Σάββατο, 1 Οκτωβρίου 2016

Ο ΠάνοςΤουρλής γράφει για τις "Άγριες θάλασσες" στο tovivlionet

Άγριες θάλασσες μα και καλόπλοες, άξενες και δεκτικές περιμένουν να υποδεχτούν τον αναγνώστη. Σκοτεινές και λαμπερές, με μυστικά και εγωισμό. Να τυλίγουν πότε με την ευεργετική γαλήνη τους το σκαρί της «Ευαγγελίστριας» και πότε να το ανασηκώνουν ψηλά, λες και θέλουν να το φτάσουν στον Θεό και να Του πουν: «Να, δες, η ναυτοσύνη βγάζει ήρωες σε δύσκολους καιρούς».
Η κυρία Μπάιλα αφήνει στην άκρη τα κεντίδια και τις λιγωτικές μυρωδιές της κουζίνας, βγαίνει από τον γυναικείο ψυχισμό που έστησε στο «Μυστικό ήταν η ζάχαρη» για να παίξει ξανά μετά το «Ουίσκι μπλε» με τα κουπιά και τις λαγουδέρες, να ξεψαρίσει νέες ιστορίες και να μπαλώσει τις οφειλές του παρελθόντος. Οι «Άγριες θάλασσες» είναι ένα τελείως διαφορετικό κείμενο, εξίσου αριστοτεχνικό και καλογραμμένο, όμως με ένα διαφορετικό ύφος και στυλ που μου έδειξε ότι δεν είναι τυχαία λογοτέχνις η συγγραφεύς.
Ο Μιλτιάδης Χούμας γεννήθηκε στη Σάμο το 1913 και πέθανε στον Πειραιά το 1989. Έθεσε το καΐκι του, την «Ευαγγελίστρια», στη διάθεση των Συμμαχικών Δυνάμεων και βοηθούσε να φυγαδεύονται στη Μέση Ανατολή σημαντικές προσωπικότητες της ένοπλης αντίστασης και πολύτιμοι αιχμάλωτοι πολέμου. Μία από τις μεγαλύτερες ανδραγαθίες του ήταν η διάσωση του μοναδικού επιζώντα από τη βύθιση του υποβρυχίου «Περσεύς» John Capes, που είχε καταφύγει στην Κεφαλλονιά. Σημαντική  προσωπικότητα της Εθνικής Αντίστασης, τιμήθηκε με τα μεγαλύτερα παράσημα ανδραγαθίας από Ελλάδα και Αγγλία και όταν όλα τελείωσαν αποσύρθηκε στη βιοπάλη του, χωρίς να πει σε κανένα κουβέντα για όσα είδε και έζησε.
Αυτόν τον ήρωα λοιπόν διάλεξε να μας παρουσιάσει η συγγραφέας στο νέο της μυθιστόρημα. Και ετοίμασε ένα κείμενο υπέροχο, στρωτό, καλογραμμένο, γεμάτο περιστατικά και δράσεις από τον πιο αιματηρό πόλεμο της ανθρωπότητας. Εκτελέσεις, σφαγές, παγίδες, νάρκες, Εθνική Αντίσταση, φυγαδεύσεις, συλλήψεις, πείνα, όλες οι δύσκολες στιγμές της φρικτής δεκαετίας του 1940 ποτίζουν τις σελίδες του μυθιστορήματος. Με δεξιοτεχνία η κυρία Μπάιλα παρ’ όλ’ αυτά στολίζει αυτόν τον μαύρο καμβά με ζωηρές πινελιές, τις μυρωδάτες της γλυκιάς καθημερινότητας, τις κόκκινες του συνεσταλμένου έρωτα, τις  ανάλαφρες του παιδικού γέλιου. Γιατί υπήρξαν δύσκολες στιγμές για τον ελληνικό και όχι μόνο πληθυσμό, όμως η ζωή συνεχίζεται και ο έρωτας γράφει ακατάπαυστα στο τεφτέρι του. Εναλλάσσονται λοιπόν αρμονικά τα ανδραγαθήματα του Μιλτιάδη Χούμα και οι αγωνίες και οι δυσκολίες με το βέλος του πρώτου έρωτα, το νοικοκυριό που κρατά μια γυναίκα που περιμένει χτύπημα στην πόρτα τους με την ελπίδα να γύρισε ο άντρας της, την ήδιστη γεύση που αφήνει το κερασμένο χειροποίητο γλυκό.
Το μυθιστόρημα περιγράφει με γλαφυρότητα τη ζωή του μεγάλου αυτού Σάμιου αγωνιστή και χρησιμοποιώντας πρωθύστερα και τις εναλλακτικές εικόνες που ανέφερα πιο πριν καταφέρνει να κρατήσει τον αναγνώστη από την αρχή ως το τέλος. Η αυστηρή, δωρική αφήγηση των περιπετειών του Χούμα έχει ταιριάξει άψογα με τη λυρικότητα της πένας της κυρίας Μπάιλα, αν και αισθάνθηκα ότι το μέγεθος της προσωπικότητας του πρωταγωνιστή και το ότι έχουμε να κάνουμε με ζωντανό άνθρωπο, άρα δεν αφηνόμαστε σε εκτεταμένη μυθοπλασία ή διαφορετική τροπή της πλοκής, τη συγκράτησε σε αρκετό βαθμό. Απέδωσε όμως στο μέγιστο τα συναισθήματα που δημιουργούν τα γεγονότα από μόνα τους και περνάει πολλά νοήματα μέσα από το βιβλίο της: φιλαλληλία, αγάπη και χρέος προς την πατρίδα που όταν λήξει δε χρειάζεται να το αναμασάμε προς τέρψιν ευήκοων ώτων και πολλά άλλα.
Οι «Άγριες θάλασσες» χαϊδεύουν με τον αφρό τους την προσωπικότητα ενός εθνικού ήρωα και χαρίζουν στον αναγνώστη λιγότερο γνωστές σελίδες από τη σύγχρονη ελληνική Ιστορία. Το μυθιστόρημα είναι ένα αστραφτερό περιδέραιο στον «ιδρωμένο λαιμό» της σύγχρονης ελληνικής λογοτεχνίας.
Χαρακτηριστικά αποσπάσματα:
«Μέσα από το τσάκισμα της φωνής της είδε τον ασημόγλαρο του γυναικείου της φόβου να πετά προς τα ακρογιάλια της θλίψης. Σκέφτηκε πόσο μικρό και εύθραυστο ήταν αυτό το νεαρό κορίτσι μέσα στον πόλεμο, πόσο ασήμαντος και ντελικάτος είναι ο κόσμος μέσα στα καπρίτσια της Ιστορίας, και για μια ακόμα φορά αναθεμάτισε την τύχη τους να έχουν γεννηθεί εκείνη την τόσο σκοτεινή περίοδο» (σελ. 135).
«Κι εκεί, με τον αγέρα να χτυπά κατάσαρκα την πλώρη του καϊκιού, με τη θάλασσα να σφυροκοπά την καρίνα του, εκείνος έβρισκε την ευκαιρία να κάνει και πάλι όνειρα. Λες και από το ανοιχτό του πουκάμισο έβρισκαν την ευκαιρία να διαχυθούν στον νυχτερινό ουρανό και από εκεί να φτάσουν στην ακτή του Τσεσμέ, να κουρνιάσουν πάνω στο μαξιλάρι της Ελένης και εκεί, δίπλα της, να αποκοιμηθούν» (σελ. 157).
«Και τότε κατάλαβε τη μεγάλη διαφορά που υπήρχε ανάμεσά τους. Εκείνοι δεν πολεμούσαν για κανένα ιδανικό. Παιδιά ήταν και η μοίρα τους το είχε φέρει να πολεμήσουν στο πλευρό της ναζιστικής Γερμανίας. Οι Έλληνες μάχονταν για την ελευθερία της πατρίδας τους. Η αδικία τούς είχε μετατρέψει σε ριψοκίνδυνους πολεμιστές, χωρίς καλά καλά να το σκεφτούν, χωρίς να το έχουν σχεδιάσει ποτέ. Οι αιχμάλωτοι Ιταλοί είχαν συρθεί από την Ιστορία σ’ αυτό τον πόλεμο, ενώ οι Έλληνες έγραφαν τη δική τους. Αυτή ήταν η ειδοποιός διαφορά» (σελ. 163).
«Πώς να μιλήσει κανείς λοιπόν τώρα, τόσα χρόνια μετά τον πόλεμο, για όλα αυτά! Αίμα είναι οι μνήμες μέσα μου και πότισαν το μαντίλι της ψυχής μου» (σελ. 432).

Δεν υπάρχουν σχόλια: