Σάββατο, 1 Οκτωβρίου 2016

Η Τέσυ Μπάιλα συνομιλεί με τη Βούλα Παπατσιφλικιώτη

Μέσα από τις σελίδες των βιβλίων της ταξιδεύουμε στην ιστορία και τις παραδόσεις της χώρας μας!
  Σας επέλεξε η γραφή ή την επιλέξατε; Με τι κόστος;
Δεν υπάρχει κανένα κόστος όταν ασχολείσαι με ό,τι αγαπάς και για μένα η συγγραφή είναι μια πολύ αγαπημένη διαδικασία ζωής. Ειλικρινά δε μπορώ να σκεφτώ ποιος επέλεξε ποιον, πάντως από τον καιρό που θυμάμαι τον εαυτό μου το βιβλίο ήταν πάντα μια εσωτερική ανάγκη φυγής και, ξέρετε, κάθε ανάγκη γεννάει το μονοπάτι της για όπου θέλει να φτάσει.
 Τι σημαίνει «γράφω» για σας;
Σημαίνει κυρίως ελευθερία. Μια ελευθερία στο επίπεδο των αισθήσεων που μου επιτρέπει να εισχωρώ σε έναν κόσμο πιο αθώο, σε ένα ευρύτερο πεδίο αυτογνωσίας. Σημαίνει πως  ενσωματώνω στη συνείδησή μου μια άλλη, νέα διάσταση των πραγμάτων και αυτή η ενσωμάτωση και η τελική της έκφραση στο λευκό χαρτί είναι αυτό που συνομιλεί με την ψυχή μου. Αυτό σημαίνει η γραφή για μένα.
Πιστεύετε ότι κάποιος γεννιέται ή γίνεται συγγραφέας;
Κάποιοι άνθρωποι γεννιούνται κυρίως αναγνώστες.  Η αγάπη για την ανάγνωση είναι ένας ισχυρός παράγοντας που καλλιεργεί το όποιο ταλέντο, αν υπάρχει. Και αν έχουν κάποια αξία τα μαθήματα δημιουργικής γραφής αυτή δεν είναι ότι μαθαίνουν κάποιον να γράφει αλλά να διαβάζει καλύτερα. Εξασκεί την τέχνη της αναγνωστικής διαδικασίας και αυτό είναι πολύ σημαντικό, επειδή δημιουργεί τις νοητικές προϋποθέσεις για την κατανόηση  της καλής, της μεγάλης λογοτεχνίας.
 Μιλήστε μας για το τελευταίο σας βιβλίο.
Οι Άγριες θάλασσες είναι μια μυθιστορηματική μαρτυρία για την πορεία ενός ανθρώπου του καπετάνιου Μιλτιάδη Χούμακαι τη δράση του κατά τον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο, την ταραγμένη εκείνη εποχή που την Ιστορία την έγραφαν απλοί, καθημερινοί άνθρωποι, μέσα από παράτολμες πράξεις και μυστικές, αντιστασιακές οργανώσεις.
Μέσα στη δίνη του πολέμου, ο Μιλτιάδης Χούμας διέθεσε το καΐκι του, την Ευαγγελίστρια, και όργωσε τις ελληνικές θάλασσες προκειμένου να βοηθήσει στη διαφυγή Άγγλων και Ελλήνων αγωνιστών, όταν, μετά τη Μάχη της Κρήτης τον Μάιο του 1941, πολλοί Έλληνες και Σύμμαχοι, αποκλεισμένοι στην κατεχόμενη Ελλάδα, προσπάθησαν να διαφύγουν με κάθε μέσο στη Μέση Ανατολή, για τη συνέχιση του αγώνα. Ο Μιλτιάδης ήταν ένας απλός νησιώτης που αναμετρήθηκε με τις προσωπικές του φιλοδοξίες, και τις απαρνήθηκε, για να αφιερωθεί στον αγώνα ενάντια στον ναζισμό και στις δυνάμεις του Άξονα που τον υπηρετούσαν, παραμερίζοντας τους φόβους του. Η αφήγηση δεν προσπαθεί αν αναδείξει έναν υπερήρωα αλλά έναν απλό άνθρωπο που η ζωή τον έστησε μπροστά από τις ευθύνες του και εκείνος δε δίστασε να τις αναλάβει.
Το βιβλίο είναι στηριγμένο σε μια ογκώδη βιβλιογραφία που μου παραχωρήθηκε από την οικογένεια του Μιλτιάδη Χούμα και σε απόρρητα έγγραφα και μαρτυρίες της εποχής που παρουσιάζονται για πρώτη φορά. Περιγράφει τη ζωή του ανθρώπου αυτού τα ταραγμένα εκείνα χρόνια, τη συγκλονιστική περιπέτεια του Τζον Κέιπς, του μοναδικού επιζήσαντα από το φοβερό ναυάγιο του υποβρυχίου Περσεύς. Ο Κέιπς κατάφερε να βγει στην επιφάνεια της θάλασσας από βάθος πενήντα δύο μέτρων, να κολυμπήσει μέσα στο σκοτάδι και τα παγωμένα νερά για περίπου έξι ώρες και να φτάσει αποκαμωμένος στην ακτή της Κεφαλονιάς, για να παραμείνει εκεί για δεκαοκτώ μήνες προτού διαφύγει με τον Μιλτιάδη Χούμα και το καΐκι του, όπως επίσης και τη σχέση του με την Ελένη, τη μετέπειτα γυναίκα του και την αγάπη που μοιράστηκαν στα δύσκολα μεταπολεμικά χρόνια.
Σε όλη του την πορεία το βιβλίο ακολουθεί την ιστορική μνήμη και κυρίως καταγράφει την ανθρώπινη πλευρά αυτών των ανθρώπων που τόλμησαν να αφιερωθούν σε μια πατρίδα που ποτέ δεν τους χαρίστηκε.
 Ποια μοίρα ελπίζετε για αυτό;
Οι «Άγριες θάλασσες» φωτίζουν μια σελίδα της Ελληνικής Ιστορίας που δε θα γραφτεί ποτέ σε κανένα σχολικό εγχειρίδιο. Μια Ιστορία που κινδυνεύει να περάσει στη λήθη, όπως πολλές άλλες. Αυτό που ονειρεύομαι λοιπόν είναι να γνωρίσει τους αναγνώστες με όλες αυτές τις απίθανες ιστορίες των απλών, καθημερινών ανθρώπων, που όταν η ζωή τους έφερε μπροστά σε τραγικά αδιέξοδα εκείνοι έκαναν συγκεκριμένες επιλογές που καθόρισαν το μέλλον αυτού του τόπου και κυρίως το ήθος του. Γι’ αυτό το λόγο, θα ήθελα να φτάσει στον κόσμο και να αγαπηθεί.
Έχετε συγκινηθεί με ένα βιβλίο που έχετε διαβάσει;
Τα μεγάλα έργα συγκινούν τον αναγνώστη τους, με την έννοια πως κινητοποιούν την ευαισθησία του και τα συναισθήματά του. Συμβαίνει λοιπόν να νιώθω τις δονήσεις ενός κειμένου και ταυτόχρονα να απολαμβάνω την αφήγηση του. Ο συνδυασμός αυτών των δύο στοιχείων είναι που με συγκινεί. Ο αναπάντεχος τρόπος, με τον οποίο ξεπηδάει ένα νόημα, μια φιλοσοφική σκέψη, μια ιδέα μέσα από μια στρωτή, απλή αφηγηματική φόρμα. Είναι πολλά βιβλία με αυτά τα χαρακτηριστικά αλλά δυστυχώς όλο και λιγοστεύουν στις μέρες μας.
 Ποια είναι η αγαπημένη σας φράση;
Μια φράση που έχω βάλει και ως μότο στο βιβλίο μου «Το μυστικό ήταν η ζάχαρη», που κυκλοφορεί επίσης από τις εκδ. Ψυχογιός. Είναι μια φράση του Οδυσσέα Ελύτη«Πιάσε το πρέπει από το ι και γδάρε το ίσαμε το π». Επειδή κρύβει μια ουσιαστική δύναμη ανατροπής πολλών κατεστημένων νοοτροπιών και επαναπροσδιορίζει μια μεγάλη εξεγερτική δύναμη που δεν είναι άλλη από την ίδια την ανθρωπιά.
 Για ποιο λόγο θα σταματούσατε να γράφετε;
Όταν νιώσω πως δεν έχω κάτι σημαντικό να πω, ότι νιώσω ότι η ανάγκη που είπαμε πριν υπάρχει πια, τότε πιστεύω πως θα σταματήσω. Για την ακρίβεια θα συνεχίσω να κάνω αυτό που κάνω πάντα, να διαβάζω καλά βιβλία.

Δεν υπάρχουν σχόλια: