Πέμπτη, 19 Ιανουαρίου 2012

ΤΟ ΠΑΡΑΜΥΘΙ ΤΗΣ ΒΡΟΧΗΣ από την ΠΑΣΧΑΛΙΑ ΤΡΑΥΛΟΥ


Η συγγραφέας Πασχαλία Τραυλού γράφει για την παρουσίαση του βιβλίου Το Παραμύθι της βροχής:
TΟ ΠΑΡΑΜΥΘΙ ΤΗΣ ΒΡΟΧΗΣ της Τέσυς Μπάιλα
 Ποια είναι άραγε εκείνα τα στοιχεία που αναδεικνύουν ένα κείμενο σε λογοτεχνική δημιουργία; Αυτό το ερώτημα αποτελεί την πάγια αγωνιώδη αναζήτηση των θεωρητικών της λογοτεχνίας αιώνες τώρα και παρά τις θεωρίες που έχουν αναπτυχθεί, ανατραπεί, αναδομηθεί και εξελιχθεί μέσα στο χρόνο, το μόνο που αποδεικνύεται είναι αφενός ότι η τέχνη του λόγου, όπως και οποιαδήποτε τέχνη δεν διέπεται από κανόνες με τη σχηματική και ανελαστική έννοια του όρου παρά μονάχα από βασικές αρχές, αφετέρου ότι η ποιότητα και η αξία της κρίνεται πάντοτε από το αποτέλεσμα, από την αντοχή του στο χρόνο και από την αποδοχή του από τους αναγνώστες και την επίσημη κριτική.
            Ποιες είναι αυτές οι βασικές αρχές όμως για ένα μυθιστόρημα, αφού εν προκειμένω και το περί ου ο λόγος έργο ανήκει σ’ αυτή την κατηγορία του γραπτού λόγου; Κάποιοι θα ισχυριστούν πως είναι η αφηγηματική και πρωτότυπη δεινότητα του δημιουργού, το ταλέντο να επινοεί κάποιος έξυπνες ιστορίες και να τις αποδίδει με πρωτότυπη μορφή και δομή κάποιοι άλλοι, οι ανατροπές που η ευφυία του γράφοντος γεννά ώστε να εκπλήσσει τον αναγνώστη, ενώ κάποιοι τρίτοι θα αποδώσουν την επιτυχία του στη μοναδικότητα και την δυναμική των ηρώων και στο «άστρο» του έργου και του δημιουργού του.
Στο μυθιστόρημα της Τέσυς Μπάιλα «Το παραμύθι της βροχής» συναντάμε όλες τις προαναφερθείσες αρχές δηλαδή και την αφηγηματική δεινότητα, και την ανατρεπτική πλοκή και τους εντυπωσιακούς χαρακτήρες με την έννοια της άψογης ψυχοσυναισθηματικής προσέγγισης που κυριαρχούν στο πολυποίκιλο και συνάμα εξωτικό σκηνικό του βιβλίου. Θα προσθέσω όμως ότι υποδόρια το κείμενο διατρέχουν πανίσχυροι συνειρμοί και στοχασμοί που οδηγούν τον αναγνώστη στα κατάβαθα του εσώτερου είναι του, ενώ οι άνθρωποι ανάγονται σε σύμβολα προκειμένου να προσωποποιήσουν τους προβληματισμούς που αποτελούν την ιδεολογική ραχοκοκαλιά του βιβλίου.
Η στοχαστικότητα που χαρακτηρίζει το βιβλίο, η αποφθεγματική διατύπωση σε πολλά σημεία του έργου δια στόματος των ηρώων και όχι του αφηγητή που θα έκανε το έργο να εξωκοίλει προς τη δοκιμιακή αφήγηση και συνάμα η δροσιά μιας ρέουσας γλώσσας που σε καμία περίπτωση δεν επιτρέπει στον αναγνώστη να το αφήσει από τα χέρια του, είναι τα μεγάλα ατού, ετούτου του αλλιώτικου παραμυθιού που μας παρασύρει σε πρωτόγνωρα μονοπάτια λογοτεχνικής έκφρασης.
Ήδη από την πολύ κατατοπιστική εισαγωγή της η συγγραφέας καθιστά σαφή τον ιδεολογικό καμβά στον οποίο θα φιλοτεχνήσει την ιστορία της. Πρόκειται για την ενδόμυχη επιθυμία της μέσω ενός λογοτεχνικού εγχειρήματος να αποδείξει την συνάφεια και γιατί όχι την πνευματική και ιδεολογική σε πολλά θέματα ταύτιση της αρχαίας ελληνικής φιλοσοφίας με σημείο εστίασης τους Πυθαγορείους και, την Πλατωνική σκέψη, με  το βουδιστικό φιλοσοφικό σύστημα και εν γένει με την ιαπωνική φιλοσοφία.  Εγχείρημα δύσκολο μα την αλήθεια και θα τολμούσα να πω ρομαντικό, στους σύγχρονους χαλεπούς καιρούς, σε μια εποχή που στη λογοτεχνία κυριαρχούν θνησιγενή και τετριμμένα θέματα, θέματα προορισμένα για ευρεία κατανάλωση και στιγμιαία τέρψη.
Αντιθέτως, το βιβλίο της Τέσυς Μπάιλα με πρώτο άξονα τη συγκρητική προσέγγιση δύο φιλοσοφικών κόσμων φαινομενικά μόνο αντίρροπων, και με δεύτερο μα διόλου υποδεέστερο, το ουμανιστικό ενδιαφέρον που διαπνέει πάντα τη λογοτεχνική γραφή της δημιουργού του, υπηρετεί το πνεύμα της παγκοσμιοποίησης. Μέσα στις σελίδες του η Τέσυ Μπάλα αποδεικνύοντας την πνευματική συνάφεια και συγγένεια δυο φαινομενικά αλλιώτικων λαών, αντιπροτείνει στο τοπικιστικό συχνά πνεύμα της σύγχρονης Ελληνικής λογοτεχνίας ένα έργο με οικουμενικό προφίλ, ένα έργο που προορίζεται για όλους.
Το παραμύθι της βροχής θα έλεγε κανείς ότι αποτελεί γέφυρα που οδηγεί τον αναγνώστη στην επί της ουσίας επαφή του όχι μόνο με τα ορατά και αισθητηριακώς αντιληπτά στοιχεία του γιαπωνέζικου πολιτισμού αλλά σταδιακά γίνεται συνεπικούρός του για να εισαχθεί στο άδυτο της φιλοσοφίας του προκειμένου να διαπιστώσει πως τον ενώνουν με αυτό τον λαό πολύ περισσότερα απ’ όσα εντέλει τον χωρίζουν.
Σύμβολο και εκπρόσωπος της ιαπωνικής σκέψης μέσα στο βιβλίο είναι ο Τοσίο, ο φίλος της Ελληνίδας ηρωίδας Χριστίνας ο οποίος αναλαμβάνει να αναστυλώσει την πεσιμιστική οπτική της φίλης του, που καταφθάνει στην Ιαπωνία με ψυχή ερειπωμένη από απώλειες, την απώλεια του αδερφού, του αγέννητου παιδιού της και εν κατακλείδι των ψυχικών της ισορροπιών. Η φυγή γίνεται ένας ακόμη άξονας στο βιβλίο και ένα θέμα κυρίαρχο στη  θεματολογική παλέτα της συγγραφέως όπως αποδεικνύεται και από την πρώτη μυθιστορηματική της κατάθεση στο Πορτρέτο της σιωπής. Ενώ όμως η φυγή στο πορτρέτο της σιωπής καταδεικνύεται σε λύτρωση ατομική και εσωτερική, στο Παραμύθι της Βροχής η λύτρωση έρχεται μέσα από τον κόσμο και την επιστροφή της ηρωίδας σε αυτόν, εν αντιθέσει με τον ήρωα του Πορτρέτου όπου ο ήρωας αγγίζει τη λύτρωση έξω από τα εγκόσμια όρια.
  Η ψυχογράφηση της Χριστίνας φιλοτεχνείται με τέτοιο τρόπο ώστε να αποτελεί αντιστοίχως το σύμβολο του ανθρώπου που επιζητά την αυτογνωσία και την πνευματική του αναγέννηση μέσα από ένα ώριμο φιλοσοφικό σύστημα που δεν έχει σύνορα, χωροχρονικούς περιορισμούς αλλά αξίες διαχρονικές που ουδεμία σχέση έχουν με ανούσια στερεότυπα. Κάθε πράξη έχει το νόημα και την ερμηνεία της, το σκοπό και την μοναδικότητά της, δεν είναι άστοχα λόγια μια νεκρολογία παλιών παραδόσεων.
Η Χριστίνα δεν είναι παρά ο αιώνιος περιπατητής, μια κλασική ηρωίδα απ’ την παρακαταθήκη των κλασικών ηρώων που αλλάζουν προσωπείο κάθε φορά για να καλύψουν την προαιώνια αγωνία τους για την κατάκτηση της ευτυχίας. Είναι ένας άλλος Οδυσσέας που βρίσκει καταφύγιο στη φυγή για να ισορροπήσει και να κατανοήσει ότι η αφετηρία της ζωής της είναι εντέλει και ο τερματικός σταθμός των προσωπικών της αναζητήσεων. Απ’ την συντροφική αγάπη αφορμά και σ αυτήν καταλήγει, αυτό είναι το δίδαγμα του προσωπικού της ταξιδιού. Η αύρα του ομηρικού ήρωα, διαχεόμενη μέσα από μια γυναικεία ψυχή υπάρχει διάχυτη αν και κεκαλυμμένη μέσα στο έργο.
 Ο Τοσίο θα ξεναγήσει τη Χριστίνα στους τόπους και στις ψυχές των Ιαπώνων και θα της συστήσει τη φιλοσοφία του Ιαπωνικού πολιτισμού. Κοντά του, η Χριστίνα και ταυτόχρονα ο αναγνώστης που παρακολουθεί βήμα προς βήμα αυτό το οδοιπορικό στην ιαπωνική γή και στην ιαπωνική φιλοσοφία. Όταν η θλίψη θα ξεκλειδωθεί και το πνεύμα θα ελευθερωθεί για να δεχτεί τα νέα πνευματικά αγγίγματα, τότε η φιλία θα αποδειχτεί το μόνο βάλσαμο για τα δεινά κάθε ψυχικής οδύνης. 
Και ενώ «Η χώρα των αντιθέσεων, της σκληρής βίας των πολεμιστών της και της θηλυκής γλυκύτητας των γυναικών της!» είναι αυτή που θα χαρίσει στη Χριστίνα προΪούσης της μυθιστορηματικής δράσης τη γαλήνη που απεγνωσμένα γυρεύει έπειτα από την άκαρπη κύηση ενός παιδιού, η ίδια χώρα, οι άνθρωποι που άφησε πίσω και οι άνθρωποι που γνωρίζει στην ιαπωνική γη, θα αποτελέσουν τον προστατευτικό κλοιό που θα την προφυλάξει και θα την επαναφέρει στην αισιόδοξη θέαση της ζωής.
Το βιβλίο αποτελεί ένα εξαίσιο οδοιπορικό στην ιαπωνική κουζίνα, στα γιαπωνέζικα τοπία, στις εποχές της Άπω Ανατολής, στις αποχρώσεις της ανθισμένης κερασιάς, στην εποχή των βροχών, στις εικόνες και στις εναλλαγές των χρωμάτων της φύσης που σαν βεντάλιες απλώνονται και δροσίζουν τις ψυχές των αναγνωστών, στις σαγηνευτικές τελετές του τσαγιού, στα καλειδοσκόπια των συναισθημάτων αυτών των ανθρώπων, έτσι όπως κανείς μπορεί να τα αφουγκραστεί ή να τα αντικρίσει φιλτραρισμένα μέσα από ελληνικά μάτια
Η συγγραφέας κάθε φορά που περιγράφει κάποιο από τα αποθησαυρισμένα έθιμα του ιαπωνικού πολιτισμού, δίνει την εντύπωση του πιστού που νυχοπατά στο έδαφος ιερού τεμένους. Με σεβασμό και δέος. Τα στοιχεία των περιγραφών της είναι δοσμένα με τόση λαογραφική ακρίβεια ώστε ο τρόπος υπογραμμίζει την πρόθεση να τα μεταφέρει αυτούσια, σαν ιερά κειμήλια για να τα προσκυνήσει ο οικουμενικός αναγνώστης, ο πιστός εκείνος της λογοτεχνίας που δεν έχει σύνορα, πατρίδα, χρόνο ή στενά ιδεολογικά κριτήρια αξιολόγησης της τέχνης.
Η τεχνική της περιγραφής, αυτό το δίκοπο και πολλάκις επικίνδυνο εργαλείο στο χέρι του αδέξιου επίδοξου δημιουργού, στα χέρια της Μπάιλα γίνεται ένα εργαλείο εξαιρετικής ακρίβειας και δεξιότητας με το οποίο αποδίδει άψογα τόσο το σκηνικό, όσο και το εξωτερικό και εσωτερικό γίγνεσθαι του βιβλίου.
Το έργο βεβαίως δεν αποτελεί απλώς μια συγκρητική προσέγγιση δυο φιλοσοφιών. Είναι ένα μυθιστόρημα χυμώδες με όλη την ουσία, τη γεύση, το άρωμα και το χαρμάνι που το καθιστά λαχταριστό από τον αναγνώστη. Διαβάζεται απνευστί καθώς διέπεται από την αρχή του μέτρου τόσο στη χρήση των εκφραστικών μέσων όσο και στις δόσεις των φιλοσοφικών στοχασμών που υπάρχουν μεν διάχυτοι στο βιβλίο αλλά καλοβαλμένοι ώστε να μην κουράζουν και να μην ξαστοχούν από το βασικό σκοπό κάθε μυθιστορήματος: την τέρψη και τον έμμεσο προβληματισμό που σε καμία περίπτωση δεν σχετίζεται και δεν πρέπει να συγχέεται με τη στεγνή διδαχή. Αντιθέτως, η πληροφορία προσφέρεται αβίαστα, καλά κρυμμένη μέσα στις μυθιστορηματικές δομές και με όχημα τον μικροπερίοδο, χαριτωμένο και συνάμα μεστό λόγο της συγγραφέως, που αν στο πορτρέτο της σιωπής μας ξάφνιασε ευχάριστα με τη λυρικότητα που επέβαλε ο ήρωάς του, στο παραμύθι της βροχής ελίσσεται, μεταμορφώνεται ανάλογα με τις απαιτήσεις της στιγμής και της μυθιστορηματικής πλοκής για την επίτευξη του καλύτερου δυνατού αισθητικού αποτελέσματος. Άλλοτε λιτός, άλλοτε περιγραφικός, άλλοτε με φιλοσοφικές προεκτάσεις, άλλοτε συγκινητικός, μα πάντοτε καίριος, ο λόγος πετυχαίνει την εξισορρόπηση της ιδέας και της λέξης.
Κορυφαία φιγούρα στο βιβλίο που ομολογώ πως κλέβει την παράσταση, η Χιρόκο η οποία έχει καταλυτική επιρροή στην τροπή της ιστορίας, καθώς οι δύο νεαρές αναπτύσσουν με την πάροδο του χρόνου μια ισχυρή φιλία. Η επίσκεψη στο Κιότο γίνεται αιτία να ανακαλύψει η Χριστίνα το μεγάλο μυστικό της Χιρόκο και την προσωπική της ιστορίας ως γκέϊσσας. Ένα ολότελα νέο κεφάλαιο ανοίγεται στο βιβλίο, με την τεχνική του εγκυβωτισμού, καθώς μέσα στην ιστορία της Χριστίνας εντάσσεται η ιστορία της Χιρόκο για να ξετυλιχτούν στη συνέχεια μαζί και να σφιχτοδεθούν τα πεπρωμένα των δύο γυναικών. Η συγγραφέας δημιουργεί το κατάλληλο κλίμα για να ξεναγήσει τον αναγνώστη στον άγνωστο κόσμο των γκεΪσών και στη μυσταγωγική μεταμόρφωση κάποιων γυναικών της Ανατολής σε ιερά σύμβολα του τόπου τους.
Η Χιρόκο, η Γιούκο, μια κακοποιημένη από τον άντρα της γυναίκα που πέφτει στα χέρια της πανούργας  Κίμι κατά το παρελθόν, και η ίδια η Κίμι, είναι τρεις εξωτικές ηρωίδες οι οποίες χτίζουν με τις επιλογές και τις δράσεις τους μία πολυσχιδή ιστορία που στηρίζεται στη μαγεία του έρωτα, στην ψυχρή ενατένιση της ζωής και στη θυματοποίηση των παιδιών από τα λάθη των μεγάλων. Ο ρόλος της θείας της Κίμι, καταλυτικός και η σκηνή της εντολής δολοφονίας του παιδιού που η Χιρόκο έφερε στον κόσμο καταστρέφοντας μ’ αυτό τον τρόπο το μέλλον της και συνάμα την πηγή εσόδων της Κίμι, ίσως είναι η πιο δυνατή του βιβλίου.
Η πλοκή συχνά ξαφνιάζει. Ξεκινώντας από ένα αλληγορικό παραμύθι όπου ο έμπειρος αναγνώστης θα αποκρυπτογραφήσει την εσωτερική οδύνη της αφηγήτριας του παραμυθιού η οποία διατρέχει ολόκληρο το μυθιστόρημα: την αδυναμία της να καρπίσει, η οποία την ακολουθεί άλλοτε ως παραίσθηση ή εφιάλτης και άλλοτε ως συνειδητή απουσία από μια ζωή που δεν καταξιώνεται δίχως την παρουσία ενός παιδιού.
«Τα βράδια στον ύπνο της, οι εφιάλτες επέστρεφαν… Ένα κοριτσάκι παγιδευμένο σε ερείπια… Έσκαβε με νύχια και με δόντια, για να το βγάλει, μέχρι που τα χέρια της μάτωναν και ζητούσε απεγνωσμένα βοήθεια…»

Αν κάποιος επιχειρούσε να χαρακτηρίσει με μια μόνο λέξη το είδος αυτού του μυθιστορήματος, θα αντιμετώπιζε σοβαρές δυσκολίες. Σίγουρα έχει στοιχεία κοινωνικά, φιλοσοφικά, ηθογραφικά, λαογραφικά και ψυχογραφικά. Ωστόσο, θα έλεγα ότι αποτελεί μια πρωτότυπη λογοτεχνική φόρμα όπου ο συγκερασμός των επιμέρους προαναφερθέντων στοιχείων καθιστούν εφικτό τον τελικό στόχο της συγγραφέως: να τιμήσει τις εμπειρίες και τους ανθρώπους που της τις προσέφεραν.
Το Παραμύθι της βροχής αποτελεί απόδειξη ότι  πέρα από τις αρχές πρέπει να τηρούνται και κάποιες βασικές προϋποθέσεις από όποιον διεκδικεί την ιδιότητα του δημιουργού: αυτές είναι η σοβαρότητα, η υπευθυνότητα απέναντι στο θέμα που πραγματεύεται, η ακρίβεια και η εντιμότητα απέναντι στο χαρτί και στον αναγνώστη του πράγμα που σημαίνει σκληρή δουλειά και τέλος αποδεικνύεται πως η εμπειρία και η μελέτη αποτελούν την αδιάσειστη βάση πάνω στην οποία στηρίζεται το ποιοτικό λογοτεχνικό έργο.
Τις προϋποθέσεις αυτές η Τέσυ Μπάιλα τις τηρεί απαρέγκλιτα στο μυθιστόρημά της που εν κατακλείδι αποτελεί μια άψογη ξενάγηση στα μύχια της ψυχής, εκεί που όπου χρειάζεται κανείς ένα φίλο-συμπαραστάτη για να τολμήσει να εισχωρήσει.


Τρίτη, 10 Ιανουαρίου 2012

Ο ΔΗΜΗΤΡΗΣ ΜΟΥΡΑΤΙΔΗΣ ΓΙΑ ΤΟ ΠΑΡΑΜΥΘΙ ΤΗΣ ΒΡΟΧΗΣ


Ο δημοσιογράφος ΔΗΜΗΤΡΗΣ ΜΟΥΡΑΤΙΔΗΣ γράφει στο ιστολόγιο του για ΤΟ ΠΑΡΑΜΥΘΙ ΤΗΣ ΒΡΟΧΗΣ. Τον ευχαριστώ πολύ και αναδημοσιεύω την κριτική του από το:  http://bibliodiktis.blogspot.com/ 

ΤΟ ΠΑΡΑΜΥΘΙ ΤΗΣ ΒΡΟΧΗΣ
ΤΕΣΥ ΜΠΑΙΛΑ
Εκδόσεις ΔΟΚΙΜΑΚΗΣ
Σελ. 414, Νοέμβριος 2011

Το νέο μυθιστόρημα της Τ. Μπάιλα, κυκλοφόρησε πριν από λίγες μέρες. Είναι εντελώς διαφορετικό θεματικά από το προηγούμενο και υπήρξε τραγικά προφητικό. Επειδή δεν μου αρέσει να χαλάω την απόλαυση του αναγνώστη ν’ ανακαλύπτει λίγο-λίγο το βιβλίο, δεν θέλω να γράψω περισσότερα για το συγκεκριμένο ζήτημα. Όταν διαβάσετε το βιβλίο, θα καταλάβετε τι εννοώ.
Με το μυθιστόρημα αυτό, η συγγραφέας, μέσω της ηρωίδας της, της Χριστίνας, μας ταξιδεύει στην Ιαπωνία και μας κάνει κοινωνούς της αγάπης της, για τη χώρα του «ανατέλλοντος ηλίου» και του πολιτισμού της, που μας είναι μάλλον άγνωστος. Όσα γνωρίζουμε οι περισσότεροι, τα γνωρίζουμε από ταινίες ή βιβλία, που αφορούν την περίοδο του Β! Παγκοσμίου πολέμου, τα οποία υπερβάλλουν στην προβολή της φιλοπόλεμης πτυχής του ιαπωνικού πολιτισμού που πηγάζει από τον πατριωτισμό, την αίσθηση του καθήκοντος και την τυφλή υπακοή στον αυτοκράτορα και αποσιωπούν τις υπόλοιπες.
Η Χριστίνα, πιεζόμενη από τους εφιάλτες της και έχοντας βιώσει την τραγική απώλεια ενός αγέννητου παιδιού, αποφασίζει ξαφνικά να παρατήσει δουλειά, γονείς και σύζυγο και να καταφύγει στην μακρινή Ιαπωνία, χωρίς να ενημερώσει οποιονδήποτε Εκεί ζητά τη φιλοξενία του Τοσίο, τον οποίο είχε γνωρίσει σε ένα επαγγελματικό ταξίδι πριν από ορισμένα χρόνια κι από τότε διατηρούσαν τακτική επαφή. Ο Τοσίο τη δέχτηκε χωρίς να κάνει καμιά ερώτηση για τους λόγους που την οδήγησαν στη χώρα του. Με τον τρόπο του, χωρίς ποτέ να δείξει ότι τη διδάσκει, την εισήγαγε σε έναν άλλο τρόπο ζωής, όπου ο χρόνος κυλά με ρυθμούς διαφορετικούς και κυριαρχούν, η αρμονία, η τάξη αλλά και η ιεραρχία. Όπου οι άνθρωποι ανακαλύπτουν την ομορφιά στα άνθη μιας κερασιάς, στα νερά μιας λίμνης ή σε ένα κόκκινο γεφυράκι που αχνοφαίνεται μέσα στη βλάστηση που το περιβάλλει. Όπου το να πιεις ένα φλιτζάνι τσάι είναι ολόκληρη ιεροτελεστία Ένα τρόπο ζωής που θα τη βοηθήσει να ξεπεράσει τα προβλήματά της.
Ακόμη, μέσω της ιστορίας της Χιρόκο, μιας νεαρής ανιψιάς του Τοσίο, που εξασκεί την τέχνη της γκέισα, μας δείχνει μια διαφορετική νοοτροπία και αντίληψη από αυτή του δυτικού ανθρώπου, σε ότι αφορά τη θέση της γυναίκας στην κοινωνία. Και πόσο μάλλον των συγκεκριμένων που στη Δύση θα χαρακτηρίζονταν ως «ελευθερίων ηθών».
Θέλω να επαναλάβω αυτό που γράφω στον πρόλογο αυτής της παρουσίασης. Οι ιστορίες που αναπτύσσονται στο βιβλίο είναι τόσο συναρπαστικές, που δεν θέλω αποκαλύπτοντας κάποιο «μυστικό» να στερήσω την αναγνωστική απόλαυση, γι’ αυτό διστάζω να γράψω περισσότερα.
Οι χαρακτήρες είναι καλοδουλεμένοι, αν και η φυγή της Χριστίνας, χωρίς να αφήσει πίσωτης κανένα ίχνος, φαντάζει στα μάτια μου υπερβολική. Αλλά αυτό συμβαίνει λόγω ιδιοσυγκρασίας και λόγω του ότι είμαι…άντρας και δεν μπορώ να μπω στους λαβύρινθους του γυναικείου μυαλού. Αυτή την εξήγηση μου έδωσαν κάποιες φίλες και εγώ εκών - άκων την ασπάζομαι.
Αλλά όπως και στο προηγούμενο μυθιστόρημα το ατού είναι η γραφή. Τα όσα έγραψα το Σεπτέμβριο για το «ΠορτρέτΑο Της Σιωπής» εξακολουθούν να ισχύουν γι’ αυτό ας μην τα επαναλάβω και γίνω κουραστικός. Για του λόγου το αληθές, σας παραθέτω ένα μικρό απόσπασμα που επέλεξα τυχαία ανάμεσα σε πολλά αντίστοιχης ομορφιάς: «Ήταν σούρουπο και ο ήλιος είχε βάψει βιολετί τον σκούρο γαλάζιο ουρανό, μετατρέποντας το τοπίο σε μια μυσταγωγική πανδαισία χρωμάτων. Σαν ένα υπερμέγεθες χρυσάνθεμο να είχε ανοίξει τα πέταλά του στον ουρανό, κάνοντάς τον να φαίνεται ακόμη πιο όμορφος. Κατά μήκος του δρόμου, μια σειρά από ροζ χάρτινα φαναράκια είχαν ήδη ανάψει και χόρευαν ρυθμικά στους ρυθμούς που ενορχήστρωνε τρυφερά ο αέρας».
Έχω πει στο παρελθόν, ότι ο οποιοσδήποτε μπορεί να γράψει ΕΝΑ καλό βιβλίο. Ο αληθινά ταλαντούχος συγγραφέας όμως, φαίνεται στην πορεία του χρόνου. Και όπως φαίνεται, η Τέσυ Μπάιλα, το στοίχημα με τη «λυδία λίθο» του χρόνου το έχει κερδίσει.