Παρασκευή, 24 Φεβρουαρίου 2012

Οι γυναικείες θεότητες του αττικού πάνθεου, οι λατρείες τους στην αρχαία Αθήνα και ο λατρευτικός ρόλος των Ατθίδων.


ΠΑΝΘΕΟΝ-ΔΩΔΕΚΑΘΕΟ,ΖΩΦΟΡΟΣ ΠΑΡΘΕΝΩΝΑ, ΤΑ ΛΑΤΡΕΥΤΙΚΑ ΕΠΙΘΕΤΑ ΤΩΝ ΘΕΟΤΗΤΩΝ, ΣΥΜΠΛΗΡΩΜΑΤΙΚΕΣ ΘΕΟΤΗΤΕΣ.
Είναι χαρακτηριστικό της αρχαίας ελληνικής θρησκείας ο πολυθεϊσμός, γεγονός που οδήγησε στη συστηματική ομαδοποίηση των θεοτήτων με κοινό πεδίο δράσης, συγκεκριμένη ταυτότητα και ρόλο. Έτσι οι Έλληνες επινόησαν κάποιους συνδυασμούς θεοτήτων τα λεγόμενα Πάνθεα, για τους οποίους σημαντικό είναι να κατανοήσουμε τους δεσμούς που τους συνδέουν, τις λατρείες που τους τιμούν, τα όρια των πεδίων δράσης τους, τους λόγους για τους οποίους γίνεται η επίκλησή τους. Σημαντικότερο είναι ωστόσο να κατανοήσουμε ότι τα πάνθεα δεν είναι μόνο ένα απλό και συχνά πρόχειρο σύστημα θεών, αλλά ένας ολοζώντανος οργανισμός, δημιουργημένος βάση λογικής και λειτουργικής χρησιμότητάς του για την κοινωνία και την ιστορική περίοδο που τα δημιούργησε.[1]
Μια και σκοπός αυτής της μελέτης είναι οι γυναικείες θεότητες του αττικού πανθέου, χρήσιμο θα ήταν να δούμε τις διαφοροποιήσεις που σημειώνονται στην αναπαράσταση των θεοτήτων αυτών στη ζωφόρο του Παρθενώνα, στην οποία οι αναπαριστώμενες γυναικείες θεότητες είναι η Δήμητρα, ή Ήρα, η Αφροδίτη, η Άρτεμις, και η Αθηνά, ενώ απουσιάζει η Εστία. Αν και στο δωδεκάθεο της ζωφόρου δεν αναπαρίσταται, αποτελεί σημαντικότατη θεότητα του αττικού πανθέου σε ιδιωτικό επίπεδο, καθώς η ύπαρξή του βωμού της μέσα σε κάθε σπίτι αποδεικνύει και το ιδιαίτερο του ρόλου της, χαρακτηριστικό παράδειγμα που μαρτυρά ότι το Πάνθεο έχει ευρύτερη έννοια από το τοπικό χαρακτήρα του τοπικού δωδεκάθεου. Ενώ ο αριθμός δώδεκα των θεών παραμένει ίδιος, δυσκολεύοντας κατ’ αυτόν τον τρόπο την καταλογογράφηση και την μελέτη του συγκεκριμένου πανθέου.[2]
Το Πάνθεο διαφέρει από τόπο σε τόπο και εξελίσσεται με την πάροδο του χρόνου, την εισαγωγή λατρειών και νέων στοιχείων.[3] Μπορεί άλλωστε να χωριστεί σύμφωνα με το χώρο τον οποίο επηρεάζει η κάθε θεότητα κι έτσι οι γυναικείες θεότητες χωρίζονται με τη σειρά τους σε θεές μητέρες, όπως είναι η Ήρα, σε θεές κόρες, όπως η Άρτεμη και ανάλογα συμβολίζουν και συνδέονται με τη γονιμότητα, το γάμο ή τη σεξουαλικότητα.[4]
Ανάλογα με τον λόγο για τον οποίο γινόταν επίκληση στις αντίστοιχες θεότητες, οι Έλληνες τους προσέδιδαν διάφορα επίθετα. Συγκεκριμένα η Ήρα ονομαζόταν Τελεία, ως προστάτιδα του γάμου, η Άρτεμις Ειλείθυια, και Λοχίας, ως προστάτιδα θεά του τοκετού και η Δήμητρα Κουροτρόφος.[5] Ως πολιούχος των τροφών η Άρτεμις είχε το προσωνύμιο Κορυθαλία, η Αθηνά Παρθένος. Αλλά και άλλα προσωνύμια είναι γνωστά όπως Αθηνά Πολιάδα, Δήμητρα Καλλιγένεια, Αφροδίτη Ουρανία και Άρτεμη Βραυρωνεία[6]
Εκτός από τη μεγάλη αυτή ομάδα των θεών του Ολύμπου υπήρχαν κι άλλες μορφές, δευτερεύουσες γυναικείες θεότητες, όπως η Ήβη που αντιπροσώπευε τη νεότητα, η Τύχη, η Λήθη,  οι Ερινύες, οι Μούσες, οι Χάριτες, οι Σειρήνες, οι Μοίρες, οι Νύμφες, οι Ωκεανίδες, οι  Ώρες.[7] Το πολυθεϊστικό σύστημα των Ελλήνων κατατάσσει τις θεότητες σύμφωνα με το ρόλο τους και τις δυνάμεις τους. Δυνάμεις που συμπληρώνονται από άλλες θεότητες. Παράδειγμα αυτών των συμπληρωματικών θεοτήτων αποτελεί η Πειθώ, η οποία συνοδεύει την Αφροδίτη.[8]

Β) ΟΙ ΛΑΤΡΕΙΕΣ ΚΑΙ Ο ΡΟΛΟΣ ΤΩΝ ΑΤΘΙΔΩΝ ΣΤΙΣ ΛΑΤΡΕΙΕΣ ΑΥΤΕΣ.
Σημαντικές εορτές, που εξελίσσονταν σε επίπεδο δημόσιας λατρείας, στην Αθήνα ήταν τα Ελευσίνια Μυστήρια, τα Θεσμοφόρια, τα Αδώνια, ενώ μικρότερης εμβέλειας εορτές υπήρξαν τα Αρρηφόρια και η Αρκτεία. Εξαιρετικής σημασίας ωστόσο υπήρξαν τα Παναθήναια, γιορτή η οποία αποκτούσε πάνδημο χαρακτήρα, προς τιμήν της πολιούχου Αθηνάς και διακρίνονταν σε κατ’ ενιαυτόν ή Μικρά Παναθήναια, τα οποία διαρκούσαν τέσσερις μέρες και Μεγάλα Παναθήναια, τα οποία γιορτάζονταν κάθε τέσσερα χρόνια και η διάρκειά τους ήταν δώδεκα μέρες. Οι γυναίκες της Αθήνας την ημέρα των γενεθλίων της Αθηνάς  έφτιαχναν έναν μεγάλο παμποίκιλο πέπλο, τον οποίο ύφαιναν επί εννέα μήνες και τον παρέδιδαν στον ιερέα της Αθηνάς μετά από λιτανεία από τον Κεραμεικό έως τον Παρθενώνα, στη διάρκεια της οποίας το ύφασμα ήταν κρεμασμένο σαν ιστίο σε πλοίο, ώστε να είναι ορατό από μακριά σε όλο το πλήθος.[9] Χαρακτηριστική είναι η ανατολική ζωφόρος του Παρθενώνα στην οποία απεικονίζεται ένα πλήθος θνητών γυναικών να συμμετέχουν στην πομπή, ανάμεσα στις οποίες διακρίνει κανείς γυναίκες δύο κατηγοριών· πρόκειται για τις παρθένες και τις μεγαλύτερες σε ηλικία γυναίκες.[10]
Καθώς η ζωή των γυναικών της Αθήνας περιοριζόταν αυστηρά μέσα στο χώρο του σπιτιού με κύριες ασχολίες της το νοικοκυριό και τη φροντίδα των παιδιών, με μια ανύπαρκτη σχεδόν συμμετοχή στις δημόσιες θρησκευτικές τελετές, οι γυναίκες αδημονούσαν για τους εορτασμούς αυτούς, στο λατρευτικό χαρακτήρα των οποίων μπορούσαν να παίξουν κάποιο ρόλο. Έτσι σε γιορτές όπως τα Ελευσίνια Μυστήρια, γιορτές που είχαν σχέση με μύηση και είχαν ένα μυστικιστικό χαρακτήρα, οι γυναίκες μπορούσαν εξίσου με τους άντρες να πάρουν μέρος.[11] Τα  Μυστήρια, αφιερωμένα στη θεά Δήμητρα και στην κόρη της Περσεφόνη ήταν πανάρχαια έθιμα που σχετίζονταν με τη βλάστηση, την άνθηση και το μαρασμό της φύσης. Θρησκευτικοί λόγοι υπαγόρευαν την μυστικότητα που κυριαρχούσε σε αυτή τη γιορτή, η οποία τελούνταν κάθε χρόνο το φθινόπωρο και η οποία υπήρξε η πιο σεβάσμια και δημοφιλής. Ωστόσο επρόκειτο για μια ανοιχτή γιορτή στην οποία μπορούσαν να λάβουν μέρος άντρες, παιδιά, δούλοι και γυναίκες.[12]
Προς τιμήν της Δήμητρας γίνονταν τα Θεσμοφόρια, τα οποία διαρκούσαν ένα τριήμερο. Στη γιορτή αυτή είχαν ενεργό ρόλο οι γυναίκες, οι οποίες έφευγαν από τα σπίτια τους, συγκεντρώνονταν στο ιερό της θεάς και απαγόρευαν την είσοδο αυστηρά σε άντρες. Χαρακτηριστική είναι η κωμωδία του Αριστοφάνη, στην οποία καταγράφεται και διακωμωδείται η μη αποδοχή του αντρικού στοιχείου στο χώρο.
Επρόκειτο για τη μόνη γιορτή στην οποία ένας πολύ μεγάλος αριθμός γυναικών της τάξης των πολιτών έπαιρνε μέρος. Η γιορτή σχετιζόταν με την γυναικεία γονιμότητα και κάθε μέρα, από τις τρεις που διαρκούσε, είχε το δικό της όνομα, ένα όνομα που δήλωνε το τελετουργικό που τη χαρακτήριζε.
Στα Αρρηφόρια, τη γιορτή στην οποία συμμετείχαν δυο πολύ νεαρής ηλικίας κορίτσια και η ιέρεια της Αθηνάς, μόνο επίλεκτες γυναίκες έπαιρναν μέρος. Έφεραν στο κεφάλι τους τα μυστικά, τα οποία δεν έπρεπε να αποκαλυφθούν κι έτσι το βράδυ κατέβαιναν από την Ακρόπολη μέσα από ένα μυστικό πέρασμα, σε μια δραστηριότητα ξένη με τη λατρεία της θεάς Αθηνάς στην οποία ήταν αφιερωμένα.[13]
Μια γιορτή στην οποία οι γυναίκες λάμβαναν επίσης μέρος ήταν τα Αδώνια, γιορτή αφιερωμένη στην Αφροδίτη και στον έρωτά της για τον Άδωνη. Πιθανόν φερμένη μέσω της Κύπρου από την Ανατολή, λάμβανε χώρα στα αθηναϊκά σπίτια όπου οι γυναίκες θρηνούσαν το χαμό των νεκρών, έκλαιγαν γοερά και τραβούσαν τα μαλλιά τους, μοιρολογώντας. Επρόκειτο για μια γιορτή με συμβολικό χαρακτήρα, που σχετιζόταν με το κύκλο της φύσης, το μαρασμό και τη βλάστηση. Τέλος η Αρκτεία, προς τιμήν της θεάς Άρτεμης για κορίτσια ηλικίας δέκα ετών, τα οποία, υπό την καθοδήγηση των μεγαλύτερων γυναικών, υποδύονταν τις «αρκούδες», για να εξασφαλίσουν την εύνοια και προστασία της θεάς κατά το πέρασμά τους στην εφηβική ηλικία και αργότερα κατά τον τοκετό. Επρόκειτο για μια γιορτή σημαντική για τα κορίτσια, ανάλογη με τη στρατολόγηση των αγοριών. Τα κορίτσια αναπαρίσταναν πράξεις που θα έκαναν ως νύφες και χάριζαν στη θεά κρατηρίσκους, ως αναθήματα, λόγω της συμμετοχής τους στη γιορτή αυτή.[14]
Καθώς οι γυναικείες λατρείες συνδέονται με την αναπαραγωγή, τη γονιμότητα, τη βλάστηση και το μαρασμό της φύσης γίνονταν αφορμή για να βγουν οι γυναίκες από τα σπίτια τους, μακριά από τη συντροφιά των γηραιότερων γυναικών και των παιδιών τους, γεγονός που περίμεναν με λαχτάρα, αφού στις υπόλοιπες λατρείες δεν είχαν κανένα δικαίωμα συμμετοχής.[15]
 Πέρα όμως από τις δημόσιες τελετές στις οποίες έπαιρναν μέρος, οι γυναίκες συμμετείχαν σε μια σειρά ιδιωτικών τελετών, όπως οι γάμοι, κηδείες, φροντίδα οικογενειακών τάφων, μια σειρά μνημόσυνων, στις οποίες ακολουθούσαν συγκεκριμένο τελετουργικό, καθώς κάθε παράλειψη καθηκόντων προγονολατρείας εκ μέρους τους συνιστούσε αίτιο κοινωνικής μομφής.[16]


[1] L. B. ZAIDMAN, P. S. PANTEL, Η Θρησκεία στις Ελληνικές πόλεις της Κλασικής Εποχής, Αθήνα, εκδ. Πατάκης, 20095, σελ. 179-181.
[2] L. B. ZAIDMAN, P. S. PANTEL, ό.π., σελ. 180
[3] L. B. ZAIDMAN, P. S. PANTEL, ό.π., σελ. 200.
[4] Ν. ΜΠΙΡΓΑΛΙΑΣ «Αρχαία Ελληνική Θρησκεία» στο: Α. Μήλιος, Ν. Μπιργιάλιας, Ελ. Παπαευθυμίου, Α. Πετροπούλου, Δημόσιος και Ιδιωτικός Βίος στην Ελλάδα Ι: Από την Αρχαιότητα έως και τα Μεταβυζαντινά Χρόνια, τόμος Α΄: Δημόσιος και Ιδιωτικός Βίος στην Αρχαία Ελλάδα, ΕΑΠ, Πάτρα 2000, σελ. 346.
[5] Α. ΠΕΤΡΟΠΟΥΛΟΥ, ό.π., σελ. 306.
[6] J. Neils, «Γυναικών Λατρείες» στο: Γυναικών Λατρείες, Τελετουργίες και καθημερινότητα στην κλασική Αθήνα, επιμέλεια έκδοσης Ν. Καλτσάς, Α. Shapiro, Κοινωφελές Ίδρυμα Αλέξανδρος Ωνάσης, Υπουργείο Πολιτισμού, Αθήνα, Εθνικό Αρχαιολογικό Μουσείο, 2009, σελ. 244.
[7] Ν. Μπιργάλιας, Βίος, ό.π., σελ. 347.
[8] [8] L. B. ZAIDMAN, P. S. PANTEL, ό.π., σελ. 185.
[9] Βάλια Ξενίδου Schild «Η ζωή της παντρεμένης γυναίκας» στο: στο: Ανθή Δίπλα, Δημόσιος και Ιδιωτικός Βίος στην Ελλάδα Ι, Αθήνα και Σπάρτη: Αρχαϊκή και Κλασική Περίοδος, Ανθολόγιο Κείμενα από τη Σύγχρονη Βιβλιογραφία ΕΑΠ, Πάτρα 2008, σελ. 115-116.
[10] J. Neils, ό.π., σελ. 248.
[11] J. Neils,  ό.π., σελ.244.
[12] Βάλια Ξενίδου schild, ό.π., σελ. 119.
[13] J Neils, ό.π., σελ. 245.
[14] J. Neils, ό.π, σελ. 245.
[15] Βάλια Ξενίδου Schield, ό.π., σελ 124.
[16] Βάλια Ξενίδου Schild, ό.π., σελ. 116.

Πέμπτη, 2 Φεβρουαρίου 2012

Η ΣΟΦΙΑ ΣΤΡΕΖΟΥ ΓΙΑ ΤΟ ΠΑΡΑΜΥΘΙ ΤΗΣ ΒΡΟΧΗΣ

Η ποιήτρια ΣΟΦΙΑ ΣΤΡΕΖΟΥ γράφει για ΤΟ ΠΑΡΑΜΥΘΙ ΤΗΣ ΒΡΟΧΗΣ

Το "Παραμύθι της βροχής" είναι το νέο μυθιστόρημα της Τέσυς Μπάιλα που κυκλοφόρησε από τις ΕΚΔΟΣΕΙΣ ΔΟΚΙΜΑΚΗΣ το 2011.

Τούτο το παραμύθι το διάβασα πριν ακόμα ξεκινήσει άλλη μια περιπέτεια έκδοσης και αγωνίας για την συγγραφέα. Τυπωμένο πια, το ξαναδιαβάζω με την ίδια και μεγαλύτερη ίσως συγκίνηση από πριν. Ίσως γιατί το τυπωμένο κείμενο ασκεί την γοητεία ενός φίλου που είναι πάντα εκεί, περιμένοντας την όμορφη συνάντησή του με τον αναγνώστη. Είναι ένα εξαιρετικό βιβλίο με υπέροχη γραφή. Είναι πλεύσεις σε συναισθήματα που ξυπνά η βροχή σαν χτυπά στο παραθύρι της ψυχής κι οι στάλες ίσως να είναι οι λυγμοί της απώλειας που επιστρέφουν, κάθε φορά που οι χτύποι στο τζάμι ταυτίζονται με αυτούς τους χτύπους της καρδιάς. Ίσως γιατί πάλι, όταν επανέρχεται ο πόνος, επαναπροσδιορίζεται με αφετηρίες παλαιότερου πόνου.

Οι ανασκαφές της αρχαιολόγου, η επαγγελματική ταυτότητα της ηρωίδας, δεν έχουν να κάνουν μόνον με τα ευρήματα, που ανακαλύπτει σε χώρους, που η λήθη του χρόνου σκέπασε με την σκόνη του. Έχει να κάνει με τις εσωτερικές ανασκαφές. Την ανάπλαση των δικών της αναμνήσεων, προσπαθώντας να τις τοποθετήσει ευλαβικά σε τρέχοντα χρόνο, μη τύχει και χαθεί η παραμικρή λεπτομέρεια εκείνων που έχει ζήσει, μέσα στην αφοσίωση της αγάπης. Μα όταν η λύπη βρει το κατάλληλο έδαφος για να καλλιεργηθεί, καρποφορεί καρπούς πολλών ειδών και αποχρώσεων. Γιατί σκοτεινοί λαβύρινθοι καιροφυλακτούν, ώστε να κατοικηθούν από τα θύματα της θλίψης.

Στο «Παραμύθι της βροχής», η ανάγνωση έχει την ροή ρυακιού που μελαγχολικά κελαρύζει, με τους ήχους να διαπερνούν και να εισχωρούν στις αισθήσεις. Το προσδιορισμένο γίνεται απροσδιόριστο στις εκβολές του πόνου, καθώς οι καταβάσεις του νερού γίνονται μελετημένες αναρριχήσεις στις δύσκολες αναβάσεις στην ψυχή των αναγνωστών. Το έχει αυτό η γραφή της Τέσυ Μπάιλα, εκεί δηλαδή που νομίζεις πως αναγνωρίζεις την έκβαση της μυθοπλασίας, εκεί ακριβώς γίνεται η ανατροπή. Με περιέργεια, με αγωνία, προσπερνά μια-μια τις σελίδες ώστε η εξέλιξη να φανεί στα μάτια μας. Έτσι η συγγραφέας προσπαθεί να εισχωρήσει στο μεγάλο πρόβλημα της εποχής, την κατάθλιψη. Την αναδεικνύει στο πρόσωπο της Χριστίνας και πως εκείνη προσπαθεί να την διαχειρισθεί. Γιατί όταν οι εφιάλτες επιστρέφουν, πρέπει να τους κοιτάξεις κατάματα, για να τους αντιμετωπίσεις κι ύστερα να τους νικήσεις, βιώνοντας τον πόνο από την αρχή, πηγαίνοντας βήμα-βήμα ως την τελευταία ρίζα, ως το ελάχιστο υπόλειμμα της αρχικής φύτρας του πόνου. Η ηρωίδα θα καταδυθεί μέχρι το τελευταίο βάραθρο της θλίψης, μετά από μια σειρά θλιβερών γεγονότων, που συντάραξαν την ήσυχη και ήρεμη μέχρι χθες ζωή της. Όσες προσπάθειες κι αν καταβάλλει για να απεγκλωβιστεί ζητώντας ακόμα και την βοήθεια ειδικού, δεν καταφέρνει να απελευθερωθεί από εκείνο που την ψυχής της κατατρώει. Θα προχωρήσουμε μαζί της, ακολουθώντας τα βήματά της μέχρι την οριστική κάθαρση της τραγωδίας. Σιωπηλοί θεατές σε δραματοποιημένα κείμενα ψυχής που περιγράφουν, συγκινούν, φέρνουν δάκρυα στα μάτια ως την τελευταία σελίδα.

Η αληθινή φιλία είναι άλλο ένα θέμα που ανακαλύπτουμε στις σελίδες του μυθιστορήματος. Μ’ έναν απλό και ταυτόχρονα μαγικό τρόπο, θα ξεδιπλωθεί η φιλική σχέση δύο διαφορετικών ανθρώπων, ξεχωριστών, που έχουν πιάσει τα δύο άκρα της γης. Αν και ζουν μακριά κι ο καθένας στον δικό του τόπο, με διαφορετικά βιώματα, άλλη ψυχοσύνθεση, κι εντελώς άλλη κουλτούρα θα συναντηθούν, για ν’ αποστάξουν την σοφία της διαφορετικότητας και να μεταγγισθεί νοοποιημένη πια, αναγνωρίζοντας πως η αλήθεια είναι μία, που προσεγγίζεται από διαφορετική διαδρομή κάθε φορά.

Ενδεχομένως κάποιες μεταφυσικές ή άλλες αναζητήσεις, ώθησαν την Τέσυ Μπάιλα, ώστε να μεταφέρει την πλοκή του έργου της στην μακρινή Ιαπωνία. Να μεταφέρει στις σελίδες του πονήματός της, όλες της αποχρώσεις μιας χώρας όμορφης που αναδύει γαλήνη, σύμφωνα με τις περιγραφές της.
Διαβάζοντας και ξαναδιαβάζοντας αρκετές φορές το βιβλίο, για να μπορέσω ν’ αφουγκραστώ τις λέξεις τις, μου αποκαλύπτονταν σε κάθε ανάγνωση και μια άλλη πτυχή. Θέλω να πω, πως, πίσω από τους διαλόγους και μονολόγους των ηρώων της, μου ξεδιπλωνόταν το ψηφιδωτό μιας φιλοσοφικής αναζήτησης, γραμμένη με ποιητικό τρόπο. Γιατί πίσω από την φιλοσοφία υπάρχει η Ποίηση. Τα φιλοσοφικά ψήγματα χρωματίζουν τις ψηφίδες με την ωραιότητα της γραφής της. Θεωρώ πως δεν είναι εύκολο να αιχμαλωτίσεις μια πορεία που μέσα της κλείνει πολλές διαδρομές, ως να έρθει το τέλος της μυθοπλασίας. Γιατί πίσω από την ιστορία, υπάρχει η μοναχική και σχεδόν ασκητική συνομιλία της δημιουργού με τους ήρωές της. Οδυνηρή τις περισσότερες φορές. Δεν είναι δηλαδή μόνον η κινηματογραφική εξέλιξη που διαδραματίζεται μπρος τα μάτια των αναγνωστών, είναι η όλη συγγραφική συμπεριφορά που αναδεικνύει το ήθος του ανθρώπου που κρύβεται επιμελώς μέσα στον καλλιτέχνη.

Η συγγραφέας θέλησε να περπατήσει στην πολιτισμική διάσταση των ηρώων της. Να περάσει με ανάγλυφο τρόπο την αφετηρία της κοσμογονικής αλήθειας, που ενώ φαίνεται διαιρετή είναι μοναδική και αδιαίρετη.
Είναι ο κόσμος των ιδεών της πλατωνικής φιλοσοφίας που ενώνεται με την ανατολική θρησκευτική φιλοσοφία για να βρει την ουσία του κόσμου. Όλη αυτή τη διαδρομή θα την διανύσει δίνοντας τον λόγο στους πρωταγωνιστές της αφηγηματικής της. Ακολουθείται ένα πεπρωμένο, μια μοίρα που ενώνει, αποκαλύπτοντας όχι μόνον την πνευματική συγγένεια μεταξύ των ανθρώπων, αλλά κυρίως τον δρόμο που ακολούθησαν μέχρι ν’ ανακαλύψουν και να φτάσουν στην πληρότητα της καρδιάς και του νου.

Έχω την αίσθηση πως στο συγκεκριμένο ανάγνωσμα η ίδια η μυθιστοριαγράφος και κατ’ επέκταση οι ήρωές της υπερβαίνουν τα προσωπικά όρια, για να φτάσουν σε άλλα ξέφωτα. Επιμηκύνουν τις ζωές τους ανυποψίαστα, μη γνωρίζοντας, αναζητώντας όμως βασανιστικά άλλες αποχρώσεις, για να ντύσουν το γκρίζο που περιρρέει τη συνειδητότητα της ύπαρξής τους. Θέλει γνώση κι απόθεμα ψυχής, για να δοθεί η χάρη της γενναιοδωρίας στους ανθρώπους. Για να υπάρξεις όμως γενναιόδωρος πρέπει πρώτα να υπάρξεις ελεύθερος. Να απαλλαγείς δηλαδή από όλα τα μικρά και τα ψεύτικα που δηλητηριάζουν την καθημερινότητα και να ζεις την κάθε μέρα με ευαισθησία και σύνεση. Άλλωστε τα πάντα ανήκουν σε όλους κι όλοι διαθέτουν την πολυτέλεια της επιλογής.

Πάντα θαύμαζα τους συγγραφείς για εκείνη την ικανότητα να διεισδύουν στις πιο ευαίσθητες γωνιές του ψυχισμού των ηρώων τους. Προνόμιο των Μεγάλων που διαφεντεύοντας τον χρόνο, τοποθετούν και τοποθετούνται όχι για χάρη του λόγου, αλλά για χάρη της αναζήτησης νέων μορφών επικοινωνίας, μεταλαμπαδεύοντας γνώση.
Τούτο ακριβώς κάνει και η Τέσυ Μπάιλα. Μεταλαμπαδεύει σε όλους μας την εμπειρία και την γνώση με εύγλωττο, γλαφυρό και κατανοητό τρόπο. Με λυρική διάθεση προσκαλεί να την ακολουθήσουμε σε τούτο το μακρινό ταξίδι στα έγκατα της ψυχής. Οι λέξεις μιλούν κι έχουν να πουν ακόμα περισσότερα σε κείνους που τις αναζητούν σε κάθε γόνιμη γραφή. Έτσι σα φθάνει η ώρα να μυρίσουμε με λαχτάρα που φέρνει το άρωμα φρεσκοτυπωμένου χαρτιού, ασύνειδα αναζητούμε στις ραγισματιές των ηρώων τις δικές μας ραγισματιές, που επιθυμούν να επουλωθούν στο επέκεινα του χρόνου. Κι όσοι πολύ έχουν πονέσει ίσως να βρουν τις φυλακισμένες αλήθειες στις άγριες επιφάνειες του πόνου.

«Το παραμύθι της βροχής» είναι το κλειδί που ξεκλειδώνει σκέψεις και συναισθήματα για να ταξιδέψουν από το Αρχιπέλαγος της Ιαπωνίας ως το δικό μας Αιγαίο, διαπιστώνοντας πως στο βάθος εκείνο που μετράει είναι ο άνθρωπος και πως δύο διαφορετικοί λαοί μπορούν να μοιάζουν τόσο πολύ. Καλοτάξιδες πλεύσεις στις όμορφες στάλες της γραφής σου Τέσυ…


Απόσπασμα:

«Η φιλοσοφία είναι ένα μεγάλο ταξίδι!» της είπε εκείνος. «Όλα όσα σε εντυπωσιάζουν, βρίσκονται εκεί. Είναι μια θάλασσα για να ταξιδέψεις, και πάντα σε περιμένει μια διάφανη ακρογιαλιά στο τέλος του ταξιδιού. Χρειάζεσαι δυνατό σκαρί όμως, για τον πηγαιμό στην καινούργια ακτή. Στην Ελλάδα το είπατε Πλάτωνα, Αριστοτέλη, Σωκράτη ή Πυθαγόρα. Εμείς εδώ το λέμε Βούδα. Στην Κίνα Κομφούκιο, κάθε λαός κάπως το ονομάζει. Και η ακτή που θα φτάσουμε μπορεί να λέγεται τελείωση, αυτογνωσία ή νιρβάνα, δεν έχει καμιά σημασία. Παντού έχει ένα διαφορετικό όνομα, το σκαρί όμως ακολουθεί τα ίδια κύματα για να φτάσει στον προορισμό του. Δεν υπάρχουν διαχωρισμοί. Το θέμα είναι να αφεθείς στο ταξίδι που σε καλεί. Να ακούσεις την άγκυρα όταν σηκώνεται από το νερό και να προλάβεις να επιβιβαστείς στο πλοίο που φεύγει».

Η Χριστίνα δεν μιλούσε. Άκουγε μόνο τα λόγια αυτού του ανθρώπου και σκεφτόταν πόση μοναξιά προϋποθέτει αυτό το ταξίδι. Όλα ένας δρόμος λοιπόν. Ένας δρόμος μακρινός, μοναχικός και δύσκολος. Ένα μακρινό μονοπάτι προς την αυτογνωσία που θα οδηγήσει τελικά στην προσωπική ολοκλήρωση. Είναι ένα μεγάλο ταξίδι.

«Το εύδαιμον το ελεύθερον, το δ’ ελεύθερον το εύψυχον». Η Χριστίνα έφερε στο νου της τα λόγια του Θουκυδίδη από τον Επιτάφιο του Περικλή, μην μπορώντας να κρύψει την έκπληξή της. Αιώνες πριν ο Θουκυδίδης είχε μιλήσει γι’ αυτά. Για να φτάσει κανείς την τελειότητα είναι ανάγκη να κατακτήσει πρώτα την ελευθερία, αλλά για να γίνει αυτό πρέπει να έχει βαθύνει στην ψυχή του, πρέπει να έχει φτάσει σ’ ένα ανώτερο επίπεδο τελείωσης και πληρότητας. «Είμαστε μόνοι σ’ αυτό το ταξίδι;» τον ρώτησε.

«Πάντα μόνοι είμαστε, ας μη γελιόμαστε. Ερχόμαστε και φεύγουμε από τη ζωή πάντα μόνοι, κι ας διαλέγουμε εμείς αυτούς που θα αγγίξουν ή έστω θα δουν τις ρωγμές της ψυχής μας. Στο ταξίδι της ζωής και της αυτογνωσίας, είτε έχουμε συνεπιβάτες είτε όχι στο καράβι μας, τελικά είμαστε μόνοι μας. Εμείς ανοίγουμε τα πανιά του πλεούμενου κατά κει που μας καλεί ο άνεμος. Κανένας άλλος! Ορίζουμε τα προσωπικά μας όρια και προχωρούμε, με την ελπίδα να φτάσουμε. Και καμιά φορά είναι το ίδιο το ταξίδι που διώχνει τους συνεπιβάτες μας. Η μοίρα του ανθρώπου αλλάζει και συχνά οι άλλοι δεν μπορούν να αποδεχτούν την αλλαγή αυτή. Φεύγουν από κοντά, απομακρύνονται. Σαν να μην μπορούν να αντέξουν το δρόμο που εμείς διαλέξαμε να ακολουθούμε. Επειδή δεν βλέπουν το λιμάνι που θέλουμε να φτάσουμε ή το δικό τους είναι αλλού. Και τότε νιώθουμε τη μοναξιά που πάντα υπάρχει γύρω μας αλλά δεν μπορούμε να δούμε. Η ζωή, σαν προβολέας, περνά και φωτίζει τελικά όλα τα αθέατα γύρω μας».