρισμοί…κι ύστερα σιωπή. Ο ήχος της βροχής στο ακίνητο τοπίο. Ο ήχος της βροχής στην ακίνητη ζωή
”.

Στο έκτο της μυθιστόρημα “Τις νύχτες έπαιζε με τις σκιές” (εκδόσεις Ψυχογιός), η Τέσυ Μπάιλα αποδεικνύει περίτρανα το λογοτεχνικό της εκτόπισμα. Οι σπουδές της πάνω στην ιστορία του ελληνικού πολιτισμού και την μετάφραση λογοτεχνίας καθώς η επιτυχημένη της πορεία μέσα από την φωτογραφία, συμβάλλουν στην δημιουργία αληθινών ηρώων που “πάσχουν και δοκιμάζονται”, και σε συνδυασμό με τη αρτιότητα της γραφής της, αγγίζουν πτυχές της λογοτεχνικής μας παρακαταθήκης. Άλλωστε όπως κι η ίδια σημειώνει… “η δύναμή της εικόνας είναι μεγάλη και συντελεί στην κατανόηση των νοημάτων περισσότερο”.

Είναι μεγάλη μου τιμή να υποδέχομαι μέσα από τη σελίδα του The Look.Gr την Τέσυ Μπάιλα

Πως γεννήθηκε το τελευταίο σας μυθιστόρημα; Κάτω από ποια επιταγή του νου έκανε την εμφάνισή του;
Φαίνεται ότι υπάρχει μέσα μου ένας ήρωας ο οποίος διεκδικεί τη μοναχικότητά του και την ελευθερία του μέσα από την τέχνη. Είναι ένας ήρωας που επανέρχεται στη σκέψη μου τακτικά. Ήταν ο κεντρικός ήρωας στο πρώτο μου βιβλίο «Το πορτρέτο της σιωπής», εμφανίστηκε ξανά στο τρίτο βιβλίο «Το μυστικό ήταν η ζάχαρη» και τώρα ξανά πήρε στα χέρια του την ιστορία του νέου βιβλίου «Τις νύχτες έπαιζε με τις σκιές». Είναι ένας ήρωας που τσακίζεται από τις ιστορικές και κοινωνικές συγκυρίες της εποχής αλλά επιμένει να διατρανώνει το δικαίωμα του να αντιμάχεται τις σκιές της ζωής. Όταν λοιπόν διάβασα τη φράση του Νίκου Εγγονόπουλου: «Η ζωή, ο θάνατος κι αναμεσίς η τέχνη» τον είδα να γεννιέται ξανά σε ένα νέο ιστορικό και κοινωνικό περιβάλλον και η περιπέτεια της γραφής ξεκίνησε πάλι. Αυτή τη φορά η ιστορία του ξεκινά στις 25 Αυγούστου του 1898, κατά τη διάρκεια της τελευταίας μεγάλης σφαγής του Ηρακλείου που σηματοδότησε την έναρξη της Κρητικής Πολιτείας και εκτείνεται ως το 1970. Έτσι το μυθιστόρημα διατρέχει σχεδόν έναν αιώνα διάστικτο από σημαντικά ιστορικά γεγονότα, όπως την Ένωση της Κρήτης αργότερα με την Ελλάδα, τον Εθνικό Διχασμό τον Πρώτο Παγκόσμιο Πόλεμο, έως και τον Δεύτερο. Και από την Κρήτη περνά στον Πειραιά, στη Μακεδονία και στα χαρακώματα του πολέμου και επιστρέφει στην Κρήτη. Είναι ένα μυθιστόρημα- αναμέτρηση με τις ψυχολογικές διακυμάνσεις ενός ανθρώπου, ο οποίος προσπαθεί να σταθεί σε μια εποχή κοινωνικών, πολιτικών, ιστορικών διχασμών, στην οποία η τέχνη μοιάζει να μην έχει καμιά απολύτως θέση. Θα μπορούσε λοιπόν να πει κανείς ότι πρόκειται για ένα μυθιστόρημα το οποίο αναφέρεται στις σχέσεις ενός ανθρώπου με την τέχνη και την Ιστορία αλλά και με την αντρική φιλία, τον έρωτα, το προσωπικό πεπρωμένο.

«…οι προστάτες κοιτάνε το συμφέρον τσι και όχι το δικό μας». Προστάτες, που πίσω από την οικονομική κι όχι μόνο συνδρομή τους, που με αφειδώς ανταλλάγματα, ταλανίζουν αυτόν τον τόπο κάνοντας μας εν πολλοίς πιο συνωμοσιολάγνους. Θα ήθελα την άποψη σας γι’ αυτό το ειδεχθές παιχνίδι στην πλάτη του ελληνικού λαού.
Πρόκειται για ένα παιχνίδι που παίζεται από παλιά σ’ αυτόν τον τόπο και όχι ερήμην μας πια. Οι έννοιες του κοινού συμφέροντος και της ηθικής έχουν εξασθενίσει επειδή ένα μεγάλο μέρος των πολιτών αφέθηκε να διαβρωθεί για να εξυπηρετήσει τα ατομικά του συμφέροντα.
Αποτέλεσμα όλων αυτών είναι να μην υπάρχει στις μέρες μας μια συλλογική αντίσταση στις πολιτικές των αγορών, οι οποίες εισέβαλλαν στη χώρα και άπληστα εξαγοράζουν τα πάντα. Η αντίδρασή μας δεν είναι η συνωμοσιολαγνεία αλλά η καταβύθιση στην απώλεια και στον ευτελισμό των αξιών, του ήθους, της αξιοπρέπειας. Όλα αυτά λόγω της επικράτησης των αξιών των ευρωπαϊκών αγορών και των νόμων που διέπουν την «προστασία» μας. Ωστόσο, θέλω να πιστεύω ότι το χρήμα δε θα αγοράσει τα πάντα. Η ευαισθησία δε θα εκλείψει από αυτόν τον τόπο. Και θα σταθώ στα λόγια του Οδυσσέα Ελύτη που έλεγε ότι: «Το νόμισμα μιας ανεμώνας το εξαργυρώνει κανείς βλέποντάς το. Αν υπάρχουνε τόσο λίγοι Κροίσοι στην εποχή μας είναι γιατί λίγοι, ελάχιστοι, πραγματικά ξέρουν να βλέπουν».
Ο συγγραφέας χρειάζεται να ισχυροποιήσει τους ήρωές του και ύστερα να παρακολουθήσει την αυτονόμησή τους σε μια ιστορία με ξεκάθαρη δομή

«Τούτη εδώ είναι μονάχα η ιστορία. Και θα την γράψω όπως την άκουσα να μου την διηγείται». Πώς πλάθετε μια ιστορία κα Μπάιλα; Ποια είναι τα βήματα που θα οδηγήσουν σε ένα άρτιο μυθιστορηματικό αποτέλεσμα;
Τα μεγάλα λογοτεχνικά έργα είναι αυτά που έχουν σημαντικούς ήρωες. Ήρωες ζωντανούς, αληθινούς που πάσχουν, δοκιμάζονται, ενίοτε τσακίζονται. Το βασικότερο βήμα λοιπόν είναι σίγουρα το χτίσιμο των ηρώων. Ο συγγραφέας χρειάζεται να ισχυροποιήσει τους ήρωές του και ύστερα να παρακολουθήσει την αυτονόμησή τους σε μια ιστορία με ξεκάθαρη δομή. Ένα δεύτερο στοιχείο είναι η γλωσσική αγωγή του συγγραφέα. Η προσπάθειά του να απορροφήσει, να θυμίσει ακόμα και να δημιουργήσει λεκτικές και φραστικές συνάψεις. Η φυσικότητα των διαλόγων, η δύναμη του στοχασμού, η μυθοπλαστική δεινότητα αλλά και η αρμονική, αθέατη διείσδυση στο έργο του μιας πιθανής έρευνας που θα χρειαστεί να κάνει. Αυτά είναι τα ουσιαστικά συστατικά ενός μυθιστορήματος, τα οποία όταν εμπεριέχονται υπογράφουν τη λογοτεχνικότητά του.
Θέλω να πιστεύω ότι υπάρχουν ακόμα άνθρωποι που δοκιμάζονται από τα συναισθήματά τους και επιμένουν να τα διεκδικούν.

Η αγάπη της θειάς- Λουλουδιάς για τον μοναδικό και παντοτινό της έρωτα φαντάζει ως κάτι ξένο για την εποχή μας. Τι έχει εν πολλοίς αλλάξει στις σχέσεις μας; Η «εφημερότητά» τους πηγάζει αποκλειστικά από τη λυσσαλέα γρηγοράδα της εποχής μας;
Έχουν αλλάξει πολλά. Η κοινωνική ανθρωπογεωγραφία, όπως και οι νοοτροπίες που διαμορφώνουν τις συνειδήσεις μιας κοινωνίας είναι εντελώς διαφορετικές σήμερα από ό,τι υπήρξαν στο παρελθόν. Η ταχύτητα και οι υποχρεώσεις του σύγχρονου κόσμου παίζουν έναν ρόλο σίγουρα. Ωστόσο, θέλω να πιστεύω ότι υπάρχουν ακόμα άνθρωποι που δοκιμάζονται από τα συναισθήματά τους και επιμένουν να τα διεκδικούν.

Η δύναμή της εικόνας είναι μεγάλη και συντελεί στην κατανόηση των νοημάτων περισσότερο
«Μετρούσε το μπόι που παίρνουν οι σκιές των λουλουδιών πάνω στον τοίχο όταν λιγοστεύει το φως». Μια από τις όμορφες και γεμάτες λογοτεχνική ενάργεια, εικόνες. Μιλήστε μας για το φινίρισμα των προτάσεων που στελεχώνουν το καθ’ έκαστο λογοτεχνικό σας οικοδόμημα.

Ειλικρινά δεν ξέρω τι να σας πω γι’ αυτό. Έχω μια τάση να ντύνω τον λόγο με εικόνα. Η δύναμή της εικόνας είναι μεγάλη και συντελεί στην κατανόηση των νοημάτων περισσότερο. Αν υπάρχει κάποιο φινίρισμα, όπως λέτε, αυτό συμβαίνει αυθόρμητα. Μπορεί να είναι αποτέλεσμα της ενασχόλησής μου με τη φωτογραφία, μπορεί απλώς η ανάγκη μου να δω, πρώτη εγώ, τους ήρωές μου και τις καταστάσεις τις οποίες βιώνουν για να μπορέσω να τα περιγράψω.

Στο μυθιστόρημά σας μιλάτε και για καρδιές ανθρώπων που είναι ανοιχτές στην αποδοχή, στην προστασία και στην άδολη αγάπη. Ζεστές καρδιές πλημμυρισμένες από αγάπη για τον συνάνθρωπο. Σήμερα πόση θέρμη έχουν οι καρδιές μας απέναντι στον συνάνθρωπο;
Έχουν; Αυτό είναι ένα ερώτημα που αναφύεται πολύ συχνά, κυρίως όταν βλέπω όσα τραγικά συμβαίνουν στον κόσμο γύρω μας. Από την άλλη η εικόνα του προσφυγόπουλου στην αγκαλιά μιας γιαγιάς στη Μυτιλήνη που το ταΐζει και το φροντίζει ή εκείνη η σημαντική του πατέρα που περπατάει προς τα ελληνικά σύνορα, κρατώντας στην αγκαλιά του το παιδί του και κλαίει—κληροδότημα η συγκεκριμένη του Γιάννη Μπεχράκη που «έφυγε» πολύ πρόσφατα—μας γεμίζουν ελπίδα ότι πράγματι υπάρχουν ακόμα στον κόσμο αυτό ζεστές καρδιές πλημμυρισμένες από αγάπη για τον συνάνθρωπο. Κι αυτή είναι μια ελπίδα που καθορίζει τ ο μέλλον. Πρόκειται για εκείνο «Το Λάθος» του Αντώνη Σαμαράκη. Ένας καθεστωτικός μηχανισμός στήνει τα δικά του πολιτικά παιχνίδια αλλά δεν υπολογίζει την ανθρωπιά. Την ανθρωπιά που υποφώσκει και επανέρχεται στην επιφάνεια όταν απαιτηθεί τελικά. Κι αυτό είναι το μεγάλο λάθος του.

«…δίπλα η φωτογραφία ενός παιδιού ποτισμένη με το αίμα του πατέρα». Μια μακάβρια και συνάμα εκρηκτικά πλημμυρισμένη σε συναισθήματα, εικόνα. Ο Μεγάλος Πόλεμος σακάτεψε τη ζωή του ήρωα σας. Το ανθρώπινο άδειασμα από ένα πόλεμο πως αντικαθίσταται; Ποιοι είναι οι ισορροπιστές μιας τραυματισμένης ψυχής;
Στην περίπτωση του ήρωά μου στο βιβλίο «Τις νύχτες έπαιζε με τις σκιές» είναι η τέχνη. Αυτή έγινε η μόνη καταφυγή του και μέσω αυτής μπόρεσε να εξιλεωθεί. Έγινε η τελευταία του μεγάλη επανάσταση που τον οδήγησε στην προσωπική του απελευθέρωση. Δεν ξέρω αν πράγματι κατάφερε να ισορροπήσει. Μπόρεσε όμως να βρει μια οδό διαφυγής από τον πόνο. Μόνο περνώντας μέσα από την οδό αυτή μπορεί ο άνθρωπος να ισορροπήσει ξανά ύστερα από το ψυχικό μακέλεμα που προκαλεί ο πόλεμος. Και για κάθε άνθρωπο είναι σίγουρα εντελώς διαφορετική.

Μια γυναίκα που κλαίει, ο ολοφυρμός της ίδιας της πηγής της ζωής αποτελεί νομίζετε ως ένα βαθμό και τη χρεωκοπία της ανθρώπινης ύπαρξης;
Κάθε πόλεμος αποτελεί τη χρεωκοπία της ανθρώπινης ύπαρξης, της ανθρωπιάς, της ίδιας της ζωής. Η γυναίκα που θρηνεί πάνω από τα συντρίμμια που αφήνει πίσω του ο πόλεμος είναι το σύμβολο αυτής ακριβώς της χρεωκοπίας. Θυμηθείτε τις χαρακτηριστικές φωτογραφίες από τις γυναίκες του Διστόμου αλλά και τις σύγχρονες εικόνες των γυναικών από τη Συρία που διαπλέουν το Αιγαίο για να ξαναδώσουν ζωή και ελπίδα στα παιδιά τους, έχοντας χάσει τα πάντα. Αυτές οι εικόνες σηματοδοτούν τη θηριώδη αποτυχία της ανθρωπότητας που δυστυχώς δε λογοδοτεί ποτέ για κανένα της έγκλημα.

Στις νύχτες σας τόσο εφικτό είναι ένα παιχνίδι με τις σκιές. Όταν γίνουμε συμπαίκτες μαζί τους τι ακριβώς αναζητούμε;
Μα τη διαύγεια του φωτός. Αυτή τη διαύγεια που θα φωτίσει ξανά την αθωότητα και θα σβήσει ό,τι μεγεθύνει τις διαστάσεις των φόβων μας. Χρειάζεται να τις προσεγγίσουμε τις σκιές, να πάμε καταπάνω τους για να τις δούμε να χάνονται, όπως ακριβώς συμβαίνει πάντα και με τους φόβους μας.

«Κάθε πρωί τα σκοτάδια σβήνουνε επειδή τούτος εδώ λάμπει πάλι». Εξαιρετικός στοχασμός. Αποκρυπτογραφήστε μας τις φωτεινές διαδρομές που επιτίθενται στα σκοτάδια.
Κάθε νέα μέρα αρχίζουν όλα από την αρχή. Είναι στο χέρι μας να το δούμε αυτό και να εκμεταλλευτούμε τη δυνατότητα της αυγής των πραγμάτων για να επαναπροσδιορίσουμε τη στάση μας στη ζωή.

Κάθε άνθρωπος κουβαλά στην πλάτη του έναν σάκο, όπου έχει συσσωρεύσει μέσα αυτά που γέμισαν τη ζωή του και αποτέλεσαν απαρχές της σημερινής του ύπαρξης. Ο δικός σας τι θα περιείχε;*
Ο δικός μου ταξιδιωτικός σάκος έχει μέσα πολλή θάλασσα. Παραφράζοντας τον Οδυσσέα Ελύτη θα τολμούσα να πω ότι «ξόδεψα πολλή θάλασσα για να μεγαλώσω» και η σχέση μου μαζί της καθόρισε την αισθητική και τη ζωή μου. Αλλά σίγουρα περιέχει τον ίδιο τον Οδυσσέα Ελύτη, τα «Ανοιχτά χαρτιά», τον «Μικρό Ναυτίλο», την «ιδιωτική οδό». Κάθε επαφή με τον πυρήνα της ποιητικής του φιλοσοφίας είναι συντριπτική για τη σκέψη μας. «Το Λάθος», του Αντώνη Σαμαράκη και τη δική του ματιά για τον άνθρωπο και την ελπίδα. Τον Καβάφη, τον Σεφέρη την επαναστατική ορμή του Ρίτσου, τον Καραγάτση, τον Ντοστογιέφσκι. Πολλούς συγγραφείς, ξένους και Έλληνες. Τα ορχηστρικά του Χατζιδάκι, το Άξιον Εστί του Θεοδωράκη, κλασική μουσική, τη φωτογραφική μου μηχανή, τις θαλασσογραφίες του Βολανάκη, τα λιμάνια του Πάρι Πρέκα και πάρα πολλά ακόμη πράγματα που διαμόρφωσαν τη σκέψη μου.

«Οι άνθρωποι όταν φύγουν αφήνουν το ίχνος τους στη ζωή… και το ίχνος αυτό παίρνει το μπόι της ανθρωπιάς τους». Ίσως το επιμύθιο του περάσματος μας από τη ζωή. Με ποια δομικά συστατικά θεωρείτε ότι μπορούμε να αποκτήσουμε ένα όσο το δυνατό πιο κανονικό μπόι;

– Κυρίως με τον σεβασμό στον συνάνθρωπο. Την ευγένεια και τη διακριτικότητα απέναντί του. Αλλά και με την εύρεση της «ιδιωτικής οδού» που μας υποδεικνύει ο Ελύτης. Μιας οδού προσωπικής που θα μας επιτρέψει να επαναπροσδιοριστούμε ως άνθρωποι, να ανακαλύψουμε τον εαυτό μας και να προχωρήσουμε στοχοπροσηλωμένοι στα δικά μας όνειρα μακριά από στείρους ανταγωνισμούς και αντιπαραθέσεις. Αλλά αυτό προϋποθέτει την καλλιέργεια των αισθήσεων και τον αυτοσεβασμό.
 
– Σας ευχαριστώ για την προσήνεια και την δοτικότητά σας. Εύχομαι κάθε σας λογοτεχνικό ταξίδι να έχει ούριο άνεμο αποδοχής.

– Σας ευχαριστώ πολύ κι εγώ.

Γρηγόρης Δανιήλ, για το The Look.Gr

Ο Αιμίλιος Σολωμού γράφει για το βιβλίο "Τις νύχτες έπαιζε με τις σκιές"


Το μυθιστόρημα Τις νύχτες έπαιζε με τις σκιές είναι ένα βιβλίο που διατρέχει τη ζωή του πρωταγωνιστή, του Ανέστη, από τη γέννηση μέχρι τον θάνατό του. Η μέρα της γέννησής του αποδεικνύεται σημαδιακή. Τότε, τον Αύγουστο του 1898, διαδραματίστηκε ένα από τα πιο τραγικά γεγονότα στη σύγχρονη ιστορία της Κρήτης, η μεγάλη σφαγή στο Ηράκλειο. Ο παππούς Λεωνίδας θα τον μυήσει στη ζωή και παράλληλα θα αρχίσει αυτοδίδακτος να μαθαίνει τα μυστικά της ζωγραφικής. Αργότερα θα μεταβεί στον Πειραιά και θα φοιτήσει στη Σχολή Καλών Τεχνών. Υπό την έννοια αυτή, το βιβλίο είναι εν μέρει ένα Bildungsroman, δηλαδή βιβλίο διάπλασης ή μαθητείας. Και επιπλέον ένα Künstlerroman, μυθιστόρημα διάπλασης του καλλιτέχνη.

Όμως, η γέννηση του Ανέστη εμπεριέχει ταυτόχρονα και την προσωπική του τραγωδία. Η μάνα του πέθανε στη γέννα. Η μοίρα του μοιάζει σφραγισμένη και προδιαγεγραμμένη. Ο πατέρας του, ξημεροβραδιάζεται σε κακόφημα μέρη και επιστρέφει στο σπίτι μεθυσμένος (σε μια τέτοια περίπτωση, την ώρα της γέννησης του παιδιού, βρίσκεται στον τόπο της σφαγής, στο Κάστρο). Είναι ιδιαίτερα βίαιος και θεωρεί υπεύθυνο τον Ανέστη για τον θάνατο της μητέρας του. Στην καρδιά του δεν υπάρχει η παραμικρή αγάπη για το παιδί του. Ο Ανέστης μεγαλώνει με τον παππού του και τη θεια του Λουλουδιά, μαζί με την υιοθετημένη αδελφή του, τη Μυρσίνη, η οποία επέζησε της σφαγής στο Κάστρο.

Οι ήρωες της Τέσυς Μπάιλα παλεύουν με τους δαίμονές τους. Η συγγραφέας πραγματεύεται μια ιστορία για ανθρώπους τσακισμένους, ναυαγισμένους, με ζωές ρημαγμένες, οι οποίοι ανεβαίνουν ο καθένας τον γολγοθά του και βιώνουν τις προσωπικές τους τραγωδίες. Η ευτυχία τους δεν είναι παρά φευγαλέες στιγμές, μια ψευδαίσθηση που σβήνει μέσα σε αλλεπάλληλες δοκιμασίες. Μοιάζουν καταραμένοι και αυτό το πεπρωμένο τους είναι που κινεί τα νήματα του μυθιστορήματος. Χαρακτηριστική είναι η ζωή της Λουλουδιάς, η οποία πολύ νέα έχασε τον αγαπημένο της, τη μέρα που θα πήγαινε να τη ζητήσει από το σπίτι της. Από τότε, αφιερώθηκε στη φροντίδα του αδελφού της, στάθηκε δεύτερη μάνα στην ανατροφή του ανιψιού της κι έπειτα, στα γεράματα, στο δικό του ορφανό παιδί. Τα λόγια της απηχούν τη διαχρονική μοίρα της Ελληνίδας που μέσα σε δύσκολους καιρούς, και θέτοντας σε δεύτερη μοίρα τον εαυτό της, πάλεψε με αξιοπρέπεια και εγκαρτέρηση και έγινε θυσία για τους άλλους: «Μαυροφορέθηκα και κλείστηκα στο σπίτι. Από τότε τα μαύρα δεν τα έβγαλα από πάνω μου. Ούτε απάντησα ποτέ στα προξενιά- και έστειλαν μπόλικα στη μάνα μου. Ήμουν όμορφη ξέρεις. Μα εγώ κείνο το όνειρο παντρεύτηκα. Αλλά χάθηκε το δύσμοιρο μέσα στα αίματα και τα μαχαίρια. Μια σκιά γίνηκε, και θα τη θυμούμαι όσο ζω. Γι’ αυτό σου λέω πως κατέω το τι πράμα είναι να έχεις βαθιά στα στήθια σου μια πεθυμιά μεγάλη κι ακάμωτη. Κατέω το πώς είναι να παίζεις με τις σκιές όταν είσαι στα σκοτάδια τση νύχτας» (οι διάλογοι του βιβλίου αναπτύσσονται στην κρητική διάλεκτο). Η Λουλουδιά ανήκει στους πιο ενδιαφέροντες και εμβληματικούς ήρωες του βιβλίου και η σκιαγράφηση του χαρακτήρα της είναι εξαιρετικά δουλεμένη. Το ίδιο μαεστρικά διαγράφεται η γοητευτική προσωπικότητα της Ισιδώρας, η οποία αναδεικνύεται πολύ περισσότερο μέσα από τις σιωπές, το βλέμμα, τις κινήσεις και λιγότερο μέσα από τα λόγια της.

Ο Ανέστης βρίσκεται μετέωρος και εγκλωβισμένος ανάμεσα σε ακραίες αντιθέσεις: από τη μια ο βίαιος και υπερβολικά σκληρός πατέρας του και από την άλλη ο μειλίχιος και ήπιος παππούς και η θεία του. Η ευαισθησία του έρχεται σε πλήρη αντίθεση με τη συμπεριφορά του πατέρα του. Αλλά και ο πιστός του φίλος, ο Μικέλε, μοιάζει να ανήκει σε έναν άλλο κόσμο από τον δικό του. Ο Μικέλε είναι επιπόλαιος, ένας μπον βιβέρ της εποχής του. Ξελογιάζει τη μια γυναίκα μετά την άλλη, ο έρωτας και η καλοπέραση είναι οι μοναδικές του έγνοιες. Δεν είναι ίσως τυχαίο που ο Μικέλε εμφανίζεται στη ζωή του Ανέστη, όταν εξαφανίζεται ο πατέρας του. Ο Ανέστης μοιράζεται ανάμεσα σε δύο γυναίκες. Τη Χριστίνα, που ποζάρει ως γυμνό μοντέλο στη Σχολή Καλών Τεχνών, απελευθερωμένη κοπέλα, μάλλον ελευθερίων ηθών, και την Ισιδώρα. Η Ισιδώρα είναι ο απόλυτος έρωτάς του, μόνο που αυτός θα παραμείνει μέχρι το τέλος πλατωνικός. Το βιβλίο κινείται πάνω σε αυτές τις αντιθετικές σχέσεις.

Όπως όλα τα βιβλία της Τέσυς Μπάιλα, έτσι κι αυτό είναι μυθιστόρημα εποχής που εκτείνεται σε μια εκατονταετία πάνω κάτω: από το 1898 μέχρι το 1970, χωρίς να λείπουν αναφορές στην Επανάσταση του 1866 και ακόμα πιο πίσω στην πολιορκία του Χάνδακα και στην πτώση της Κρήτης στους Οθωμανούς. Στα χρόνια της διάπλασης του Ανέστη, ο παππούς Λεωνίδας συνήθιζε να του μιλά για την ιστορία του νησιού. Συχνά επαναλάμβανε: «Όποιος ξέρει τι γίνηκε χτες, γνωρίζει τι πρέπει να κάμει σήμερα και τι θα κάμει αύριο, σαν φτάσει η ώρα να τον καλέσει η πατρίδα». Τα ιστορικά γεγονότα, χωρίς να βαραίνουν, λειτουργούν ως απαραίτητο πλαίσιο για να αποτυπωθεί η εποχή και η ατμόσφαιρά της: οι σφαγές των κατοίκων, η πολιτική κατάσταση, οι επεμβάσεις των Μεγάλων Δυνάμεων, ο Βενιζέλος και η Επανάσταση στο Θέρισο, η Αυτονομία της Κρήτης, η απελευθέρωση και η Ένωση με την Ελλάδα το 1913, ο Α΄ Παγκόσμιος Πόλεμος, η Μικρασιατική Καταστροφή και ο Β΄ Παγκόσμιος Πόλεμος. Είναι γεγονότα που καθορίζουν τις ζωές των ανθρώπων και των ηρώων του βιβλίου. Η συγγραφέας περιγράφει τη ζωή στο Κάστρο, στο Ηράκλειο -και τα Χανιά- στα τέλη του 19ου και στις αρχές του 20ού αιώνα. Μέσα σε αυτά τα ταραχώδη χρόνια, ο Ανέστης θα μεγαλώσει και θα περιπλανηθεί, από το Ηράκλειο στα Χανιά και από εκεί στον Πειραιά. Θα γνωρίσει τη φρίκη του πολέμου στο Μακεδονικό Μέτωπο στη διάρκεια του Α΄ Παγκόσμιου Πολέμου. Κι έπειτα, πάλι, θα επιστρέψει, για να μείνει μέχρι το τέλος, και να ζήσει με τα φαντάσματα και τις μνήμες του, στο χωριό έξω από το Ηράκλειο, στο σπίτι του πλάι στη θάλασσα (στοιχείο που πρωταγωνιστεί στα μυθιστορήματα της Μπάιλα). Έτσι, με την κυκλική αφήγηση, διαγράφεται η επιστροφή και η κυκλική φορά στον χρόνο και στον χώρο. Μοναδική παρηγοριά του Ανέστη σε όλη αυτή τη διαδρομή, αυτή που δίνει νόημα στη ζωή του, θα είναι η ζωγραφική.

Ιδιαίτερα βαρύνουσες είναι οι σελίδες που αναφέρονται στον Α΄ Παγκόσμιο Πόλεμο, σε ένα σαφώς αντιπολεμικό κλίμα (κεφ. 28-32). Αλλά, ιδιαίτερα, εκείνο που βρίσκεται στην καρδιά του βιβλίου, αυτό στο οποίο μοιάζει να κορυφώνεται το μυθιστόρημα, είναι το κεφ. 35. Ο Ανέστης, μέσα σε μια παροξυντική κρίση, καθώς φαίνεται να διολισθαίνει στην παραφροσύνη, συνομιλεί με τον νεκρό Μικέλε και ζωγραφίζει πάνω σε ένα σεντόνι που ποτίστηκε με το αίμα του φίλου του, τη ζωή στα χαρακώματα και τη φρίκη του πολέμου. Στην άκρη του πίνακα αναπαριστά την Ισιδώρα να θρηνεί τη ζωή που χάθηκε. Θα αποδειχθεί το σημαντικότερό του έργο κι αυτό που, εν αγνοία του, θα τον κάνει γνωστό στην Ελλάδα και την Ευρώπη.

Στο βιβλίο περιγράφονται βίαιες σκηνές: η σφαγή στο Μεγάλο Κάστρο, ο βίαιος πατέρας του Ανέστη και η σφαγή του πουλαριού του, οι σκληρές εικόνες του μετώπου στον Πόλεμο. Καθώς, όμως, το μυθιστόρημα οικοδομείται πάνω σε αντιθέσεις, είναι ίσως απαραίτητες για να καταδειχθεί η βιαιότητα του κόσμου από τη μια και από την άλλη η αντίδραση ενός ευαίσθητου ανθρώπου, όπως ο Ανέστης και ο ρόλος γενικά της τέχνης σε τόσο δύσκολες εποχές.

Το μυθιστόρημα αναπτύσσεται σε τρίτο πρόσωπο. Ωστόσο, στην αρχή, σχεδόν στη μέση και στο τέλος ο αφηγητής εισάγει τον εαυτό του, σε πρώτο πρόσωπο ενικού, ως χαρακτήρα πια του βιβλίου. Η Τέσυ Μπάιλα δεν μας αποκαλύπτει την ταυτότητά του παρά στο τελευταίο κεφάλαιο. Είναι αυτός που θα φροντίσει, μετά τον θάνατο του Ανέστη, να γράψει την ιστορία του και να φτιάξει ένα μουσείο για τα έργα του. Παρά την τραγική ιστορία του Ανέστη, το βιβλίο κλείνει με αισιοδοξία και πίστη για τη ζωή. Κι αυτή η αισιοδοξία πηγάζει μέσα από την τέχνη.

Ο Γρηγόρης Δανιήλ γράφει για το βιβλίο "Τις νύχτες έπαιζε με τις σκιές"


«Πήρε μια βαθιά ανάσα και κοίταξε γύρω του. Η φύση απολάμβανε τη δροσιά της βροχής. Αν με μια λέξη του ζητούσε κανείς να προσδιορίσει τι ένιωθε εκείνη την στιγμή, ο Ανέστης μόνο τη λέξη «σαγήνη» θα απαντούσε. Την ίδια πυρετική σαγήνη που του είχε προκαλέσει η Ισιδώρα τότε, όταν ήταν ακόμα παιδί. Και μετά σιγή. Μέσα της είχαν πνίξει ό,τι είχαν νιώσει οι δυο αυτοί άνθρωποι. Μια σιγή εκκωφαντική, που επέμενε τόσα χρόνια να του υπαγορεύει μια απροσδιόριστη αίσθηση νοσταλγίας για όλα όσα δεν έζησαν –ή καλύτερα όλα όσα αρνήθηκαν να ζήσουν, βαθιά προσηλωμένοι σε μια εύθραυστη ηθική».

Το τελευταίο βιβλίο της Τέσυς Μπάιλα «Τις νύχτες έπαιζε με τις σκιές» θα μπορούσε να συνοψιστεί πάνω στο απόφθεγμα του Σιμωνίδη του Κείου «Την μεν ζωγραφίαν ποίησιν σιωπώσαν, την δε ποίησιν ζωγραφίαν λαλούσαν», δηλαδή η ζωγραφική είναι ποίηση που σωπαίνει και η ποίηση είναι ζωγραφική που μιλάει.
Ίσως ξενίζει αυτός ο συνειρμός για ένα μυθιστόρημα με ιστορικό-κοινωνικό περίβλημα. Ένα μυθιστόρημα, που ενώ έχει την αφετηρία του στην αυγή του 20ου αιώνα κι είναι γραμμένο εν έτει 2018, συνομιλεί με την παραδοσιακή λογοτεχνία και εμφορείται από το κλίμα της γενιάς του ’30.
«Τα θωρείς όλα τούτα;», μου είπε. «Τα χρόνια της ελιάς είναι χαραγμένα εδώ επάνω», μου είπε. Από παιδί μέσα στα κλαδιά της τα πέρασα τα χρόνια μου. Την άκουγα να θροϊλογεί όταν ερχόμουν από κάτω τση να φάω λίγο ψωμί. Την έβλεπα να ασημίζει στον ήλιο. Όι, μάνα μου, και τι όμορφα είναι τα λιόδεντρα σαν πέσει επάνω τους το φως του! Ύστερα σα μεγάλωσα, ανάθεμα με, μα κείνη έσκυβε επάνω από την κεφαλή μου κι άκουγε τσι πόνους μου και τα σεκλέτια μου. Παρηγορήτρα την είχα. Κι εγώ αξημέρωτα ερχόμουν επαέ να δω το πρώτο φως να πέφτει πάνω στα ξερακιανά κλαδάκια των. Σαν ερχόταν η εποχή του τρύγου σκαρφάλωνα με χάδια να κατεβάσω τον καρπό τση κι όχι με ραβδίσματα όπως κάνουν οι άλλοι. Πονεί το δέντρο, μάνα μου, σαν τον άνθρωπο. Βαράς γυναίκα γκαστρωμένη όταν γεννά τα παιδιά τση; Έτσι είναι και το λιόδεντρο. Να το θυμάσαι, παλικάρι μου. Μια μάνα που δίνει ζωή σε τούτο, μωρέ, τον τόπο από τα γεννοφάσκια του».

Η Τέσυ Μπάιλα διαρρήδην τραβά το νήμα από τη λογοτεχνική ευφυΐα του Κοσμά Πολίτη και συνδιαλέγεται με έργα της Γαλάτειας Σαράντη. Κι είναι αυτή η αδιεξίτητη γραφή της Μπάιλα που αν δεν είχες το χρονικό προσδιορισμό του σήμερα θα πίστευες ότι μιλάς για έργο κλασικής λογοτεχνίας.
Περιπλανώμενος στις σελίδες του βιβλίου εγχαράχτηκε ασυναίσθητα το παραπάνω απόφθεγμα του Σιμωνίδη. Ίσως επηρεασμένος από τον βασικό ήρωα του βιβλίου, τον Ανέστη έναν ζωγράφο που το έργο του αποτυπώθηκε στη μετέπειτα γενιά. Ίσως πάλι κι από τη συμμετρία της γραφής που σε κάνει να ασχάλλεις με όλους αυτούς που απαξιώνουν τη σύγχρονη ελληνική λογοτεχνία.


Η συγγραφέας λοιπόν δημιούργησε έναν ήρωα από τη μαγιά της παράδοσης εμφυσώντας του όμως μια νεοτερικότητα στο λογοτεχνικό του εκτόπισμα.

Την 25η Αυγούστου του 1898, την νύχτα της μεγάλης σφαγής στο Ηράκλειο, γεννιέται ο Ανέστης. Ο ερχομός του σημαδεύτηκε από μια αιματοβαμμένη μέρα, σαν ένα προμήνυμα ότι στα χρόνια της ζωής του, το άλικο χρώμα θα υπερτερούσε. Μια ζωή που φέρνει όμως το θάνατο, το θάνατο της μητέρας του. Στο ασίγαστο πατρικό μίσος ο Ανέστης ανταποδίδει τον απορία, τον φόβο και τα πιο σκοτεινά του αισθήματα. Γιατί στο παιχνίδι των αισθημάτων η συγγραφέας ψηλαφεί ψυχές κι όχι λογοτεχνικά φάσματα.
Τα δύο ηλικιωμένα πρόσωπα της οικογένειας θα αναστήσουν το ορφανό παιδί, δίπλα στην πεντάρφανη ψυχοκόρη, δημιουργώντας έτσι έναν αδελφικό σύνδεσμο επτασφράγιστο ως το τέλος.
Κι από την τέχνη της ξυλουργικής στις μπογιές και τα μυστικά της ζωγραφικής, κι από εκεί στους «καμβάδες» της ζωής. Γιατί μέχρι να συντελεστεί το όνειρο, αν ποτέ συντελεστεί, πρέπει να αγοράσεις κόπο, πρέπει να αγκαλιάζεις την ανηφόρα μέχρι τον τελικό προορισμό.
Ξένος κι έρημος ερχόμενος στην συμπρωτεύουσα του νησιού συναντά τα δύο πρόσωπα που κλειδώνουν στη ζωή του τις έννοιες της φιλίας και του έρωτα. Τη φιλία του με τον Μικέλε και τον απόλυτο έρωτα με την Ισιδώρα. Δυο πρόσωπα που κατευθύνουν το χέρι του και τον βοηθούν να τιθασεύσει τις όποιες κακοτοπιές και φραγμούς του στήνει η ζωή. Από τη Σχολή Καλών Τεχνών μέχρι τον πόλεμο των χαρακωμάτων και τη περιχαράκωση του ψυχής του μετά την απώλεια του φίλου του… Από την επιστροφή στη γενέτειρα και στην αγκαλιά της τροφού και θείας του, μέχρι τη γέννηση του μεγάλου του έργου… Εκεί, στο σπίτι του παντοτινού και αδοκίμαστου έρωτα… Εκεί, ολοκληρώνοντας έναν κύκλο με αχνές καμπύλες. Γιατί οι σκιές ψηλαφούν τη προσοχή μας μόνο όταν το φως γίνει συνένοχος τους, ειδάλλως μένουν πάντα κρυμμένες περιμένοντας το να ξεχυθούν.
Από τις σελίδες του βιβλίου τρέχουν όλα τα σημαντικά γεγονότα της Κρήτης των τελευταίων χρόνων μέχρι την Ένωση της με την Ελλάδα. Ακόμη η ασθενική Αθήνα, αλλά συνάμα και η γεμάτη νοσταλγία πρωτεύουσα των πρώτων χρόνων του 20ου αιώνα. Ο διχασμός και η είσοδος της Ελλάδας στον Α’ παγκόσμιο πόλεμο. Εν τάχει περνά και ο Β’ παγκόσμιος πόλεμος, αλλά αυτός δεν είναι ικανός να συνδράμει σε πόνο τον Ανέστη. Έχει ήδη περιχαρακωθεί και μείνει έγκλειστος στο πατρικό του προσφέροντας άλλες υπηρεσίες στον αγώνα για την πατρίδα.

«Τι θα ωφελήσει να ξέρει ο κόσμος ότι η πιο ξεχωριστή πινελιά γίνεται μόνο με το αίμα κι ο κόσμος μόνο με αυτό αλλάζει; Αφού κανείς δεν είναι πότε έτοιμος να το δώσει για τον άλλον…»

Το μυθιστόρημα «Τις νύχτες έπαιζε με τις σκιές» δεν είναι μόνο ένα μυθιστόρημα με ιστορικό και κοινωνικό περιεχόμενο, είναι ένα μυθιστόρημα πολυεπίπεδο που τα χνάρια του σηματοδοτούν κάποιο προμήνυμα, ότι η ελληνική λογοτεχνία είναι παρούσα στις επάλξεις της λογοτεχνική εξέλιξης.

Παρασκευή, 25 Σεπτεμβρίου 2020

ΤΙΣ ΝΥΧΤΕΣ ΕΠΑΙΖΕ ΜΕ ΤΙΣ ΣΚΙΕΣ από τον Πάνο Τουρλή

 


Τις νύχτες έπαιζε με τις σκιές. Αποτύπωνε στον καμβά του τη ζωή, τον πόλεμο, τις μάχες, τη φλόγα, μα πάνω απ’ όλα εκείνη! Γεννήθηκε την ημέρα της σφαγής στο Ηράκλειο το 1898, οδηγώντας τη μάνα του στον θάνατο και τον πατέρα του στην απόγνωση. Μεγάλωσε, πάλεψε με τον φόβο, πίστεψε στα όνειρά του. Έγινε ζωγράφος, ξέφυγε, σπούδασε. Κι όμως ένα ανομολόγητο μυστικό τον κυνηγά από τότε που πάλεψε στα χαρακώματα του Μεγάλου Πολέμου κι από τότε που μύρισε τη γυναικεία σάρκα. Είναι ο Ανέστης Σταυρογιαννάκης κι αυτή είναι η ζωή του.

Δέσποινα Μαρκάκη, Πάνος Τουρλής, Τέσυ Μπάιλα

Η Τέσυ Μπάιλα άπλωσε στις σελίδες του νέου της βιβλίου όλα τα καλά υλικά που μάζεψε και κράτησε μέσα της όλα αυτά τα χρόνια που γράφει και διαβάζει και συγκρότησε ένα άρτιο, ξεχωριστό κι εντελώς προσωπικό μυθιστόρημα που με ταξίδεψε από το Ηράκλειο και τα Χανιά των τελών του 19ου αιώνα ως τον Πειραιά των αρχών του 20ού, στα χαρακώματα του μακεδονικού μετώπου κι από κει στην Αθήνα και πίσω στην Αμμουδάρα. Ένα δύσκολο ταξίδι από πόλη σε πόλη κι από εμπειρία σε εμπειρία, που αντρειώνει τον πρωταγωνιστή, του συστήνει τα τερτίπια αλλά και τα χαμόγελα της ζωής, τον ωριμάζει, τον τραυματίζει ψυχικά, τον δοκιμάζει, τον κάνει άνθρωπο με σάρκα και οστά, αποκολλώντας τον έτσι από τις άψυχες χάρτινες σελίδες.

Ποικίλα βιώματα, νέοι κάθε τόσο συνταξιδιώτες στο τρένο που λέγεται ζωή, σημεία αναφοράς στα οποία επιστρέφει η σκέψη όταν το επιβάλλει η ανάγκη, ιστορικά γεγονότα που επηρεάζουν όχι μόνο τις εξελίξεις αλλά και τον ψυχισμό των χαρακτήρων. Γενναίος, αυτοδύναμος, στιβαρός, απαιτητικός φέρελπις νέος μετατρέπεται σε πληγωμένο, πονεμένο, αμίλητο, κουρελιασμένο σαρκίο όταν γεύεται του πολέμου το αίμα και της οδύνης το χάδι. Τι του συνέβη; Γιατί χάθηκε το χαμόγελο από τα χείλη; Πώς θα επιστρέψει στη ζωή του, πώς θα συνηθίσει το κυνήγι της σκέψης που δεν παύει να του φέρνει στον νου εκείνη, τη μία και μοναδική, όχι τις άλλες που γνώρισε κι αγάπησε αλλά την ίδια τη φωτιά, τη Γυναίκα;

Η πλοκή είναι απρόβλεπτη και δεν μπόρεσα πουθενά να μαντέψω πώς θα εξελιχθούν τα γεγονότα, τι θα απογίνουν οι επιλεγμένοι χαρακτήρες και πώς θα τελειώσει αυτό το υπέροχο οδοιπορικό ψυχής. Μακριά από τις σειρήνες της ευκολίας και τη γλύκα του στερεότυπου, η συγγραφέας πλάθει με τη δική της συνταγή ένα κείμενο μέσα από το οποίο ξεπηδούν χιλιάδες πανανθρώπινα και διαχρονικά μηνύματα: η σημασία της τέχνης για τη διατήρηση της μνήμης και του κάλλους, η δύναμη που πρέπει να έχουμε όλοι ώστε να πιστέψουμε αλλά και να εμπιστευτούμε τα όνειρά μας, το πώς πρέπει να φερθείς στις τύψεις που κουβαλάς και με ποιον τρόπο ν’ αλαφρώσεις απ’ αυτές, μιας και οι συνέπειές τους είναι δυσβάσταχτες για την ψυχική και σωματική υγεία, να ακολουθείς τα όνειρά σου και να ακούς πάντα την καρδιά σου, να μη σταματάς στα εμπόδια και να ζεις τη δική σου αλήθεια, αυτήν που έχουμε όλοι μέσα μας και πάρα πολλά άλλα.

Χάρη στους παραστατικούς διαλόγους και τις συναρπαστικές, σχεδόν κινηματογραφικές σκηνές, έζησα από κοντά όλη τη ζωή του πρωταγωνιστή και με γέμισαν πολλά αντιφατικά συναισθήματα κατά την πορεία του στη ζωή, εμπνευσμένα από τη συμπεριφορά του ίδιου ή των ανθρώπων που συναναστράφηκε όσο μεγάλωνε κι ανακάλυπτε το ταλέντο του και τις δικές του επιθυμίες. Δε θα ξεχάσω όμως ποτέ το πώς απέναντι στην τρέλα και το παράλογο του πολέμου ο Ανέστης πρότασσε τους πίνακές του, ξέφευγε δηλαδή από τη βρώμα και τις κακουχίες σχεδιάζοντας με κάρβουνο ελπίδες, όνειρα και ψυχές. Πόσο πιο τρανταχτό το μήνυμα για την απαραίτητη ύπαρξη της τέχνης στη ζωή μας, ένα καταφύγιο που όλοι χρειαζόμαστε όταν τα πάντα γύρω μας καταρρέουν;

Το μυθιστόρημα ξεκινάει με την πρωτοπρόσωπη αφήγηση ενός μυστηριώδους άντρα που επιστρέφει στο σπίτι όπου γεννήθηκε και μεγάλωσε ο Ανέστης. Η δική του ματιά και οι σκληρές περιγραφές ενός τώρα ερημωμένου σπιτιού με έβαλαν από την αρχή στο κλίμα και το πνεύμα της αφήγησης που θα ακολουθήσει. Δωμάτιο προς δωμάτιο, γωνία με γωνία, σκιαγραφήθηκαν τα πρώτα χαρακτηριστικά γνωρίσματα της οικογένειας του ανθρώπου που «έπαιζε με τις σκιές» ενώ ταυτόχρονα αναρωτιόμουν ποιος είναι αυτός που επέστρεψε στο σπίτι και ανακαλύπτει τους πίνακες του καλλιτέχνη. Ο άντρας αυτός, ποτισμένος από την ιστορία του Ανέστη, κάθεται και την καταγράφει σ’ ένα τετράδιο κι έτσι το βιβλίο από τη δεκαετία του 1970 γυρίζει στο μακρινό 1898, την ημέρα της σφαγής του Ηρακλείου. Ο άγνωστος αφηγητής δεν εμφανίζεται συχνά, αποφεύγοντας έτσι τον κίνδυνο να αποσυντονίσει τον αναγνώστη, παρά μόνο τρεις φορές συνολικά, οπότε χάρη σε αυτό το τέχνασμα λύνεται και το εμπόδιο του πώς να αφηγηθείς το πέρασμα τόσων χρόνων χωρίς να κουράσεις τον αναγνώστη. Μέσα από τη ματιά του αγνώστου λοιπόν, τους συλλογισμούς του, την επιθυμία του να αποτυπώσει στο χαρτί τον βίο του σημαντικού αυτού ζωγράφου, φεύγουν σαν πουλιά τα χρόνια που δεν είχαν γεγονότα ν’ αφηγηθούν κι από τον ειδυλλιακό Πειραιά και τα πρώτα βήματα του Ανέστη στο Σχολείο των Τεχνών πέφτουμε απότομα στα χαρακώματα του πολέμου κι όταν πια η ιστορία κοντεύει στο τέλος της κι αχνοφαίνεται το πρώτο δάκρυ, στο τελευταίο κεφάλαιο δίνονται οι απαραίτητες εξηγήσεις κι ολοκληρώνεται τρυφερά και συγκινητικά μια πραγματικά δυνατή ιστορία.

Ο Ανέστης λοιπόν, ορφανός από μάνα ήδη από τη γέννησή του, είναι ένα παιδί που μεγαλώνει γεμάτο αγάπη από τον παππού του, Λεωνίδα, και τη θεία του, Λουλουδιά, αλλά ποτίζεται κι από μίσος για τον μέθυσο, σκληρό, αυταρχικό πατέρα του, που θεωρεί το παιδί αιτία να χάσει την αγαπημένη του γυναίκα. Η σφαγή στο Ηράκλειο, η βάναυση δηλαδή επίθεση των Τουρκοκρητικών στους χριστιανούς της πόλης με αφορμή την παράδοση των διοικητικών αρχών σε χέρια επιτέλους ελληνικά, έχει ως αποτέλεσμα να φανεί για λίγο η καλοσυνάτη καρδιά του πατέρα που φέρνει στο σπίτι τη Μυρσίνη, ένα μικρό κορίτσι που έχασε τη λαλιά της όταν είδε τη μάνα της σφαγμένη. Ο Ανέστης μεγάλωσε παρατηρώντας τα μαστορέματα του μαραγκού παππού του, ο οποίος επιπλέον δεν έχανε ευκαιρία να του εξιστορεί τα παθήματα της Κρήτης και γενικότερα της Ελλάδας, που ήταν έρμαιο των νιτερέσων των Μεγάλων Δυνάμεων. Με πόση συγκίνηση και γλαφυρότητα μάλιστα ζωντάνεψε την Επανάσταση του Θέρισου (1905)! Το χρώμα διείσδυσε σταδιακά στη ζωή του Ανέστη. Ο κακότροπος και αψίκορος πατέρας του τον ξυλοφόρτωνε για να μην καταντήσει τεμπέλης ζωγράφος και τσακωνόταν με τους δικούς του για τον αέρα με τον οποίο γέμιζαν τα μυαλά του παιδιού. Την 1η Δεκεμβρίου του 1913 εκμεταλλεύτηκε ο Ανέστης τους εορτασμούς της Ένωσης της Κρήτης με την Ελλάδα για να ξεκινήσει το δικό του ταξίδι μακριά από την τοξικότητα του πατέρα του και με πόνο ψυχής που άφηνε πίσω του αγαπημένα πρόσωπα.

Από κει και πέρα η ιστορία, το «ματωμένο παραμύθι», έχει πάρα πολλές εκπλήξεις και αναπάντεχα γεγονότα που θα αφήσω τον αναγνώστη να τα ανακαλύψει μόνος του, μιας και το μυθιστόρημα είναι ένα εξαίρετο ψυχογράφημα, που αξίζει κανείς να ταξιδέψει μαζί του με τον δικό του τρόπο και ρυθμό. Θα σταθώ απλώς στον διασκεδαστικό, ελαφρόμυαλο λάτρη του ποδόγυρου, Μικέλε Γκαλιάτζο, απόγονο Ιταλού που παντρεύτηκε Κρητικιά. Είναι ένας αγαπημένος χαρακτήρας γιατί αποτελεί ένα ταιριαστό κοντράστ στην ήρεμη, προσγειωμένη, οργανωμένη ζωή του Ανέστη. Οι περιπέτειές του με τις γυναίκες, οι απόψεις του για τη ζωή, το χαμόγελό του, ακόμη τα είχα στο κεφάλι μου αρκετές ώρες αφού είχα τελειώσει την ανάγνωση. Ένα γλυκό, αισιόδοξο παιδί, αχώριστος φίλος του ζωγράφου, που βουτήχτηκε κι αυτό στη λαίλαπα του πολέμου, πάντα στο πλάι του Ανέστη κι από τότε άλλαξαν τα πάντα. Επίσης μου άρεσε η Χριστίνα, μοντέλο στο Σχολείο των Τεχνών, ανεξάρτητη, δυναμική, χωρίς να σκύβει το κεφάλι, γιατί δεν αποζητούσε έναν άντρα να κουρνιάσει κι ένα σπίτι για να κλειστεί μέσα του όπως τόσες γυναίκες της εποχής, αντίθετα, χάραζε τον δικό της δρόμο και φερόταν ακριβώς σαν τη «Στέλλα με τα κόκκινα γάντια» του Ιάκωβου Καμπανέλλη.

Τρία είναι κυρίως τα σημαντικά ιστορικά γεγονότα  που επηρεάζουν τις εξελίξεις του μυθιστορήματος: το Ηράκλειο του 1898, ο Εθνικός Διχασμός και ο Παγκόσμιος πόλεμος. «Και σε όλη αυτή την πολυεπίπεδη και σύνθετη ιστορική συγκυρία, ένας ζωγράφος προσπαθεί να σταθεί στα πόδια του και να ζωγραφίσει την ομορφιά του κόσμου, όταν η ομορφιά λιώνει στις φλόγες του πολέμου» (σελ. 268). Δόξα τω Θεώ έχουν αναλυθεί σε χιλιάδες μυθιστορήματα κι έχουν επηρεάσει ουκ ολίγες πλοκές τα ανωτέρω. Εδώ όμως, σε συνδυασμό με την τόλμη της Τέσυς Μπάιλα να καταγράφει με αφοπλιστική απλότητα αυτά που θέλει να χαρίσει στον αναγνώστη και την απαξίωσή της να βρει σχοινοτενείς συνδέσεις βαρετών γεγονότων, εδώ λοιπόν η Ιστορία συμβαίνει, γίνεται κι οι ήρωες αλλάζουν ρότα, δε ζουν δηλαδή αυτές τις εξελίξεις, αν εξαιρέσεις τα γεγονότα στο μέτωπο του Πολέμου, απλώς ο απόηχός τους φτάνει ως την πόρτα τους και τους ωθεί να κάνουν κάτι άλλο απ’ ό,τι σχεδιάζανε, γάμο, σπουδές, ταξίδι κλπ.

Πόσες φορές έχω συναντήσει κείμενα γεμάτα αγωνία να ενώσουν τον κενό χρόνο μεταξύ των βασικών γεγονότων της πλοκής, με αποτέλεσμα μια «κοιλιά» που επηρεάζει το σφίξιμο της δράσης και των εξελίξεων και συνεπώς μια αχρείαστη χαλάρωση! Αυτά δεν έχουν θέση στο έργο ενός πεπειραμένου συγγραφέα. «Ξέρω τι θέλω να πω και πού να το τοποθετήσω», είναι σα να σκέφτεται η Τέσυ Μπάιλα. Έτσι, δεν έπαψα στιγμή να αναρωτιέμαι για τη συνέχεια της πλοκής, δε σταμάτησα να πέφτω από τα ψηλά στα χαμηλά και πότε ν’ απολαμβάνω τις γιορτές και τους ζωγραφικούς πίνακες ή να κρυφοκοιτάω τα ερωτικά παιχνίδια του Μικέλε και του Ανέστη και πότε να κλείνω τα μάτια μπροστά στη φρίκη του χυμένου αίματος και των αναίτιων ακροτήτων κι όλα αυτά συντροφιά με τη γλαφυρότητα, τη δυνατή παραστατικότητα και τη ρεαλιστική απεικόνιση που μου χάρισε η δοκιμασμένη γραφή. Αν δεν είναι αρκετά τα ανωτέρω για να προεξοφλήσουν τη συμπάθεια ενός υποψήφιου αναγνώστη, σκεφτείτε πως σε αρκετές περιπτώσεις η δράση σταματάει σε καίριο σημείο για να συνεχιστεί αργότερα, μέσα από την αφήγηση αυτοπτών μαρτύρων που ζουν κάποια χρόνια αργότερα από εκείνη τη στιγμή. Σφιχτοί δεσμοί, πρωθύστερο, ρεαλισμός και λυρικότητα, όλα εξυπηρετούν μια δυνατή ιστορία που γίνεται ακόμη καλύτερη!

Το μόνο που με ξένισε ήταν η επιμονή της συγγραφέως να καταγράψει με κάθε δυνατή λεπτομέρεια τις απάνθρωπες ακρότητες της σφαγής στο Ηράκλειο και τις δυσκολίες στο μέτωπο του Πολέμου. Βιασμοί, ωμές περιγραφές χυμένων εντοσθίων, αιματοκυλισμένα κρανία που τσιμπολογάγανε τα σκυλιά, τσαλαπατήματα και ακρωτηριασμοί επέστρεψαν δριμύτερα ως περιγραφές στο μέτωπο, όπου έχουμε περιγραφές κομμένων άκρων, αιμοπτύσεις φυματικών, σουβλίσματα αρουραίων και πολλά άλλα. Καταλαβαίνω πως ο πόλεμος δεν είναι «απογευματινό τέιον», πιστεύω όμως πως θα μπορούσαν να παραλειφθούν αρκετές δευτερεύουσες σκηνές, χωρίς να χαθεί αυτό το δύσοσμο, δυσοίωνο περιβάλλον που θέλει η Τέσυ Μπάιλα να αντιδιαστείλει με τις αρετές της ζωγραφικής, το φως του έρωτα και τη γιορτή της φύσης, με τις χιλιάδες εναλλαγές της.

Και τι όμορφα κι απλόχερα που σκορπίζει τις λέξεις που έπλασε, ανακάλυψε ή προσάρμοσε στις ανάγκες της και τις κάλεσε κοντά της να τη συντροφέψουν σε αυτό το όμορφο βιβλίο! Ο ουρανός, η θάλασσα, τα βράχια, η φύση όλη, προσωποποιούνται και τους αποδίδονται ανθρώπινα χαρακτηριστικά, δημιουργώντας υψηλής αισθητικής μεταφορές και παρομοιώσεις! Παραδείγματα σαν αυτά: «Η μοναξιά είναι πάντοτε δύσκολη όταν θυμάσαι το χαμόγελο της ζωής» (σελ. 16) ή «Εισχωρούσε από παντού στο σώμα της ημέρας, σαν μαχαίρι χωμένο βαθιά σε εύσαρκο φρούτο» (σελ. 18) είναι ολοζώντανες πινελιές σ’ έναν καμβά που αποκτά αργά και σταδιακά μορφή, χρώμα και σχήμα.

Η Τέσυ Μπάιλα ωσαύτως είναι μια ασταμάτητη και ακούραστη φωτογραφική μηχανή, που αποτυπώνει στο φιλμ του λεξιλογίου της κάθε εικόνα που προσέχει για να της δώσει ένα πρωτόγνωρο φως: «Ο ήχος της θάλασσας δε μοιάζει με κανέναν. Ούτε με εκείνον των ανέμων στους κατηφορικούς ελαιώνες, ούτε με τον άλλον της άδειας εκκλησιάς, ούτε με τον ήχο της μοναξιάς στο άδειο σπίτι. Στο ακρογιάλι ο ήχος είναι κρυστάλλινος, ρυθμικά επαναλαμβανόμενος. Σπάει πάνω στα βράχια με την ορμή του αγέρα και τα κύματα φέρνουν με γρήγορες, βίαιες ανάσες τη μυρωδιά του» (σελ. 182). Επίσης, προς τιμήν της, η συγγραφέας, την εμπειρία που έχει τρυγήσει πετώντας τόσα χρόνια στους λογοτεχνικούς λειμώνες, την παραδίνει με χαρά μέσα από στοχαστικές φράσεις και σημαντικές διαχρονικές αλήθειες, χωρίς να δείχνει απόμακρη ή δυσπρόσιτη, αντίθετα, αγκαλιάζει με αγάπη τους ήρωές της εξίσου με τους αναγνώστες της και θέλει να φροντίσει για όλους, γι’ αυτό καλοδέχτηκα με χαρά χωρία όπως αυτό:

«Αν θες να ζωγραφίσεις ετούτο τον κόσμο, πρέπει να τον γνωρίσεις. Οι ζωγραφιές σου πρέπει να έχουν αίμα μέσα τους και το αίμα να ρέει καυτό πάνω στα χέρια σου… Αν δεν περάσεις από την κόλαση τούτου του κόσμου και δεν αγγίξεις με τα χέρια σου τα καζάνια της, παράδεισο δε φτιάχνεις. Πάει και τέλειωσε. Κι αν θαρρείς ότι τον έφτιαξες, γελασμένος θα είσαι. Μισός θα είναι και δε θα το λογίζεις. Μόνο σαν τον νιώσεις στο δικό σου το πετσί, τότε θα τον ζωγραφίσεις έτσι που να μιλά στον κόσμο» (σελ. 188).

Ακόμη κι αυτό:

«Κι έτσι η ζωή, ανελέητη για όλα όσα άφηνε πίσω της, για όλα όσα είχε συνθλίψει στο πέρασμά της, θα τραβούσε τον δρόμο της προσπερνώντας τις απώλειες. Με τεράστιες, αλματώδεις δρασκελιές. Όπως ακριβώς έκανε πάντα» (σελ. 321).

Επιπλέον, η ντοπιολαλιά στους διαλόγους, με το πλούσιο κρητικό λεξιλόγιο, δίνει ζωντάνια και ρεαλισμό. Πόσο όμορφα αντιδιαστέλλεται αυτό το ιδίωμα με τη δημώδη ελληνική, ειδικά όταν ο Ανέστης συναντά ξανά τους ανθρώπους του παρελθόντος του όμως η αποδημία του έχει σβήσει από το λαρύγγι του αυτά τα ηχοχρώματα!

«Τις νύχτες έπαιζε με τις σκιές» και δημιουργούσε κόσμους φανταστικούς που αποτύπωνε στο χαρτί. Σκιά τεράστια όμως είναι κι ο φόβος και «μοναχά όταν περπατήσει κανείς καταπάνω της μπορεί να τη δει να μικραίνει και τελικά να σβήνει» (σελ. 132). Έτσι αυτά τα δυο τελικά ενώνονται και σχηματίζουν τον τίτλο: «Τις νύχτες παίζω με τις σκιές των φόβων μου, για να τους ξεπεράσω» (σελ. 279). Είναι ένα μυθιστόρημα χρωμάτων και σκότους, πινέλου και φαλτσέτας, προδοσίας και αγάπης, ποτισμένο από το κόκκινο του αίματος και το ρόδινο του έρωτα. Παραστατικές σκηνές, τρισδιάστατοι χαρακτήρες, συναρπαστικές εξελίξεις, ανομολόγητα μυστικά και ενοχές, όλα κρυμμένα πίσω από τον πίνακα του Κλωντ Μονέ που κοσμεί το εξώφυλλο, περιμένουν τον αναγνώστη να τα ανακαλύψει.

Πηγή 1

Πηγή 2

Τετάρτη, 16 Σεπτεμβρίου 2020

Τις νύχτες έπαιζε με τις σκιές από τον "Φιλαναγνώστη Αυγερινού"

 


Το έκτο μυθιστόρημα της Τέσυς Μπάιλα με τίτλο «Τις νύχτες έπαιζε με τις σκιές» κυκλοφόρησε μόλις από τις εκδόσεις ΨΥΧΟΓΙΟΣ. Πρόκειται για ένα κοινωνικό μυθιστόρημα ενταγμένο απόλυτα στο ιστορικό πλαίσιο του τέλους του δεκάτου ενάτου αιώνα και στην μετάβασή προς στον εικοστό, έναν αιώνα που ξεδιπλώνεται μέσα από σημαντικά ιστορικά γεγονότα, ορόσημα μιας εποχής που άλλαξε τον κόσμο δραματικά.

     Από την Κρητική Πολιτεία στην Ένωση της Κρήτης με την Ελλάδα, κι από εκεί στον Εθνικό Διχασμό, και από τον Πρώτο Παγκόσμιο Πόλεμο μέχρι και τον Δεύτερο, ο κόσμος γκρεμίζεται και δημιουργείται συνεχώς. Αποσυντίθεται και αναβιώνει από τις στάχτες του και μέσα σ’ αυτόν ο άνθρωπος προσπαθεί να βρει τα προσωπικά του ίχνη μέσα στον χρόνο, να αφήσει τα αποτυπώματά του προτού χαθεί στη δίνη του παραλογισμού.

     «…Ναι, Μυρσίνη, ο πόλεμος αυτό κάνει. Κόβει τις κλωστές που συγκρατούν τη ζωή μας. Κι εμείς γινόμαστε μαριονέτες στα χέρια του. Και μάθαμε να βλέπουμε τις κινήσεις της μαριονέτας αλλά δεν μπορούμε να δούμε ποια χέρια κρατούν τα σκοινιά και τις ρυθμίζουν. Ούτε γιατί…».

     Ο Ανέστης, ο κύριος ήρωας αυτού του βιβλίου είναι ένας από αυτούς τους απλούς καθημερινούς ανθρώπους. Γεννημένος πάνω σε ένα καΐκι την ημέρα της τελευταίας μεγάλης σφαγής των χριστιανών από τους Τουρκοκρητικούς θα μεγαλώσει με τη φροντίδα του παππού του και της θείας του και θα γνωρίσει από την πρώτη στιγμή της ζωής του την απόρριψη από τον πατέρα του.
     Από τον παππού του θα μυηθεί στην τέχνη του ξύλου, θα μάθει να φτιάχνει καραβάκια και να τα βάφει τις νύχτες που οι δυο τους περνούν στη σοφίτα του σπιτιού. Κι εκεί θα γνωρίσει μια πτυχή του εαυτού του που θα γίνει για τον Ανέστη η λύτρωση και η διαφυγή του σε κάθε δύσκολη στιγμή της ζωής του. Θα καταλάβει την αγάπη του για τη ζωγραφική. Κι αυτή η αγάπη θα γίνει το όχημα που θα τον οδηγήσει μακριά από το σπίτι του προς αναζήτηση της τύχης του, ύστερα από ένα τραυματικό συμβάν που θα προκαλέσει ο πατέρας του. Όπως θα μάθει ακόμα ότι η ελευθερία είναι πολύτιμη και πως «τίποτα δε φοβάται κανείς παρά μόνο την ελευθερία του» σ’ αυτή τη ζωή.
     Στον αντίποδα της αφήγησης έρχεται ο Μικέλε. Ένας διαμετρικά αντίθετος χαρακτήρας που θα γνωρίσει ο Ανέστης όταν βρεθεί στα Χανιά. Η συνάντησή τους θα σηματοδοτήσει τη γνωριμία του Ανέστη με την αληθινή φιλία, την αφοσίωση και τη δέσμευση, με μια πλευρά της ζωής απαλλαγμένης από τα πρέπει που θα διστάσει να ακολουθήσει και παράλληλα θα του γνωρίσει τον έρωτα στο πρόσωπο της Ισιδώρας.
     Αυτή είναι μόνο η αρχή μιας καταιγιστικής αφήγησης που θα αναδείξει την ανησυχία του Ανέστη για την τέχνη και τη δύναμή της να επαναφέρει τον άνθρωπο στις πραγματικές  του διαστάσεις. Για την ανάδυση της καλλιτεχνικής έκφρασης στις ώρες των μεγάλων κινδύνων, για τη μοναχικότητα ως μια υποχρεωτική ανάγκη καθολικής έκφρασης, αυτοπροσδιορισμού αλλά και αυτογνωσίας.

     «…Όταν τόσο καιρό ζει κανείς στην οδύνη και στον πόνο, τότε υπάρχει μόνο μία διέξοδος. Να δραπετεύσει με κάθε ευκαιρία από ό,τι νιώθει. Να χαθεί  στη σκέψη του, κι εκεί να αφήνεται σε παιχνιδίσματα του νου, νομίζοντας ότι αυτή είναι πραγματικότητα. Ότι εκεί ζει. Και μόνο με αυτό τον τρόπο καταφέρνει να επιβιώσει. Αλλιώς, αν αφεθεί βουτηγμένος στο φόβο τότε εκείνος σκαρφαλώνει μέσα στα μάτια του κι αλλάζει τον τρόπο που βλέπει τα πράγματα γύρω του. Ματώνει η συνείδησή και όσα χρόνια και να περάσουν μένει κρυμμένος κάτω από τα βλέφαρά του. Και κανείς, καμιά διαταγή δεν μπορεί να τον κάνει να σωπάσει…»

     Οι τόποι εναλλάσσονται το ίδιο και οι άνθρωποι. Από την Κρήτη, στον Πειραιά, στην Αθήνα και στη Μακεδονία για να κλείσει ο κύκλος ξανά στην Κρήτη. Από τον παππού Λεωνίδα και τη θεία Λουλουδιά μέχρι τη Χριστίνα την κυρά Ευτέρπη και τον Δημήτρη, τη Μυρσίνη με την τραγική της μοίρα που θα την κάνει να χάσει τη μιλιά της, την Ισιδώρα και κυρίως τον Μικέλε, ο Ανέστης θα βιώσει τον αγώνα του ανθρώπου της εποχής να επιβιώσει μέσα σε έναν ανελέητο κόσμο που αλλάζει συνεχώς. Θα μάθει πως τα όρια στη ζωή είναι μόνο για να τα ξεπερνά κανείς με οποιοδήποτε τίμημα, έστω και αν καμιά φορά χρειάζεται να υπακούσει στο παράλογο και ενίοτε να χαθεί μέσα σ’ αυτό.
     Είναι σημαντικό να σταθούμε στις εξαιρετικά καθηλωτικές περιγραφές των ιστορικών γεγονότων. Από τη σφαγή του Ηρακλείου, μέχρι την τελετή της Ένωσης της Κρήτης με την Ελλάδα, και από τις νύχτες στα χαρακώματα του Α’ Παγκοσμίου Πολέμου μέχρι τον βομβαρδισμό του νοσοκομείου ο αναγνώστης διαβάζει σπαρακτικές σκηνές που περιγράφονται με ακρίβεια και συχνά ωμό ρεαλισμό την ίδια στιγμή που η λυρική έκφραση της Μπάιλα επανέρχεται στις επόμενες σελίδες για να απαλύνει την ανάγνωση.
     Και σε αυτό της το βιβλίο η Μπάιλα αποδεικνύει την αγάπη της για τη γλώσσα, εξάλλου η γλωσσική της αγωγή είχε διαφανεί από το πρώτο της κιόλας βιβλίο. Λέξεις λείες αλλά και αιχμηρές, λέξεις ποιητικές αλλά και ρεαλιστικές, λέξεις σύνθετες που ξαφνιάζουν με την αμεσότητά τους και λέξεις που οριοθετούν τον χωροχρόνο στον οποίο διαδραματίζεται η ιστορία. Πάντα ομιλούντες, ολόδροσες, έστω και αν κάποτε καταφτάνουν στις σελίδες αυτού του βιβλίου από πολύ παλιά, προσαρμόζονται στη σημερινή αφήγηση και ταυτόχρονα προσδίδουν αρτιότητα και λογοτεχνικότητα στο κείμενο.
     Σημαντική είναι επίσης η φιλοσοφική διάθεση του κειμένου. Η Μπάιλα χωρίς να κάνει διδακτισμό στοχάζεται και παραδίδει τους στοχασμούς της στα λόγια των καλοδουλεμένων ηρώων της που είναι σάρκινοι και πάσχουν.
     Η διακειμενικότητα είναι επίσης ένα από τα στοιχεία και αυτού του βιβλίου της Τέσυ Μπάιλα. Οι ήρωες της συνδιαλέγονται ευθέως με ήρωες άλλων, κλασικών  βιβλίων, και η Μπάιλα βρίσκει την ευκαιρία να συνομιλήσει με αγαπημένους της συγγραφείς —τον Βενέζη, τον Μυριβήλη, τον Καζαντζάκη ίσως —που κληροδότησαν σπουδαία έργα στην ελληνική πεζογραφία.
     Ένα πραγματικά περίτεχνο βιβλίο, που δε φλυαρεί —η συγγραφέας μάλλον λειτουργεί πλέον αφαιρώντας περισσότερο, σημάδι της συγγραφικής της ωριμότητας. Το εύρημα του άγνωστου αφηγητή, η ταυτότητα του οποίου θα αποκαλυφθεί στις τελευταίες σελίδες του βιβλίου βοηθά στην οικονομία του κειμένου και εντείνει την αγωνία.
      Ένα καλό βιβλίο που στέκεται αντιμέτωπο με την Ιστορία, την τέχνη, την ειρήνη και τον πόλεμο, την αντρική φιλία —το βιβλίο είναι ένας ύμνος για την αντρική φιλία —τον ανεκπλήρωτο πόθο και τη προσωπική διαφυγή από έναν κόσμο που αγωνιά να αλλάξει τη μοίρα του.
     Αξίζει να αναφερθεί κανείς στον εξαιρετικό πίνακα του Μονέ (The Gorge at Varengeville by Claude Monet, 1882) που κοσμεί το εξώφυλλό του, δημιουργία των εκδόσεων ΨΥΧΟΓΙΟΣ. Και πραγματικά αξίζει να το διαβάσετε.

    [ «Ο χρόνος συνεχίζει χωρίς εμάς. Έρχεται μια μέρα και ενώ όλα παραμένουν  ολόιδια εμείς δεν υπάρχουμε. Κανείς δεν μπορεί να μας δει να διαβαίνουμε τους γνώριμους τόπους, ούτε να ακούσει τη φωνή μας. Μετατρεπόμαστε σιγά σιγά σε σκιά μιας ομίχλης κι η ομίχλη σκεπάζει, σβήνει ό,τι, έως εκείνη τη στιγμή, άγγιζε τον κόσμο με τη μορφή μας … Όλα είναι ίδια όπως και τότε κι όμως διαφορετικά. Κουβαλούν επάνω τους τα σημάδια της αδιαφορίας. Το ίδιο συμβαίνει και σε εμάς. Ο χρόνος χάνεται. Γίνεται ένας ανάλαφρος ίσκιος και περνά κι εμείς μένουμε περιφερόμενες σκιές όσων υπήρξαμε…»] 


  
 
     «Τη στιγμή που η Δαναή χάνεται στη γέννα, ο άντρας της ο Γιώργης, μαγνητισμένος από την Κίρκη του Κάστρου και από τις χάρες της, αμελεί να γυρίσει και μόλις που διαφεύγει από τη σφαγή των χριστιανών από τους Τουρκοκρητικούς στο μεγάλο Κάστρο, τον Αύγουστο του 1898. Είναι η στιγμή όπου γεννιέται ο ήρωας ενός ολόκληρου κόσμου. Και μαζί του η Κρητική Πολιτεία, που λίγα χρόνια αργότερα θα οδηγήσει στην Ένωση της Κρήτης με την Ελλάδα.
     Αυτός είναι ο αιώνας του ζωγράφου, του Ανέστη, και η ιστορία του είναι η διαδρομή πολλών ανθρώπων, που έζησαν και πέθαναν μέσα στις σελίδες ενός βιβλίου. Δεν είναι μόνο ο Ανέστης που παρασύρει τον αναγνώστη στις ατραπούς μιας ανεξήγητης μοίρας, είναι κι εκείνοι που συνδέονται μαζί του με δεσμούς αίματος –ο παππούς Λεωνίδας, η θεια-Λουλουδιά, η Μυρσίνη–, αλλά κι εκείνοι με τους οποίους μοιράζεται εμπειρίες, πάθη, οράματα: η κυρα-Ευτέρπη, η Χριστίνα, η Ισιδώρα και προπαντός ο Μικέλε. Είναι και οι τόποι, η Κρήτη, ο Πειραιάς, η Μακεδονία, που παραδομένοι στις φλόγες και στα καπρίτσια της μεγάλης Ιστορίας δημιουργούν μια υποβλητική ατμόσφαιρα από την πρώτη μέχρι την τελευταία σελίδα. 
Στο μυθιστόρημα της Τέσυς Μπάιλα, ο άνθρωπος γίνεται έρωτας, γίνεται πόλεμος, γίνεται θάνατος, γίνεται τέχνη, ώσπου να ξαναγίνει άνθρωπος.»
                                 (Από το οπισθόφυλλο του βιβλίου)

Τετάρτη, 22 Ιουλίου 2020

Η Κώστια Κοντολέων γράφει για "Τις νύχτες έπαιζε με τις σκιές" στο periou.gr

Τις νύχτες κάποια σπίτια παίζουν κρυφτό με τις σκιές αυτών που κάποτε έζησαν από την μέσα μεριά των πέτρινων τοίχων τους.

Σκιές ανάερες πια όλοι αυτοί, που επανέρχονται ξανά και ξανά για να μας πουν τις ιστορίες τους, για να μας μιλήσουν για τις χαρές και τις λύπες τους, για τα γλέντια και τα μοιρολόγια που συντελέστηκαν εκεί μέσα, για υποσχέσεις που δόθηκαν και κρατήθηκαν και γι’ άλλες που πέρασαν για πάντα στη λήθη.

Αν αγγίξουμε τους φαινομενικά άψυχους τοίχους, θα τους νιώσουμε να πάλλονται στις άκρες των δαχτύλων μας. Αν στήσουμε αυτί θα πιάσουμε την ανάσα τους.  Κι αν δεν φοβηθούμε, θ’ ακούσουμε τις κουβέντες τους μ’ εκείνους τους ίσκιους, αναχωρητές πια της ζωής, που κάποτε μέσα σ’ αυτά τα σπίτια αγάπησαν ή μίσησαν, γέλασαν ή έκλαψαν, ονειρεύτηκαν ή που προδομένοι αναχώρησαν  για το επέκεινα και τώρα γυρνάνε τις νύχτες σαν τον δολοφόνο στον τόπο του εγκλήματος για να μας εξομολογηθούν τ’ ανομολόγητα πάθη τους ή τις ανείπωτες πράξεις τους με την ελπίδα της εξιλέωσης που ίσως και να μην έρθει ποτέ.

Τρία, τέτοια σπίτια, θα καθορίσουν τις ζωές των ηρώων της Μπάϊλα, τρία σπίτια που θα παίξουν θετικούς  ή αρνητικούς ρόλους στην εξέλιξη της ιστορίας τους.

Ένας άντρας εισβολέας, φαινομενικά άγνωστος μας στην αρχή, θα γίνει ο οδηγός μας στην εξερεύνηση εκείνου του πέτρινου πρώτου σπιτιού, όπου κάποτε άρχισαν όλα και που σ’ αυτό θα τελειώσουν όλα. 

Είναι το ίδιο σπίτι που έγινε για τον Ανέστη, τον βασικό ήρωα του μυθιστορήματος, τόσο στο ξεκίνημα της ζωής του όσο και στο τέλος της, το καταφύγιο της τέχνης του. Παραδομένο τώρα στην εγκατάλειψη και την ερήμωση θέλει να προλάβει να μας πει την ιστορία του, πριν οι μπουλντόζες θάψουν για πάντα τα μυστικά του.

Κι είναι  σα να βιάζεται, λοιπόν, αυτό το σπίτι  να μας μεταφέρει στο τότε που τίποτα δεν προμηνούσε την επερχόμενη τραγωδία κι όλα όσα την ακολούθησαν. Κι έτσι εμείς, με αθόρυβα βήματα θα ακολουθούμε τον εισβολέα καθώς θα περνάει από το ένα δωμάτιο στο άλλο, αγγίζοντας παλιές φωτογραφίες, κιτρινισμένα χαρτιά, ξεραμένες μπογιές σε σκουριασμένα ντενεκεδάκια,  μουσαμάδες με μισοτελειωμένους πίνακες και την νυφιάτικη κασέλα με τα προικιά της Δαναής, που δεν έστερξαν να βγουν στο φως κι έγιναν προικιά του θανάτου.   

Κι όλοι όσοι έζησαν κάποτε σ’ αυτό το σπίτι και στον απόηχο της ανείπωτης τραγωδίας που συντελέστηκε εκεί, κρυμμένοι στις σκιές, σκιές κι αυτοί της απελπισίας, θ’ αρχίσουν να μας μιλάνε, για όσα έζησαν ή δεν πρόλαβαν να ζήσουν, για όσα αθέλητα έπραξαν ή ηθελημένα δεν έπραξαν και για όσα κιότεψαν να τα σταματήσουν τότε που υπήρχε ακόμα ο καιρός.

Ίσκιοι όλοι αυτοί κι ανάμεσά τους…

Η θειά Λουλουδιά, άτολμη κι ανήμπορη γερόντισσα, που δεν θα καταφέρει τελικά να γίνει ο κυματοθραύστης που θα αναχαιτίσει τη βία του Γιώργη, του ανελέητου αγριμιού, που εύρισκε πρόσφορο έδαφος εξάσκησης της στο ανυπεράσπιστο ορφανεμένο παιδί του.

Κι ακόμα η εμβληματική παρουσία του παππού Λεωνίδα στη ζωή του μικρού Ανέστη, που θα ξεκλειδώσει ηθελημένα ή άθελα του, εκεί πάνω στο μοναχικό-καταφύγιο της σοφίτας του πέτρινου σπιτιού, το πηγαίο ταλέντο του μικρού εγγονού του.

Και από τον παππού του ο Ανέστης -άλλος ίσκιος κι αυτός-  θα μάθει τα μυστικά των χρωμάτων και την τέχνη των πινέλων, για να ιστορεί στο χαρτί, στο ύφασμα, ή στο ξύλο τον κόσμο μέσα από τα δικά του μάτια.  Μα η αποκάλυψη της αλήθειας μπορεί ενίοτε να εμπεριέχει και τρόμο κι αυτός που θα γίνει κοινωνός της ίσως και να θελήσει μέσα από την φυγή να την αλλάξει. 

Ο δεκαπεντάχρονος, λοιπόν,  Ανέστης, θα φύγει νύχτα ολομόναχος από το πέτρινο σπίτι, για ν’ ακολουθήσει αυτό που προστάζει η καρδιά του, σ’ έναν άγνωστο κόσμο τόσο διαφορετικό από εκείνον που βίωνε στην σύντομη μέχρι τότε ζωή του. 

Σ’ άλλους τόπους, σ’  άλλες θάλασσες, σ’ άλλα σπίτια, να στεγάσει τα όνειρα και τους φόβους του.   

Λαθρεπιβάτης σ’ ένα καΐκι για τα Χανιά θα βρεθεί μακριά από την θηριώδη πατρική εξουσία, λεύτερος πια ν’ ακολουθήσει το όνειρο του.  Και είναι τότε που θα μπει στη ζωή του ο Μικέλε, και το σπίτι του θα γίνει το δεύτερο σπίτι που θα σφραγίσει ανεξίτηλα ως το τέλος του βίου του την ζωή του. 

Στο σπίτι του Μικέλε που του θυμίζει λίγο το δικό του θα ξαποστάσει  ο Ανέστης ως να ανασυνταχθεί και να πάρει τις τελικές αποφάσεις του.  Είναι το σπίτι που θα συμβολίσει για τον Ανέστη τον ανεκπλήρωτο έρωτα, για τη γυναίκα που θα στοιχειώνει τη ζωή του ως το τέλος της. 

Η Ισιδώρα η δεύτερη γυναίκα του πατέρα του Μικέλε, θα γίνει ο ανομολόγητος αλλά και απαγορευμένος πόθος του. Κι όμως σ’ αυτό το σπίτι θα μείνει ζωγραφίζοντας ασταμάτητα μέχρι να φύγει ξανά γι’ άλλους τόπους κι άλλα σπίτια,  για την ολοκλήρωση μιας τέχνης που μόνο το πάθος λογαριάζει. 

Θα φύγει χωρίς ποτέ να αποκαλύψει στην Ισιδώρα τον έρωτα του, με την αόριστη υπόσχεση πως θα ξαναγυρίσει, σύντομα, αφήνοντας της το μόνο πορτραίτο που της είχε φτιάξει.    

Τρίτος μεγάλος και τελευταίος σταθμός στη ζωή του Ανέστη η πρωτεύουσα και η Σχολή Καλών Τεχνών, εκεί και το σπίτι, το τρίτο σπίτι που θα ολοκληρώσει το ισοσκελές τρίγωνο των σπιτιών της ζωής του.  Στην παλιά μονοκατοικία της κυρά-Ευτέρπης θα υπάρχει πάντα διαθέσιμο ένα δωμάτιο στην αυλή της, για τον Ανέστη και τον Μικέλε, μια ζεστή φωλιά με μπόλικη αγάπη κι έγνοια για τους δυο φίλους, μέχρι να πραγματώσει ο Ανέστης το όνειρο του και να γίνει κι επίσημα ζωγράφος.

Όμως ο πόλεμος που θα έρθει καλπάζοντας και ο όλεθρος που θ’ ακολουθήσει, θ’ ανατρέψει όνειρα και σχέδια ακυρώνοντας το θαύμα της ζωής.  Ο Ανέστης ηττημένος θα ξαναγυρίσει εκεί όπου άρχισαν κάποτε όλα για να τελειώσουν πάλι εκεί με τον θάνατο του.    

Κι εμείς, οι αναγνώστες της ζωής του, κρυφοκοιτάζοντας μέσα στις σελίδες του χοντρού ημερολογίου με τα κιτρινισμένα φύλλα που ηθελημένα μας άφησε πάνω στο ξύλινο, παλιό σκοροφαγωμένο τραπέζι, θα γνωρίσουμε, θα ακούσουμε για τελευταία φορά τα λόγια εκείνων  των ίσκιων – άλλοι από αυτούς δαίμονες, άλλοι άγγελοι, όλοι τους να έχουν ζήσει ιστορίες αληθινές και ψεύτικες, πράξεις ηρωικές και πράξεις προδοσίας.

Και να μάθουμε τελικά, πως η Τέχνη έχει τη δύναμη ν’ απελευθερώνει τον άνθρωπο από τους δαίμονες του. 

Γιατί όπως λέει και η συγγραφέας «η ζωγραφική είναι η διαρκής επανάσταση του φωτός, η φυγή μέσα στη λάμψη του.»

ΠΗΓΗ: Periou.gr