Παρασκευή, 24 Φεβρουαρίου 2012

Οι γυναικείες θεότητες του αττικού πάνθεου, οι λατρείες τους στην αρχαία Αθήνα και ο λατρευτικός ρόλος των Ατθίδων.


ΠΑΝΘΕΟΝ-ΔΩΔΕΚΑΘΕΟ,ΖΩΦΟΡΟΣ ΠΑΡΘΕΝΩΝΑ, ΤΑ ΛΑΤΡΕΥΤΙΚΑ ΕΠΙΘΕΤΑ ΤΩΝ ΘΕΟΤΗΤΩΝ, ΣΥΜΠΛΗΡΩΜΑΤΙΚΕΣ ΘΕΟΤΗΤΕΣ.
Είναι χαρακτηριστικό της αρχαίας ελληνικής θρησκείας ο πολυθεϊσμός, γεγονός που οδήγησε στη συστηματική ομαδοποίηση των θεοτήτων με κοινό πεδίο δράσης, συγκεκριμένη ταυτότητα και ρόλο. Έτσι οι Έλληνες επινόησαν κάποιους συνδυασμούς θεοτήτων τα λεγόμενα Πάνθεα, για τους οποίους σημαντικό είναι να κατανοήσουμε τους δεσμούς που τους συνδέουν, τις λατρείες που τους τιμούν, τα όρια των πεδίων δράσης τους, τους λόγους για τους οποίους γίνεται η επίκλησή τους. Σημαντικότερο είναι ωστόσο να κατανοήσουμε ότι τα πάνθεα δεν είναι μόνο ένα απλό και συχνά πρόχειρο σύστημα θεών, αλλά ένας ολοζώντανος οργανισμός, δημιουργημένος βάση λογικής και λειτουργικής χρησιμότητάς του για την κοινωνία και την ιστορική περίοδο που τα δημιούργησε.[1]
Μια και σκοπός αυτής της μελέτης είναι οι γυναικείες θεότητες του αττικού πανθέου, χρήσιμο θα ήταν να δούμε τις διαφοροποιήσεις που σημειώνονται στην αναπαράσταση των θεοτήτων αυτών στη ζωφόρο του Παρθενώνα, στην οποία οι αναπαριστώμενες γυναικείες θεότητες είναι η Δήμητρα, ή Ήρα, η Αφροδίτη, η Άρτεμις, και η Αθηνά, ενώ απουσιάζει η Εστία. Αν και στο δωδεκάθεο της ζωφόρου δεν αναπαρίσταται, αποτελεί σημαντικότατη θεότητα του αττικού πανθέου σε ιδιωτικό επίπεδο, καθώς η ύπαρξή του βωμού της μέσα σε κάθε σπίτι αποδεικνύει και το ιδιαίτερο του ρόλου της, χαρακτηριστικό παράδειγμα που μαρτυρά ότι το Πάνθεο έχει ευρύτερη έννοια από το τοπικό χαρακτήρα του τοπικού δωδεκάθεου. Ενώ ο αριθμός δώδεκα των θεών παραμένει ίδιος, δυσκολεύοντας κατ’ αυτόν τον τρόπο την καταλογογράφηση και την μελέτη του συγκεκριμένου πανθέου.[2]
Το Πάνθεο διαφέρει από τόπο σε τόπο και εξελίσσεται με την πάροδο του χρόνου, την εισαγωγή λατρειών και νέων στοιχείων.[3] Μπορεί άλλωστε να χωριστεί σύμφωνα με το χώρο τον οποίο επηρεάζει η κάθε θεότητα κι έτσι οι γυναικείες θεότητες χωρίζονται με τη σειρά τους σε θεές μητέρες, όπως είναι η Ήρα, σε θεές κόρες, όπως η Άρτεμη και ανάλογα συμβολίζουν και συνδέονται με τη γονιμότητα, το γάμο ή τη σεξουαλικότητα.[4]
Ανάλογα με τον λόγο για τον οποίο γινόταν επίκληση στις αντίστοιχες θεότητες, οι Έλληνες τους προσέδιδαν διάφορα επίθετα. Συγκεκριμένα η Ήρα ονομαζόταν Τελεία, ως προστάτιδα του γάμου, η Άρτεμις Ειλείθυια, και Λοχίας, ως προστάτιδα θεά του τοκετού και η Δήμητρα Κουροτρόφος.[5] Ως πολιούχος των τροφών η Άρτεμις είχε το προσωνύμιο Κορυθαλία, η Αθηνά Παρθένος. Αλλά και άλλα προσωνύμια είναι γνωστά όπως Αθηνά Πολιάδα, Δήμητρα Καλλιγένεια, Αφροδίτη Ουρανία και Άρτεμη Βραυρωνεία[6]
Εκτός από τη μεγάλη αυτή ομάδα των θεών του Ολύμπου υπήρχαν κι άλλες μορφές, δευτερεύουσες γυναικείες θεότητες, όπως η Ήβη που αντιπροσώπευε τη νεότητα, η Τύχη, η Λήθη,  οι Ερινύες, οι Μούσες, οι Χάριτες, οι Σειρήνες, οι Μοίρες, οι Νύμφες, οι Ωκεανίδες, οι  Ώρες.[7] Το πολυθεϊστικό σύστημα των Ελλήνων κατατάσσει τις θεότητες σύμφωνα με το ρόλο τους και τις δυνάμεις τους. Δυνάμεις που συμπληρώνονται από άλλες θεότητες. Παράδειγμα αυτών των συμπληρωματικών θεοτήτων αποτελεί η Πειθώ, η οποία συνοδεύει την Αφροδίτη.[8]

Β) ΟΙ ΛΑΤΡΕΙΕΣ ΚΑΙ Ο ΡΟΛΟΣ ΤΩΝ ΑΤΘΙΔΩΝ ΣΤΙΣ ΛΑΤΡΕΙΕΣ ΑΥΤΕΣ.
Σημαντικές εορτές, που εξελίσσονταν σε επίπεδο δημόσιας λατρείας, στην Αθήνα ήταν τα Ελευσίνια Μυστήρια, τα Θεσμοφόρια, τα Αδώνια, ενώ μικρότερης εμβέλειας εορτές υπήρξαν τα Αρρηφόρια και η Αρκτεία. Εξαιρετικής σημασίας ωστόσο υπήρξαν τα Παναθήναια, γιορτή η οποία αποκτούσε πάνδημο χαρακτήρα, προς τιμήν της πολιούχου Αθηνάς και διακρίνονταν σε κατ’ ενιαυτόν ή Μικρά Παναθήναια, τα οποία διαρκούσαν τέσσερις μέρες και Μεγάλα Παναθήναια, τα οποία γιορτάζονταν κάθε τέσσερα χρόνια και η διάρκειά τους ήταν δώδεκα μέρες. Οι γυναίκες της Αθήνας την ημέρα των γενεθλίων της Αθηνάς  έφτιαχναν έναν μεγάλο παμποίκιλο πέπλο, τον οποίο ύφαιναν επί εννέα μήνες και τον παρέδιδαν στον ιερέα της Αθηνάς μετά από λιτανεία από τον Κεραμεικό έως τον Παρθενώνα, στη διάρκεια της οποίας το ύφασμα ήταν κρεμασμένο σαν ιστίο σε πλοίο, ώστε να είναι ορατό από μακριά σε όλο το πλήθος.[9] Χαρακτηριστική είναι η ανατολική ζωφόρος του Παρθενώνα στην οποία απεικονίζεται ένα πλήθος θνητών γυναικών να συμμετέχουν στην πομπή, ανάμεσα στις οποίες διακρίνει κανείς γυναίκες δύο κατηγοριών· πρόκειται για τις παρθένες και τις μεγαλύτερες σε ηλικία γυναίκες.[10]
Καθώς η ζωή των γυναικών της Αθήνας περιοριζόταν αυστηρά μέσα στο χώρο του σπιτιού με κύριες ασχολίες της το νοικοκυριό και τη φροντίδα των παιδιών, με μια ανύπαρκτη σχεδόν συμμετοχή στις δημόσιες θρησκευτικές τελετές, οι γυναίκες αδημονούσαν για τους εορτασμούς αυτούς, στο λατρευτικό χαρακτήρα των οποίων μπορούσαν να παίξουν κάποιο ρόλο. Έτσι σε γιορτές όπως τα Ελευσίνια Μυστήρια, γιορτές που είχαν σχέση με μύηση και είχαν ένα μυστικιστικό χαρακτήρα, οι γυναίκες μπορούσαν εξίσου με τους άντρες να πάρουν μέρος.[11] Τα  Μυστήρια, αφιερωμένα στη θεά Δήμητρα και στην κόρη της Περσεφόνη ήταν πανάρχαια έθιμα που σχετίζονταν με τη βλάστηση, την άνθηση και το μαρασμό της φύσης. Θρησκευτικοί λόγοι υπαγόρευαν την μυστικότητα που κυριαρχούσε σε αυτή τη γιορτή, η οποία τελούνταν κάθε χρόνο το φθινόπωρο και η οποία υπήρξε η πιο σεβάσμια και δημοφιλής. Ωστόσο επρόκειτο για μια ανοιχτή γιορτή στην οποία μπορούσαν να λάβουν μέρος άντρες, παιδιά, δούλοι και γυναίκες.[12]
Προς τιμήν της Δήμητρας γίνονταν τα Θεσμοφόρια, τα οποία διαρκούσαν ένα τριήμερο. Στη γιορτή αυτή είχαν ενεργό ρόλο οι γυναίκες, οι οποίες έφευγαν από τα σπίτια τους, συγκεντρώνονταν στο ιερό της θεάς και απαγόρευαν την είσοδο αυστηρά σε άντρες. Χαρακτηριστική είναι η κωμωδία του Αριστοφάνη, στην οποία καταγράφεται και διακωμωδείται η μη αποδοχή του αντρικού στοιχείου στο χώρο.
Επρόκειτο για τη μόνη γιορτή στην οποία ένας πολύ μεγάλος αριθμός γυναικών της τάξης των πολιτών έπαιρνε μέρος. Η γιορτή σχετιζόταν με την γυναικεία γονιμότητα και κάθε μέρα, από τις τρεις που διαρκούσε, είχε το δικό της όνομα, ένα όνομα που δήλωνε το τελετουργικό που τη χαρακτήριζε.
Στα Αρρηφόρια, τη γιορτή στην οποία συμμετείχαν δυο πολύ νεαρής ηλικίας κορίτσια και η ιέρεια της Αθηνάς, μόνο επίλεκτες γυναίκες έπαιρναν μέρος. Έφεραν στο κεφάλι τους τα μυστικά, τα οποία δεν έπρεπε να αποκαλυφθούν κι έτσι το βράδυ κατέβαιναν από την Ακρόπολη μέσα από ένα μυστικό πέρασμα, σε μια δραστηριότητα ξένη με τη λατρεία της θεάς Αθηνάς στην οποία ήταν αφιερωμένα.[13]
Μια γιορτή στην οποία οι γυναίκες λάμβαναν επίσης μέρος ήταν τα Αδώνια, γιορτή αφιερωμένη στην Αφροδίτη και στον έρωτά της για τον Άδωνη. Πιθανόν φερμένη μέσω της Κύπρου από την Ανατολή, λάμβανε χώρα στα αθηναϊκά σπίτια όπου οι γυναίκες θρηνούσαν το χαμό των νεκρών, έκλαιγαν γοερά και τραβούσαν τα μαλλιά τους, μοιρολογώντας. Επρόκειτο για μια γιορτή με συμβολικό χαρακτήρα, που σχετιζόταν με το κύκλο της φύσης, το μαρασμό και τη βλάστηση. Τέλος η Αρκτεία, προς τιμήν της θεάς Άρτεμης για κορίτσια ηλικίας δέκα ετών, τα οποία, υπό την καθοδήγηση των μεγαλύτερων γυναικών, υποδύονταν τις «αρκούδες», για να εξασφαλίσουν την εύνοια και προστασία της θεάς κατά το πέρασμά τους στην εφηβική ηλικία και αργότερα κατά τον τοκετό. Επρόκειτο για μια γιορτή σημαντική για τα κορίτσια, ανάλογη με τη στρατολόγηση των αγοριών. Τα κορίτσια αναπαρίσταναν πράξεις που θα έκαναν ως νύφες και χάριζαν στη θεά κρατηρίσκους, ως αναθήματα, λόγω της συμμετοχής τους στη γιορτή αυτή.[14]
Καθώς οι γυναικείες λατρείες συνδέονται με την αναπαραγωγή, τη γονιμότητα, τη βλάστηση και το μαρασμό της φύσης γίνονταν αφορμή για να βγουν οι γυναίκες από τα σπίτια τους, μακριά από τη συντροφιά των γηραιότερων γυναικών και των παιδιών τους, γεγονός που περίμεναν με λαχτάρα, αφού στις υπόλοιπες λατρείες δεν είχαν κανένα δικαίωμα συμμετοχής.[15]
 Πέρα όμως από τις δημόσιες τελετές στις οποίες έπαιρναν μέρος, οι γυναίκες συμμετείχαν σε μια σειρά ιδιωτικών τελετών, όπως οι γάμοι, κηδείες, φροντίδα οικογενειακών τάφων, μια σειρά μνημόσυνων, στις οποίες ακολουθούσαν συγκεκριμένο τελετουργικό, καθώς κάθε παράλειψη καθηκόντων προγονολατρείας εκ μέρους τους συνιστούσε αίτιο κοινωνικής μομφής.[16]


[1] L. B. ZAIDMAN, P. S. PANTEL, Η Θρησκεία στις Ελληνικές πόλεις της Κλασικής Εποχής, Αθήνα, εκδ. Πατάκης, 20095, σελ. 179-181.
[2] L. B. ZAIDMAN, P. S. PANTEL, ό.π., σελ. 180
[3] L. B. ZAIDMAN, P. S. PANTEL, ό.π., σελ. 200.
[4] Ν. ΜΠΙΡΓΑΛΙΑΣ «Αρχαία Ελληνική Θρησκεία» στο: Α. Μήλιος, Ν. Μπιργιάλιας, Ελ. Παπαευθυμίου, Α. Πετροπούλου, Δημόσιος και Ιδιωτικός Βίος στην Ελλάδα Ι: Από την Αρχαιότητα έως και τα Μεταβυζαντινά Χρόνια, τόμος Α΄: Δημόσιος και Ιδιωτικός Βίος στην Αρχαία Ελλάδα, ΕΑΠ, Πάτρα 2000, σελ. 346.
[5] Α. ΠΕΤΡΟΠΟΥΛΟΥ, ό.π., σελ. 306.
[6] J. Neils, «Γυναικών Λατρείες» στο: Γυναικών Λατρείες, Τελετουργίες και καθημερινότητα στην κλασική Αθήνα, επιμέλεια έκδοσης Ν. Καλτσάς, Α. Shapiro, Κοινωφελές Ίδρυμα Αλέξανδρος Ωνάσης, Υπουργείο Πολιτισμού, Αθήνα, Εθνικό Αρχαιολογικό Μουσείο, 2009, σελ. 244.
[7] Ν. Μπιργάλιας, Βίος, ό.π., σελ. 347.
[8] [8] L. B. ZAIDMAN, P. S. PANTEL, ό.π., σελ. 185.
[9] Βάλια Ξενίδου Schild «Η ζωή της παντρεμένης γυναίκας» στο: στο: Ανθή Δίπλα, Δημόσιος και Ιδιωτικός Βίος στην Ελλάδα Ι, Αθήνα και Σπάρτη: Αρχαϊκή και Κλασική Περίοδος, Ανθολόγιο Κείμενα από τη Σύγχρονη Βιβλιογραφία ΕΑΠ, Πάτρα 2008, σελ. 115-116.
[10] J. Neils, ό.π., σελ. 248.
[11] J. Neils,  ό.π., σελ.244.
[12] Βάλια Ξενίδου schild, ό.π., σελ. 119.
[13] J Neils, ό.π., σελ. 245.
[14] J. Neils, ό.π, σελ. 245.
[15] Βάλια Ξενίδου Schield, ό.π., σελ 124.
[16] Βάλια Ξενίδου Schild, ό.π., σελ. 116.

Δεν υπάρχουν σχόλια: