Παρασκευή, 10 Αυγούστου 2012

Η Γυναίκα της Βορινής Κουζίνας της Ελένης Γκίκα



«Ένα έργο παραμένει πάντα ανοιχτό στο ενδεχόμενο».
Με αυτή τη φράση κλειδί η συγγραφέας Ελένη Γκίκα μας καλεί να ξεκλειδώσουμε τους μυστικούς κόσμους των ηρώων της και να αναζητήσουμε την ηδονή του αναπάντεχου που σε ξαφνιάζει όταν αφεθείς να αποκρυπτογραφήσεις τα νοήματα που ενυπάρχουν μέσα στις λέξεις της. Λέξεις που με επιδεξιότητα και σοφία «υφαίνει» η Ελένη Γκίκα σε ένα λόγο που ρέει, προσεγγίζοντας  με χειρουργική ακρίβεια φιλοσοφικούς στοχασμούς σε μια αρμονική συμπύκνωση νοημάτων, ένα προσωπικό παιχνίδι στο οποίο αρέσκεται η συγγραφέας.
Με πρώτο υλικό τη συναρμολόγηση νοημάτων μέσα από τις λέξεις η Ελένη Γκίκα στο βιβλίο της αυτό σκηνοθετεί εικόνες απαράμιλλης αισθητικής, μέσα στις οποίες ο αναγνώστης καλείται να διακρίνει τους πολυδαίδαλους μηχανισμούς που την ώθησαν στη δημιουργία τους και να τους θέσει σε λειτουργία για μια διακειμενική συνομιλία με κείμενα άλλων σπουδαίων δημιουργών. Άλλωστε η ίδια έχει πλήρως απορροφήσει το έργο τους και μας το προτείνει, περνώντας από τον Φρόιντ στον Γιουνγκ, από τον Προυστ στην Ανν Σέξτον, από τον Ντίκενς στη Γιουρσενάρ, από τον Κάφκα στον Πρεβέρ και από εκεί με την ίδια ευκολία στον Ουγκώ ή τον Σωκράτη. Μα περισσότερο από όλους ο Μπόρχες και βεβαίως ο Ντάρελ, τα λόγια του οποίου διατρέχουν το κείμενο, είναι οι προσωπικότητες που την εμπνέουν και εξεικονίζουν το λόγο της.
«Ένας καλλιτέχνης δε ζει την προσωπική του ζωή όπως εμείς. Την κρύβει, υποχρεώνοντάς μας να πάμε στα βιβλία του ή στους πίνακές του, στις μουσικές του, αν θέλουμε να αγγίξουμε την αληθινή συναισθηματική του πηγή», γράφει η ίδια, αποκαλύπτοντας με αυτόν τον τρόπο τον μυστικό κώδικα ανάγνωσης αυτού του δυνατού και ταυτόχρονα εσωστρεφούς κειμένου. Έτσι από τον Τσαϊκόφσκι, περνάει στον Μπαχ και τον Ραχμάνινοφ, από την Καραΐνδρου στον Πράισνερ, τον Θεοδωράκη και τον Ντβόρζακ, από τους Σκόρπιονς στους Μπιτλς με ιδιαίτερη ευκολία, υπενθυμίζοντας ότι η τέχνη είναι μία, αδιαίρετη και μοναδική, ποικιλοτρόπως εκφραζόμενη αλλά πάντα ενιαία, αφού «σ’ όλη τη γη ο κάμπος είναι κάμπος» και «η τέχνη ισοδυναμεί με ομολογία ότι η ζωή δεν αρκεί».
Έτσι το βιβλίο αυτό γίνεται ένα δοκίμιο περί τέχνης γενικότερα, ένα δοκίμιο ωστόσο με ιδιότυπα χαρακτηριστικά, χαρακτηριστικά  που του δίνονται από τη σχέση του με το πεζογράφημα αλλά κυρίως με την Ποίηση. Η Ελένη Γκίκα διεισδύει μέσα στους ποιητικούς κόλπους της γλωσσικής εκφοράς και καταγράφει τους σπασμούς μιας έκρηξης, εμπλουτίζοντας το κείμενό της με εικόνες στοιχειωμένες από τη ποιητική του Ταρκόφσκι, του Σεφέρη, του Τζόυς. Κι αυτή ακριβώς είναι η δύναμη του έργου της,  ο εξαναγκασμός να διαβείς αναγνωστικά μονοπάτια που η ίδια περπάτησε πριν από σένα αν πρόθεσή σου είναι να αντικρίσεις γυμνές τις προσωπικές της αλήθειες και μόνο έτσι να τις κατανοήσεις.
Το βιβλίο λειτουργεί σε πολλαπλά επίπεδα και είναι αυτά τα επίπεδα που προσφέρουν την αναγνωστική απόλαυση. Δημιουργούν ένα ιδιαίτερο μικρόκοσμο, τον κόσμο της Ελένης Γκίκα στον οποίο όταν καταφέρει να περάσει ο αναγνώστης, τότε μπορεί και εισπράττει τον αμητό συναισθημάτων που η συγγραφέας του προσφέρει. Μοιάζει λίγο με την είσοδο της Αλίκης στη χώρα των θαυμάτων, αφού μέσα στα πολυεπίπεδα μονοπάτια του θα ανακαλύψει την ψυχολογική και ταυτόχρονα συναισθηματική μορφή τόσο της συγγραφέως όσο και τη δική του. Η έξοδος από τον κόσμο αυτόν είναι για τον αναγνώστη η οδός της γνώσης. Μιας γνώσης που έρχεται καταλυτική ωστόσο οσμωτικά κατασταλαγμένη, για να βάλει σε τάξη τα συναισθήματα, τις αντιδράσεις, τις αλλιώτικες ψυχολογικές και συναισθηματικές διαδρομές.
 Το βιβλίο θα μπορούσε επίσης να λέγεται Γυναίκες στο περβάζι της ζωής, όπως η ίδια αναφέρει κάπου, αφού πέρα από τη ροή μιας συγκεκριμένης ιστορίας αυτό που ακριβώς εξετάζεται είναι η αγωνία της γυναίκας που παραμένει στο περιθώριο της ζωής τελικά. Η Ελένη Γκίκα μιλά για τον πόνο και την αγωνία, για τα όνειρα που χάσκουν ξεθωριασμένα στο περβάζι της ζωής των γυναικών και ζητούν την πραγμάτωση τους ή τουλάχιστον το λόγο της μη πραγμάτωσης, το φως και το σκοτάδι της ανατροπής, την αυτογνωσία και το πάλεμα για τη θυσία κι όλα αυτά σε ένα χρόνο άχρονο με το παρόν μπλεγμένο στο παρελθόν και το μέλλον. Στο πρόσωπο μιας γυναίκας, αυτή της Βορινής κουζίνας, εγκωμιάζει τη γυναίκα ως σύμβολο, ιδέα, άνθρωπο και υμνεί τις γυναίκες όλου του κόσμου. Η Γυναίκα της Βορινής Κουζίνας ακροβατεί στις σχέσεις της και γίνεται η ίδια το φως και ταυτόχρονα το σκοτάδι μέσα στη διαύγεια, ισορροπώντας το δικό της εγώ μέσα στο εσύ των άλλων γυναικών, αναζητώντας το «πού συναντιούνται οι δρόμοι τους και πού χωρίζουν-αν χωρίζουν ποτέ». Οι ήρωες της Ελένης Γκίκα και οι ηρωίδες της αναζητούν τις πιο βαθιές τους επιθυμίες και μέσα από αυτές μαθαίνουν να ζουν από την αρχή τη ζωή, να πραγματοποιούν τα όνειρά τους, να γεύονται τις αλήθειες τους.
Για μια ακόμη φορά η Ελένη Γκίκα γράφει με ένα λόγο λιτό αλλά περίτεχνο, με λέξεις που ανακτούν τη σημασία του βιωματικού τους φορτίου και εξαπολύονται για να καταδείξουν όχι την αγωνία των ηρώων αλλά της συγγραφέως μια και η Γκίκα πάσχει και γι αυτό γράφει αυτό το βιβλίο. Πάσχει για τη λογοτεχνία, για τους ήχους των λέξεων που σβήνουν από το λεξιλόγιό μας, για την τέχνη που θα έπρεπε να είναι το είδωλο του καθρέφτη στη ζωή όλων μας, για τη μουσική που χάνεται. Η Γκίκα σπαράζει για τις χαμένες αξίες για τις τρομοκρατικές ενέργειες της εξουσίας, για το χαμένο παιδί που σκοτώθηκε στα Εξάρχεια, για τη κόλαση της Αθήνας κάθε φορά που γίνονται επεισόδια. Κι αυτές της τις αγωνίες καταγράφει μέσα στο βιβλίο της με την αθωότητα της γραφής ενός εκλεπτυσμένου συγγραφέα, περιγράφοντας τις μοναχικές της διαδρομές στη ζωή.
 «Το σφύριγμα του μοναχικού διαβάτη μέσα στο σκοτάδι δεν σημαίνει πάντοτε φόβο», έχει γράψει παλιότερα ο Ελύτης και η Γκίκα μοιάζει να μη φοβάται το σκοτάδι των χαμένων αξιών της ζωής επειδή βαδίζει παρέα με την τέχνη, το μοναδικό ίσως συντελεστή πολιτισμού και γι αυτό τόσο πολύτιμο, την τέχνη σε όλες τις μορφές, μπλεγμένες αναπόδραστα η μία μέσα στην άλλη. Με τρόπο αποκαλυπτικό, με λιτή αφήγηση ωστόσο ευθύβολη, με λέξεις-βέλη βγαλμένες από τη φαρέτρα της τέχνης του λόγου, κατακεραυνώνει τους στόχους της και δημιουργεί εικόνες και συναισθηματικά κρεσέντα σε μια αναγνωστική διαδικασία που μόνο ως απαιτητική μπορεί να χαρακτηριστεί. Ο αναγνώστης θα βρεθεί αντιμέτωπος με τις σύγχρονες κοινωνικές αλήθειες της εποχής και μέσα από το λόγο της συγγραφέως θα ανταμώσει τη συναισθηματική ωρίμανση στην οποία τον καλεί η συγγραφέας.
Η Γκίκα μέσα σε ένα υποδειγματικό τόσο στη δομή όσο και στον καταγγελτικό του χαρακτήρα μυθιστόρημα φέρνει μπροστά στα μάτια μας όλες τις αλήθειες της γυναικείας φύσης, τα αντιφατικά της προσωπεία και λειτουργεί ως μια απελπισμένη κραυγή, που αιωνίως επιστρέφει σε μια ολοκληρωτική διαμαρτυρία ενάντια σε όλα όσα η συνείδησή της δεν μπορεί να αποδεχτεί. Μια κραυγή που μόνο ως πάθος μπορεί να μετατραπεί. Ένα πάθος για τη ζωή, τον έρωτα, την τέχνη, τις δυνάμεις εκείνες δηλαδή που έχουν τη μοναδική ικανότητα να αναγεννούν τα πάντα.


Το άρθρο δημοσιεύθηκε στο περιοδικό ΚΛΕΨΥΔΡΑ, τεύχος 2 με την άδεια του οποίου αναδημοσιεύεται