Παρασκευή, 15 Δεκεμβρίου 2017

Ο Μιχάλης Τζανάκης γράφει για "Το μυστικό ήταν η ζάχαρη" στο fractal

Ιστορίες για να θυμάσαι

Γράφει ο Μιχάλης Τζανάκης //

Τέσυ Μπάϊλα «Το μυστικό ήταν η ζάχαρη», εκδ. Ψυχογιός

Το μυθιστόρημα της Τέσυς Μπάιλα, «Το μυστικό ήταν η ζάχαρη», ο αναγνώστης δε θα το διαβάσει απλά, αλλά θα το γευτεί, θα το ακούσει, θα το μυρίσει θα το ακουμπήσει. Είναι ανάγνωσμα πάσης αισθήσεως και παντός συναισθήματος. Δε  θα μπορούσε να είναι και διαφορετικά με τόση Κρήτη που εμπεριέχει το έργο.
Κάποτε ρώτησαν το σπουδαίο Μίκη Θεοδωράκη ποια είναι η διαφορά του γνήσιου λαϊκού τραγουδιού με το ελαφρό τραγούδι. Ο μεγάλος συνθέτης είχε απαντήσει: «Το λαϊκό τραγούδι είναι αυτό που σε κάνει να θυμάσαι και το ελαφρό αυτό που σε κάνει να ξεχνάς». Επεκτείνοντας τη λογική της ερώτησης αλλά και της απάντησης πέρα του τραγουδιού σε κάθε είδους τέχνη και ειδικά στη λογοτεχνία νομίζω η απάντηση θα είναι ίδια. Η πραγματική λογοτεχνία σε κάνει να αναθυμάσαι ενώ η επιδερμική και επιπόλαια σε κάνει να ξεχνάς. Υπ’ αυτήν την έννοια λοιπόν έχουμε ένα κείμενο όχι μόνο υψηλής αισθητικής, αλλά λαϊκό στην ουσία του.
Το μυθιστόρημα της Τέσυς Μπάιλα έχει την ιδιαιτερότητα, αλλά συνάμα και το πλεονέκτημα να διαρθρώνεται πάνω σε δυο διαφορετικούς άξονες, τον ιστορικό και τον κοινωνικό και οι άξονες αυτοί συγκλίνουν και τέμνονται στο πρόσωπο ή μάλλον σε ολόκληρη τη ζωή  της Κατίνας. Μια ζωή που εμπεριέχει και τελικά αποθεώνει τον ηρωισμό της καθημερινότητας.
Απ’ τη μια η ιστορία μιας οικογένειας στην Κρήτη που πορεύεται παράλληλα με την ιστορία του νησιού απ’ τα τέλη του 19ου αιώνα, φτάνοντας να βιώσει την κορύφωση του δράματος της με τη θηριωδία των ναζί στο νησί. Κάπου εκεί η ιστορία επιβάλλει τους όρους της στους ήρωες του έργου και όσους δεν εξοντώνει, τους ποδηγετεί για τα επόμενα χρόνια.
Αυτό το πρώτο μέρος του έργου, δοσμένο με το ρεαλισμό της αντιπολεμικής διάθεσης της συγγραφέα θυμίζει μια μυθιστορηματική εκδοχή του κινηματογραφικού «Πλατούν». Ο παραλογισμός του πολέμου σκοτώνει με κάθε τρόπο τα σώματα, αλλά δεν μπορεί να κάνει το ίδιο και με τις ψυχές. Απ’ τη διαστροφή της πυρπόλησης ολόκληρων οικισμών απ’ τους ναζί, μέχρι το Μόνοβιτς το παράρτημα του Άουσβιτς κάποιοι επιμένουν να ζουν, έστω αφήνοντας ένα βιολί, όπως αυτό του Σήφη, να παίζει αιώνια και να θυμίζει ότι υπάρχουν δυνάμεις υπέρτερες απ’ αυτές των όπλων.
Το δεύτερο μέρος του έργου, αυτό που θα μπορούσαμε να χαρακτηρίσουμε ως τον κοινωνικό άξονα του έργου η ατμόσφαιρα γίνεται Ντοστογιεφσκική. Από την Κρήτη μεταφερόμαστε στο αστικό περιβάλλον του Πειραιά εκεί που η Κατίνα συναντά την παρακμιακή ατμόσφαιρα της μεταπολεμικής περιόδου πνιγμένη στους καπνούς και το αλκοόλ. Οι διαφορές στο ήθος της Κατίνας με τον άντρα της τον Θέμελη σκιαγραφούν επίσης ρεαλιστικά τον απόλυτο ύμνο της ζωής. Υπενθυμίζει ότι θύματα και θύτες της καθημερινότητας αγωνίζονται με οποιονδήποτε τρόπο να κρατηθούν όρθιοι στη λαίλαπα μιας παρασιτικής ζωής. Ωστόσο η καρτερικότητα της Κατίνας θα φανεί αρκετή προκειμένου να διασωθεί η ίδια, ο γάμος της αλλά κυρίως ένα σπουδαίο παιδί, ο Θράσος, το παιδί του ζευγαριού.
Τα πρόσωπα, οι ήρωες μικροί και μεγάλοι, δίνουν καθένα το στίγμα τους και βάζουν την ηθική σφραγίδα τους, όχι μόνο την προσωπική αλλά και τη σφραγίδα του χώρου και του χρόνου μέσα στους οποίους ζουν.
Διαβάζοντας το κείμενο ο αναγνώστης θ’ αγαπήσει  γι’ άλλη μια φορά την Κρήτη, τη λεβεντιά, την τιμή, το φιλότιμο, την ανθρωπιά, ακόμα και την κουζουλάδα των Κρητικών, θ’ ακούσει το θρόισμα απ’ τα λιόδεντρα, θ’ ακουμπήσει και θα  νιώσει τη σκληράδα της κρητικής πέτρας, θα  γευτεί τα καλιτσούνια και τις πίτες της Κωνσταντάκαινας,  θα καμαρώσει τα χειροτεχνήματα,  τα υφαντά και τη νοικοκυροσύνη των γυναικών.
Την ίδια στιγμή που  θα  οργιστεί με το σκληρό Θέμελη μέχρι να τον δει στο τέλος με οίκτο, θ’ αγαπήσει,  θα θαυμάσει θα  εκνευριστεί με την υποχωρητικότητα και την ανοχή της Κατίνας.
Την ίδια ώρα θ’ ακούσει  το βιολί του Σήφη θα προσηλωθεί  στην ψαλμωδία του παπά, θ’ αγωνιά για την τύχη του Τομ, θα κλάψει σαν άνθρωπο το Μανούσο, το σκυλί της οικογένειας.
Μα τελικά για να ‘ρθουμε στα πιο απλά και εύκολα τι άλλο είναι η πραγματική τέχνη πέρα από συναισθήματα μοιρασμένα τίμια και δίκαια μεταξύ του παραγωγού και του αποδέκτη της τέχνης;
Αυτό είναι και το τελικό συμπέρασμα μου.
Ένα άρτιο καλλιτεχνικό δημιούργημα στηριγμένο στην πιο απλή συνταγή της επιτυχίας ενός έργου: Το Ήθος και την ψυχή.

Δεν υπάρχουν σχόλια: