Πέμπτη, 23 Απριλίου 2015

Το "Ουίσκι μπλε" στο Bookmark από τη Μαρία Κουλούρη

Ουίσκι μπλε. Ο τίτλος αινιγματικός συνδυασμένος με το χρώμα της θάλασσας το βαθύ το ξέχωρο το μπλε. Εκείνο του κοβαλτίου - όπως αναφέρει η συγγραφέας . Συνδυασμένος και με τη φυγή, την αναζήτηση, τον εθισμό..
Αφήνεται στη φαντασία του αναγνώστη να δουλέψει τον τίτλο στο μυαλό του και να τον ερμηνεύσει κατά πως θέλει.
Αφήνεται στην πένα της Τέσυ Μπάιλα να ξεδιπλώσει το ταξίδι των ηρώων της, για την κατάκτηση των ονείρων τους, το ψάξιμο του εαυτού τους, την αναζήτηση μιας άλλης ζωής που κάπου τους περιμένει....
Η θάλασσα κεντρικός άξονας που γύρω του γυρνούν οι κύκλοι ζωής ενός Έλληνα - αντιπροσώπου μιας γενιάς που προσπαθεί να ξεφύγει από τη μιζέρια - με ψυχή γεμάτη ελπίδα για ένα καλύτερο στήσιμο της ζωής του. Πορτ Σάιντ όμορφη ζωή, ήσυχη, οικογενειακή και μπόλιασμα της βαθιάς αγάπης για τη θάλασσα από τον πατέρα στο γιο. Σημάδι ανεξίτηλο μέσα του, ψάχνει την ευκαιρία και το χρόνο να εκδηλωθεί.
Σαντορίνη. Πέρασμα στη φτώχεια στη μιζέρια αλλά και χτίσιμο σιγά σιγά των ονείρων για τη φυγή, για το άνοιγμα άλλου κύκλου στη ζωή του ήρωα. Φευγιό από τη Σαντορίνη που την πυρπολεί βίαια η κόκκινη λάβα και τη συγκλονίζει ο σεισμός..
Πειραιάς εποχή του 1950. Πειραιάς στη δίνη της μεταπολεμικής Ελλάδας. Mε το λιμάνι - κεντρικό άξονα στη διήγηση της συγγραφέως - τις φτωχικές συνοικίες, τα σπίτια με τα κόκκινα λαμπάκια και τα όνειρα να διατηρούνται ζωντανά .. Καθημερινό κυνήγι για μικρό μεροκάματο. Πόνος βάσανα φτώχεια αλλά και αλληλεγγύη και αγάπη. Στοιχεία αντιφατικά που ενώνουν. Ανθρώπινες καρδιές που σμίγουν.
Βέλγιο .. σκληρή η ζωή μέσα στα έγκατα της γης. Ταμπέλες όπως ΄΄ έξω οι Ιταλοί, οι Έλληνες και οι σκύλοι ΄΄ σημαδεύουν τον ήρωα . Η ψυχή του μυρίζει απελπισία . Ένα ατύχημα με δεκάδες νεκρούς στα ορυχεία τον κάνει να δεχτει πως΄΄ και τα δάκρυα έχουν χρώμα΄΄. Επιστροφή στη πατρίδα και φυγή ξανά για κυνήγημα του αμερικάνικου όνειρου.
Νέα Υόρκη απλά ένα πέρασμα πριν επιστρέψει σαν σύγχρονος Οδυσσέας στην πατρίδα. Για να δεθεί πια με το μπλε του κοβαλτίου το βαλμένο στο ποτήρι του, το βαλμένο στη ψυχή του.

Πρόκειται για ένα μυθιστόρημα που με τις εναλλαγές των συναισθημάτων, τις αλλεπάλληλες ανατροπές, με τον διαρκή αγώνα για την επιβίωση, με τους έρωτες και την αληθινή αγάπη κρατά το ενδιαφέρον του αναγνώστη αμείωτο.
Η συγγραφέας με μια γραφή λιτή αλλά και δυνατή ξεδιπλώνει τις ζωές των ηρώων της με τέχνη και συναίσθημα ! Δεν σε προϊδεάζει για το τι πρόκειται να διαβάσεις κι΄ ύστερα σαν ένα ποτάμι άλλοτε ήρεμο και γλυκό, άλλοτε ορμητικό και βίαιο ξετυλίγεται η ιστορία μπροστά σου. Μέσα από τους ήρωές της, μέσα από την ιστορία της περνά μηνύματα, περνά τις φιλοσοφικές της αναζητήσεις χωρίς να αλλοιώνεται ούτε στο ελάχιστο η ροή του βιβλίου.
Το ΄΄ουίσκι μπλε ΄΄ άφησε ήδη τα χνάρια του διαβάζοντάς το. Και πήρε ταυτόχρονα τη δική του ξέχωρη θέση στη βιβλιοθήκη μου.

Κυριακή, 5 Απριλίου 2015

Ο Μάνος Κοντολέων σε μια ομιλία για τη λογοτεχνία, το μυθιστόρημα, το "Ουίσκι Μπλε"

Ο άνθρωπος ήθελε πάντα να ακούει, μα και να λέει, ιστορίες.
Η αφήγηση –πιστεύω- πως κατά κάποιο τρόπο είναι συνυφασμένη με την ίδια την ουσία της ζωής.
Ίσως γιατί «αφηγούμαι» σημαίνει «κατανοώ» και «παρακολουθώ» σημαίνει συμπάσχω.
Κάπως έτσι, για κάποιον τέτοιο λόγο ξεκινά ο άνθρωπος να συνθέτει ιστορίες.
Μύθους, θρύλους, παραμύθια, έπη… Μυθιστορήματα.
Το μυθιστόρημα γεννιέται από την ανάγκη να γίνουν τα πάθη του άλλου δικά μου. Αυτό που έχει κάποτε συμβεί, να μπορέσω εγώ τώρα να το κατανοήσω. Κι αν είναι κάτι δυσάρεστο ή να το ξορκίσω ή να προσπαθήσω να μην φτάσει σε μένα. Αν είναι πάλι κάτι καλό τότε να ακολουθήσω κι εγώ το δρόμο που θα με κάνει κάτι παρόμοιο να ζήσω.
Τα πρώτα μυθιστορήματα του Δυτικού Πολιτισμού είναι τα Ομηρικά Έπη.
Κάπου εκεί, στο ξεχασμένο λιμάνι της Αυλίδας ξεκινά η αφηγηματική περιπέτεια της Δύσης. Και η πρώτη μυθιστορηματική ηρωίδα δεν πρέπει να είναι άλλη από την Ιφιγένεια.
Αλλά από τότε μέχρι την εποχή μας πολλά έχουν αλλάξει.
Και μπορεί το πρώτο μυθιστόρημα που τυπώθηκε να είναι ο Δον Κιχώτης, εκεί στις αρχές του 1600, αλλά αυτό που σήμερα εμείς έχουμε στο νου όταν χρησιμοποιούμε τον όρο μυθιστόρημα στην ουσία ξεκινά τον 18ο αιώνα, μα παίρνει την πλήρη του μορφή μέσα στο 19ο.
Τι ήταν εκείνο που έκανε το είδος αυτό του γραπτού λόγου τόσο αγαπητό σε ένα πλατύ κοινό;
Μα ακριβώς αυτό που λίγο πιο πριν είπα – η αφήγηση είναι συνυφασμένη με την ίδια τη ζωή.
Και το μυθιστόρημα ζωές αφηγείται και ζωές διαπλάθει.
Μέσα από τα έργα ενός Ντίκενς αναγνωρίζεται η ανάγκη κοινωνικής μέριμνας προς τους πάσχοντες και αδύναμους.
Μέσα από το έργο ενός Ουγκώ χαράζεται εγγράφεται στο κοινωνικό σύνολο η ιδέα της ισότητας και της ελευθερία για όλους.
Μέσα από τα μυθιστορήματα του Μπαλζάκ ο αστός ανασκαλεύει την ουσία των βημάτων του.
Μέσα από το Πόλεμος και Ειρήνη, ανιχνεύουμε τα σημεία που διαχωρίζουν τα ανθρώπινα πάθη. Και μέσα από τα μυθιστορήματα του Ντοστογιέφσκι αυτά τα ανθρώπινα πάθη καταφέρνουν να φανερώσουν τα ερεβώδη μυστικά τους.
Και παράλληλα, και δίπλα σε αυτών των μορφών της ανιχνεύσεις, οι αναγνώστες πληροφορούνται για αυτά που έχουν συμβεί ή και που συμβαίνουν, πληροφορούνται και ευαισθητοποιούνται.
Σήμερα το μυθιστόρημα δεν είναι μήτε ο μόνος τρόπος πλατιάς αφήγησης της ανθρώπινης περιπέτειες, μήτε και ο πλέον ίσως αγαπητός. Ο κινηματογράφος μάλλον αποτελεί την πρώτη επιλογή αφήγησης του ανθρώπου του 21ου αιώνα και ίσως σε λίγο κι αυτός να δίνει την πρωτοκαθεδρία σε μια διαδικτυακής μορφής αφήγηση.
Αλλά η μυθιστορηματική αφήγηση δεν έχει όχι μόνο περιθωριοποιηθεί, αλλά αντίθετα λες και έχει επανεύρει τα βασικά πρώτα χαρακτηριστικά της.
Γιατί αν η εικόνα παρασύρει τον θεατή της και τον καθοδηγεί προς τα εκεί που εκείνη θέλει, αντίθετα ο λόγος ζητά την προσωπική επέμβαση του αναγνώστη για να ολοκληρώσει την συναισθηματική του εκφόρτιση.
Κι έτσι σήμερα, τα τελευταία χρόνια, βλέπουμε μια στροφή κοινού και δημιουργών προς το μυθιστόρημα εκείνο που απλώνεται σε πολλές σελίδες, που αν και έχει ένα κεντρικό ήρωα, δίπλα του τοποθετεί και επαρκώς φωτίζει και άλλα πρόσωπα και που τέλος απλώνεται σε αρκετά μεγάλα χρονικά διαστήματα.
Ο αναγνώστης έτσι εισέρχεται πλήρως μέσα στην εποχή, συνομιλεί με τους ήρωες, μαθαίνει για τη σχέση ιστορικών γεγονότων με ατομικά πάθη.
Καθώς η καθημερινότητά μας συνθλίβεται από τις πολλές και επιφανειακές πληροφορίες των ΜΜΕ, έχουμε ανάγκη να ακολουθήσουμε τη συμβουλή του Καβάφη:

Εδώ ας σταθώ. Κι ας δω κ’ εγώ την φύσι λίγο.
Θάλασσας του πρωϊού κι ανέφελου ουρανού
λαμπρά μαβιά, και κίτρινη όχθη∙ όλα
ωραία και μεγάλα φωτισμένα.

Αυτά -ωραία και μεγάλα φωτισμένα-
έγραψε ο Αλεξανδρινός και εγώ με την αυθάδεια του αναγνώστη στους επιθετικούς προσδιορισμούς αυτούς διαβάζω πως μεγάλο και φωτεινό είναι το κάθε ανθρώπινο.
Όπως τόσο ανθρώπινο είναι κι αυτό που εκπέμπεται από όλο το μυθιστόρημα «Ουίσκι Μπλε» της Τέσυ Μπάιλα.
Το τελευταίο μυθιστόρημα μιας νέας συγγραφέα.
Από το 2009 μέχρι το 2014, δηλαδή μέσα σε πέντε μόλις χρόνια η Τέσυ εκδίδει τέσσερα μυθιστορήματα. Και όλα τους με πολλές, έως πάρα πολλές σελίδες.
Τέσσερα μυθιστορήματα που ξεκινάνε από τη διάθεση της δημιουργού τους να γράψει με τον τρόπο που τα κλασικά μυθιστορήματα γραφόντουσαν.
Περιγραφές τοπίων, περιγραφές ανθρώπων, καταγραφές γεγονότων, εμβάθυνση συναισθημάτων.
Ας ψάξουμε να τα βρούμε μέσα στις σελίδες του τελευταίου μυθιστορήματος της Τ. Μ.


Περιγραφές τοπίων :

Κι ενώ είναι Αύγουστος, το κρύο είναι ακόμα χειμωνιάτικο. Τσούζει σαν σφυρίζει ο αέρας. Τα δέντρα τώρα αρχίζουν να βγάζουν τα πρώτα τους φύλλα. Όταν πρασινίσουν όμως, όλα εδώ θα είναι αλλιώτικα. Λένε πως τότε είναι πολύ όμορφα, μα ποιος έχει κουράγιο να δει την ομορφιά όταν τα μάτια του είναι γεμάτα σκοτάδι από την κούραση και τη μαυρίλα; Καμιά φορά κάνω να τα κλείσω να κοιμηθώ, μα νιώθω τη σκόνη του κάρβουνου βαθιά μέσα τους να με καίει. Σηκώνομαι και ρίχνω λίγο νερό από το κανάτι στις χούφτες μου και τα ξεπλένω ακόμα μια φορά, μα τίποτα. Εκεί η σκόνη, δε φεύγει όσο νερό κι αν ρίξω επάνω τους. Γρατζουνάει τα βλέφαρά μου και ματώνει τα μάτια μου. Μα μη φοβάσαι, ύστερα από λίγο περνάει και πέφτω να κοιμηθώ.
Σ’ αυτή την πόλη φαίνεται ότι κάνει πάντα κρύο.
Μου λείπει η θάλασσα. Λένε πως για να τη δεις εδώ πρέπει να ανέβεις ψηλότερα. Τι χώρα είναι αυτή, ρε μάνα; Ακούς η θάλασσα να είναι πιο ψηλά από τον κάμπο! Λέω να πάω μια μέρα κατά κει να τη δω, αλλά κι ένας Ιταλός όταν πήγε είπε μόνο ότι είναι γκριζοπράσινη κι αυτή, σαν το ποτάμι. Τι να την κάνει κανείς τη θάλασσα να τη δει άμα είναι πράσινη σαν τον Νείλο;

Λοιπόν, το τοπίο συνομιλεί με τον αφηγητή, αυτό που μέσα του ζει. Και ο τρόπος που ο αφηγητής βιώνει τον περίγυρό του γίνεται οικείος στον αναγνώστη. Λες κι αυτός ο τελευταίος ταξιδεύει, ζει στο ίδιο μέρος, στον ίδιο τόπο.

Περιγραφές ανθρώπων:

Η Φάτμα δεν ήξερε κανένα από τα ελληνικά έθιμα. Αρκέστηκε, λοιπόν, να παρακολουθεί τις κοπέλες και χωρίς να μιλά έκανε ό,τι της έλεγαν για να τις βοηθήσει. Έραψε όμως η ίδια το δαντελένιο πέπλο της νύφης, τραγουδώντας συνεχώς ένα τρυφερό τραγούδι. Η Βιργινία την άκουγε από παιδί να της το τραγουδά όταν την έβαζε για ύπνο∙ ήταν το τραγούδι της. Την ημέρα του γάμου, αν και το έθιμο πρόσταζε νεαρές κοπέλες να ντύσουν τη νύφη και να τη στολίσουν, η Βιργινία ζήτησε μόνο η Φάτμα να μπει μαζί της στο δωμάτιο και να την ντύσει. Και η Φάτμα άρχισε να τραγουδά ξανά εκείνο το παράξενο τραγούδι και να τη στολίζει δακρύζοντας κάθε τόσο. Ήταν μια αληθινή μάνα αυτού του παιδιού. Για τη Φάτμα δεν είχε σημασία ότι μια άλλη γυναίκα είχε γεννήσει τη Βιργινία. Η μητρική αγάπη μπορεί να είναι το ίδιο ισχυρή σε όσους αφιερώνουν τη ζωή τους στην αγκαλιά ενός παιδιού, έστω κι αν αυτό δε μεγάλωσε στα δικά τους σπλάχνα. Και η Φάτμα είχε χαρίσει τη δική της ζωή στο ορφανό, δείχνοντας έτσι την ευγνωμοσύνη της για την ευεργεσία του πατέρα της Βιργινίας κάμποσα χρόνια πριν.
Τραγουδώντας και πειράζοντας τη νύφη η Φάτμα της έφτιαξε τα μαλλιά, της στόλισε το κεφάλι με ανθούς μοσχοβολιστούς και προτού της στερεώσει το μακρύ πέπλο, το φτιαγμένο με την πιο ακριβή δαντέλα, δώρο του γαμπρού, άρχισε να την τσιμπά σε όλο της σχεδόν το σώμα. Η Βιργινία έσκουξε από τον πόνο σαν ένιωσε τα χοντρά δάχτυλα της Φάτμα να τσιμπούν το δέρμα της και να μπήγονται τα νύχια της μέσα στο κορμί της.
«Τι κάνεις Φάτμα;» ούρλιαξε βλέποντας τη να ετοιμάζεται να της δώσει ακόμα μια γερή τσιμπιά.
Εκείνη δε σταμάτησε, παρά μόνο όταν σιγουρεύτηκε ότι το παλιό αιγυπτιακό έθιμο, το οποίο απαιτούσε να τσιμπήσουν τη νύφη λίγο πριν από τον γάμο για να της φέρουν γούρι είχε καταφέρει να κοκκινήσει το μπράτσο και τα μάγουλα της Βιργινίας. Έξαλλη η νύφη έβλεπε τη Φάτμα να γελά με την καρδιά της κι έτριβε το κοκκινισμένο της μάγουλο, έτοιμη σχεδόν να βάλει τα κλάματα.
Λοιπόν, να που εδώ, ένα από τα πρόσωπα του βιβλίου –η Φατμά- που μήτε ρόλο πρωταγωνιστικό θα παίξει, μήτε και ιδιαιτέρως θα επηρεάσει την ροή των γεγονότων, γίνεται όμως οικείο στον αναγνώστη και ποτέ δεν πρόκειται να το ξεχάσει. Κι αυτό γιατί η συγγραφέας έσκυψε με αγάπη από πάνω του και μελέτησε τις εσωτερικές στιγμές του.

Καταγραφές γεγονότων:

Ο καπετάν Βαγγέλης άρχισε να κωπηλατεί προς την αντίθετη κατεύθυνση για να μπορέσει να κρατήσει τον έλεγχο της βάρκας και να αποφύγει τους κλυδωνισμούς. Πολύ γρήγορα ένιωσε τη δύναμη του νερού να ανασηκώνει, σαν παιδικό παιχνίδι, το σκαρί της και να το παρασέρνει.
Ένιωσε μονάχα ένα κάψιμο στα μπράτσα του, προσπαθώντας να την επαναφέρει στη σωστή της θέση. Συνέχισε να κωπηλατεί, λίγες στιγμές μετά όμως το νερό πίεσε με δύναμη το σώμα του. Η βάρκα αναποδογύρισε έτσι όπως παρασύρθηκε από τα νερά και τα τέσσερα παιδιά βρέθηκαν άξαφνα στην παγωμένη θάλασσα, ουρλιάζοντας κυριολεκτικά από τον φόβο. Ο λοστρόμος ακολουθούσε με τη δική του βάρκα. Βλέποντας τι συνέβαινε, άρχισε να κωπηλατεί προς την αντίθετη κατεύθυνση, όσο πιο γρήγορα μπορούσε, από φόβο μην παρασυρθεί κι αυτός από τα απόνερα του πλοίου.
Η καρδιά του καπετάνιου πήγαινε να σπάσει από τον πανικό, όταν ανασήκωσε το κεφάλι του μέσα από το νερό και είδε τη βάρκα αναποδογυρισμένη και τα παιδιά, με ορθάνοιχτα τα κατατρομαγμένα μάτια τους, να τον κοιτούν και να φωνάζουν, βουλιάζοντας κάθε τόσο σε μια ατελέσφορη προσπάθεια να σωθούν.
Πάλευαν να κρατηθούν στην επιφάνεια και ο καπετάν Βαγγέλης, χωρίς να χάσει καιρό, κατάφερε να φτάσει κοντά τους κολυμπώντας με δύναμη, αν και ένιωθε τον φόβο τους να βαραίνει, σαν τεράστια πέτρα, την ψυχή του. Πρόλαβε να δει ένα κουπί να επιπλέει δίπλα τους και το άρπαξε. Με γρήγορες κινήσεις έφτασε κοντά στα παιδιά. Έντρομα εκείνα κρεμάστηκαν από τον λαιμό του, κάνοντάς τον να βουλιάξει κι αυτός μαζί τους. Πήρε μια βαθιά ανάσα και όταν με δυσκολία βγήκε ξανά στην επιφάνεια έβαλε ένα ένα τα παιδιά να κρατηθούν από το κουπί.
Πάγωσε όμως μόλις είδε ότι δίπλα του, κρεμασμένα από το μεγάλο κουπί, είχε μόνο τα τρία από τα τέσσερα παιδιά που βρίσκονταν μαζί του στη βάρκα. Άρχισε να κοιτάζει ολόγυρά του, κρατώντας με το ένα χέρι το κουπί με τα φοβισμένα παιδιά, αναζητώντας εκείνο το μικρό αγόρι, το οποίο όμως δε φαινόταν πουθενά. Κόντεψε να τρελαθεί από την αγωνία του. Άρχισε να το φωνάζει με δύναμη έτσι όπως είχε ακούσει από ένα κοριτσάκι πρωτύτερα να το αποκαλεί, καμία απάντηση όμως δεν ερχόταν να διασκεδάσει την αγωνία του.
Λες και η συγγραφέας δεν ήταν απλώς παρούσα στα γεγονότα που περιγράφει, αλλά τα έχει η ίδια ζήσει. Οι λέξεις που χρησιμοποιεί έχουν ένταση –την ένταση της αμεσότητας.

Εμβάθυνση συναισθημάτων:

Ήταν απόγευμα όταν το πλοίο μπήκε στο ελληνικό λιμάνι και ο Μιχάλης, βλέποντας ξανά τη γνώριμη εικόνα ένιωσε ξαφνικά όλους τους φόβους του να πετούν μακριά, όπως ακριβώς τα πουλιά του λιμανιού πετούσαν, σκούζοντας αλαφιασμένα, πάνω από τη γερασμένη γέφυρα του πλοίου για να απαγκιάσουν στη φωλιά τους προτού τα βρει το σκοτάδι.
Έφτασε βράδυ στο σπίτι του. Έβγαλε το κλειδί από την τσέπη του και διστακτικά το έβαλε στην πόρτα, νιώθοντας την αγωνία του για το μέλλον να σφυροκοπά τα μηλίγγια του. Τι θα γινόταν αν η Εριέτα δεν ήθελε να τον ξαναδεί μπροστά της; Μάλλον δίκιο θα είχε, όποια απόφαση και να έπαιρνε. Την είχε εγκαταλείψει χωρίς καμιά εξήγηση, πιστεύοντας ότι θα κατάφερνε να της προσφέρει μια καλύτερη ζωή· και είχε γυρίσει πίσω, σαν δαρμένο σκυλί με την ουρά κάτω από τα σκέλια, εντελώς απογοητευμένος από την αποτυχία του.
Η πόρτα άνοιξε κι εκείνος, μπαίνοντας μέσα, ακούμπησε τον σάκο του στο πάτωμα. Η Εριέτα βρισκόταν από ώρα ξαπλωμένη στο κρεβάτι της και διάβαζε ένα βιβλίο όταν άκουσε την πόρτα να ανοίγει. Έντρομη σηκώθηκε, νομίζοντας ότι κάποιος άγνωστος είχε μπει μέσα στο σπίτι της. Τη στιγμή που έδενε τη ζώνη της ρόμπας της τον είδε να μπαίνει στο δωμάτιο και να την κοιτάζει ολόισια μέσα στα μάτια, αναζητώντας ένα δικό της χαμόγελο.
Έχασε τη μιλιά της η Εριέτα. Ο άντρας της στεκόταν απέναντί της. Ήταν όμως πολύ πιο αδύνατος και το βλέμμα του δεν είχε τίποτα πια από τη γλύκα και το μεθύσι του έρωτα που είχε γνωρίσει στην αγκαλιά του εκείνη. Μέσα στα ζεστά, καστανά του μάτια αυτό που αντίκριζε τώρα η Εριέτα ήταν η σταύρωση ενός ανθρώπου που είχε εγκλωβιστεί σε μια εναγώνια μάχη με το πεπρωμένο του.
Ένιωσε άσχημα με τον εαυτό της επειδή τον είχε εγκαταλείψει κι εκείνη. Αν, όταν της είχε πει ο πατέρας της, είχε κάνει μαζί του εκείνο το ταξίδι, αν τον είχε πιστέψει έστω και λίγο και τον είχε βοηθήσει… αν δεν άφηνε το πείσμα να
κυριαρχήσει στις αποφάσεις της, τότε ίσως κάτι να είχε αλλάξει, ίσως…
Έπεσε στην αγκαλιά του από χαρά, θέλοντας τουλάχιστον, έστω κι εκείνη τη στιγμή να του δείξει ότι τον στηρίζει· και εκείνος, ως διά μαγείας, απαλλάχτηκε από τους φόβους του, την έσφιξε στην αγκαλιά του και λίγες στιγμές αργότερα ξεχάστηκε μέσα της.


Η Μπάιλα ξέρει να ανακαλύπτει τις απότομες εναλλαγές στον τρόπο που οι άνθρωποι αντιδρούν. Ξέρει να βλέπει πότε αυτή η εναλλαγή συντελείται και γι αυτό με ζωντάνια και ευαισθησία τη φωτίζει.
…………………………………………………………………….

Ζούμε σε μια εποχή όπου αυτό που έχει συμβεί πριν από λίγο, εγγράφεται ως πολύ μακρινό παρελθόν προτού προλάβουμε να το συνειδητοποιήσουμε. Η ταχύτητα μας κουράζει ψυχικά. Κι ίσως γι αυτό και όσοι από εμάς να εξακολουθούμε να πιστεύουμε στη συντροφιά της λογοτεχνίας, να αναζητάμε πλούσια σε γεγονότα και συναισθήματα μυθιστορήματα. Τουλάχιστον μέσα στις σελίδες τους θα μπορέσουμε να ενώσουμε τις ανάσες μας με τις ανάσες άλλων ανθρώπων.

Λοιπόν, αν η Τέσυ Μπάιλα μέσα σε ένα τόσο σύντομο χρονικό διάστημα κατάφερε να γίνει μια από τις αγαπημένες συγγραφείς ενός μεγάλου αριθμού αναγνωστών, είναι –πιστεύω- γιατί γνωρίζει το πως θα κυκλοφορεί μέσα στο χρόνο και δίπλα σε ανθρώπους, χωρίς απλώς και μόνο να καταγράφει τις συνθήκες και τις πράξεις, αλλά να τις κατανοεί, να συμπάσχει και να ερμηνεύει.