Πέμπτη, 29 Ιανουαρίου 2015

Η Έλια Κουρή γράφει για το "Ουίσκι μπλε"

Η Έλια Κουρή καταθέτει και μοιράζεται μαζί μας την κριτική της για το "Ουίσκι μπλε"

Κάθε μυθιστόρημα επιδέχεται πολλαπλές αναγνώσεις και κατά συνέπεια διαφορετικές αναγνωστικές ματιές. Σύμφωνα με αυτό το αξίωμα, το Ουίσκι Μπλε, που κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Ψυχογιός, θα μπορούσε κάλλιστα να χαρακτηριστεί ως το οδοιπορικό, η οδύσσεια και ο κύκλος ζωής των Ελλήνων του προηγούμενου αιώνα, υμνώντας τον άθλο τους –μέσα από πίκρες, βάσανα, φτώχεια, μιζέρια και ξεριζωμούς– για να χτίσουν μια καλύτερη ζωή, να παλέψουν για να κατακτήσουν τα όνειρά τους και μέσω αυτής της διαδικασίας να δοκιμάσουν τα όριά τους, τις αντοχές τους και να γνωρίσουν καλύτερα τον εαυτό τους. Κεντρικό και κομβικό στοιχείο γύρω από το οποίο χτίζεται ο καμβάς του μυθιστορήματος αποτελεί η θάλασσα με το βαθύ μπλε χρώμα της, η οποία είναι άρρηκτα συνυφασμένη με τη ζωή του κεντρικού ήρωα, του Μιχάλη και με τη στόφα του ναυτικού. Η πορεία-περιπέτειά του ξεκινά από την Αίγυπτο και το Πορτ Σάιντ όπου περνά τα πρώτα χρόνια της ζωής του – κρίσιμα παιδικά χρόνια που σημαδεύονται από τον πρόωρο θάνατο του ναυτικού πατέρα του και σμιλεύουν την προσωπικότητά του και την αγάπη του για τη θάλασσα. Στη συνέχεια η πορεία της ζωής του τον φέρνει στα πάτρια εδάφη, στη Σαντορίνη και στον Πειραιά της δεκαετίας του 1950, όπου μαζί με τη μάνα του προσπαθούν να ξαναστήσουν τη ζωή τους και να μην νιώθουν ξένοι στον τόπο τους. Αφετηρία και τελικός προορισμός πάντα η θάλασσα –το «μπλε ουίσκι»– που βρίσκεται πάντα εκεί, έτοιμη να καταπραΰνει τον πόνο, να γαληνέψει την ψυχή. Σε όλους αυτούς τους τόπους, μέσα από την ιδιαίτερα παραστατική και γλαφυρή γραφή της Μπάιλα, ο αναγνώστης γίνεται κοινωνός της πολιτισμικής παράδοσης του τόπου, των συνηθειών και των εθίμων αυτού. Συνεπώς, το Ουίσκι Μπλε σίγουρα είναι και μια τοιχογραφία εποχής. Το πεπρωμένο του Μιχάλη τον στέλνει μετανάστη στο Βέλγιο, εργάτη στα ορυχεία της Μαρσινέλ. Εκεί μας αποκαλύπτεται ένας άλλος κόσμος, σκληρός. Βλέπουμε το πώς αντιμετωπιζόταν ο Έλληνας μετανάστης, μέσα από την προσωπική μαρτυρία του ήρωα για τις συνθήκες εργασίας στη γαλαρία, κάτω από τη γη. Τελευταίος του σταθμός για να χτίσει το προσωπικό του όνειρο η μεγάλη Νέα Υόρκη. Εμπειρίες ζωής και πολλές δυσκολίες αλλά και έναν μεγάλο έρωτα συναντά ο πρωταγωνιστής στην κατάκτηση της προσωπικής του αυτογνωσίας. Άπειροι κύκλοι που ανοίγουν και κλείνουν, η ζωή του. Σε πολλά σημεία του βιβλίου η γραφή γίνεται τόσο ακριβής και ζωντανή, πολλές φορές ωμή, που σου μεταδίδει πολυποίκιλα συναισθήματα και πηγαία συγκίνηση. Μυθιστόρημα χαρακτήρων απόλυτα ατμοσφαιρικό και εικονοποιητικό, με πολυεπίπεδη κινηματογραφική αφήγηση, ρέοντα λόγο και γρήγορο ρυθμό που κυριολεκτικά ρουφάει τον αναγνώστη. Εντυπωσιάζουν τα φιλοσοφικά σχόλια που έντεχνα η συγγραφέας εντάσσει στην αφήγηση χωρίς η ίδια να παίρνει θέση και να δογματίζει. Μυθιστόρημα-καλειδοσκόπιο που σαφώς προοιωνίζεται την εποχή μας και μας αφορά άμεσα καθώς ενσταλάζει στην ψυχή μας την ελπίδα για μια καλύτερη ζωή, για να παλεύουμε για τα όνειρά μας και διαρκώς να προσπαθούμε. Γιατί η προσπάθεια πάντα ανταμείβεται. Καλό αναγνωστικό ταξίδι σε μονοπάτια γνήσιας λογοτεχνίας.  http://kissmygrass.gr/44974/%CE%B2%CE%B9%CE%B2%CE%BB%CE%B9%CE%BF%CE%BA%CF%81%CE%B9%CF%84%CE%B9%CE%BA%CE%AE-o%CF%85%CE%AF%CF%83%CE%BA%CE%B9-%CE%BC%CF%80%CE%BB%CE%B5-%CF%84%CE%AD%CF%83%CF%85-%CE%BC%CF%80%CE%AC%CE%B9%CE%BB%CE%B1/#sthash.94jfwi8u.dpuf

Τρίτη, 20 Ιανουαρίου 2015

Ο Πασχάλης Πράντζιος στο literature.gr για το "Ουίσκι μπλε"

DE PROFUNDIS ΚΡΙΤΙΚΕΣ Διαβάζοντας το Ουίσκι Μπλε της Τέσυς Μπάιλα, του Πασχάλη Πράντζιου By Literature | Jan 10,

 Όταν διαβάζω ένα μυθιστόρημα και αποφασίζω να μιλήσω γι’ αυτό, αποφεύγω να επικεντρωθώ στις πληροφορίες που συνιστούν τη μυθιστορηματική πλοκή, δεδομένου ότι θεωρώ πως ο αναγνώστης επιθυμεί να ανακαλύψει μόνος του, διαβάζοντας το βιβλίο, ποια είναι η αφετηρία και η εξέλιξη της ιστορίας. Προτιμώ να μιλώ για πράγματα που ανακαλύπτει κανείς μέσα από ένα δεύτερο επίπεδο ανάγνωσης του μυθιστορήματος που διαβάζει. Το Ουίσκι Μπλε της Τέσυς Μπάιλα ανήκει στα βιβλία που ξεχώρισα κατά τη χρονιά του 2014, που μας χαιρέτησε πριν λίγες μέρες. Με μια μόνο φράση θα έλεγα πως το βιβλίο αυτό εμένα μου άρεσε. Όλα μου τα χρόνια ως αναγνώστης ξεχώριζα τους συγγραφείς που διεισδύουν με τη ματιά τους στα προβλήματα της ανθρώπινης κοινωνίας και τα αναδεικνύουν με την πέννα τους μέσα από το συγγραφικό τους πόνημα. Εκεί ακριβώς βρίσκεται για μένα και η διαφορά ανάμεσα στον άνθρωπο που δεν γράφει και σ’ αυτόν που γράφει. Επειδή δεν θεωρώ τη φύση του συγγραφέα ανώτερη από τη φύση των υπόλοιπων ανθρώπων, αισθάνομαι ότι το χρέος του συγγραφέα συνίσταται στο να παρατηρεί, να προβληματίζεται, να στοχάζεται πάνω στα προβλήματα της ανθρώπινης φύσης και με όπλο του το ταλέντο της συγγραφής να βγάζει στην επιφάνεια τα προβλήματα αυτά και να μιλά, να φανερώνει, να στιγματίζει τα γεγονότα και τις καταστάσεις που καθιστούν τον άνθρωπο έρμαιο των κοινωνικών και πολιτικών συνθηκών που επηρεάζουν τη ζωή του. Ο συγγραφέας δεν γράφει, για να θαυμάζουν το έργο του, γράφει για να πει όσα δεν μπορούν να πουν οι άνθρωποι γύρω μας, γράφει για να κάνει τους αναγνώστες να σκεφτούν βαθύτερα. Ο καλλιτέχνης φωτίζει τη ζωή και τα προβλήματά της, δεν την προσπερνά δημιουργώντας έργα που ωραιοποιούν την πραγματικότητα. Η Τέσυ μας έχει αποδείξει και από τα προηγούμενα έργα της πως ξέρει να σκύβει πάνω στον ανθρώπινο πόνο και να τον βγάζει στην επιφάνεια. Ανήκει στους δημιουργούς που ταυτίζουν τη λογοτεχνία με τη ζωή, δεν τοποθετεί δηλαδή από τη μια μεριά τη λογοτεχνία και από την άλλη τη ζωή. Στο Ουίσκι Μπλε η συγγραφέας με συγκίνησε σε πολλά σημεία, γιατί παρουσίασε τη φτώχεια του νεοέλληνα στην πραγματική της διάσταση μέσα στο χρόνο και δεν δημιούργησε μια ιστορία για να τέρψει μέσα από τη λογοτεχνική αφήγηση, αλλά μια ιστορία για να μας δείξει πως στον κόσμο που ζούμε η λογοτεχνία πρέπει να έχει ουσία και η ουσία δεν βρίσκεται μέσα στον εξωραϊσμό μιας πραγματικότητας που γίνεται μυθιστόρημα, η ουσία βρίσκεται μέσα στην ίδια την πραγματικότητα της ζωής που είναι γεμάτη στέρηση, γεμάτη εκμετάλλευση, γεμάτη αδιέξοδα. Κι αυτό γιατί η αληθινή λογοτεχνία δεν υπηρετεί τον εαυτό της, αλλά τον άνθρωπο. Στο βιβλίο αυτό οι ήρωες ανήκουν στην κάστα των ανθρώπων του μεροκάματου, παλεύουν για την επιβίωσή τους, πολεμούν για να καλυτερέψουν τη ζωή τους, γράφουν την ιστορία τους μέσα από τον καθημερινό αγώνα που κάνουν για να σταθούν όρθιοι, να μπορέσουν να προχωρήσουν, να ονειρευτούν, να ερωτευτούν. Μια τοιχογραφία της μεταπολεμικής Ελλάδας το Ουίσκι Μπλε της Τέσυς Μπάιλα, ένα βιβλίο που έρχεται να μας δείξει πως η ζωή συνεχίζεται και πέρα από τον πόνο κι ο άνθρωπος γεννήθηκε για να στέκει όρθιος, να προχωρά, να αγωνίζεται, να παλεύει να αλλάξει τις συνθήκες που προσπαθούν οι πολιτικές να του επιβάλλουν.
 Τέσυ, καλή συνέχεια στο έργο σου!

Read more at: http://www.literature.gr/
http://www.literature.gr/diavazontas-to-ouiski-ble-tis-tesis-baila-tou-paschali-prantziou/

Σάββατο, 3 Ιανουαρίου 2015

Το Ουίσκι μπλε από τον Πάνο Τουρλή στο tovivlionet


Ο Πάνος Τουρλής γράφει  για το Ουίσκι μπλε και τον ευχαριστώ πολύ για την τόση γενναιοδωρία του.

Η Τέσυ Μπάιλα, ένας ευτυχής συγκερασμός Καβάφη και Ομήρου, ανεβάζει τον πήχη της γραφής της ένα σκαλοπάτι ψηλότερα και μας χαρίζει το Ουίσκι μπλε, ένα αξέχαστο μυθιστόρημα με ένα από τα ωραιότερα εξώφυλλα που έχω δει σε βιβλίο. Νομίζετε ότι ο Οδυσσέας γύρισε στην Ιθάκη και στην Πηνελόπη του και η ιστορία τελείωσε εκεί; Κάνετε λάθος, ο Οδυσσέας γέννησε απογόνους που αναζητούν τη δική τους πατρίδα και ταξιδεύουν στις άκρες της γης ψάχνοντας το δικό τους μέλλον και αναζητώντας την άκρη της κλωστής που θα τους δέσει γερά με τη ζωή. Ένας τέτοιος απόγονος είναι και ο Μιχάλης του μυθιστορήματος, μια τσακισμένη σβούρα στην αλάνα του χρόνου που στριφογυρίζει από δω κι από κει, ανάλογα με τη φορά του ανέμου της μοίρας και την κλίση του εδάφους της τύχης. Ένας άντρας χαμένος στους δαιδάλους της καθημερινότητας, που ακούει τη φωνή της επίτευξης να αντηχεί στους τοίχους γύρω του και δεν καταφέρνει να βρει τη σωστή γωνία και να στρίψει.
Ουίσκι μπλε, διάφανο σαν την ψυχή του Μιχάλη, καυτό σαν τη λάβα του ηφαιστείου που ανάγκασε τους γονείς του να εγκαταλείψουν τη Σαντορίνη της δεκαετίας του 1950 για να έρθουν στην Αθήνα, γαλάζιο σαν την κουβέρτα της θάλασσας που καλεί, σαν ανικανοποίητη ζωντοχήρα, κοντά της άντρες ολοζώντανους, στιβαρούς, ετοιμοπόλεμους, για να χορτάσει τη δίψα της και να ικανοποιήσει τον εγωισμό της. Ένα μυθιστόρημα γεμάτο συναισθήματα, εικόνες, ήχους, μυρωδιές, ιστορίες, χαρακτήρες. Κάθε σελίδα κι ένα κύμα που ή σε ανεβάζει ψηλά ή σε καταβαραθρώνει, κάθε λέξη κι ένα σκάφος που σε φέρνει όλο και πιο κοντά στον φάρο του τέλους της ιστορίας, όμως αποζητάς με λαχτάρα να παρεκκλίνεις της πορείας αυτής, να γευτείς με την ησυχία σου την αρμύρα του συγγραφικού ύφους, να χαϊδέψεις με τη σκέψη σου το μυαλό που έχει γεμίσει με όλες αυτές τις εικόνες κι έχει προβληματιστεί σε πρωτόγνωρο βαθμό από όσα η δεξιοτέχνης συγγραφέας επιλέγει να σου παρουσιάσει.
Τι άλλο μπορεί να νιώσει κανείς για ένα κείμενο που από την αρχή κιόλας καλωσορίζει τον αναγνώστη χαρίζοντάς του λέξεις γλαφυρές, τρισδιάστατες, και τον τυλίγει με προτάσεις σαν αυτήν: «Κανένας ναυτικός δεν κατάφερνε ν’ αποχωριστεί ποτέ τη θάλασσα και ο Μιχάλης την ένιωθε να κυλά στις φλέβες του από πάππου προς πάππου, να μπαίνει στο αίμα του και να θρέφει την καρδιά του. Την ένιωθε να ζαλίζει τις αισθήσεις του, σαν το ουίσκι που συνήθιζε να πίνει καμιά φορά τα τελευταία χρόνια, όταν ήθελε να ξεχαστεί και αναζητούσε μιαν άλλη θάλασσα για να πλεύσει μέσα στα κύματά της. Ένα ουίσκι δυνατό και καλόπιοτο και το ίδιο εθιστικό… Ένα ουίσκι, μπλε, όσο πιο βαθύ μπλε ήταν το χρώμα του, τόσο μεγαλύτερος γινόταν ο εθισμός του» (σελ. 18).
Το βιβλίο μας ταξιδεύει στο Πορτ Σάιντ, όπου ξεκίνησε να χτίζεται ελληνική παροικία τα χρόνια που χτιζόταν η διώρυγα του Σουέζ, στη Σαντορίνη με το καταστρεπτικό ξύπνημα του ηφαιστείου της το 1950, στο Βέλγιο του 1956, οπότε και αυξήθηκε το μεταναστευτικό ρεύμα προς τα εκεί ένεκα η ζήτηση χεριών για εξόρυξη άνθρακα από τα μεταλλεία της χώρας, αν και στα μαγαζιά απαγορεύονταν «οι Έλληνες, οι Ιταλοί κι οι σκύλοι» (στην πόλη Μαρσινέλ του Βελγίου σημειώθηκε τότε το πιο σοβαρό πολύνεκρο εργατικό ατύχημα σε ανθρακωρυχείο) και στην περιβόητη Τρούμπα αλλά και ευρύτερα στον Πειραιά της αναπτυσσόμενης μετεμφυλιακής Ελλάδας, στον Πειραιά της μέρας με τους αχθοφόρους, τους λιμενεργάτες και τους λιμενικούς, και της νύχτας, εμ τους κουτσαβάκηδες, τις πόρνες και τους κλέφτες. Παρέα στις αναζητήσεις του Μιχάλη για επαγγελματική αποκατάσταση και προσωπική ευτυχία μια φυσαρμόνικα, που ξέρει να τραγουδά από μόνη της λες το πιο ρομαντικό τραγούδι, αυτό της Αριάδνης.
Ένας ζωγραφικός πίνακας αυτό το μυθιστόρημα, με φόντο και προοπτική, γεμάτος χαρακτήρες, άλλους στη σκιά και άλλους στο φως, που όλοι πλαισιώνουν τον πρωταγωνιστή και πότε τον βοηθάνε, πότε τον εξαπατούν. Γεμάτος ο πίνακας αυτός ιστορίες, επάλληλους κύκλους που ολοκληρώνονται σταδιακά, ανθρώπους που παίζουν σκάκι με τη μοίρα τους γεμάτοι αγωνία για την έκβαση. Η συγγραφέας κάπου κάπου διακόπτει τη ροή της αφήγησης για να μας γυρίσει στο μέλλον ή στο παρελθόν κι αυτό βοηθάει στην κλιμάκωση της αγωνίας για την εξέλιξη της πλοκής. Ο χειρισμός λοιπόν είναι αριστοτεχνικός, η επιλογή των χαρακτήρων μοναδική και η σκιαγράφησή τους ανεπανάληπτη. Το συνιστώ ανεπιφύλακτα και με όλη μου την καρδιά!

Χαρακτηριστικά αποσπάσματα:

«Κοιτούσε την πλανεύτρα θάλασσα –μια γυναίκα ξελογιάστρα ήταν του λόγου της. Χαμογέλασε και το χαμόγελό του ήταν χάδι πάνω στο ατίθασο κορμί της». (σελ. 17).

«Γιατί, ξέρεις, δεν τους σηκώνει όλους η θάλασσα. Άλλους τους θέλει κι άλλους όχι. Εκείνη διαλέγει όποιον θέλει. Κάνει το κουμάντο της μαζί σου κι αν είσαι τυχερός και σε διαλέξει, θα αφήσει το σημάδι της επάνω σου και τότε θα το ξέρεις κι εσύ. Αλλιώς, όσο κι αν θες τίποτα δε γίνεται» (σελ. 82).

«Μετανάστης θα πει ξένος, μάνα, θα πει μόνος, έρημος…αυτό θα πει και τίποτα περισσότερο, θα πει φτώχεια και μοναξιά. Στην ξένη χώρα λίγες πόρτες ανοίγουν…κι όταν ανοίξουν σε κοιτούν σα να πρόκειται κακό να τους κάνεις. Και δε σου μιλούν. Λες και φοβούνται ακόμα και τα λόγια τους να σου χαρίσουν, οι άνθρωποι σε αποφεύγουν» (σελ. 200).

«Είπα ν’ αλλάξω τόπο μήπως και βγει από μέσα μου ο πόνος, μα να εδώ στρογγυλοκάθεται ακόμα, είπε κι έκανε μια κίνηση με το χέρι του να δείξει το μέρος της καρδιάς του» (σελ. 236).

«Ένας αλλόκοτος θίασος σκιών βιαζόταν να βγει ξανά στο φως. Μαριονέτες οι οποίες κινούνταν με δυσκολία και υπάκουαν σε κινήσεις προκαθορισμένες από κάποιο αόρατο νήμα. Η καρβουνόσκονη είχε ποτίσει τα ρούχα τους, το δέρμα τους, τα πνευμόνια τους αλλά κυρίως τα όνειρά τους» (σελ. 246).

«Κανείς δεν ξέρει καλύτερα από ένα βαπόρι τι θα πει αποχωρισμός, συλλογίστηκε, καθώς είδε ένα ογκώδες πλοίο να περνά τη μπούκα του λιμανιού και να μπαίνει στο λιμάνι με αργές, ζυγιασμένες κινήσεις. Μόνο ένα βαπόρι ξέρει να ξεχωρίζει τον πόνο του φευγιού από την προσμονή της επιστροφής, τα δάκρυα του ξεριζωμού από εκείνα της χαράς του γυρισμού, σκέφτηκε…» (σελ. 313).

«Όποιος έχει περάσει τη ζωή του δίπλα στη θάλασσα γνωρίζει καλά ότι όλα τα λιμάνια ζουν δυο παράλληλες ζωές. Μια το πρωί, με τον μόχθο και τη δουλειά των λιμενεργατών, τους αποχωρισμούς και τα ατέλειωτα αντίο, εκείνες οι ώρες που γεμίζουν τον αέρα του λιμανιού με θλίψη λίγο προτού λύουν τα καράβια τους κάβους για να εισχωρήσουν ηδονικά στο θαλασσινό σώμα, και μία, ολότελα διαφορετική ζωή, το βράδυ, όταν μοιάζει όλα να ησυχάζουν και το λιμάνι να αδειάζει…Ένας ολόκληρος κόσμος κινείται στο περιθώριο και κάνει την εμφάνισή του αμέσως μόλις σβήσει το φως του ήλιου, για να εξαφανιστεί, ως διά μαγείας, λίγο πριν από την επόμενη ανατολή» (σελ. 322).

«Χαλασμένες ζωές, ζωές του λιμανιού, φίλε μου, μα κανείς δεν μπορεί να κατηγορήσει κανένα για τη ζωή του. Δικά του είναι τα λάθη και τα πληρώνει. Δικά του και κανενός αλλουνού» (σελ. 350).

Πηγή: http://tovivlio.net/%CE%BF%CF%85%CE%AF%CF%83%CE%BA%CE%B9-%CE%BC%CF%80%CE%BB%CE%B5-%CF%84%CE%B7%CF%82-%CF%84%CE%AD%CF%83%CF%85%CF%82-%CE%BC%CF%80%CE%AC%CE%B9%CE%BB%CE%B1/