Παρασκευή, 5 Αυγούστου 2016

Η Θάλεια Κουνούνη γράφει για τις "Άγριες θάλασσες"

Ένας αϊβαλιώτικος ζεϊμπέκικος…
Ένας λεβέντικος χορός ξεδιπλώνεται…
Μέσα από το στέρνο ξεχύνεται το παράπονο…
Και γίνεται ο χορός μία σιωπηλή ευχαριστήρια δέηση για το ότι κάποιοι είναι ακόμα ζωντανοί…
Σιωπηλά;
Μα ναι. Ήταν επιλογή του. Πώς να βρεθούν τα κατάλληλα λόγια να περιγράψουν όλα αυτά που αντίκρισε, όλα αυτά που βίωσε, όλα αυτά που έγιναν κομμάτι της σάρκας του, ένα με την ψυχή του;
Την ώρα που η Ιστορία χάρασσε νέα μονοπάτια στον δρόμο της και οι άνθρωποι ένιωθαν ανήμποροι να τα ακολουθήσουν, ο Μιλτιάδης Χούμας «άρπαξε» τη στιγμή και μετάλλαξε τον φόβο του σε σκοπό ζωής, και αυτός ο ίδιος φόβος ήταν που τον όπλισε με δύναμη.
«Σηκώνω άγκυρα και φεύγω…», είπε. Και μ’ αυτά τα λόγια αναποδογύρισε την αθέατη κλεψύδρα του πεπρωμένου.
Και ενώ ταξίδευε στις άγριες θάλασσες, εκεί που ο πόλεμος ήταν σκοτεινός και υγρός και η ειρήνη δε φαινόταν πουθενά, πάλεψε με τους συντρόφους του για το ακατόρθωτο.
Δίπλα στον φιλέλληνα ταγματάρχη Parish, ο Μιλτιάδης δίνει στη συμμαχική οργάνωση «Διαφυγή» αλμυρή πνοή. Μαζί με τους συνταξιδιώτες του στοχεύει ατρόμητος στην επιτυχή εκτέλεση κάθε αποστολής τους αψηφώντας κάθε κίνδυνο. Γίνεται σωτήρας του μοναδικού επιζώντα από το υποβρύχιο «Περσεύς», John Capes. Την ίδια στιγμή που παλεύει με τα κύματα, παλεύει για την ελευθερία. Παλεύει για να έρθουν ξανά οι παλιές καθημερινές εικόνες… για ένα καθιερωμένο τελετουργικό που μένει χαραγμένο στην ψυχή σου… «Έτσι όπως χαράσσονται όλες οι στιγμές ευτυχίας, μόνο που όταν κανείς τις βιώνει δεν καταλαβαίνει πόσο σημαντικές είναι. Αρκεί μία τυχαία ανάκλησή τους στη μνήμη, και οι πραγματικές διαστάσεις ξεκαθαρίζουν…»
«Σηκώνω άγκυρα και φεύγω…», είπε τότε ο Μιλτιάδης. Κι από τότε, παρόλο που κρατούσε το δικό του ημερολόγιο, δεν θέλησε να μιλήσει ποτέ και σε κανέναν γι’ αυτά που είχε ζήσει.
Και σήμερα, χρόνια μετά, έρχεται η συγγραφέας Τέσυ Μπάιλα, μέσα από μεγάλη και αξιοσημείωτη έρευνα, να μας μιλήσει γι’ αυτόν τον άνθρωπο, να μας ξεδιπλώσει την… ψυχή του, δίνοντας μας ένα βιβλίο που, δεν θα πω στολίζει απλώς τη βιβλιοθήκη μας, αλλά τη «βαραίνει» με μαρτυρίες που έχουμε καθήκον να τις κουβαλάμε ως πολύτιμη κληρονομιά.
Μέσα από τη μαγευτική γραφή της η συγγραφέας καταθέτει τα γεγονότα, πασπαλίζοντάς τα με μυρωδιές, ολοζώντανες εικόνες, γνήσια συναισθήματα, αποφθέγματα που άλλοτε χαϊδεύουν και άλλοτε αφυπνίζουν τη συνείδηση που οφείλουμε να έχουμε ως άνθρωποι.
Γιατί η Τέσυ Μπάιλα ξεφεύγει από τα πλαίσια που δημιουργούν οι εκάστοτε έχθρες των εθνικοτήτων, δεν επικεντρώνεται μόνο στα μελανά σημεία εκείνης της σκοτεινής περιόδου, (που σαφώς και οφείλουμε να τα γνωρίζουμε), αλλά επεκτείνεται, επίσης, στις ανθρώπινες σχέσεις, στις ανθρώπινες ψυχικές ανάγκες, στις ανθρώπινες συμπεριφορές αυτών που βιώνουν τον αβάσταχτο πόνο στις δυσμενείς συνθήκες ενός πολέμου. Καταφέρνει να σε συγκινήσει ακόμα κι όταν για ανθρώπινη επαφή λογαριάζει το να κρατάς την παλάμη (προέκταση μίας ξυλόγλυπτης λαγουδέρας) για να καταλαγιάζει ο φόβος και να περιορίζονται οι αμφιβολίες.
Ναι, ο Μιλτιάδης δεν μίλησε ποτέ για τη ζωή του. Και σήμερα η κυρία Μπάιλα, σαν ταχυδρομικό περιστέρι, μας έφερε τις «Άγριες Θάλασσες», για να γνωρίσουμε αυτόν τον μικροκαμωμένο και λιγομίλητο άντρα που όμως έμοιαζε τιτάνιος μέσα στη σιωπή του. Για να φανεί και στα δικά μας μάτια, όπως στα μάτια αυτών που τον γνώριζαν, γιγαντόσωμος, παίρνοντας το ανάστημα της παλικαριάς του.
Τέσυ μου, συγχαρητήρια!

Δεν υπάρχουν σχόλια: