Κυριακή, 29 Ιουλίου 2012

Το Παραμύθι της Βροχής στο Φεστιβάλ ΦΛΥΓΟΝΙΟΝ

Στο μαγευτικό Κυριάκι Βοιωτίας και στον πανέμορφο ξενώνα Φλυγόνιον παρουσιάστηκε Το Παραμύθι της βροχής που κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Δοκιμάκης.Χρωστάω ένα μεγάλο ευχαριστώ στον εμπνευστή του Φεστιβάλ κ. Γιώργο Γκώνια για την πρόσκληση και τη ζεστή φιλοξενία του, καθώς και σε όλους τους υπεύθυνους του φεστιβάλ, στους ιδιοκτήτες του ξενώνα Φλυγόνιον και σε όλους όσοι παρευρέθησαν στην εκδήλωση και μας τίμησαν με την παρουσία τους, ανάμεσα στους οποίους και ο αντιδήμαρχος του Δήμου Λεβαδέων.
Η βραδιά ξεκίνησε με τον χαιρετισμό του Γιώργου Γκώνια. Στη συνέχεια για το βιβλίο μίλησε αναλυτικά  η κ. Μαριάννα Φωτοπούλου κι εγώ.
Η βραδιά διανθίστηκε με την προβολή δύο βίντεο που δημιουργήθηκαν για το βιβλίο σε μουσική επένδυση του μαθητή Νίκου Γουλανδρή και έκλεισε με ένα βίντεο ακόμη με το βασισμένο στο βιβλίο  τραγούδι σε στίχους του Γιώργου Γκώνια και μουσική του Βαγγέλη Καζαντζή που ερμηνεύουν ο Βαγγέλης Καζαντζής και η Μαρίνα Δακανάλη.


Η Ομιλία της κ. Φωτοπούλου:

ΜΑΡΙΑΝΝΑ ΦΩΤΟΠΟΥΛΟΥ: ΤΟ ΠΑΡΑΜΥΘΙ ΤΗΣ ΒΡΟΧΗΣ
Καλησπέρα σας, θα θέλαμε να σας ευχαριστήσουμε που είσαστε σήμερα εδώ κοντά μας να μιλήσουμε για το βιβλίο της Τέσυς Μπάιλα Το Παραμύθι της Βροχής που κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Δοκιμάκης.
Το Παραμύθι της βροχής είναι ένα βιβλίο που πρωτίστως γίνεται ο οδηγός μας σε ένα ταξίδι. Ένα ταξίδι στη χώρα του ανατέλλοντος ηλίου, την Ιαπωνία, στα μυστικά, τη νοοτροπία και τη φιλοσοφία που αναπτύχθηκε εκεί με την πάροδο των αιώνων. Ένα ταξίδι στα μύχια ενός πολιτισμού που μοιάζει τόσο μακρινός και εξωτικός για εμάς αλλά που όπως η Μπάιλα αποκαλύπτει μοιράζεται πολλά κοινά με τον αρχαίο ελληνικό πολιτισμό.
Στο Παραμύθι της Βροχής η Ιαπωνία μοιάζει απαλλαγμένη από όλα όσα έχουμε μάθει να αναγνωρίζουμε σ’ αυτήν  μέσα από τον κινηματογράφο και βιβλία που αναφέρονται σ’ αυτήν. Μέσα από τις σελίδες αυτού του βιβλίου η Ιαπωνία παίρνει συμβολικές διαστάσεις και το βιβλίο γίνεται ένα μακρύ οδοιπορικό στο τοπίο, στην καθημερινή ζωή, στη λαογραφία, στις αντιλήψεις μέσα από τις λεπτές αποχρώσεις των εθίμων που καθρεφτίζουν τη νοοτροπία της χώρα αυτής.
Η συγγραφέας μοιάζει να στέκεται με πολύ σεβασμό απέναντι τους και κάθε φορά που αναφέρεται σε κάτι σχετικό, είτε πρόκειται για τελετές τσαγιού είτε για συναισθήματα αποθησαυρισμένα  οι εικόνες εξαιρετικής ομορφιάς που περιγράφονται ξετυλίγονται ολοζώντανες μπροστά μας.
Η τελετή του τσαγιού, γράφει στο κεφ. 12, είναι ένα περίτεχνα ενορχηστρωμένο τελετουργικό ιερών πράξεων στην ιαπωνική παράδοση. Όλα αρχίζουν με τον περίπατο μέσα στους κήπους του τεϊοποιείου, έπειτα ακολουθεί η συνάντηση με τους υπόλοιπους καλεσμένους και ύστερα το πλύσιμο στην πηγή του Σίντο που βρίσκεται έξω από το ναό. Μια συνήθως πέτρινη γούρνα περιμένει τους επισκέπτες στην είσοδο της οτσαγιά, με το κεφάλι κάποιου δράκου που θεωρείται ότι διώχνει τα κακά πνεύματα να ξερνά από το ανοιχτό του στόμα λιγοστό νερό, και μια ξύλινη κουτάλα από την οποία πρέπει όλοι να πιουν μια γουλιά και έπειτα να το φτύσουν, σημάδι του καθαρμού που ήταν απαραίτητος για να αρχίσει το τελετουργικό. Στην προκειμένη περίπτωση επρόκειτο για έναν πολύ μικρό ναό, τον οποίον έπρεπε να επισκεφθούν πριν περάσουν μέσα στην οτσαγιά για την τελετή που σε λίγο θα άρχιζε.
Η Χριστίνα ακολουθούσε τον Τοσίο σε κάθε βήμα κι έκανε όσα εκείνος αμίλητος της έδειχνε. Της άρεσε όλη αυτή η διαδικασία. Μέσα στο μυαλό της έπαιρνε διαστάσεις μιας μαγικής σχεδόν τελετής, κι η νεαρή αρχαιολόγος είχε επιστρατεύσει όλο το ενδιαφέρον της και απολάμβανε κάθε λεπτό. Η είσοδος μέσα στο μικρό —σαν κελί— δωμάτιο που μύριζε τσάι και θυμίαμα είχε αναστατώσει τις αισθήσεις της, που ανυπομονούσαν να συναντηθούν με τον γιαπωνέζικο πολιτισμό. Δεν υπήρχαν άλλοι καλεσμένοι, κι έτσι οι δυο τους θα είχαν το προνόμιο να απολαύσουν μια γνήσια τελετή τσαγιού, με τον πατροπαράδοτο τρόπο που για τόσα χρόνια γινόταν στις ίδιες πάντα συνοικίες του Κιότο.
Όταν η πόρτα άνοιξε και μια όμορφη γκέισα μπήκε μέσα, ο Τοσίο υποκλίθηκε μπροστά της σε ένδειξη σεβασμού, κάτι που μηχανικά είχε μάθει πια να κάνει και η Χριστίνα. Η γκέισα υποκλίθηκε με τη σειρά της και κάθισε μπροστά τους. Η πόρτα άνοιξε για δεύτερη φορά και μια γκέισα που κρατούσε ένα μουσικό όργανο σαν κιθάρα μπήκε μέσα στο δωμάτιο πήγε σε μιαν άκρη. Ύστερα από λίγα λεπτά άρχισε να παίζει έναν ήχο αρκετά μελαγχολικό, αλλά τόσο τρυφερό. Σε λίγο η πόρτα άνοιξε και πάλι, και δυο ακόμη γκέισες πέρασαν μέσα κι άρχισαν να λικνίζονται με ιδιαίτερη χάρη στους ήχους του παραδοσιακού οργάνου. Στα κιμονό τους αντικατοπτριζόταν ο χαμηλός φωτισμός του δωματίου, δημιουργώντας λεπταίσθητους ιριδισμούς. Τα κατάμαυρα μαλλιά τους έλαμπαν σαν έβενος, ενώ τα πολύχρωμα λουλούδια που τα στόλιζαν έδιναν ένα ιδιαίτερο χρώμα, δίπλα ακριβώς στο κατάλευκα βαμμένο πρόσωπό τους. Μια μυρωδιά από ροδάκινο έσβηνε σε κάθε τους κίνηση κι άφηνε στο δωμάτιο την οσμή ενός φρεσκοκομμένου ανθού. 
Οι κεντρικοί ήρωες του βιβλίου είναι η Χριστίνα, μια νεαρή αρχαιολόγος, η οποία αποφασίζει πιεζόμενη από έναν εφιάλτη που επανέρχεται κάθε τόσο και την απώλεια ενός αγέννητου παιδιού, να παρατήσει τη δουλειά της, τον σύζυγό της, τους γονείς της και να φύγει για την Ιαπωνία εκεί όπου ζει ένας προσωπικός της φίλος ο Τοσίο, τον οποίο έχει γνωρίσει σε ένα προηγούμενο επαγγελματικό της ταξίδι και με τον οποίο την συνδέει μια βαθιά φιλία και το βιβλίο γίνεται ένας ύμνος για την φιλία που μπορεί να συνδέσει δυο ανθρώπους. Σε κάποιο σημείο του μάλιστα γράφει:
«Ένα βλέμμα που στέκεται για μια στιγμή στα δικά σου μάτια και σου εκμυστηρεύεται τις αλήθειες του όλες. Που σου επιτρέπει να βυθιστείς στην προσωπική του θάλασσα, κι από κει να γευτείς και τη σκουριά και την αλμύρα του όλη. Κι όλα αυτά τόσο απόλυτα και ειλικρινά, τόσο αυθόρμητα, σαν να υπήρχε στη ζωή σου από πάντα αυτό το βλέμμα, κι αν τυχόν σου λείψει για λίγο να φαίνεται η ζωή πιο λίγη, πιο άχρωμη και συχνά ανυπόφορη, μισή, επειδή ένα ανθισμένο λουλούδι είναι η φιλία, μια ανάσα ζωής μοιρασμένη στα δυο!»
Ο Τοσίο όμως δεν είναι ένας συνηθισμένος ήρωας. Πρόκειται για έναν άνθρωπο με βαθειά φιλοσοφική προσέγγιση ζωής που θα την μυήσει, χωρίς ποτέ να προσπαθήσει συνειδητά γι αυτό, σε έναν άλλο τρόπο ζωής, εκεί όπου ο χρόνος κυλά διαφορετικά, εκεί όπου οι άνθρωποι ανακαλύπτουν την ομορφιά μέσα στην αρμονία, της φύσης, την τάξη μέσα στα νερά μιας λίμνης ή σε ένα κόκκινο γεφυράκι πνιγμένο κυριολεκτικά μέσα στα άνθη της κερασιάς, την ιεροτελεστία όταν απλώς πίνουν ένα φλιτζάνι ζεστό τσάι μαζί. Ενδεικτική είναι η σκηνή που ακολουθεί:
Με τις βαριές γαλότσες να πονούν τα πρησμένα πόδια της, έκατσε για μια στιγμή να ξαποστάσει στο παγκάκι απέναντι από τη λίμνη, εκεί όπου συνήθιζε να περνά τις ώρες της με τη Χιρόκο. Τα μάτια της καρφώθηκαν στη λιμναία κίνηση του νερού. Με τη σιγαλή ροή ενός μικρού παραποτάμου που χυνόταν μέσα στα γαλήνια νερά της, η λίμνη έμοιαζε σαν ένας ασημένιος καθρέφτης του ουρανού και στη θέση των άστρων άνθη λούζονταν στα νερά του!
«Μπορείς να δεις στο βάθος τι κρύβουν τα νερά;» διέκοψε τη σκέψη της η φωνή του Τοσίο.
Γύρισε και τον κοίταξε. Στεκόταν πίσω της παρατηρώντας την. Δεν είχε ακούσει τα βήματά του να την ακολουθούν, χάρηκε όμως εκείνη τη στιγμή που τον είδε κοντά της. Η φωνή του καταλάγιασε τη μικρή θύελλα που είχε ξεσπάσει μέσα της.
«Στο βάθος είναι θολά τα νερά, δεν φαίνονται καλά» του απάντησε.
«Πρέπει να προσπαθήσεις πολύ για να δεις» της είπε και προχώρησε προς τη λίμνη. «Έλα κοντά μου».
Η Χριστίνα, αφού κοντοστάθηκε για μια στιγμή, σηκώθηκε και τον ακολούθησε. Ήταν γονατιστός και είχε σκύψει κοιτάζοντας βαθιά μέσα στη λίμνη. Στράφηκε προς το μέρος της και της έδωσε το χέρι του, χωρίς να πει άλλη κουβέντα. Εκείνη γονάτισε δίπλα του και κοίταξε προς τα σκοτεινά νερά. Για πρώτη φορά, έπειτα από τόσες φορές που είχε σταθεί στην ακρολιμνιά, είδε μέσα στο νερό τα τεράστια πορτοκαλί χρυσόψαρα που κολυμπούσαν. Αυτά τα ψάρια ανήκαν σε μια ιδιαίτερη ράτσα και ευδοκιμούσαν στις λίμνες της Ιαπωνίας. Αν και είχε διαβάσει κάποτε γι’ αυτά στο βιβλίο που ο Τοσίο της είχε χαρίσει, δεν τα είχε δει ποτέ της. Γεμάτη έκπληξη γύρισε προς το μέρος του.
«Δεν ήξερα ότι υπήρχαν! Δεν τα είχα δει ποτέ!»
«Επειδή δεν είχες σκύψει να τα δεις!» της απάντησε, κι ένα χαμόγελο ζωγραφίστηκε στα μαύρα μάτια του. Ύστερα έπιασε ένα μυτερό πετραδάκι και το πέταξε μέσα στο νερό. Δεκάδες λεπτοί ομόκεντροι κύκλοι σχηματίστηκαν, ενώ την ίδια στιγμή τα ψάρια έφευγαν ξαφνιασμένα με βιαστικές κινήσεις.

«Είναι πολύ όμορφα!» είπε η Χριστίνα.
«Έτσι είναι και οι άνθρωποι. Αφήνουν μια καλογυαλισμένη επίπεδη επιφάνεια για να δεις. Στο βάθος τους κρύβουν άλλες αλήθειες. Άλλοτε όμορφες, άλλοτε άσχημες. Κρυμμένες βαθιά όμως. Εσύ πρέπει να σκύψεις για να τις δεις, αλλιώς θα μείνεις στην επιφάνεια. Είδες τα κύματα που προκάλεσε το πετραδάκι; Η συμπεριφορά μας μερικές φορές προκαλεί τέτοια. Και τότε οι άνθρωποι τρομάζουν, τρέχουν οι αλήθειες τους και κρύβονται. Επειδή δεν είχες προλάβει να τις δεις πριν τις αγγίξει το πετραδάκι σου».
Κορυφαία μορφή του βιβλίου είναι η Χιρόκο, η ιστορία της οποία εντάσσεται στο μυθιστόρημα με την τεχνική του εγκιβωτισμού και δημιουργεί ένα νέο κεφάλαιο με καταλυτική επίδραση, καθώς οι ιστορίες των δυο γυναικών μέλλεται να δεθούν με ένα μοιραίο τρόπο. Η συγγραφέας δημιουργεί ένα ιδιαίτερο κλίμα και ξεναγεί τον αναγνώστη σε έναν μυστηριακό κόσμο λαγνείας, τον κόσμο των γκεισών, του Κιότο, των ιερών συμβόλων μιας ολόκληρης χώρας.
Οι ήρωες του βιβλίου δρομολογούνται όλοι στο προσωπικό τους μονοπάτι αυτογνωσίας, μια ισχυρή παράμετρο του βιβλίου. Ένα μονοπάτι που μπορεί να είναι μακρινό όπως γράφει η συγγραφέας, που μπορεί ωστόσο να επαναπροσδιορίσει τις αξίες ζωής ενός ανθρώπου.

 «Η ζωή είναι ένας δρόμος, γράφει, ένα μακρινό μονοπάτι. Για να φτάσει κανείς στο τέλος του πρέπει να περπατήσει μόνος του μέσα σ’ αυτό. Είναι μοναχικό και συχνά κακοτράχαλο. Το σπουδαιότερο όμως είναι να καταφέρει να το βρει. Να μην περάσει μια ολόκληρη ζωή χωρίς να καταφέρει να βρει αυτόν το δρόμο που αναζητά η ψυχή του. Κάποιοι άνθρωποι, ένας ταπεινός σπουργίτης, ένα λουλούδι, ένα άστρο, ένα χρώμα ή κι ένα κύμα που καλπάζει στην ακτή, μπορεί να γίνει οδηγός του. Όσα άλλωστε συμβαίνουν γύρω μας, γι’ αυτόν το λόγο γίνονται. Τίποτα δεν είναι τυχαίο και όλα υπάρχουν για κάποιο σκοπό. Σημασία έχει μόνο το τέλος. Ο προορισμός!
Όσοι διαβάσουν το βιβλίο θα εντυπωσιαστούν από το γεγονός ότι έμελλε να αναδειχθεί προφητικό, καθώς στο τελευταίο του μέρος περιγράφει τα γεγονότα που συγκλόνισαν τη Φουκοσίμα τον Μάρτη του 2011 μετά τον καταστροφικό σεισμό, γραμμένα ωστόσο αρκετούς μήνες πριν.
Σημαντική είναι όμως και η λογοτεχνική αξία του κειμένου. Με προσωπικό ύφος τον λυρισμό, την αφηγηματική ανατροπή, τους ανατρεπτικούς ήρωες που ψυχογραφούνται μοναδικά  και μια ρέουσα γλώσσα, Το παραμύθι της βροχής οδηγεί τον αναγνώστη σε μια εσωτερική καταβύθιση και τον βοηθά να αναστοχαστεί και να ερμηνεύσει τον τρόπο που η φιλοσοφία μπορεί να επηρεάσει παράλληλα τους πολιτισμούς που φαινομενικά μοιάζουν να μην έχουν καμιά σύνδεση. Το βιβλίο αυτό είναι ένα βιβλίο γεμάτο ηθικές αξίες που επανέρχονται στις σελίδες του με την αθωότητα ενός παραμυθιού όπως είναι και ο τίτλος του, χωρίς να κουράζει.

Είχα την χαρά να διαβάσω το βιβλίο από χειρόγραφο, πολλούς μήνες πριν την κυκλοφορία του και θα ήθελα κλείνοντας να σας διαβάσω ένα ακόμη απόσπασμα που μου άρεσε πολύ  πριν ευχηθώ το παραμύθι της βροχής να είναι ένα καλοτάξιδο βιβλίο.
«Τελικά κάθε πολιτισμός παίρνει ζωή από την ανάσα των ανθρώπων που τον δημιουργούν, κι όσο κι αν φαίνεται παράδοξο, Έλληνες και Ιάπωνες φαίνεται ότι είχαν πολύ περισσότερα κοινά απ’ όσα νόμιζαν οι ίδιοι. Όταν γυρίσω πίσω θα πρέπει να κάνω μια διατριβή με αντικείμενο τα πολιτισμικά ανάλογα των δύο αυτών χωρών» συλλογίστηκε. «Ίσως αυτός να είναι ο λόγος που βρέθηκα εδώ, και ίσως τώρα, λίγο πριν φύγω, μου αποκαλύπτεται η αιτία που ήρθα σε τούτη τη χώρα. Δυο τόσο μακρινοί πολιτισμοί με τόσα κοινά, ένας Έλληνας Πυθαγόρας που έλεγε τα ίδια με τον Ιάπωνα Βούδα, ένας Διόνυσος που γιορτάζεται τόσο μακριά από την πρώτη του πατρίδα, ολόιδια όπως στους αρχαίους χρόνους. Ακόμα και το τοπίο σε πολλά μέρη μοιάζει. Το ιαπωνικό αρχιπέλαγος δεν έχει τίποτα να ζηλέψει από το Αιγαίο. Στην Ελλάδα δεν υπήρξαν βέβαια γκέισες, σαμουράι και παγόδες, υπήρξαν όμως ναοί, η ίδια λατρεία της φύσης, το αρχαίο θέατρο που όπως και εδώ ξεκίνησε από κάποιο σάτυρο, ένας κοινός ήλιος να ζεσταίνει τον ουρανό. Όλα τόσο διαφορετικά, κι όμως ολόιδια!»






Και η δική μου σειρά:


Καλησπέρα κι από μένα, ήθελα να σας ευχαριστήσω με τη σειρά μου για την αποψινή σας παρουσία και επίσης να ευχαριστήσω την κ. Μαριάννα Φωτοπούλου για την τόσο αναλυτική της παρουσίαση του βιβλίου μου. Μια και ήδη αναφέρθηκε η ιστορία του βιβλίου θα ήθελα να σας πω μόνο πως άρχισε να διαμορφώνεται μέσα μου η ιδέα να ασχοληθώ με την ιστορία αυτή, η οποία δημιουργήθηκε όταν πριν μερικά χρόνια επιστρέφοντας από το Τόκιο και με έντονο το ενδιαφέρον μου γι αυτή τη χώρα, άρχιζα να διαβάζω συστηματικά ο,τιδήποτε σχετιζόταν με την Ιαπωνία.
Διαπίστωσα τότε λοιπόν ότι ενώ όλοι μας όταν φέρνουμε στο νου τη χώρα αυτή συνειρμικά προσανατολιζόμαστε στην εξωτική της πλευρά με τις γκέισες, τα χάρτινα φανάρια, το σούσι και τις πολύχρωμες βεντάλιες ή την τεχνοκρατική της ανάπτυξη, στην πραγματικότητα πρόκειται για έναν πολύ γοητευτικό και ιδιαίτερο πολιτισμό, ο οποίος κατά την εξελικτική του πορεία μέσα στους αιώνες έχει αναπτύξει κοινά χαρακτηριστικά με εκείνα που ανέπτυξε ο ελληνικός πολιτισμός κι αυτή η διαπίστωση ήταν πολύ ενδιαφέρουσα για μένα.

Ίσως να μην είναι τυχαίο ότι και οι δύο χώρες ανέπτυξαν τον πολιτισμό τους κυριολεκτικά βουτηγμένες μέσα στη θάλασσα και το φως του ήλιου και ίσως αυτοί οι δύο παράγοντες να καθόρισαν την πορεία τους. Έτσι λοιπόν θέλησα να βρω πόσα κοινά μπορεί να έχουν οι δυο αυτοί πολιτισμοί και πόσο οι θρησκείες οι οποίες αναπτύχθηκαν στο γεωγραφικό τους χώρο μπορεί να έπαιξαν κάποιο ρόλο στη διαμόρφωση αυτών των χαρακτηριστικών. Εντυπωσιακό ήταν για μένα το γεγονός ότι οι πρώτες απεικονίσεις του Βούδα στην Ιαπωνία είχαν τη μορφή του θεού Απόλλωνα.
Στην πορεία λοιπόν ανακάλυψα ότι στην Ιαπωνία εξακολουθούν να γίνονται ακόμη και σήμερα τελετές όμοιες με τις αρχαίες ελληνικές, ενδεικτικά να αναφέρω τα ανθεστήρια, λατρεύονται θεότητες παρόμοιες και πολλά έθιμα σχεδόν ίδια με τα αρχαία ελληνικά εξακολουθούν να αναβιώνουν εκεί, ξεχασμένα ή και άγνωστα σε εμάς σήμερα.
Ένα ακόμα στοιχείο το οποίο είναι ιδιαίτερης σημασίας είναι το γεγονός ότι ενώ ο ελληνικός και ο ιαπωνικός πολιτισμός είναι δυο τόσο μακρινοί μεταξύ τους η φιλοσοφία τους είναι εντυπωσιακά ίδια, καθώς τόσο ο Πυθαγόρας και ο Πλάτωνας όσο και ο Βούδας έχουν μιλήσει σε περίπου σύγχρονη εποχή για τα ίδια πράγματα.
Με αυτά ως προϋποθετική αρχή άρχισε να στήνεται ο καμβάς της ιστορίας και το Παραμύθι της Βροχής ξεκίνησε, θέλοντας μέσα από μια μυθιστορηματική αφήγηση να μιλήσω για όλα  αυτά.

Στο Παραμύθι της βροχής η Χριστίνα, μια ελληνίδα αρχαιολόγος φεύγει σ’ ένα ταξίδι αυτογνωσίας που την οδηγεί στη μακρινή Ιαπωνία. Εκεί θα συναντηθεί με το προσωπικό της πεπρωμένο και μέσα από τα μάτια του Ιάπωνα φίλου της θα καταφέρει να δει πέρα από την επιφάνεια των πραγμάτων όπως εκείνος της υποδεικνύει. Η Χριστίνα ταυτίζει το ταξίδι αυτό με την αυτογνωσία και την ελευθερία με τη γνώση κι όταν πλέον επιστρέψει θα έχει βρει νέους δρόμους αισιοδοξίας για τη ζωή. Έτσι λοιπόν η ανασκαφική εμπειρία της Χριστίνας δεν έχει να κάνει μόνο με τα ευρήματα αλλά κυρίως με μια εσωτερική ανασκαφή που θα αναπλάσει και θα αναδιαμορφώσει την προσωπική της ζωή.
 Η Χριστίνα δεν διαλέγει τη φυγή για να απομακρυνθεί από ό,τι τη βασανίζει όπως αρχικά φαίνεται αλλά ως το όχημα που θα την οδηγήσει στο μοναχικό μονοπάτι μιας ιδιωτικής οδού όπως ο Ελύτης αναφέρει, η οποία θα την οδηγήσει σε προσωπικές της αλήθειες.
Η ιστορία της Χριστίνας και της μεγάλης της φιλίας με τον Τοσίο είναι βασισμένη σε αληθινούς χαρακτήρες, ο Τοσίο είναι έτσι όπως ακριβώς περιγράφεται στο βιβλίο, ένας άνθρωπος δηλαδή που έχει κάνει οίστρο της ζωής του τη φιλοσοφία αλλά και τη φιλία και γι αυτό είναι τόσο διαφορετικός.
 Μέσα από μια απλή ιστορία προσπάθησα να ξεδιπλώσω τη φιλική σχέση δύο διαφορετικών ανθρώπων, ξεχωριστών, που ζουν σε  δύο διαφορετικούς τόπους. Είναι δυο άνθρωποι  με διαφορετικά βιώματα, άλλη ψυχοσύνθεση, κι εντελώς άλλη κουλτούρα, οι οποίοι έρχονται κοντά, για ν’ αποστάξουν την σοφία της διαφορετικότητας και να αντικρίσουν  την αλήθεια μέσα από  διαφορετικές διαδρομές κάθε φορά. 
Κάπως έτσι λοιπόν άρχισα να γράφω το βιβλίο αυτό, θέλοντας να δώσω μορφή σε αυτές τις ιδέες και χρησιμοποίησα τον μύθο του Οιδίποδα ακριβώς όπως τον ξέρουμε, διαχρονικά παρών όπως φαίνεται σε κάθε τόπο.
 Το βιβλίο σε καμιά περίπτωση δεν ήθελα να είναι ένας οδηγός για την Ιαπωνία, είναι όμως εντελώς αδύνατο να μιλήσει κανείς γι αυτή τη χώρα, καταφέρνοντας να την παρουσιάσει, χωρίς λεπτομερείς περιγραφές. Επειδή η Ιαπωνία είναι μια πολύχρωμη χώρα, μια χώρα που κυριολεκτικά στάζει ευγένεια και πολιτισμό από παντού και ειλικρινά ένιωσα εκεί ότι προέρχομαι από έναν μονόχρωμο πολιτισμό, έναν πολιτισμό που έχει χάσει σημαντικές αξίες και πρέπει να αγωνιστεί για να τις κατακτήσει ξανά. Έτσι λοιπόν προτίμησα με αφετηρία την Ιαπωνία του εξωτισμού και των μαγικών εικόνων της άπω Ανατολής  να περάσω  παράλληλα τις ηθικές αξίες του πολιτισμού, όπως είναι η φιλία, η αυτογνωσία, η λύτρωση μέσα από τη γνώση, η ευγένεια και η καλοσύνη.

Τελειώνοντας θα ήθελα να ευχαριστήσω τον κ. Γκώνια Γιώργο για την πρόσκλησή του και τη ζεστή του φιλοξενία μέσα στο πλαίσιο του φεστιβάλ Φλυγόνιον, όλους τους ανθρώπους που στηρίζουν και δουλεύουν γι αυτό το φεστιβάλ που πραγματικά είναι πολύ σημαντική η προσπάθεια τους, τον ξενώνα Φλυγόνιον, την κ. Μαριάννα Φωτοπούλου για την εμπεριστατωμένη της ομιλία, τους δημιουργούς Βαγγέλη Καζαντζή, Μαρίνα Δακανάλη και Γ. Γκώνια για το τραγούδι που έγραψαν βασισμένο στο βιβλίο μου, τον αγαπημένο μου μαθητή Νίκο Γουλανδρή που έγραψε τη μουσική για τα βίντεο που παρακολουθήσαμε, ντύνοντας μελωδικά τις εικόνες του βιβλίου, τον εκδότη μου κ. Δοκιμάκη και για άλλη μια φορά όλους εσάς που είσαστε σήμερα μαζί μου.
Σκηνές από την προετοιμασία










2 σχόλια:

Eva Psarrou είπε...

Τέσυ, πολλά συγχαρητήρια, καλοτάξιδο! Σα θέμα από μόνο του ακούγεται πολύ ενδιαφέρον, ένα ταξίδι αυτογνωσίας στη χώρα του ανατέλοντος ηλίου που έναν πολιτισμό που τελικά είναι περισσότερο κοντά μας από ότι ίσως πιστεύουμε. Εύχομαι τα καλύτερα!

Τέσυ Μπάιλα είπε...

Ευχαριστώ πολύ! Ελπίζω να βρεις ενδιαφέρον και το βιβλίο!