Παρασκευή, 18 Σεπτεμβρίου 2015

Η Μαρία Ανδρικοπούλου γράφει για το "Ουίσκι μπλε" στο Arts and the city

Ένα εκπληκτικό εξώφυλλο, ένας ξεχωριστός τίτλος και μια ιστορία που θα μπορούσε να χαρακτηριστεί ως ένα one man show από τον πρωταγωνιστή συνθέτουν ένα μοναδικό αποτέλεσμα με τη μορφή αυτού του βιβλίου.

Η Τέσυ Μπάιλα επιστρέφει στα λογοτεχνικά δρώμενα με ένα εξίσου καλοδουλεμένο σε σύγκριση με τα άλλα της βιβλίο αποδεικνύοντας ακόμη μια φορά ότι δίκαια κατέχει μια θέση στη λίστα με τους πιο καλούς σύγχρονους λογοτέχνες. Αυτή τη φορά επιλέγει να δημιουργήσει μια πολύπλοκη και εν μέρει πρωτότυπη θα έλεγα ιστορία πετυχαίνοντας ένα συνδυασμό μιας σύγχρονης Οδύσσειας και μιας ποιητικής γραφής με εξαιρετικές περιγραφές, ενδιαφέροντες χαρακτήρες και μιας αφήγησης όπου κρατάει αμείωτο το ενδιαφέρον ως το τέλος. Ο κεντρικός ήρωας καλείται να αντιμετωπίσει τους δικούς του Λαιστρυγόνες και Κύκλωπες, να μην μαγευτεί από το τραγούδι των Σειρήνων που θα τον απομακρύνει από το στόχο του και να καταφέρει να παραμείνει ζωντανός μέσα από τη Σκύλα και τη Χάρυβδη όπου μπορεί να μην έχουν μορφή τέρατος αλλά κατασπαράζουν τα θύματα με άλλους τρόπους.
Όπως προείπα αυτό που με τράβηξε στο βιβλίο πριν διαβάσω την υπόθεση ήταν ο τίτλος και το εξώφυλλο του.Αυτή η μοναδική απόχρωση μπλε με την εικόνα της θάλασσας μέσα από το φινιστρίνι και ο αρκετά ασυνήθιστος τίτλος που σε κάνει να αναρωτιέσαι αν όντως υπάρχει ουίσκι μπλε ή αν είναι μια αλληγορία που ερμηνεύεται μέσα από την ανάγνωση του βιβλίου δημιουργούν όλες τις προϋποθέσεις για κάτι πολύ καλό. Παρακολουθούμε τη πορεία του ήρωα μέσα από εμπειρίες ίσως και δυσανάλογες της ηλικίας αλλά και της ιδιοσυγκρασίας του που όμως σφίγγει τα δόντια και τις υπομένει γιατί θέλει να φανεί δυνατός, θέλει να ζήσει και να γνωρίσει εμπειρίες πριν να είναι αργά και όταν ο ίδιος πια νιώσει ολοκληρωμένος να επιστρέψει στη δική του Ιθάκη.

Είναι ένα εξαιρετικό βιβλίο με απίστευτες περιγραφές και καταγραφές συμβάντων που διαβάζεται με αμείωτο ενδιαφέρον, καλογραμμένο και με σεβασμό στα γεγονότα.

Πηγή: http://www.artsandthecity.gr/article/Book-Review:-Ouiski-Mple---Tesu-Mpaila/20131/

Κυριακή, 17 Μαΐου 2015

Η Μάγδα Παπαδημητρίου-Σαμοθράκη γράφει για το "Ουίσκι μπλε" στο e-pieria.gr

Στις προθήκες των βιβλιοπωλείων
http://www.e-pieria.gr/news-2/culturenews/7242-ouisky-ble-tis-tesys-baila-ekdoseis-psyxogios
Προτείνει η Μάγδα Παπαδημητρίου-Σαμοθράκη
«Ουίσκυ μπλε» της Τέσυς Μπάιλα, Εκδόσεις Ψυχογιός.
«Αχ! Η ξενιτιά το χαίρεται
Τζιβαέρι μου
Το μοσχολούλουδο μου
σιγανά και ταπεινά
Αχ! Εγώ ήμουνα που το ‘στειλα
Τζιβαέρι μου
Με θέλημα δικό μου
σιγανά πατώ στη γη
Αχ! Πανάθεμά σε ξενιτιά
Τζιβαέρι μου
Εσέ και το καλό σου
σιγανά και ταπεινά»

Το «Τζιβαέρι» μου ήρθε στο νου και η μουσική του είχε απλωθεί στη ψυχή μου όταν άρχισα να ξεφυλλίζω το «Ουίσκυ Μπλε» της Τέσυς Μπάιλα από τις εκδόσεις Ψυχογιός. Ένας ύμνος για το μαγικό κόσμο της θάλασσας τα λόγια του καπετάν Βαγγέλη «Ότι και να γίνει, ότι και να χάσεις στη ζωή, όσο και να πονέσεις, η θάλασσα είναι πάντα εκεί. Και ξέρει να σου μιλά με τα κύματά της, να ακούει το παράπονό σου, να το παίρνει με τους αφρούς της μακριά, να σ΄ αλαφρώνει την ψυχή από τα βάρη της».
Με τη Τέσυ Μπάιλα έχουμε μια κοινή αγάπη τη θάλασσα. Δεν ξέρω αν είναι αυτή που μας ένωσε σε μια καλή φιλία χρόνων. Όλα τα βιβλία της έχουν κέντρο τη θάλασσα και γύρω από αυτή κινούνται όλα. Μετά το «Πορτρέτο της Σιωπής», «το Παραμύθι της Βροχής» και «Το Μυστικό ήταν η Ζάχαρη» ήρθε το «Ουίσκυ Μπλε» να μας καθηλώσει. Πραγματικά δεν μπορώ να διαλέξω ποιο είναι πιο δυνατό, πιο συγκινησιακό από τα τέσσερά της μυθιστορήματα… Η γραφή μέσα από το φωτογραφικό φακό της μας ταξιδεύει και την καταξιώνει στο χώρο της λογοτεχνίας.

«Το βιβλίο είναι μια μυθιστορηματική ματιά στον αιώνα που αφήσαμε πίσω μας, στις μικρές και μεγάλες στιγμές που συνθέτουν την οδύσσεια ενός Νεοέλληνα». Έγραψε ο συγγραφέας Δημήτρης Στεφανάκης στην Athens Voice για το «Ουίσκι μπλε»: «...Τούτη τη φορά καλειδοσκοπεί τη μεγάλη Ελλάδα, την Ελλάδα της διασποράς. Η Κρήτη γίνεται Πορτ-Σάιντ και από τον Πειραιά και τη Σαντορίνη η δράση επεκτείνεται μέχρι τη Νέα Υόρκη και τα ανθρακωρυχεία του Βελγίου. Άνθρωποι και γεγονότα στροβιλίζονται γύρω από τον ολοκληρωτικό πρωταγωνιστή τους, τον Μιχάλη, αυτό τον σύγχρονο Οδυσσέα με το πάθος της περιπέτειας. Η θαλασσινή ψυχή του ανατροφοδοτείται από το γαλάζιο στοιχείο αλλά και από την πεποίθηση πως τα δικά του σύνορα μόνο ο ίδιος μπορεί να τα θέσει – σύνορα στον έρωτα, στο όνειρο, στην πατρίδα του αλλά και στους ανθρώπους της. Τα μεγάλα λιμάνια, η φτώχεια αλλά και η ζεστασιά του μεσογειακού κόσμου, τα γκρίζα τοπία της βόρειας Ευρώπης και οι σκληρές μνήμες από κάθε σταθμό της ζωής του, τον ακολουθούν μέχρι την τελευταία σελίδα, όπου σοφά η συγγραφέας δεν συμβιβάζεται με την εύκολη λύση ενός τέλους….»

Η Τέσυ Μπάιλα «έχτισε» τους ήρωες και τις ηρωίδες της και τους άφησε να χαράξουν τη σκληρή πορεία τους πάνω στο άψυχο χαρτί . Ένα χαρτί που πολύ έντεχνα ξέρει να του βάζει καρδιά, θυμό, χαρά και λύπη. Ξέρει πολύ καλά να αφήνει ανοιχτούς λογαριασμούς με τους χαρακτήρες δίνοντας την αίσθηση της φυσικής εξέλιξης των πραγμάτων χωρίς να παρεμβαίνει η ίδια παρά μόνο στο βαθμό που απαιτείται για να υπάρχει μια στοιχειώδης λογική ακολουθία στο κείμενο. Ένα μυθιστόρημα με πλούσια δράση και συνεχείς ανατροπές. Τους έδωσε τον αέρα του κοσμοπολίτη και στον αναγνώστη τη δυνατότητα να ταξιδέψει μέχρι την άκρη του κόσμου και την ίδια στιγμή μέχρι τα βάθη της ανθρώπινης ψυχής.

Ο Μιχάλης, γεννημένος στο Πορτ Σάιντ της Αιγύπτου, επηρεασμένος από τον ναυτικό πατέρα του, κληρονομεί την αγάπη για το υγρό, ατίθασο στοιχείο, λες και η θάλασσα κυλάει μέσα στο αίμα του. Εκεί ζει μετανάστης με την οικογένειά του, τον πατέρα του, καπετάν Βαγγέλη, τη μητέρα του, Βιργινία και την αδερφή του, πλαισιωμένοι όλοι από την αγάπη και την αφοσίωση της πιστής Φάτμα, που την ακολουθεί η δική της ιστορία, μιας ιστορίας συνυφασμένης με τις αντιλήψεις, τους θρύλους του τόπου της αλλά και τη θέση της γυναίκας στην Αφρική. Μετά από ένα ναυάγιο που σημαδεύει για πάντα τη ζωή τους, αναγκάζονται να έρθουν στη γενέτειρα του πατέρα του ,τη Σαντορίνη. Εκεί θα γνωρίσει τον Αρτέμη, έναν δυνατό και ονειροπόλο, γεμάτο ζωή άντρα που θα κυνηγήσει τα όνειρά του. Το νησί με απέραντους αμπελώνες, την ξερή γη αλλά και το ηφαίστειο του, τους διώχνει και καταλήγουν σε μια φτωχογειτονιά στον Πειραιά.Ο Μιχάλης, ανήσυχο πνεύμα και θέλοντας να καλυτερέψει τη ζωή του και να προοδεύσει, φεύγει μετανάστης στα ανθρακωρυχεία της Μαρσινέλ του Βελγίου, όπου η συγγραφέας βρίσκει την ευκαιρία να περιγράψει τον εφιάλτη τον οποίο έζησαν εκεί οι μετανάστες. Ζωές σαν των ποντικών, χίλια διακόσια μέτρα κάτω από τη γη, στο σκοτάδι, στην υγρασία, στο κάρβουνο, στον ασταμάτητο βήχα και το κρύο, η γνωριμία του με τον Αποστόλη με τη συγκλονιστική του ιστορία στον πόλεμο, τον καημό του για τη Σεβαστή και με την παρέα της φυσαρμόνικάς του, ο Πέτρος αλλά και η Μαρία με την ανθρωπιά και τις συμβουλές της και το τραγικό δυστύχημα που θα τον γυρίσει πίσω στην πατρίδα.

Γεμάτο από υπέροχες εικόνες από το ανθρώπινο ψηφιδωτό, την τοιχογραφία μιας ποικιλόμορφης κοινωνίας στην Αίγυπτο, με πολυφυλετικά χαρακτηριστικά και διαφορετικές αντιλήψεις, συγκινητικότατες εικόνες στο λιμάνι του Πειραιά, με την αναχώρηση μεταναστών προς τα διάφορα μέρη του κόσμου και τους μόνιμους μικροπωλητές, παραδοσιακές σκηνές στη Σαντορίνη, την εποχή του τρύγου, της "βεντέμας" , με τους εργάτες, τα πατητήρια, τα ληνά, τα κοφίνια, τα πιθάρια για να παρασκευαστούν οι διάφορες ποικιλίες κρασιών, μαύρες εικόνες από τα ανθρακωρυχεία στο Βέλγιο και τον ρατσισμό στην αντιμετώπιση των μεταναστών, αλλά και εικόνες γεμάτες μπλε, από την θάλασσα που για τους νησιώτες είναι τόσο σημαντική όσο και η ζωή.

"Κι ο ίδιος σε ολόκληρη τη ζωή του είχε υπάρξει ένας μετανάστης, ξένος στον τόπο που γεννήθηκε, αλλά και στη χώρα των προγόνων του όταν επέστρεψε, ύστερα στο Βέλγιο, στην Αμερική. Αποξενώθηκε ακόμα και από την οικογένειά του, μετανάστης σε μια άλλη στέγη. Σαν τον Οδυσσέα, τον οποίο ονειρευόταν ο Αρτέμης, σαν όλους κείνους τους Έλληνες, οι οποίοι έζησαν την ξενιτιά, την μετανάστευση, την παλιννόστηση σε τόσες και τόσες γενιές".

Διαβάζοντας τις σελίδες του βιβλίου ζούμε έντονα, μέσα από τη γραφή της, την σκοτεινή κόλαση των ανθρακωρύχων του Βελγίου, οι οποίοι ζούσαν σαν ποντίκια στα λαγούμια του άνθρακα - με αποκορύφωμα το φριχτό ατύχημα που έγινε στις 8 Αυγούστου 1956 στη Μαρσινέλ από έκρηξη στον ανελκυστήρα του ορυχείου με αποτέλεσμα να σκοτωθούν μαρτυρικά 262 εργάτες, κυρίως Ιταλοί αλλά και Έλληνες.

«Τo γεγονός δεν έχει αφήσει ασυγκίνητους τους δημιουργούς μας. Πρώτα ο Νίκος Εγγονόπουλος στο συμβολικό του ποίημα Marcinelle το 1956, όπου κωδικοποιεί την απάνθρωπη ζωή των ορυχείων και καλεί τον εργάτη σε ανατροπή της τυράννων του μέσα από τη βία της επανάστασης («Πάρε το μαχαίρι σου, εργάτη –τούτη η νύχτα δεν είναι σαν τις άλλες»). Ακολούθησε η ζωγραφική του πολιτικοποιημένου εικαστικού Βλάση Κανιάρη με τη σειρά εξπρεσιονιστικών πινάκων "Η Καταστροφή της Μαρσινέλ" (1958), όπου κυριαρχεί το μαύρο του κάρβουνου και της ζοφερής πραγματικότητας των εργατών με το κόκκινο της θυσίας και της καταγγελίας. Δεκαετίες μετά, η Τέσυ Μπάιλα έρχεται να αναπληρώσει ένα κενό που υπήρχε στο θέμα από την πλευρά της μυθιστοριογραφίας και να προσθέσει την πιο χαμηλόφωνη ματιά του πεζογράφου» γράφει η Ελισάβετ Δέδε στην κριτική της για το Bookia.
Θα κλείσω με τη κριτική της αγαπημένης συγγραφέως Λότης Πέτροβιτς που πιστεύω ότι κλείνει μέσα της τον θησαυρό εικόνων, συναισθημάτων, συγκινησιακών ανατροπών του «Ουίσκυ μπλε»
«Κάθε πέτρα έχει τη δική της αξία, προέρχεται από ξεχωριστό σκληρό υλικό, κουβαλάει τις δικές της γλυκόπικρες μνήμες – ξεριζωμούς και προσφυγιές, ξενιτεμούς κι επαναπατρισμούς, κοινωνικές ανισότητες, αδικίες, ανέχεια, ορφάνια, αλλά και φιλία, ανθρωπιά, αλληλεγγύη, έρωτες και οικογενειακή ζεστασιά, στοιχεία που τα πλαισιώνουν τοπικοί γλωσσικοί ιδιωματισμοί, ήθη και έθιμα. Κι όλα μαζί φανερώνουν ολοζώντανα και γλαφυρά τα όσα βίωσαν οι ΄Ελληνες, στον εικοστό αιώνα κυρίως, μέσα κι έξω από την πατρίδα τους στην προσπάθεια να ξεφύγουν από τη φτώχεια και τη μιζέρια, στον αγώνα τους για μια καλύτερη ζωή μένοντας ή φεύγοντας από τον γενέθλιο τόπο….»

Πιστεύοντας ότι το μυθιστόρημα είναι ένα από τα βασικά σκαλοπάτια που μπορεί να μαθευτεί η ιστορία της χώρας μας γιατί απευθύνεται στο μεγαλύτερο αναγνωστικό κοινό, σας προτείνω ανεπιφύλακτα το «Ουίσκυ Μπλε». Ένα βιβλίο φυγής που αξίζει να το διαβάσετε…



Τετάρτη, 13 Μαΐου 2015

Συνέντευξη στη Χαριτίνη Μαλισσόβα για την εφημερίδα Θεσσαλία

Η Τέσυ Μπάιλα μιλά για το βιβλίο της «Ουίσκι Μπλε», μια μυθιστορηματική οπτική στον αγώνα του Έλληνα του 20ού αιώνα για την επιβίωση (εκδόσεις Ψυχογιός). Τι συνέβαινε στα ανθρακωρυχεία του Βελγίου και τι αντιμετώπιζαν οι Έλληνες μετανάστες; Ποιος ο ρόλος της μητέρας του ήρωά της, αλλά και της Ελληνίδας μητέρας εκείνης της περιόδου; Πόσο οι σημερινές συνθήκες στην Ελλάδα της Κρίσης μοιάζουν με της εποχής εκείνης.

Έχοντας κάνει σπουδές και εκθέσεις φωτογραφίας εξηγεί τη συνάφεια των Τεχνών, αλλά και πόσο η διάδοσή τους σχετίζεται με την εποχή του διαδικτύου.

http://e-thessalia.gr/tesi-mpaila-i-istoria-epanalamvanete-alla-distichos-logo-anikanotitas-na-paroume-mathimata-th/

«Ουίσκι μπλε» ο τίτλος του βιβλίου σας. Είναι η εξιστόρηση της ζωής ενός σύγχρονου Οδυσσέα, του Μιχάλη.Θέλετε να μας πείτε λίγα λόγια;
Το «Ουίσκι μπλε» είναι μια μυθιστορηματική οπτικήστον αγώνα του Έλληνα του 20ου αιώνα για επιβίωση, στη σχέση του Έλληνα με τη ναυτοσύνη και τη μετανάστευση και εν τέλει με την ελπίδα για ένα καλύτερο αύριο, ένα ταξίδι στις αχαρτογράφητες πτυχές της ελληνικής ψυχής η οποία ζυμώθηκε με τη θάλασσα από την αρχαιότητα. Ο Μιχάλης είναι το σύμβολο του ανθρώπου ο οποίος μάχεται για να βελτιώσει τις συνθήκες της ζωής του σε πολύ σκληρά χρόνια. Γεννημένος στην Αίγυπτο, παιδί μεταναστευτικής οικογένειας, αναζητά την τύχη του επαναπατριζόμενος σε μια άγνωστη γι’ αυτόν χώρα. Σύντομα οι συνθήκες θα τον οδηγήσουν στο Βέλγιο των ανθρακωρύχων του ’56 και από εκεί στη Νέα Υόρκη και κατόπιν στον Πειραιά, έως ότου ανακαλύψει πως η μοίρα του είναι συνυφασμένη με τη θάλασσα, αυτό τον φορέα του ελληνικού πολιτισμού σε όλα τα πέρατα της γης. Επί της ουσίας δεν πρόκειται για την εξιστόρηση της ζωής του Μιχάλη, δεν είναι το οδοιπορικό μιας περιπλάνησης μέσα στον εικοστό αιώνα αλλά είναι μια ματιά στους Έλληνες που έφυγαν, γύρισαν ή χάθηκαν, ταξίδεψαν, πόνεσαν, ερωτεύτηκαν και αναγνώρισαν τον εαυτό τους μέσα σε πολύ δύσκολα μονοπάτια ζωής.

Η ζωή του ήρωά σας δείχνει να αποτελείται από κύκλους, εντελώς διαφορετικής οικονομικής και κοινωνικής υφής. Είναι κανόνας, ο κάθε κύκλος να αποτελεί το σκαλί για τον επόμενο;

Θα έλεγα πως ναι. Κάθε κύκλος ζωής μοιραία ολοκληρώνεται όταν οδηγεί πιο κοντά στη λύτρωση και την αυτογνωσία και εν τέλει δίνει τη θέση του σε μια νέα πορεία. Μας φέρνει τελικά ένα βήμα πιο κοντά στην τελείωση της προσωπικής μας Οδύσσειας και ενδεχομένως καθορίζει τον επόμενο κύκλο στον οποίο θα βρεθούμε.

Πόσο οι συνθήκες στις οποίες ζούμε επηρεάζουν τις επιλογές μας και ποιοι άλλοι παράγοντες μας ωθούν να αλλάξουμε το πεπρωμένο μας;

Νομίζω αρκετά. Επηρεάζουν τα όνειρά, τις επιθυμίες, τις αξίες, τη συμπεριφορά μας, τον τρόπο που πορευόμαστε και επικοινωνούμε. Είναι επόμενο να συνδιαλέγονται με τις επιλογές μας. Μπορεί να λειτουργήσουν ως κινητήριος δύναμη εσωτερικής αλλαγής και ενός νέου προσανατολισμού της. Αναφορικά τώρα με το πεπρωμένο μας, καλό είναι να θυμόμαστε την περίφημη ρήση του Ηράκλειτου σύμφωνα με την οποία η μοίρα μας είναι ο χαρακτήρας μας. Έχω την πεποίθηση λοιπόν ότι μόνο ο χαρακτήρας μας μπορεί να θέσει σε νέα τροχιά το πεπρωμένο μας αλλά αυτό προϋποθέτει εκ μέρους μας έναν ανειρήνευτο αγώνα εκλέπτυνσής του μέσα στο χρόνο.


Εξιστορείτε τις συνθήκες στα ανθρακωρυχεία του Βελγίου στη δεκαετία του 50 και το τραγικό δυστύχημα που έγινε εκεί.

Το κομμάτι αυτό του βιβλίου είναι νομίζω το εφιαλτικότερο και για μένα το πιο αγαπημένο. Οι άνθρωποι που βρέθηκαν εκεί βίωσαν, ας μου επιτραπεί η έκφραση, την εμπειρία ενός Νταχάου, αναγκασμένοι να ζουν 1200 μέτρα κάτω από την επιφάνεια της γης, σε ένα περιβάλλον απόλυτης μοναξιάς και εξαθλίωσης, βιώνοντας τον ρατσισμό και την κοινωνική απομόνωση. Το ατύχημα στα ορυχεία της Μαρσινέλ το 1956 έγινε η αιτία να χαθούν 266 άνθρωποι εκ των οποίων 6 Έλληνες. Το γεγονός αυτό αποτελεί από μόνο του έναν συγκλονισμό. Το μυθιστόρημα στέκεται με ακρίβεια στις λεπτομέρειες αυτού του τραγικού συμβάντος και δε σας κρύβω ότι προσωπικά με συντάραξε. Κατά τη διάρκεια της συγγραφής του βιβλίου ταξίδεψα ως τη Μαρσινέλ, μίλησα με ανθρώπους οι οποίοι ζουν ακόμα εκεί και μου εξιστόρησαν λεπτομέρειες της ζωής τους και προσπάθησα με μεγάλο σεβασμό να αναπαραστήσω αυτά τα πέτρινα χρόνια του Έλληνα.

Αγγίζετε το θέμα της μετανάστευσης των Ελλήνων την εποχή εκείνη. Οι πρόσφατες δεκαετίες της επίπλαστης ευημερίας μάς απομάκρυναν από το να σκεφτόμαστε πόσο υπέφερε ο λαός μας. Οι σημερινές συνθήκες μας αναγκάζουν να επιστρέψουμε σ’ αυτό;
Δυστυχώς έχουμε ήδη επιστρέψει. Πολλοί νέοι σήμερα αναζητούν μια καλύτερη τύχη στο εξωτερικό και προσπαθούν να ελπίζουν σε ένα καλύτερο αύριο. Οι οικονομικοί και επιστημονικοί μετανάστες είναι ήδη πολλοί. Ακριβώς αυτό θέλησα να δείξω με το βιβλίο αυτό. Οι σύγχρονοι Έλληνες, χαμένοι στην ουτοπία μιας ανύπαρχτης ουσιαστικά ευημερίας, απομακρυνθήκαμε από τις αξίες του πολιτισμού μας. Ξεχάσαμε ποιος λαόςείμαστε, πόσο ταλαιπωρηθήκαμε μεταπολεμικά να ορθοποδήσουμε, τι κόστος πληρώσαμε. Οι εικόνες των μεταναστών που πνίγονται στη Μεσόγειο, στην προσπάθειά τους να φτάσουν σε μια ελληνική ακτή φαίνεται δεν μας θυμίζει ανάλογες που έζησαν άνθρωποι της ευρύτερης οικογένειας όλων μας και ίσως μας τρομάζει. Από τον Ομηρικό Οδυσσέα ως τον σύγχρονο Έλληνα όμως ο λαός μας υπήρξε μεταναστευτικός και καλό θα ήταν να το θυμόμαστε.


Από την αρχή σχεδόν του μυθιστορήματός σας αλλά και σε όλη την έκτασή του, κυρίαρχο πρόσωπο είναι η Βιργινία ―η μητέρα του ήρωά σας.
Η Βιργινία είναι μία από τις πολλές Ελληνίδες μητέρες που προσπαθεί να μεγαλώσει την οικογένεια μόνη της μέσα στις ιστορικές δυσμενείς συγκυρίες. Κάτι ανάλογο ήταν και η Κατίνα του βιβλίου «Το μυστικό ήταν η ζάχαρη». Είναι εκείνη η απλοϊκή, περήφανη, συχνά αγράμματη γυναίκα με πολύ υψηλό το αίσθημα της αξιοπρέπειας που παλεύει να σταθεί όρθια και να μεταδώσει τις αξίες του ελληνισμού στις επόμενες γενιές μέσα από το προσωπικό παράδειγμα της ζωής της.


Πόσο σημαντική θεωρείτε τη στάση της γυναίκας αυτής στις δυσκολίες που προέκυψαν, ώστε και το παιδί της να γίνει ανεξάρτητο και να αναζητά συνεχώς καλύτερες συνθήκες ζωής, ακόμα κι όταν είχε ξεφύγει από τις συνθήκες φτώχειας;
Πολύ σημαντική. Η Βιργινία είχε εμφυσήσει στο Μιχάλη το αίσθημα της ελευθερίας. Από εκείνη έμαθε ότι οι άνθρωποι, όταν χρειαστεί, παίρνουν στα χέρια τους τη ζωή τους και με οποιοδήποτε τίμημα προχωρούν προς την Ιθάκη τους.

Αγαπάτε και ασχολείστε με τη φωτογραφία….Θέλετε να μας πείτε γι’ αυτό;

Πιστεύω ότι η τέχνη είναι μία ανεξάρτητα από τον τρόπο που επιλέγει ένας δημιουργός να την υπηρετήσει. Η φωτογραφία αποτελεί για μένα έναν άλλο τρόπο να συνομιλήσω με όλα όσα καταγράφονται στη συνείδησή μου, να κρατήσωεπάνω σε ένα κομμάτι χαρτί την προσωπική μου έκφραση. Οι στιγμές αποτυπώνονται για να σημαδέψουν ταυτόχρονα την παντοτινή τους ανυπαρξία και οι λέξεις καταγράφονται για να σηματοδοτήσουν ένα ανύπαρκτο αφηγηματικό σύμπαν.
Σε ένα δεύτερο επίπεδο, νομίζω πως οι δύο αυτές μορφές τέχνης λειτουργούν παράλληλα. Βοηθά πολύ το διάβασμα λογοτεχνικών κειμένων κάποιον που θέλει να καταγράψει με τονφωτογραφικό του φακό εικόνες μιας συγκεκριμένης αισθητικής που έχουν κάτι να πουν και το αντίστροφο είναι εξίσου σημαντικό.
Σε προσωπικό επίπεδο τώρα η φωτογραφία μούέχει χαρίσει πολύ όμορφες στιγμές με κορυφαία το ταξίδι μου στην Ιαπωνία για την ατομική έκθεση φωτογραφίας που πραγματοποιήθηκε σε ένα από τα πανεπιστήμια του Τόκιο πριν από μερικά χρόνια.

Πόσο η τέχνη της γραφής σχετίζεται με την εποχή του διαδικτύου γενικότερα και της κοινωνικής δικτύωσης ειδικότερα;
Πριν από μερικές ημέρες είχα την τύχη να πάρω συνέντευξη από τον Αμερικανό συγγραφέα Τζόναθαν Φράνζεν. Σε σχετική ερώτηση λοιπόν εκείνος απάντησε ότι τα μέσα κοινωνικής δικτύωσης προκαλούν μια διάσπαση τηςπροσοχής μας και έναν εθισμό και γι’ αυτό το λόγο είναι εξαιρετικά εχθρικά για τον ίδιο ως συγγραφέα αλλά και για τον αναγνώστη. Υπάρχει μια μεγάλη αλήθεια σ’ αυτό. Ωστόσο οφείλουμε να παραδεχτούμε ότι σήμερα ο συγγραφέας, χάρη στο διαδίκτυο , έχει τη δυνατότητα να επικοινωνεί με τους αναγνώστες σε μεγάλο βαθμό και η τέχνη της γραφής είναι κυρίως ανάγκη επικοινωνίας.

Πιστεύετε ότι η ιστορία επαναλαμβάνεται και πως κινδυνεύουμε να γυρίσουμε στις ζοφερές εποχές της φτώχειας που περιγράφετε στο βιβλίο σας;
Έχω την αίσθηση ότι τα τελευταία χρόνια γυρίσαμε αρκετά κοντά σ’ αυτές τις ζοφερές εποχές που ενώ μοιάζουν να έχουν αλλάξει, έχουν πολλές ομοιότητες. Όλοι γνωρίζουμε ότι η Ιστορία επαναλαμβάνεται. Αυτή η τάση της θα έπρεπε να μας βοηθούσε στην πρόληψη αυτών των φαινομένων αλλά τελικά για άλλη μια φορά δεν καταφέραμε να εκτιμήσουμε κάποια πράγματα. Ό,τι ζήσαμε τις τελευταίες δεκαετίες, η κατασπατάληση δημοσίου χρήματος, η κατάχρηση εξουσιών, η διαφθορά η απληστία και υπερτίμηση περιουσιών οδήγησαν σε νομισματική αστάθεια, δανεισμό, κατάρρευση τραπεζών και μοιραία ολόκληρων κοινωνιών με την ανέχεια να γίνεται ο μεγάλος ρυθμιστής των κοινωνιών.
Το ίδιο ακριβώς συνέβη κατά τον Μεσοπόλεμο. Η οικονομική κρίση ακολούθησε εκείνη των ηθικών αξιών και κατέληξε στον παγκόσμιο, πολεμικό εφιάλτη που όλοι γνωρίζουμε. Η εποχή μας ακολούθησε την ίδια πορεία μόνο που ο πόλεμος γίνεται πια με οικονομικούς όρους. Οι αυτοκτονίες των συνανθρώπων μας, η απελπισία της ανεργίας, η κοινωνική εξαθλίωση, η κρατική βία, όλα αυτά δεν απέχουν πολύ από τις εφιαλτικές στιγμές που έζησε και τότε η ανθρωπότητα.
Η Ιστορία λοιπόν σίγουρα επαναλαμβάνεται αλλά δυστυχώς αυτό συμβαίνει λόγω της ανικανότητάςμας να ερμηνεύσουμε την πορεία μας μέσα σ’ αυτή και να πάρουμε τα μαθήματά μας.

Τέσυ Μπάιλα, Ουίσκι μπλε, εκδ.Ψυχογιός

Ταξίδι στην άκρη του κόσμου αλλά και στα βάθη της ανθρώπινης ψυχής.

Ο σύγχρονος Οδυσσέας ονομάζεται Μιχάλης, γιος της Βιργινίας και του καπετάν Βαγγέλη. Το οδοιπορικό του ξεκινά από το Πορτ Σάιντ και η ανάγκη τον φέρνει στη Σαντορίνη και στον Πειραιά των πρώτων μεταπολεμικών χρόνων.

Ακολουθώντας το όνειρο για μια καλύτερη ζωή, θα δοκιμαστεί στα ανθρακωρυχεία της πόλης Μαρσινέλ στο Βέλγιο και στις αποβάθρες του λιμανιού της Νέας Υόρκης, προτού αποδεχτεί αμετάκλητα τη θαλασσινή του μοίρα.

Θα αναζητήσει τη δική του Πηνελόπη στο πρόσωπο της Εριέττας, θα συνοδοιπορήσει με παράξενους συντρόφους όπως ο Αρτέμης και ο Αποστόλης, θα δει να ανοίγουν και να κλείνουν κύκλοι ζωής στη μεγάλη σκηνή του κόσμου.

Σ’ αυτό το έπος της φτώχειας και του καθημερινού αγώνα πρωταγωνιστεί η ελληνική ψυχή ζυμωμένη με τη θάλασσα, στη θέα της οποίας ο απλός άνθρωπος βρίσκει ξανά τη δύναμη να ονειρεύεται.
Το «Ουίσκι μπλε» είναι μια μυθιστορηματική ματιά στον αιώνα που αφήσαμε πίσω μας, στις μικρές και μεγάλες στιγμές που συνθέτουν την οδύσσεια ενός Νεοέλληνα.

Έγραψαν για το βιβλίο:
Το «Ουίσκι Μπλε», μυθιστόρημα με αδρές παρουσίες, πλούσια δράση, συνεχείς ανατροπές είναι σαφώς ένας κόσμος μεγαλύτερος από το βιβλίο που την ανέδειξε. Η οικουμενική ματιά του θα δώσει στον αναγνώστη τη δυνατότητα να ταξιδέψει μέχρι την άκρη του κόσμου και την ίδια στιγμή μέχρι τα βάθη της ανθρώπινης ψυχής.
(Δημήτρης Στεφανάκης-Athens Voice) 
http://www.athensvoice.gr/the-paper/article/503/%CE%BF%CF%85%CE%AF%CF%83%CE%BA%CE%B9-%CE%BC%CF%80%CE%BB%CE%B5

«Στο Ουίσκι Μπλε η συγγραφέας με συγκίνησε σε πολλά σημεία, γιατί παρουσίασε τη φτώχεια του νεοέλληνα στην πραγματική της διάσταση μέσα στο χρόνο και δεν δημιούργησε μια ιστορία για να τέρψει μέσα από τη λογοτεχνική αφήγηση, αλλά μια ιστορία για να μας δείξει πως στον κόσμο που ζούμε η λογοτεχνία πρέπει να έχει ουσία και η ουσία δεν βρίσκεται μέσα στον εξωραϊσμό μιας πραγματικότητας που γίνεται μυθιστόρημα, η ουσία βρίσκεται μέσα στην ίδια την πραγματικότητα της ζωής που είναι γεμάτη στέρηση, γεμάτη εκμετάλλευση, γεμάτη αδιέξοδα. Κι αυτό γιατί η αληθινή λογοτεχνία δεν υπηρετεί τον εαυτό της, αλλά τον άνθρωπο.(Πασχάλης Πράνζιος literature.gr/)
http://www.literature.gr/diavazontas-to-ouiski-ble-tis-tesis-baila-tou-paschali-prantziou/

Τετάρτη, 6 Μαΐου 2015

Η Μαίρη Κωνσταντούρου γράφει για το "Ουίσκι μπλε"

Και μόνο βλέποντας το εξώφυλλο του βιβλίου, ήξερα πως θα με παρασύρει. Ακούγοντας τους ομιλητές στην πρώτη παρουσίασή του σιγουρεύτηκα πως θα με ταξίδευε μακριά... Και τώρα που το διάβασα... Λυπάμαι που τελείωσε αυτό το όμορφο ταξίδι. Ένα γλυκόπικρο οδοιπορικό μαζί με τον ήρωα και την οικογένειά του, μία λογοτεχνική αλλά εντελώς ρεαλιστική γνωριμία με τον βασανισμένο Νεοέλληνα. Αίγυπτος, Σαντορίνη, Βέλγιο, Πειραιάς, Αμερική... Αγαπημένοι τόποι της πατρίδας μας που αναγκάστηκαν να παλέψουν με θεούς και δαίμονες. Αλλά και ξένα μέρη που έχουν ποτιστεί από τον ιδρώτα και το αίμα των αμέτρητων μεταναστών μας. Το "Ουίσκι Μπλε" σε μεθάει. Σε παρασύρει μαζί με τον ήρωά του και σε αφήνει να αιωρείσαι ανάμεσα στη νοσταλγία και την ελπίδα, στην καταστροφή και την ομορφιά, στον ξεριζωμό και την παλιννόστηση... Αιωρείσαι, μεθυσμένος από ένα γλυκό μπλε. Το περήφανο μπλε της Ελλάδας... Το σαρωτικό μπλε του πάθους... Το τρυφερό μπλε της αγάπης... Το μοναδικό μπλε της Τέσυς... Συγχαρητήρια, Τέσυ μου. Σε ευχαριστώ πολύ για το απολαυστικό ταξίδι που μου χάρισες!

Δευτέρα, 4 Μαΐου 2015

Ο Διονύσης Μαρίνος γράφει στο fractal για το "Ουίσκι μπλε"

Το μεγάλο σύνορο του Έλληνα
Από σύνορο σε σύνορο – από πόλη σε μια άλλη – από ένα δωμάτιο στο πλησιέστερό του – μα, και από μια σκέψη στην ακόλουθη της, το μόνο της ζωής ταξείδιον φέρει την υπόμνηση μιας περιπέτειας που μπορεί να μην έχει κατάληξη. Το ομηρικό νόστιμον ήμαρ είναι μια δυνητική εκδοχή, δεν είναι η τελική και ούτε απαραίτητα η αρμόζουσα. Η καβαφική ενσάρκωση μιλάει για το ταξίδι και όχι για τον προορισμό, η ιστορική ερμηνεία δηλοί πως οι Έλληνες πάντα φεύγουν για κάπου: για να βρουν το Χρυσόμαλλον δέρας, για να προσυπογράψουν μια Μεγάλη Ιδέα, για να γευτούν τα κλέη μιας μακεδονικής αυτοκρατορίας, αλλά φεύγουν και γιατί η πατρίδα τους αγαπάει αλλά και τους πνίγει, αφού πρώτα τους έχει πληγώσει καίρια. Ή, άλλως πως, όταν τους πνίγει καμώνεται πως τους αγαπάει. Απλοί, καθημερινοί άνθρωποι που έφυγαν και δεν γύρισαν ποτέ. Που έφυγαν πριν καν φύγουν και που δεν έφυγαν ποτέ, αλλά ήταν πάντοτε φευγάτοι.

Ακροθιγώς και δίχως διάθεση να εντρυφήσω στα μύχια του ελληνικού καρυότυπου, ας αναλογιστούμε: ποιος είναι ο πλέον ταιριαστός ιδεότυπος του Έλληνα; Ο εύμορφος και ηρωικός Αχιλλέας; Μα, οι Έλληνες ηρωοποιήθηκαν διά της θυματοποίησης – σπανίως τα ανδραγαθήματά τους ήταν απότοκα της σφύζουσας ρώμης. Να είμαστε σαν τον Αγαμέμνονα; Επιβουλείς, τυρρανικοί, αλαλάζοντες εν μέση οδώ; Ή μήπως ευγενείς, σώφρονες και σοφοί Νέστορες; Όχι, ο Οδυσσέας είναι ότι πιο κοντινό έχουμε ως ιδιοσυστασία. Μονίμως πλάνητες και πλανημένοι. Κατεργάρηδες, αλλά και αναχωρητές. Περιπετειώδης, αλλά και δέσμιοι των αρχέγονων ριζών. Ξέπνοοι, μα και σερνόμενοι από την ανάγκη. Θυμίζω απλώς ότι ο Οδυσσέας μόνο αφού ο Παλαμήδης ακούμπησε μπροστά στο άροτρο του τον νεογέννητο Τηλέμαχο, πέταξε τη μάσκα και φόρεσε την πανοπλία. Έπρεπε να τον φέρουν δηλαδή στο μη παρέκει. Κάπως έτσι είναι η Ελλάδα: πάντα στο μη παρέκει. Πάντα σε μια αναζήτηση ταξιδιού με αβέβαιη κατάληξη – ενίοτε και δίχως καμία κατάληξη.

Το ταξίδι και πάλι θα είναι το μόνο κέρδος.

Τα γράφω όλα αυτά ως πρελούδιο για να συνομιλήσω με εσάς –και. Εντέλει, να καταλάβουμε ο ένας τον άλλον καθώς θα σκύβουμε πάνω στο μυθιστόρημα της Τέσυς Μπάιλα με τον παράδοξο τίτλο «Ουίσκι μπλε».

Υπάρχει άραγε τέτοιο ποτό; Τι είδους αφιόνι είναι τούτο που ενώ έχει τη σύσταση του ουίσκι φέρει ένα χρώμα αλλότροπο; Για τους ναυτικούς η θάλασσα έχει αυτή τη μεθυστική χάρη του αλκοόλ που καλόβολα σου λιανίζει τα σωθικά – ακόμη και όταν είναι θυμωμένη. Το παράδειγμα δεν είναι τυχαίο: στο μυθιστόρημα η θάλασσα λαμβάνει το χαρακτήρα συμβόλου – είναι αυτή που δίνει το χρίσμα στους εκλεκτούς, που τους χαράσσει το ανεξίτηλο σημάδι του φευγιού, που τους καλεί κοντά της αποστερώντας τους τον εύτακτο βίο στο στέρεο έδαφος. Για τους ναυτικούς, πάλι, πιο στέρεο μέρος από τη θάλασσα δεν υπάρχει.

Ας μου επιτραπεί μια προσωπική παρέκβαση, συναφής κατά ένα τρόπο με το βιβλίο: είχα ένα θείο ναυτικό – πρώτο μηχανικό σε γκαζάδικα – χρόνια πολλά φυλαγμένα μέσα στην αρμύρα και στη μαυρίλα των μηχανών. Όταν επέστρεφε μετά από μήνες ταξιδιών δεν το άντεχε «Ζαλίζομαι όταν περπατάω» μας έλεγε. Και όντως, ζαλιζόταν – η στεριά είναι άγκυρα και η θάλασσα τις άγκυρες δεν τις αγαπάει κι ας τις φιλοξενεί για λίγο.

Όμως, εδώ δεν έχουμε να κάνουμε μόνο με μια ναυτική ιστορία από τις πολλές ένδοξες που διαθέτουμε στη λογοτεχνική κληρονομιά μας. Είναι ένα βιβλίο πορείας – για να το πω αλλιώς, έχει τα δικά του φώτα πορείας που άλλοτε είναι κυαροσκούρα ακολουθώντας τη ψυχολογική κατάσταση των ηρώων και άλλοτε ήρεμα και κατευναστικά. Θα μπορούσε να είναι μια ταινία δρόμου, μόνο που δεν θα ακολουθούσε τη μηχανιστική πορεία από ένα μέρος σε κάποιο άλλο και πέραν τούτο θα απέμενε να δούμε την αυλαία να πέφτει. Η πορεία των ηρώων της Μπάιλα απλώνονται σε χρόνο και τόπο – οι διαβαθμίσεις του ταξιδιού ποικίλουν, ανάλογα με τα πείσματα της μοίρας ή της δικής τους κυματιστής φρενίτιδας. Ο κεντρικός ήρωας, ο Μιχάλης είναι ο κλασικός πλάνης και πλανημένος από τη ζωή και την ειμαρμένη. Ακόμη και όταν βρίσκει μετά από πολλά τη δική του Πηνελόπη, μέσα του το σαράκι του φευγιού του κατατρώει κάθε ικμάδα ευχαρίστησης και συμβατικότητας. Βρίσκεται πάντα και μονίμως σε μια κατάσταση αδιατάρακτης ενεργητικότητας να αποσυρθεί από τον έναν τόπο για να μεταβεί σε έναν άλλον. Στην πραγματικότητα, όμως, το πιο σημαντικό ταξίδι που κάνει είναι το εσωτερικό – δεν πρόκειται για αναψυχή, αλλά για αναβρασμό και για φορτίο μοίρας.

Από το Πορτ Σάιντ στον Πειραιά, τη Σαντορίνη, το Βέλγιο, τη Νέα Υόρκη και πάλι πίσω. Πού ακριβώς πίσω, όμως; Στις απαρχές του εαυτού, θα έλεγε κανείς. Στο λίκνο του ενστίκτου για φυγή. Στο ευμετάβολο της διάθεσης και στην άφωνη αγάπη για μια περιπέτεια πολυσήμαντη. Οι τόποι της Μπάιλα, καίτοι αρκετές φορές ενδύονται με ζεστά χρώματα, θησαυρούς μνήμης και μυρωδιές νοσταλγίας δεν φέρουν το όποιο κοσμοπολίτικο βάρος διαθέτουν. Δεν είναι όμως και μονοσήμαντοι τόποι μαρτυρίου και πόνου. Ακόμη και το γκριζωπό και ατσάλινο Βέλγιο, εκεί όπου ο ήρωας πηγαίνει να δουλέψει ως ανθρακωρύχος, μέσα από την αχλύ μια θωπευτικής γυναίκας, μπορεί να μην μετατρέπεται σε παραδεισένιος τόπος, πώς θα μπορούσε άλλωστε, τουλάχιστον όμως γίνεται κατάτι πιο υποφερτός μέσα στο βάσανό που τον πνίγει. Παρεμπιπτόντως, οι σελίδες που αναφέρονται στο Βέλγιο, φέρνουν έντονα στο νου το Διπλό Βιβλίο του Δημήτρη Χατζή – αυτή την έξοχη αναπαράσταση ενός ξένου τόπου για ανθρώπους ξένους και ξενιτεμένους.

Το μυθιστόρημα δεν είναι η ζωή του Μιχάλη – δεν είναι μόνο αυτό, για να είμαι ακριβής. Η ζωή του φυσικά είναι αρκούντως περιπετειώδης, έχει εκείνα τα τραγικά γυρίσματα που την κάνουν κοφτή, σωματικά απτή και απερίφραστη ως προς τη σκοτεινή γοητεία της. Όμως η καταστατική αρχή της Μπάιλα φαίνεται να μην είναι η μερική θέαση μιας μόνο ιστορίας, αλλά η καλειδοσκοπική ματιά στους ανθρώπους της πατρίδας που ήρθαν και έφυγαν ή ποτέ δεν γύρισαν στη βάση τους. Όλες οι παράλληλες, εμβόλιμες, εγκιβωτισμένες ιστορίες που παρατίθενται στο μυθιστόρημα άλλοτε έχουν χαλαρή σχέση με την κεντρική και άλλοτε έχουν οργανική σημασία για την ανέλιξή τους. Για να παραμείνουμε στην ομηρική πτυχή, είναι ενδιάμεσα έπη εν συνόψει. Κουβαλούν ένα δικό τους βάρος, αλλά όλα μαζί –αν συναχθούν σε ένα άλλο σώμα μέσα στο κεντρικό του βιβλίου, θα μπορούσαν να αποτελέσουν το έναυσμα για τη δημιουργία πολλών άλλων μυθιστορημάτων. Άρα το καλειδοσκόπιο πετυχαίνει το σκοπό του και το εύρημα των παράπλευρων σημάνσεων, παύει να είναι συγγραφική ενέργεια, αλλά αποκτά οργανική σχέση με την δεσπόζουσα ιστορία.

Ανέφερα προηγουμένως την περίπτωση του Δημήτρη Χατζή. Τώρα για την έξοδο του Μιχάλη προς τη Νέα Υόρκη μου έρχεται στο νου το έξοχο βιβλίο του Θανάση Βαλτινού «Συναξάρι Ανδρέα Κορδοπάτη» όπου ο ομώνυμος ήρωας, ένας φτωχός Πελοποννήσιος των αρχών του 20αιώνα θέλει παντί τρόπω να φτάσει στις ΗΠΑ είτε με νόμιμο, είτε με παράνομο τρόπο.

Μα, και η αδυσώπητη ζωή στον Πειραιά της δεκαετίας του 50 και του ‘60 με τη σκληρή και γραφική Τρούμπα, δεν φέρνει στο νου ανάλογες ταινίες της εποχής ή ήχους από βαριά λαϊκά και ρεμπέτικα; Όπως και το μινύρισμα στο Πορτ Σάιντ, σαν ένα τελετουργικό κάλεσμα, δεν έχει κάτι από Καβάφη και Τσίρκα; Δεν ξέρω αν αυτή η περιφερειακή διακειμενικότητα ήταν απόφαση της Μπάιλα, πάντως υπάρχει και επειδή ακριβώς δεν φαίνεται να βρίσκεται στον κεντρικό πυρήνα της σκέψης της, υποφώσκει με έναν διεγερτικό τόνο – είναι σαν μια ψύχραιμη λογοτεχνική συνδήλωση.

Το ερωτικό στοιχείο, εκτίθεται σε όλες τις εκφάνσεις του. Από τη θωπεία στην απαγόρευσή της. Από την τεταμένη έλξη στην οργιαστική άπωση. Από την ντροπή στην πλησμονή. Από τη βιαιότητα ενός βιασμού έως τον λατρευτικό θρίαμβο της αγάπης και τέλος στην αγοραία εκδοχή της πορνείας. Η Μπάιλα δεν παίζει με τα σώματα – δεν τα χρησιμοποιεί ως στατικά σύμβολα, αλλά τα αφήνει να μιλήσουν μόνα τους για τα τραύματα και τα πάθη της. Γενικώς, οι παρεμβάσεις της στην ιστορία είναι μετρημένες και αρκούντως αποστασιοποιημένες. Ούτως ή άλλως οι ήρωές της έχουν δική τους φωνή και έχουν τόσα πολλά να διηγηθούν που δεν χρειάζονται οι συγγραφικές υποσημειώσεις για να αποκτήσει η ζωής τους τη χροιά της λογοτεχνικής πραγματικότητας.

Προς επίρρωση των ανωτέρων, είναι η κατακλυσμιαία εμφάνιση της Εριέττας στη ζωή του Μιχάλη. Η συμβατική εκδοχή θα ήταν να αποτελέσει το κύκνειο άσμα της αναζήτησής του – η Ιθάκη που όλα τα καθαγιάζει, μα και όλα τα καθιζάνει. Αυτή θα ήταν μια παρέμβαση, λογικώ τω τρόπω, από τη μεριά του συγγραφέα παντεπόπτη που θέλει να ελέγχει πλήρως το υλικό του. Κι όμως, οι ήρωες αυτονομούνται, οι δράσεις επιβάλλονται στις συγγραφικές σκέψεις και τους σκοπούς και ακολουθούν, ακόμη και σε αυτή την καθοριστική, μεταιχμιακή στιγμή, τη δική τους μοίρα. Διότι η ζωή του μυθιστορήματος από τη ζωή των ηρώων καθορίζεται κι όχι από τη λεκτική μετατόπιση του συγγραφέα – αλλιώς είναι μίμηση μιας πράξης που στην καθημερινότητα μοιάζει προφανής, αλλά στη λογοτεχνία αποδεικνύεται εντελώς ασύμβατη.

Ο τόπος είναι οι άνθρωποί του και το αντίστροφο και η Ιστορία στην πραγματικότητα δεν γράφεται στις μεγάλες τις κορυφώσεις, αλλά στις μικρές καθημερινές ιστορίες που αν όλες μαζί συναχθούν, μπορούν να αποτελέσουν τη ζωντανή μνήμη ενός έθνους. Ως μια τέτοια πτυχή μπορεί κανείς να διαβάσει το «Ουίσκι Μπλε». Μακροσκοπικά φέρνει όλους τους ήχους και τις μνήμες ενός δύσκολου παρελθόντος – μιας χώρας που χρειάζεται μονίμως να πάρει μια κλειστή στροφή. Αν, όμως, παρατηρήσει κανείς τις λεπτομέρειες και τα περιγράμματα θα δει τους ανώνυμους καθημερινούς μόχθους. Τις μικροϊστορίες που μπορεί να μην κατάφεραν να αλλάξουν τη ροή της μεγάλης Ιστορίας, όμως την επηρέασαν σε σημαντικά βαθμό, έστω και εν αγνοία τους. Στην Ελλάδα υπάρχουν πολλές μανάδες σαν την Βιργινία. Υπάρχουν πολλοί Μιχάληδες που κάτι αναζήτησαν στη ζωή τους και είτε το βρήκαν στη στεριά, είτε στη θάλασσα – ή, τελικά, να μην το βρήκαν πουθενά. Κι αν η μέθη είναι ένα συναίσθημα ανακουφιστικό, ευτυχές και ουσιαστικό καθώς κατευνάζει τον πόνο, εντούτοις η ρίζα του πόνου παραμένει βαθιά και αναπτύσσεται και φτιάχνει γυναίκες σαν την Εριέττα και άνδρες σαν τον Αρτέμη που για αλλού ξεκίνησαν κι αλλού η ζωή τους πήγε.

Έχει λοιπόν αξία το ταξίδι και η αναζήτηση; Είναι ο Μιχάλης – Οδυσσέας το ανειρήνευτο εγώ μας; Θα έλεγα μετά λόγου γνώσεως: ναι. Ισχύουν και τα δύο. Δίχως ταξίδι δεν υπάρχει Οδυσσέας και δίχως το πάθος/άχθος της αναζήτησης ποτέ δεν θα φανεί στο βάθος του ορίζοντα η Ιθάκη. Ακόμη και αν αυτή είναι ένα ψέμα και στα αλήθεια δεν υπάρχει, αν ο ταξιδιώτης το πιστέψει, αυτή θα είναι εκεί και θα τον περιμένει. Κι ας μην του μέλλει ποτέ να φτάσει…

http://fractalart.gr/ouisky-mple/


Πέμπτη, 23 Απριλίου 2015

Το "Ουίσκι μπλε" στο Bookmark από τη Μαρία Κουλούρη

Ουίσκι μπλε. Ο τίτλος αινιγματικός συνδυασμένος με το χρώμα της θάλασσας το βαθύ το ξέχωρο το μπλε. Εκείνο του κοβαλτίου - όπως αναφέρει η συγγραφέας . Συνδυασμένος και με τη φυγή, την αναζήτηση, τον εθισμό..
Αφήνεται στη φαντασία του αναγνώστη να δουλέψει τον τίτλο στο μυαλό του και να τον ερμηνεύσει κατά πως θέλει.
Αφήνεται στην πένα της Τέσυ Μπάιλα να ξεδιπλώσει το ταξίδι των ηρώων της, για την κατάκτηση των ονείρων τους, το ψάξιμο του εαυτού τους, την αναζήτηση μιας άλλης ζωής που κάπου τους περιμένει....
Η θάλασσα κεντρικός άξονας που γύρω του γυρνούν οι κύκλοι ζωής ενός Έλληνα - αντιπροσώπου μιας γενιάς που προσπαθεί να ξεφύγει από τη μιζέρια - με ψυχή γεμάτη ελπίδα για ένα καλύτερο στήσιμο της ζωής του. Πορτ Σάιντ όμορφη ζωή, ήσυχη, οικογενειακή και μπόλιασμα της βαθιάς αγάπης για τη θάλασσα από τον πατέρα στο γιο. Σημάδι ανεξίτηλο μέσα του, ψάχνει την ευκαιρία και το χρόνο να εκδηλωθεί.
Σαντορίνη. Πέρασμα στη φτώχεια στη μιζέρια αλλά και χτίσιμο σιγά σιγά των ονείρων για τη φυγή, για το άνοιγμα άλλου κύκλου στη ζωή του ήρωα. Φευγιό από τη Σαντορίνη που την πυρπολεί βίαια η κόκκινη λάβα και τη συγκλονίζει ο σεισμός..
Πειραιάς εποχή του 1950. Πειραιάς στη δίνη της μεταπολεμικής Ελλάδας. Mε το λιμάνι - κεντρικό άξονα στη διήγηση της συγγραφέως - τις φτωχικές συνοικίες, τα σπίτια με τα κόκκινα λαμπάκια και τα όνειρα να διατηρούνται ζωντανά .. Καθημερινό κυνήγι για μικρό μεροκάματο. Πόνος βάσανα φτώχεια αλλά και αλληλεγγύη και αγάπη. Στοιχεία αντιφατικά που ενώνουν. Ανθρώπινες καρδιές που σμίγουν.
Βέλγιο .. σκληρή η ζωή μέσα στα έγκατα της γης. Ταμπέλες όπως ΄΄ έξω οι Ιταλοί, οι Έλληνες και οι σκύλοι ΄΄ σημαδεύουν τον ήρωα . Η ψυχή του μυρίζει απελπισία . Ένα ατύχημα με δεκάδες νεκρούς στα ορυχεία τον κάνει να δεχτει πως΄΄ και τα δάκρυα έχουν χρώμα΄΄. Επιστροφή στη πατρίδα και φυγή ξανά για κυνήγημα του αμερικάνικου όνειρου.
Νέα Υόρκη απλά ένα πέρασμα πριν επιστρέψει σαν σύγχρονος Οδυσσέας στην πατρίδα. Για να δεθεί πια με το μπλε του κοβαλτίου το βαλμένο στο ποτήρι του, το βαλμένο στη ψυχή του.

Πρόκειται για ένα μυθιστόρημα που με τις εναλλαγές των συναισθημάτων, τις αλλεπάλληλες ανατροπές, με τον διαρκή αγώνα για την επιβίωση, με τους έρωτες και την αληθινή αγάπη κρατά το ενδιαφέρον του αναγνώστη αμείωτο.
Η συγγραφέας με μια γραφή λιτή αλλά και δυνατή ξεδιπλώνει τις ζωές των ηρώων της με τέχνη και συναίσθημα ! Δεν σε προϊδεάζει για το τι πρόκειται να διαβάσεις κι΄ ύστερα σαν ένα ποτάμι άλλοτε ήρεμο και γλυκό, άλλοτε ορμητικό και βίαιο ξετυλίγεται η ιστορία μπροστά σου. Μέσα από τους ήρωές της, μέσα από την ιστορία της περνά μηνύματα, περνά τις φιλοσοφικές της αναζητήσεις χωρίς να αλλοιώνεται ούτε στο ελάχιστο η ροή του βιβλίου.
Το ΄΄ουίσκι μπλε ΄΄ άφησε ήδη τα χνάρια του διαβάζοντάς το. Και πήρε ταυτόχρονα τη δική του ξέχωρη θέση στη βιβλιοθήκη μου.

Κυριακή, 5 Απριλίου 2015

Ο Μάνος Κοντολέων σε μια ομιλία για τη λογοτεχνία, το μυθιστόρημα, το "Ουίσκι Μπλε"

Ο άνθρωπος ήθελε πάντα να ακούει, μα και να λέει, ιστορίες.
Η αφήγηση –πιστεύω- πως κατά κάποιο τρόπο είναι συνυφασμένη με την ίδια την ουσία της ζωής.
Ίσως γιατί «αφηγούμαι» σημαίνει «κατανοώ» και «παρακολουθώ» σημαίνει συμπάσχω.
Κάπως έτσι, για κάποιον τέτοιο λόγο ξεκινά ο άνθρωπος να συνθέτει ιστορίες.
Μύθους, θρύλους, παραμύθια, έπη… Μυθιστορήματα.
Το μυθιστόρημα γεννιέται από την ανάγκη να γίνουν τα πάθη του άλλου δικά μου. Αυτό που έχει κάποτε συμβεί, να μπορέσω εγώ τώρα να το κατανοήσω. Κι αν είναι κάτι δυσάρεστο ή να το ξορκίσω ή να προσπαθήσω να μην φτάσει σε μένα. Αν είναι πάλι κάτι καλό τότε να ακολουθήσω κι εγώ το δρόμο που θα με κάνει κάτι παρόμοιο να ζήσω.
Τα πρώτα μυθιστορήματα του Δυτικού Πολιτισμού είναι τα Ομηρικά Έπη.
Κάπου εκεί, στο ξεχασμένο λιμάνι της Αυλίδας ξεκινά η αφηγηματική περιπέτεια της Δύσης. Και η πρώτη μυθιστορηματική ηρωίδα δεν πρέπει να είναι άλλη από την Ιφιγένεια.
Αλλά από τότε μέχρι την εποχή μας πολλά έχουν αλλάξει.
Και μπορεί το πρώτο μυθιστόρημα που τυπώθηκε να είναι ο Δον Κιχώτης, εκεί στις αρχές του 1600, αλλά αυτό που σήμερα εμείς έχουμε στο νου όταν χρησιμοποιούμε τον όρο μυθιστόρημα στην ουσία ξεκινά τον 18ο αιώνα, μα παίρνει την πλήρη του μορφή μέσα στο 19ο.
Τι ήταν εκείνο που έκανε το είδος αυτό του γραπτού λόγου τόσο αγαπητό σε ένα πλατύ κοινό;
Μα ακριβώς αυτό που λίγο πιο πριν είπα – η αφήγηση είναι συνυφασμένη με την ίδια τη ζωή.
Και το μυθιστόρημα ζωές αφηγείται και ζωές διαπλάθει.
Μέσα από τα έργα ενός Ντίκενς αναγνωρίζεται η ανάγκη κοινωνικής μέριμνας προς τους πάσχοντες και αδύναμους.
Μέσα από το έργο ενός Ουγκώ χαράζεται εγγράφεται στο κοινωνικό σύνολο η ιδέα της ισότητας και της ελευθερία για όλους.
Μέσα από τα μυθιστορήματα του Μπαλζάκ ο αστός ανασκαλεύει την ουσία των βημάτων του.
Μέσα από το Πόλεμος και Ειρήνη, ανιχνεύουμε τα σημεία που διαχωρίζουν τα ανθρώπινα πάθη. Και μέσα από τα μυθιστορήματα του Ντοστογιέφσκι αυτά τα ανθρώπινα πάθη καταφέρνουν να φανερώσουν τα ερεβώδη μυστικά τους.
Και παράλληλα, και δίπλα σε αυτών των μορφών της ανιχνεύσεις, οι αναγνώστες πληροφορούνται για αυτά που έχουν συμβεί ή και που συμβαίνουν, πληροφορούνται και ευαισθητοποιούνται.
Σήμερα το μυθιστόρημα δεν είναι μήτε ο μόνος τρόπος πλατιάς αφήγησης της ανθρώπινης περιπέτειες, μήτε και ο πλέον ίσως αγαπητός. Ο κινηματογράφος μάλλον αποτελεί την πρώτη επιλογή αφήγησης του ανθρώπου του 21ου αιώνα και ίσως σε λίγο κι αυτός να δίνει την πρωτοκαθεδρία σε μια διαδικτυακής μορφής αφήγηση.
Αλλά η μυθιστορηματική αφήγηση δεν έχει όχι μόνο περιθωριοποιηθεί, αλλά αντίθετα λες και έχει επανεύρει τα βασικά πρώτα χαρακτηριστικά της.
Γιατί αν η εικόνα παρασύρει τον θεατή της και τον καθοδηγεί προς τα εκεί που εκείνη θέλει, αντίθετα ο λόγος ζητά την προσωπική επέμβαση του αναγνώστη για να ολοκληρώσει την συναισθηματική του εκφόρτιση.
Κι έτσι σήμερα, τα τελευταία χρόνια, βλέπουμε μια στροφή κοινού και δημιουργών προς το μυθιστόρημα εκείνο που απλώνεται σε πολλές σελίδες, που αν και έχει ένα κεντρικό ήρωα, δίπλα του τοποθετεί και επαρκώς φωτίζει και άλλα πρόσωπα και που τέλος απλώνεται σε αρκετά μεγάλα χρονικά διαστήματα.
Ο αναγνώστης έτσι εισέρχεται πλήρως μέσα στην εποχή, συνομιλεί με τους ήρωες, μαθαίνει για τη σχέση ιστορικών γεγονότων με ατομικά πάθη.
Καθώς η καθημερινότητά μας συνθλίβεται από τις πολλές και επιφανειακές πληροφορίες των ΜΜΕ, έχουμε ανάγκη να ακολουθήσουμε τη συμβουλή του Καβάφη:

Εδώ ας σταθώ. Κι ας δω κ’ εγώ την φύσι λίγο.
Θάλασσας του πρωϊού κι ανέφελου ουρανού
λαμπρά μαβιά, και κίτρινη όχθη∙ όλα
ωραία και μεγάλα φωτισμένα.

Αυτά -ωραία και μεγάλα φωτισμένα-
έγραψε ο Αλεξανδρινός και εγώ με την αυθάδεια του αναγνώστη στους επιθετικούς προσδιορισμούς αυτούς διαβάζω πως μεγάλο και φωτεινό είναι το κάθε ανθρώπινο.
Όπως τόσο ανθρώπινο είναι κι αυτό που εκπέμπεται από όλο το μυθιστόρημα «Ουίσκι Μπλε» της Τέσυ Μπάιλα.
Το τελευταίο μυθιστόρημα μιας νέας συγγραφέα.
Από το 2009 μέχρι το 2014, δηλαδή μέσα σε πέντε μόλις χρόνια η Τέσυ εκδίδει τέσσερα μυθιστορήματα. Και όλα τους με πολλές, έως πάρα πολλές σελίδες.
Τέσσερα μυθιστορήματα που ξεκινάνε από τη διάθεση της δημιουργού τους να γράψει με τον τρόπο που τα κλασικά μυθιστορήματα γραφόντουσαν.
Περιγραφές τοπίων, περιγραφές ανθρώπων, καταγραφές γεγονότων, εμβάθυνση συναισθημάτων.
Ας ψάξουμε να τα βρούμε μέσα στις σελίδες του τελευταίου μυθιστορήματος της Τ. Μ.


Περιγραφές τοπίων :

Κι ενώ είναι Αύγουστος, το κρύο είναι ακόμα χειμωνιάτικο. Τσούζει σαν σφυρίζει ο αέρας. Τα δέντρα τώρα αρχίζουν να βγάζουν τα πρώτα τους φύλλα. Όταν πρασινίσουν όμως, όλα εδώ θα είναι αλλιώτικα. Λένε πως τότε είναι πολύ όμορφα, μα ποιος έχει κουράγιο να δει την ομορφιά όταν τα μάτια του είναι γεμάτα σκοτάδι από την κούραση και τη μαυρίλα; Καμιά φορά κάνω να τα κλείσω να κοιμηθώ, μα νιώθω τη σκόνη του κάρβουνου βαθιά μέσα τους να με καίει. Σηκώνομαι και ρίχνω λίγο νερό από το κανάτι στις χούφτες μου και τα ξεπλένω ακόμα μια φορά, μα τίποτα. Εκεί η σκόνη, δε φεύγει όσο νερό κι αν ρίξω επάνω τους. Γρατζουνάει τα βλέφαρά μου και ματώνει τα μάτια μου. Μα μη φοβάσαι, ύστερα από λίγο περνάει και πέφτω να κοιμηθώ.
Σ’ αυτή την πόλη φαίνεται ότι κάνει πάντα κρύο.
Μου λείπει η θάλασσα. Λένε πως για να τη δεις εδώ πρέπει να ανέβεις ψηλότερα. Τι χώρα είναι αυτή, ρε μάνα; Ακούς η θάλασσα να είναι πιο ψηλά από τον κάμπο! Λέω να πάω μια μέρα κατά κει να τη δω, αλλά κι ένας Ιταλός όταν πήγε είπε μόνο ότι είναι γκριζοπράσινη κι αυτή, σαν το ποτάμι. Τι να την κάνει κανείς τη θάλασσα να τη δει άμα είναι πράσινη σαν τον Νείλο;

Λοιπόν, το τοπίο συνομιλεί με τον αφηγητή, αυτό που μέσα του ζει. Και ο τρόπος που ο αφηγητής βιώνει τον περίγυρό του γίνεται οικείος στον αναγνώστη. Λες κι αυτός ο τελευταίος ταξιδεύει, ζει στο ίδιο μέρος, στον ίδιο τόπο.

Περιγραφές ανθρώπων:

Η Φάτμα δεν ήξερε κανένα από τα ελληνικά έθιμα. Αρκέστηκε, λοιπόν, να παρακολουθεί τις κοπέλες και χωρίς να μιλά έκανε ό,τι της έλεγαν για να τις βοηθήσει. Έραψε όμως η ίδια το δαντελένιο πέπλο της νύφης, τραγουδώντας συνεχώς ένα τρυφερό τραγούδι. Η Βιργινία την άκουγε από παιδί να της το τραγουδά όταν την έβαζε για ύπνο∙ ήταν το τραγούδι της. Την ημέρα του γάμου, αν και το έθιμο πρόσταζε νεαρές κοπέλες να ντύσουν τη νύφη και να τη στολίσουν, η Βιργινία ζήτησε μόνο η Φάτμα να μπει μαζί της στο δωμάτιο και να την ντύσει. Και η Φάτμα άρχισε να τραγουδά ξανά εκείνο το παράξενο τραγούδι και να τη στολίζει δακρύζοντας κάθε τόσο. Ήταν μια αληθινή μάνα αυτού του παιδιού. Για τη Φάτμα δεν είχε σημασία ότι μια άλλη γυναίκα είχε γεννήσει τη Βιργινία. Η μητρική αγάπη μπορεί να είναι το ίδιο ισχυρή σε όσους αφιερώνουν τη ζωή τους στην αγκαλιά ενός παιδιού, έστω κι αν αυτό δε μεγάλωσε στα δικά τους σπλάχνα. Και η Φάτμα είχε χαρίσει τη δική της ζωή στο ορφανό, δείχνοντας έτσι την ευγνωμοσύνη της για την ευεργεσία του πατέρα της Βιργινίας κάμποσα χρόνια πριν.
Τραγουδώντας και πειράζοντας τη νύφη η Φάτμα της έφτιαξε τα μαλλιά, της στόλισε το κεφάλι με ανθούς μοσχοβολιστούς και προτού της στερεώσει το μακρύ πέπλο, το φτιαγμένο με την πιο ακριβή δαντέλα, δώρο του γαμπρού, άρχισε να την τσιμπά σε όλο της σχεδόν το σώμα. Η Βιργινία έσκουξε από τον πόνο σαν ένιωσε τα χοντρά δάχτυλα της Φάτμα να τσιμπούν το δέρμα της και να μπήγονται τα νύχια της μέσα στο κορμί της.
«Τι κάνεις Φάτμα;» ούρλιαξε βλέποντας τη να ετοιμάζεται να της δώσει ακόμα μια γερή τσιμπιά.
Εκείνη δε σταμάτησε, παρά μόνο όταν σιγουρεύτηκε ότι το παλιό αιγυπτιακό έθιμο, το οποίο απαιτούσε να τσιμπήσουν τη νύφη λίγο πριν από τον γάμο για να της φέρουν γούρι είχε καταφέρει να κοκκινήσει το μπράτσο και τα μάγουλα της Βιργινίας. Έξαλλη η νύφη έβλεπε τη Φάτμα να γελά με την καρδιά της κι έτριβε το κοκκινισμένο της μάγουλο, έτοιμη σχεδόν να βάλει τα κλάματα.
Λοιπόν, να που εδώ, ένα από τα πρόσωπα του βιβλίου –η Φατμά- που μήτε ρόλο πρωταγωνιστικό θα παίξει, μήτε και ιδιαιτέρως θα επηρεάσει την ροή των γεγονότων, γίνεται όμως οικείο στον αναγνώστη και ποτέ δεν πρόκειται να το ξεχάσει. Κι αυτό γιατί η συγγραφέας έσκυψε με αγάπη από πάνω του και μελέτησε τις εσωτερικές στιγμές του.

Καταγραφές γεγονότων:

Ο καπετάν Βαγγέλης άρχισε να κωπηλατεί προς την αντίθετη κατεύθυνση για να μπορέσει να κρατήσει τον έλεγχο της βάρκας και να αποφύγει τους κλυδωνισμούς. Πολύ γρήγορα ένιωσε τη δύναμη του νερού να ανασηκώνει, σαν παιδικό παιχνίδι, το σκαρί της και να το παρασέρνει.
Ένιωσε μονάχα ένα κάψιμο στα μπράτσα του, προσπαθώντας να την επαναφέρει στη σωστή της θέση. Συνέχισε να κωπηλατεί, λίγες στιγμές μετά όμως το νερό πίεσε με δύναμη το σώμα του. Η βάρκα αναποδογύρισε έτσι όπως παρασύρθηκε από τα νερά και τα τέσσερα παιδιά βρέθηκαν άξαφνα στην παγωμένη θάλασσα, ουρλιάζοντας κυριολεκτικά από τον φόβο. Ο λοστρόμος ακολουθούσε με τη δική του βάρκα. Βλέποντας τι συνέβαινε, άρχισε να κωπηλατεί προς την αντίθετη κατεύθυνση, όσο πιο γρήγορα μπορούσε, από φόβο μην παρασυρθεί κι αυτός από τα απόνερα του πλοίου.
Η καρδιά του καπετάνιου πήγαινε να σπάσει από τον πανικό, όταν ανασήκωσε το κεφάλι του μέσα από το νερό και είδε τη βάρκα αναποδογυρισμένη και τα παιδιά, με ορθάνοιχτα τα κατατρομαγμένα μάτια τους, να τον κοιτούν και να φωνάζουν, βουλιάζοντας κάθε τόσο σε μια ατελέσφορη προσπάθεια να σωθούν.
Πάλευαν να κρατηθούν στην επιφάνεια και ο καπετάν Βαγγέλης, χωρίς να χάσει καιρό, κατάφερε να φτάσει κοντά τους κολυμπώντας με δύναμη, αν και ένιωθε τον φόβο τους να βαραίνει, σαν τεράστια πέτρα, την ψυχή του. Πρόλαβε να δει ένα κουπί να επιπλέει δίπλα τους και το άρπαξε. Με γρήγορες κινήσεις έφτασε κοντά στα παιδιά. Έντρομα εκείνα κρεμάστηκαν από τον λαιμό του, κάνοντάς τον να βουλιάξει κι αυτός μαζί τους. Πήρε μια βαθιά ανάσα και όταν με δυσκολία βγήκε ξανά στην επιφάνεια έβαλε ένα ένα τα παιδιά να κρατηθούν από το κουπί.
Πάγωσε όμως μόλις είδε ότι δίπλα του, κρεμασμένα από το μεγάλο κουπί, είχε μόνο τα τρία από τα τέσσερα παιδιά που βρίσκονταν μαζί του στη βάρκα. Άρχισε να κοιτάζει ολόγυρά του, κρατώντας με το ένα χέρι το κουπί με τα φοβισμένα παιδιά, αναζητώντας εκείνο το μικρό αγόρι, το οποίο όμως δε φαινόταν πουθενά. Κόντεψε να τρελαθεί από την αγωνία του. Άρχισε να το φωνάζει με δύναμη έτσι όπως είχε ακούσει από ένα κοριτσάκι πρωτύτερα να το αποκαλεί, καμία απάντηση όμως δεν ερχόταν να διασκεδάσει την αγωνία του.
Λες και η συγγραφέας δεν ήταν απλώς παρούσα στα γεγονότα που περιγράφει, αλλά τα έχει η ίδια ζήσει. Οι λέξεις που χρησιμοποιεί έχουν ένταση –την ένταση της αμεσότητας.

Εμβάθυνση συναισθημάτων:

Ήταν απόγευμα όταν το πλοίο μπήκε στο ελληνικό λιμάνι και ο Μιχάλης, βλέποντας ξανά τη γνώριμη εικόνα ένιωσε ξαφνικά όλους τους φόβους του να πετούν μακριά, όπως ακριβώς τα πουλιά του λιμανιού πετούσαν, σκούζοντας αλαφιασμένα, πάνω από τη γερασμένη γέφυρα του πλοίου για να απαγκιάσουν στη φωλιά τους προτού τα βρει το σκοτάδι.
Έφτασε βράδυ στο σπίτι του. Έβγαλε το κλειδί από την τσέπη του και διστακτικά το έβαλε στην πόρτα, νιώθοντας την αγωνία του για το μέλλον να σφυροκοπά τα μηλίγγια του. Τι θα γινόταν αν η Εριέτα δεν ήθελε να τον ξαναδεί μπροστά της; Μάλλον δίκιο θα είχε, όποια απόφαση και να έπαιρνε. Την είχε εγκαταλείψει χωρίς καμιά εξήγηση, πιστεύοντας ότι θα κατάφερνε να της προσφέρει μια καλύτερη ζωή· και είχε γυρίσει πίσω, σαν δαρμένο σκυλί με την ουρά κάτω από τα σκέλια, εντελώς απογοητευμένος από την αποτυχία του.
Η πόρτα άνοιξε κι εκείνος, μπαίνοντας μέσα, ακούμπησε τον σάκο του στο πάτωμα. Η Εριέτα βρισκόταν από ώρα ξαπλωμένη στο κρεβάτι της και διάβαζε ένα βιβλίο όταν άκουσε την πόρτα να ανοίγει. Έντρομη σηκώθηκε, νομίζοντας ότι κάποιος άγνωστος είχε μπει μέσα στο σπίτι της. Τη στιγμή που έδενε τη ζώνη της ρόμπας της τον είδε να μπαίνει στο δωμάτιο και να την κοιτάζει ολόισια μέσα στα μάτια, αναζητώντας ένα δικό της χαμόγελο.
Έχασε τη μιλιά της η Εριέτα. Ο άντρας της στεκόταν απέναντί της. Ήταν όμως πολύ πιο αδύνατος και το βλέμμα του δεν είχε τίποτα πια από τη γλύκα και το μεθύσι του έρωτα που είχε γνωρίσει στην αγκαλιά του εκείνη. Μέσα στα ζεστά, καστανά του μάτια αυτό που αντίκριζε τώρα η Εριέτα ήταν η σταύρωση ενός ανθρώπου που είχε εγκλωβιστεί σε μια εναγώνια μάχη με το πεπρωμένο του.
Ένιωσε άσχημα με τον εαυτό της επειδή τον είχε εγκαταλείψει κι εκείνη. Αν, όταν της είχε πει ο πατέρας της, είχε κάνει μαζί του εκείνο το ταξίδι, αν τον είχε πιστέψει έστω και λίγο και τον είχε βοηθήσει… αν δεν άφηνε το πείσμα να
κυριαρχήσει στις αποφάσεις της, τότε ίσως κάτι να είχε αλλάξει, ίσως…
Έπεσε στην αγκαλιά του από χαρά, θέλοντας τουλάχιστον, έστω κι εκείνη τη στιγμή να του δείξει ότι τον στηρίζει· και εκείνος, ως διά μαγείας, απαλλάχτηκε από τους φόβους του, την έσφιξε στην αγκαλιά του και λίγες στιγμές αργότερα ξεχάστηκε μέσα της.


Η Μπάιλα ξέρει να ανακαλύπτει τις απότομες εναλλαγές στον τρόπο που οι άνθρωποι αντιδρούν. Ξέρει να βλέπει πότε αυτή η εναλλαγή συντελείται και γι αυτό με ζωντάνια και ευαισθησία τη φωτίζει.
…………………………………………………………………….

Ζούμε σε μια εποχή όπου αυτό που έχει συμβεί πριν από λίγο, εγγράφεται ως πολύ μακρινό παρελθόν προτού προλάβουμε να το συνειδητοποιήσουμε. Η ταχύτητα μας κουράζει ψυχικά. Κι ίσως γι αυτό και όσοι από εμάς να εξακολουθούμε να πιστεύουμε στη συντροφιά της λογοτεχνίας, να αναζητάμε πλούσια σε γεγονότα και συναισθήματα μυθιστορήματα. Τουλάχιστον μέσα στις σελίδες τους θα μπορέσουμε να ενώσουμε τις ανάσες μας με τις ανάσες άλλων ανθρώπων.

Λοιπόν, αν η Τέσυ Μπάιλα μέσα σε ένα τόσο σύντομο χρονικό διάστημα κατάφερε να γίνει μια από τις αγαπημένες συγγραφείς ενός μεγάλου αριθμού αναγνωστών, είναι –πιστεύω- γιατί γνωρίζει το πως θα κυκλοφορεί μέσα στο χρόνο και δίπλα σε ανθρώπους, χωρίς απλώς και μόνο να καταγράφει τις συνθήκες και τις πράξεις, αλλά να τις κατανοεί, να συμπάσχει και να ερμηνεύει.

Δευτέρα, 9 Μαρτίου 2015

Η Τέσυ Μπάιλα στη στηλη "Ο συγγραφέας της Δευτέρας" του Βιβλίο και Παλιά Δαντέλα

Σήμερα φιλοξενούμε την αγαπημένη μας συγγραφέα και μέλος της ομάδας μας , Τέσυ Μπάιλα.
Στο πλαίσιο της στήλης μας ΄΄ ο συγγραφέας της Δευτέρας ΄΄ η Τέσυ θα απαντήσει σε ερωτήσεις της Κικής Παπαδάτου και θα συζητήσει μαζί σας.

Ένα σύντομο βιογραφικό , τρία μικρά αποσπάσματα του τελευταίου βιβλίου της και μια σειρά ερωτήσεων θα μας βοηθήσουν να τη γνωρίσουμε καλύτερα.
Η ΤΕΣΥ ΜΠΑΪΛΑ κατάγεται από τη Σαντορίνη, αλλά γεννήθηκε στον Πειραιά. Σπούδασε Ιστορία του Ελληνικού Πολιτισμού και Μετάφραση Λογοτεχνίας. Ασχολείται με τη φωτογραφία, και ατομικές εκθέσεις της έχουν φιλοξενηθεί στο Πανεπιστήμιο Gakugei της Ιαπωνίας, αλλά και στην Αθήνα. Είναι συντάκτρια του λογοτεχνικού περιοδικού Κλεψύδρα. Παράλληλα δημοσιεύει δοκίμια σε εφημερίδες και περιοδικά.


ΒΙΒΛΙΑ ΤΗΣ :
1. TO ΠΟΡΤΡΕΤΟ ΤΗΣ ΣΙΩΠΗΣ εκδ. Ελληνική Πρωτοβουλία 2009/ εκδ. Έναστρον 2013.
2. ΤΟ ΠΑΡΑΜΥΘΙ ΤΗΣ ΒΡΟΧΗΣ εκδ. Δοκιμάκης 2011
3. ΤΟ ΜΥΣΤΙΚΟ ΗΤΑΝ Η ΖΑΧΑΡΗ Εκδόσεις ΨΥΧΟΓΙΟΣ 2013
4. ΟΥΙΣΚΙ ΜΠΛΕ Εκδόσεις ΨΥΧΟΓΙΟΣ 2014.

ΑΠΟΣΠΑΣΜΑΤΑ από το βιβλίο '' ΟΥΙΣΚΙ ΜΠΛΕ '' που τα διάλεξα με μεγάλη δυσκολία - είναι αλήθεια - ανάμεσα σε τόσα που ήθελα να βάλω ...

'' Ο Μιχάλης γέμισε ένα δεύτερο ποτήρι ουίσκι και το πήρε στα χέρια του. Κοίταξε το φλογερό υγρό- φλογερή και η επιθυμία του να βρει ένα νέο πεπρωμένο στην Αμερική , έμοιαζε πιο δυνατή κι από το ποτό. Βουτηγμένη η ψυχή του μέσα στο αλκοόλ και την αγωνία για το άγνωστο το οποίο τον καλούσε έμοιαζε με τον πάγο έτσι όπως έλιωνε μέσα στο διαυγές υγρό.

Βουτηγμένη μέσα στη σκέψη του και η Εριέττα. Περνούσε διαρκώς μπροστά από τα μάτια του ντυμένη με εκείνο το μπλε φόρεμα το οποίο φορούσε όταν την είχε πρωτοδεί. Το ίδιο και η θάλασσα. Η θάλασσα που θα την απαρνιόταν για χάρη της Εριέττας, αν όλα πήγαιναν καλά κι εκείνος έβρισκε όσα αναζητούσε στη νέα του πατρίδα. Και τότε, ξαφνικά, του φάνηκε πως κάτι στο χρώμα του υγρού σιγά-σιγά άλλαζε και πως το ποτήρι στα χέρια του ήταν γεμάτο ουίσκι μπλε, λες και το μελί υγρό είχε πάρει ξαφνικά το χρώμα της θάλασσας, τη θάλασσας η οποία - ήταν σίγουρος, είχε άλλωστε το σημάδι της πάνω του - έρεε στις φλέβες του. ''Ένα ποτήρι ουίσκι μπλε. Μπλε σαν τη θάλασσα.. μπλε σαν το βελούδινο φόρεμα της Εριέττας' και η θάλασσα μπλε σαν την αγάπη της. Όλη μου η ζωή ένα ποτήρι ουίσκι μπλε '' μονολόγησε.

--------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------

'' Λίγο πιο πέρα μια ομάδα άστεγων είχαν ανάψει φωτιά μέσα σ΄ένα τεράστιο βαρέλι και προσπαθούσαν να ζεσταθούν. Οι σπίθες πετάγονταν από το τσίγκινο βαρέλι κι άστραφταν κάθε τόσο, φωτίζοντας ελαφρά τα ταλαιπωρημένα τους πρόσωπα. Τα χέρια τους, κάτισχνα και βρόμικα, με σπασμένα νύχια και κομματιασμένα από τις πληγές και το κρύο, θάλεγε κανείς πως ήταν ξύλινα και από λεπτό σε λεπτό θα έπαιρναν φωτιά, έτσι όπως απλώνονταν για να ζεσταθούν. Από την απόσταση που τους κοιτούσε έμοιαζαν με ξύλινες μαριονέτες. Άπλωναν τα κοκαλιάρικα χέρια τους σε μια μυσταγωγική χορογραφία μπροστά στις φλόγες, αλλά οι τραχιές φωνές που έφταναν ως τ΄αυτιά του τους έκαναν να μοιάζουν με τέρατα της αποκάλυψης. Φιλονικούσαν ακατάπαυστα. Κάθε τόσο, όλο και κάποιοι πιάνονταν στα χέρια, σχεδόν πάντα χωρίς καμμιά φανερή αιτία, και ήταν τραγικά αστείο να βλέπει κανείς αυτά τα ανθρώπινα ναυάγια να φιλονικούν, τις περισσότερες φορές βγάζοντας άναρθρες κραυγές ή βρίζοντας ο ένας τον άλλον, όταν την ίδια στιγμή έμοιαζαν έτοιμοι να καταρρεύσουν. Γύρισε αλλού το πρόσωπό του. ''

--------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------

'' Ο Μιχάλης κοίταξε τους ανθρακωρύχους. Έμοιαζαν με μαύρα αγάλματα. Περίμεναν τη βροχή να ξεπλύνει τη συσσωρευμένη επάνω τους μουτζούρα. Δε μιλούσαν. Ένας από αυτούς έκλαιγε βουβά. Η σπαραγμένη ψυχή του κατρακυλούσε σε χιλιάδες δάκρυα από τα μάτια του και χάραζε ένα λιγνό, υγρό αυλάκι στο καρβουνιασμένο του πρόσωπο, αφήνοντας το λευκότερο στο πέρασμά του. Και ο Μιχάλης διαπίστωσε για πρώτη φορά πως και τα δάκρυα έχουν χρώμα. ''

-------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------

Προχωρούμε με ερωτήσεις που έθεσε στη συγγραφέα η Κική Παπαδάτου

1. Πώς προέκυψε να ασχοληθείτε με τη γραφή; Ήταν μια ανάγκη έκφρασης που υπήρξε από τα παιδικά/ εφηβικά σας χρόνια ή καλλιεργήθηκε με την ωριμότητα; Υπήρξε μια συγκεκριμένη αφορμή;
ΑΠ.Να σας πω την αλήθεια, η σχέση μου με το βιβλίο άρχισε από πολύ μικρή ηλικία. Διαβάζω από παιδί και η ενασχόλησή μου αυτή στάθηκε η αφορμή για μια προσωπική αναζήτηση στο χώρο του βιβλίου. Στην περίοδο της εφηβείας ήξερα ότι θα ήθελα να μπορώ να γράφω αλλά δεν ήμουν σίγουρη ότι ποτέ θα τα κατάφερνα τελικά. Μεγαλώνοντας ένιωσα ότι η συγγραφή θα γινόταν ο δρόμος μου, τότε που πια καλλιεργήθηκε στην ψυχή μου η ανάγκη της και ο δρόμος αυτός έγινε για μένα μονόδρομος. Έγινε μια βαθιά αναγκαιότητα.

2. Μια ανάμνησή σας σχετική με τη γραφή που θα θέλατε να μοιραστείτε μαζί μας.
ΑΠ.Η γοητεία της πρώτης φοράς. Τότε που γράφεις και νιώθεις πια ότι ολοκληρώνεται ένα κείμενο, βλέπεις να σχηματίζονται ήρωες που στην αρχή δεν ήξερες ότι υπήρχαν. Θυμάμαι με πολλή αγάπη πως όταν έγραφα το πρώτο μου βιβλίο: «Το πορτρέτο της σιωπής» άνοιγα με λαχτάρα τον υπολογιστή μου για να γράψω έχοντας μια τεράστια αγωνία για το τι τελικά θα γίνει παρακάτω στην ιστορία. Μοιάζει οι ήρωες να βρίσκονται δίπλα σου και εσύ αφουγκράζεσαι τις εξομολογήσεις τους. Σε τραβούν από το μανίκι για να τους προσέξεις. Να τους δώσεις το χώρο τους. Είναι σαν να σου φωνάζουν: «Είμαι κι εγώ εδώ». Μέχρι εκείνη τη στιγμή η αυτονόμηση των ηρώων μού ήταν άγνωστη και ταυτόχρονα εξαιρετικά εντυπωσιακή.

3. Τους ήρωες των έργων σας, όταν τους σχεδιάζετε τους φαντάζεστε με τα εξωτερικά χαρακτηριστικά κάποιου συγκεκριμένου προσώπου (π.χ. γνωστού, φίλου, συγγενή, περαστικού ακόμα και ηθοποιού, καλλιτέχνη κλπ); Έχουν δηλαδή σάρκα και οστά στη φαντασία σας; Αν ναι, φέρτε μας ένα παράδειγμα από ήρωα ή ηρωίδα βιβλίου σας.
ΑΠ. Όπως σας είπα και πριν οι ήρωες σταδιακά αυτονομούνται. Αυτό πρακτικά σημαίνει ότι γράφουν εκείνοι τη δική τους ιστορία. Στον αρχικό τους σχεδιασμό τους δίνω τα χαρακτηριστικά εκείνα τα οποία σύμφωνα με τη γνώμη μου παραπέμπουν σε ό,τι οι συγκεκριμένοι χαρακτήρες συμβολίζουν μέσα στο βιβλίο. Ωστόσο υπάρχουν ήρωες οι οποίοι βασίζονται σε πραγματικούς ανθρώπους. Στο βιβλίο μου «Το μυστικό ήταν η ζάχαρη» οι πρωταγωνιστές του βιβλίου είναι άνθρωποι της ευρύτερης οικογένειάς μου, ως εκ τούτου κουβαλούν μαζί τους τα δικά τους συγκεκριμένα χαρακτηριστικά. Αλλά και το «Ουίσκι μπλε» γράφτηκε με γνώμονα συγκεκριμένες πορείες ζωής και γι’ αυτό υπάρχουν και σ’ αυτό κάποιοι κρυμμένοι ήρωες με τα αληθινά τους χαρακτηριστικά.

4. Πείτε μας έναν αγαπημένο σας ποιητή και κάποιο στίχο που έχει χαραχτεί στη μνήμη σας.

ΑΠ. Τρέφω μια ιδιαίτερη αγάπη στον Οδυσσέα Ελύτη. Ασχολήθηκα με το έργο του περισσότερο από δεκαπέντε χρόνια με αποτέλεσμα να γνωρίσω έναν άλλο κόσμο και μέσα από αυτόν να δω τα πράγματα αναβαπτισμένα στην παρθενική τους διάσταση. Δύσκολο να απομονώσει κανείς ένα στίχο από μια ποίηση, η φιλοσοφική διάσταση της οποίας είναι από μόνη της ένας σημαντικός παράγοντας του ήθους της. Ωστόσο με μαγεύει πάντα η φράση: «Πιάσε το πρέπει από το γιώτα και γδάρε το ίσαμε το πι» και γι’ αυτό το λόγο τη χρησιμοποίησα ως μότο στο δεύτερο μέρος του βιβλίου «Το μυστικό ήταν η ζάχαρη».

5. Έχετε νοιώσει ποτέ, ότι το έργο σας από τη στιγμή που έφυγε από την «προστασία» σας και με την έκδοσή του απευθύνθηκε στο ευρύ αναγνωστικό κοινό, «τροποποιήθηκε», «μεταφράστηκε» διαφορετικά, μετουσιώθηκε, «άλλαξε» η οπτική σε κάποια σημεία του, από τους εκδότες , τους αναγνώστες και ίσως από τους κριτικούς.
ΑΠ. Σε ό,τι αφορά την τροποποίηση από εκδότη αν τυχόν εννοείτε , αν εξαιρέσει κανείς την πρώτη έκδοση του «Πορτρέτου της σιωπής» στην οποία το κείμενο εμφανίστηκε με λάθη που πριν δεν υπήρχαν δεν μπορώ να πω ότι ένιωσα ποτέ κάτι τέτοιο. Οι καλοί εκδότες σέβονται το κείμενο και σε καμιά περίπτωση δεν το «τροποποιούν». Από τη στιγμή όμως που ένα βιβλίο κυκλοφορήσει είναι μοιραίο κάθε αναγνώστης να το βλέπει από διαφορετική οπτική γωνία και ανάλογα με αυτή να το ερμηνεύει. Κάθε κείμενο κρύβει μέσα του αλήθειες για να τις εντοπίσει ο αναγνώστης και ανάλογα με τα προσωπικά του ενδιαφέροντα εκείνος το προσεγγίζει. Αυτό είναι θεμιτό και ταυτόχρονα πολύ γοητευτικό για έναν συγγραφέα. Συχνά μπορεί να ανακαλύψει και ο ίδιος πράγματα που ίσως δεν είχε σκεφτεί. Στοιχεία που πιθανώς πέρασαν στο έργο υποσυνείδητα και ένα ασκημένο αναγνωστικό μάτι, είτε πρόκειται αναγνώστη είτε κριτικού, μπορεί να εντοπίσει. Η έκθεση είναι προϋπόθεση της συγγραφής. Άλλωστε, πιστεύω ότι κάθε κείμενο ορίζει τελικά σε ένα βαθμό τις πιθανές ερμηνείες του αλλά κυρίως τους πιθανούς αναγνώστες του.

6. Υπάρχουν κάποια πρόσωπα που θα θέλατε να ευχαριστήσετε για την βοήθεια που σας έδωσαν στο χτίσιμο της συγγραφικής καριέρας σας;
ΑΠ. Θα ήταν μεγάλη μου παράλειψη να μην μιλήσω για τον Δημήτρη Στεφανάκη, τον συγγραφέα που στέκεται δίπλα μου από την πρώτη στιγμή. Η φιλία του με τιμά και η συνεργασία μας, τόσο στο περιοδικό Κλεψύδρα, όσο και στη Λέσχη Πολιτισμού που δημιουργήσαμε είναι άψογη. Η συγγραφέας και μεταφράστρια Κώστια Κοντολέων από την άλλη είναι ο άνθρωπος ο οποίος πίστεψε από την πρώτη στιγμή σε εμένα και είναι δίπλα μου συνεχώς, συχνά με συμβουλεύει και είναι κοντά μου με μεγάλη αγάπη. Ξεχωρίζω επίσης τη φιλία μου με τη συγγραφέα Αφροδίτη Βακάλη για πολλούς λόγους. Η Αφροδίτη είναι ένας χαρισματικός άνθρωπος και συγγραφέας, ευφυής, με πολύ χιούμορ και πολλή αγάπη για τους φίλους της. Οφείλω όμως και ένα μεγάλο ευχαριστώ στην Έφη Ριζά του Έναστρον για την πολύτιμη φιλία της και την εμπιστοσύνη που μου έδειξε να με εντάξει στο δυναμικό του περιοδικού Κλεψύδρα, σχεδόν στα πρώτα μου μόλις βήματα στο χώρο.

7. Στα πλαίσια του καλλιτεχνικού project “Future Library” η Μάργκαρετ Άτγουντ, έγραψε ένα έργο το οποίο θα εκδοθεί σε 100 χρόνια. Μέχρι τότε δε θα μπορεί να το διαβάσει κανείς. Συνεπώς το έργο απευθύνεται στις επόμενες γενεές. Πώς σας φαίνεται αυτή η ιδέα; Ποιο σημερινό δημιούργημα θα θέλατε οπωσδήποτε να διατηρηθεί ώστε να το παραλάβουν οι επόμενες γενεές;
Τέσυ Μπάιλα, Πόπη Γαλάτουλα, Μάργκαρετ Άτγουντ

ΑΠ. Είχα τη χαρά να πάρω μια συνέντευξη στην Μάργκαρετ Άτγουντ κατά τη διάρκεια της επίσκεψής της στην Αθήνα τον περασμένο Σεπτέμβριο για λογαριασμό του περιοδικού literature.gr. Τότε λοιπόν είχα κάνει στην ίδια αυτή την ερώτηση και μεταξύ άλλων μου είχε απαντήσει: «η Μελλοντική Βιβλιοθήκη, αν και είναι μακριά πιστεύω ότι είναι μια υπέροχη ιδέα, είναι ένα πείραμα για το τι είναι το βιβλίο, για το χρόνο και κάτι ελπιδοφόρο για το βιβλίο μια και προϋποθέτει ότι θα υπάρχουν αναγνώστες και πως οι άνθρωποι θα ενδιαφέρονται ακόμα για το διάβασμα και δεν θα έχουμε καταστραφεί ως ανθρωπότητα. Όλα αυτά είναι πολύ αισιόδοξα».

Πιστεύω και εγώ πως πρόκειται για ένα αισιόδοξο πείραμα αλλά δεν σας κρύβω πως, σε αντίθεση με εκείνη, η οποία όπως μου είπε δεν ενδιαφέρεται καθόλου, θα ήθελα να δω τις αντιδράσεις των αναγνωστών στα βιβλία μου. Και βέβαια θα ήθελα παράλληλα να καταφέρει ένα βιβλίο μου να αντέξει στο χρόνο, ανεξάρτητα από το πείραμα και τις χρονοκάψουλες.

Από την άλλη, για να απαντήσω και στο δεύτερο μέρος της ερώτησης, είναι πολύ δύσκολο να διαλέξει κανείς να διατηρήσει ένα δημιούργημα όταν η παγκόσμια λογοτεχνία είναι γεμάτη συγκλονιστικά έργα. Ο Ερνέστο Σάμπατο, είχε γράψει πως: «Στον σύγχρονο κόσμο που τον έχει εγκαταλείψει η φιλοσοφία, που τον έχουν κατακερματίσει οι εκατοντάδες επιστημονικές εξειδικεύσεις, μας έμεινε το μυθιστόρημα σαν έσχατο παρατηρητήριο απ’ όπου μπορείς να αγκαλιάσεις την ανθρώπινη ζωή σαν σύνολο». Θα προσπαθούσα λοιπόν να επιλέξω ένα τέτοιο βιβλίο. Τέτοια «παρατηρητήρια» μπορεί να βρει κανείς στο έργο του Ντοστογιέφσκι, του Τολστόι, των μεγάλων κλασικών μυθιστοριογράφων.

8. Τι πιστεύετε ότι πρέπει να πρεσβεύει η σημερινή λογοτεχνία στην Ελλάδα της κρίσης;
ΑΠ. Μα αυτό που πρεσβεύει πάντα. Ένα πνευματικό αντιστύλι στο οποίο μπορεί να στραφεί ο άνθρωπος, να ακουμπήσει επάνω του και να επαναπροσδιορίσει τις ανθρώπινες συντεταγμένες του. Η λογοτεχνία δεν είναι πάρεργο μερικών ανθρώπων αλλά μια καθολική ανάγκη της κοινωνίας. Έχει τη δύναμη να μας διαποτίζει με την αισθητική της και αυτό το κάνει ωσμωτικά, χωρίς να το καταλαβαίνουμε. Αυτή είναι η μεγάλη της δύναμη. Σε περιόδους κρίσης, περισσότερο ίσως από κάθε άλλη φορά, μπορεί να γίνει αρωγός μιας επαναστατικής σκέψης, αφού μόνο η γνώση μπορεί να γίνει αφορμή για επανάσταση και να καθαρίσει τα θολωμένα από την κρίση μάτια.

9. Αν έπρεπε να δώσετε μια συμβουλή σε ένα νέο παιδί που θέλει να ασχοληθεί με το γράψιμο, ποια θα ήταν;
ΑΠ. Μπορεί να ακούγεται κοινότυπο αλλά δεν υπάρχουν μαγικές συνταγές. Ο άνθρωπος που θέλει να ασχοληθεί με το γράψιμο ξέρει από μόνος του πως μόνο αν παραμείνει πάντοτε αναγνώστης θα μπορέσει να πετύχει! Όλα τα άλλα είναι δευτερεύοντα. Η συγγραφική αυτοπεποίθηση, η αφοσίωση και η απαιτούμενη υπομονή χτίζονται κατά την αναγνωστική διαδικασία και αυτή είναι η μόνη πολύτιμη συμβουλή.

10. Αν για κάποιο λόγο δε μπορούσατε ή δε θέλατε να ξαναγράψετε, ποιο υποκατάστατο θα βρίσκατε να καλύπτει το κενό αυτής σας της ανάγκης;ΑΠ. Ελπίζω να μην έρθει μια τέτοια στιγμή. Αν όμως για κάποιο λόγο συνέβαινε κάτι τέτοιο θα έκανα αυτό που κάνω πάντα. Θα συνέχιζα να διαβάζω. Παράλληλα, λατρεύω την τέχνη της φωτογραφίας και πιστεύω ότι είναι ένας ακόμη τρόπος να εκφράσει κανείς ό,τι τον προβληματίζει ή ό,τι ακουμπά τις αισθήσεις του και να το καταγράψει επάνω σε ένα λευκό χαρτί. Θα συνέχιζα λοιπόν να ασχολούμαι με τη φωτογραφία και θα άκουγα πολλή μουσική.

11. Ένα βιβλίο που διαβάσατε τελευταία και θα θέλατε να μας το προτείνετε. (Δεν είναι απαραίτητο να είναι αποκλειστικά, μυθιστόρημα)ΑΠ. Δύσκολη ερώτηση. Θα σας πω γι’ αυτό που διαβάζω τώρα. «Η κρύπτη των Καπουτσίνων», του σπουδαίου Γερμανού συγγραφέα Γιόζεφ Ροτ. Μια σπαρακτική κραυγή αποχαιρετισμού μιας γερασμένης αυτοκρατορίας. Εξαιρετικό βιβλίο.

12. Υπάρχει κάποιο θέμα που θα αποφεύγατε συνειδητά να διαπραγματευθείτε σε επόμενο βιβλίο σας;
ΑΠ. Νομίζω πως όχι. Ή, για να είμαι ειλικρινής, ίσως να μην μπορούσα να διαπραγματευτώ κάποιο θέμα που σχετίζεται με οδυνηρά βιώματα.
Ίσως πάλι η διαπραγμάτευσή του να ήταν ο τρόπος της διαφυγής από αυτό, δεν ξέρω, τι να σας πω.

13. Πείτε μας έναν καλλιτέχνη που θαυμάζετε το έργο του.ΑΠ. Πολλούς! Όμως θα ήθελα να ξεχωρίσω τη σεμνότητα και την ευπρέπεια του Λεωνίδα Καβάκου στον εκρηκτικό τους συνδυασμό με το πηγαίο του ταλέντο. Ο Λεωνίδας Καβάκος διαπρέπει στον κόσμο της μουσικής σε παγκόσμιο επίπεδο και παράλληλα συμβολίζει την Ελλάδα, όπως αυτή έπρεπε να είναι, γι’ αυτό τον λόγο τον θαυμάζω απεριόριστα.

14. «Ονειρεύομαι μια Ελλάδα…..» συνεχίστε την πρόταση, γράφοντας μια μικρή παράγραφο.
ΑΠ. …που επιμένει να αντιστέκεται σε ό,τι την εκμηδενίζει. Κι αυτό σημαίνει ένα κράτος που σέβεται τα βασικά δικαιώματα του πολίτη, που του εξασφαλίζει ισονομία, δικαιοσύνη, παιδεία, εργασία, υγεία. Μια Ελλάδα όπως αυτή που έκλεισε ο Ελύτης μέσα στο «Άξιον Εστί», την Ελλάδα της αξιοπρέπειας μέσα στην ιστορική της συνέχεια. Κάπως έτσι την ονειρεύομαι.

15. Εσείς τι θα θέλατε να μας ρωτήσετε;ΑΠ. Τι πιθανότητες έχει η λογοτεχνία να καθορίσει τη συνείδηση των ανθρώπων σε μια τόσο δύσκολη εποχή όπως είναι η σημερινή; Πιστεύετε στην κοινωνική αποστολή της λογοτεχνίας;
Σας ευχαριστώ  πολύ!
ΜΑΡΙΑ ΚΟΥΛΟΥΡΗ - Για το e-group ΒΙΒΛΙΟ ΚΑΙ ΠΑΛΙΑ ΔΑΝΤΕΛΛΑ
ΚΙΚΗ ΠΑΠΑΔΑΤΟΥ - Για τη συνεντεύξη στη συγγραφέα.

Πέμπτη, 29 Ιανουαρίου 2015

Η Έλια Κουρή γράφει για το "Ουίσκι μπλε"

Η Έλια Κουρή καταθέτει και μοιράζεται μαζί μας την κριτική της για το "Ουίσκι μπλε"

Κάθε μυθιστόρημα επιδέχεται πολλαπλές αναγνώσεις και κατά συνέπεια διαφορετικές αναγνωστικές ματιές. Σύμφωνα με αυτό το αξίωμα, το Ουίσκι Μπλε, που κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Ψυχογιός, θα μπορούσε κάλλιστα να χαρακτηριστεί ως το οδοιπορικό, η οδύσσεια και ο κύκλος ζωής των Ελλήνων του προηγούμενου αιώνα, υμνώντας τον άθλο τους –μέσα από πίκρες, βάσανα, φτώχεια, μιζέρια και ξεριζωμούς– για να χτίσουν μια καλύτερη ζωή, να παλέψουν για να κατακτήσουν τα όνειρά τους και μέσω αυτής της διαδικασίας να δοκιμάσουν τα όριά τους, τις αντοχές τους και να γνωρίσουν καλύτερα τον εαυτό τους. Κεντρικό και κομβικό στοιχείο γύρω από το οποίο χτίζεται ο καμβάς του μυθιστορήματος αποτελεί η θάλασσα με το βαθύ μπλε χρώμα της, η οποία είναι άρρηκτα συνυφασμένη με τη ζωή του κεντρικού ήρωα, του Μιχάλη και με τη στόφα του ναυτικού. Η πορεία-περιπέτειά του ξεκινά από την Αίγυπτο και το Πορτ Σάιντ όπου περνά τα πρώτα χρόνια της ζωής του – κρίσιμα παιδικά χρόνια που σημαδεύονται από τον πρόωρο θάνατο του ναυτικού πατέρα του και σμιλεύουν την προσωπικότητά του και την αγάπη του για τη θάλασσα. Στη συνέχεια η πορεία της ζωής του τον φέρνει στα πάτρια εδάφη, στη Σαντορίνη και στον Πειραιά της δεκαετίας του 1950, όπου μαζί με τη μάνα του προσπαθούν να ξαναστήσουν τη ζωή τους και να μην νιώθουν ξένοι στον τόπο τους. Αφετηρία και τελικός προορισμός πάντα η θάλασσα –το «μπλε ουίσκι»– που βρίσκεται πάντα εκεί, έτοιμη να καταπραΰνει τον πόνο, να γαληνέψει την ψυχή. Σε όλους αυτούς τους τόπους, μέσα από την ιδιαίτερα παραστατική και γλαφυρή γραφή της Μπάιλα, ο αναγνώστης γίνεται κοινωνός της πολιτισμικής παράδοσης του τόπου, των συνηθειών και των εθίμων αυτού. Συνεπώς, το Ουίσκι Μπλε σίγουρα είναι και μια τοιχογραφία εποχής. Το πεπρωμένο του Μιχάλη τον στέλνει μετανάστη στο Βέλγιο, εργάτη στα ορυχεία της Μαρσινέλ. Εκεί μας αποκαλύπτεται ένας άλλος κόσμος, σκληρός. Βλέπουμε το πώς αντιμετωπιζόταν ο Έλληνας μετανάστης, μέσα από την προσωπική μαρτυρία του ήρωα για τις συνθήκες εργασίας στη γαλαρία, κάτω από τη γη. Τελευταίος του σταθμός για να χτίσει το προσωπικό του όνειρο η μεγάλη Νέα Υόρκη. Εμπειρίες ζωής και πολλές δυσκολίες αλλά και έναν μεγάλο έρωτα συναντά ο πρωταγωνιστής στην κατάκτηση της προσωπικής του αυτογνωσίας. Άπειροι κύκλοι που ανοίγουν και κλείνουν, η ζωή του. Σε πολλά σημεία του βιβλίου η γραφή γίνεται τόσο ακριβής και ζωντανή, πολλές φορές ωμή, που σου μεταδίδει πολυποίκιλα συναισθήματα και πηγαία συγκίνηση. Μυθιστόρημα χαρακτήρων απόλυτα ατμοσφαιρικό και εικονοποιητικό, με πολυεπίπεδη κινηματογραφική αφήγηση, ρέοντα λόγο και γρήγορο ρυθμό που κυριολεκτικά ρουφάει τον αναγνώστη. Εντυπωσιάζουν τα φιλοσοφικά σχόλια που έντεχνα η συγγραφέας εντάσσει στην αφήγηση χωρίς η ίδια να παίρνει θέση και να δογματίζει. Μυθιστόρημα-καλειδοσκόπιο που σαφώς προοιωνίζεται την εποχή μας και μας αφορά άμεσα καθώς ενσταλάζει στην ψυχή μας την ελπίδα για μια καλύτερη ζωή, για να παλεύουμε για τα όνειρά μας και διαρκώς να προσπαθούμε. Γιατί η προσπάθεια πάντα ανταμείβεται. Καλό αναγνωστικό ταξίδι σε μονοπάτια γνήσιας λογοτεχνίας.  http://kissmygrass.gr/44974/%CE%B2%CE%B9%CE%B2%CE%BB%CE%B9%CE%BF%CE%BA%CF%81%CE%B9%CF%84%CE%B9%CE%BA%CE%AE-o%CF%85%CE%AF%CF%83%CE%BA%CE%B9-%CE%BC%CF%80%CE%BB%CE%B5-%CF%84%CE%AD%CF%83%CF%85-%CE%BC%CF%80%CE%AC%CE%B9%CE%BB%CE%B1/#sthash.94jfwi8u.dpuf

Τρίτη, 20 Ιανουαρίου 2015

Ο Πασχάλης Πράντζιος στο literature.gr για το "Ουίσκι μπλε"

DE PROFUNDIS ΚΡΙΤΙΚΕΣ Διαβάζοντας το Ουίσκι Μπλε της Τέσυς Μπάιλα, του Πασχάλη Πράντζιου By Literature | Jan 10,

 Όταν διαβάζω ένα μυθιστόρημα και αποφασίζω να μιλήσω γι’ αυτό, αποφεύγω να επικεντρωθώ στις πληροφορίες που συνιστούν τη μυθιστορηματική πλοκή, δεδομένου ότι θεωρώ πως ο αναγνώστης επιθυμεί να ανακαλύψει μόνος του, διαβάζοντας το βιβλίο, ποια είναι η αφετηρία και η εξέλιξη της ιστορίας. Προτιμώ να μιλώ για πράγματα που ανακαλύπτει κανείς μέσα από ένα δεύτερο επίπεδο ανάγνωσης του μυθιστορήματος που διαβάζει. Το Ουίσκι Μπλε της Τέσυς Μπάιλα ανήκει στα βιβλία που ξεχώρισα κατά τη χρονιά του 2014, που μας χαιρέτησε πριν λίγες μέρες. Με μια μόνο φράση θα έλεγα πως το βιβλίο αυτό εμένα μου άρεσε. Όλα μου τα χρόνια ως αναγνώστης ξεχώριζα τους συγγραφείς που διεισδύουν με τη ματιά τους στα προβλήματα της ανθρώπινης κοινωνίας και τα αναδεικνύουν με την πέννα τους μέσα από το συγγραφικό τους πόνημα. Εκεί ακριβώς βρίσκεται για μένα και η διαφορά ανάμεσα στον άνθρωπο που δεν γράφει και σ’ αυτόν που γράφει. Επειδή δεν θεωρώ τη φύση του συγγραφέα ανώτερη από τη φύση των υπόλοιπων ανθρώπων, αισθάνομαι ότι το χρέος του συγγραφέα συνίσταται στο να παρατηρεί, να προβληματίζεται, να στοχάζεται πάνω στα προβλήματα της ανθρώπινης φύσης και με όπλο του το ταλέντο της συγγραφής να βγάζει στην επιφάνεια τα προβλήματα αυτά και να μιλά, να φανερώνει, να στιγματίζει τα γεγονότα και τις καταστάσεις που καθιστούν τον άνθρωπο έρμαιο των κοινωνικών και πολιτικών συνθηκών που επηρεάζουν τη ζωή του. Ο συγγραφέας δεν γράφει, για να θαυμάζουν το έργο του, γράφει για να πει όσα δεν μπορούν να πουν οι άνθρωποι γύρω μας, γράφει για να κάνει τους αναγνώστες να σκεφτούν βαθύτερα. Ο καλλιτέχνης φωτίζει τη ζωή και τα προβλήματά της, δεν την προσπερνά δημιουργώντας έργα που ωραιοποιούν την πραγματικότητα. Η Τέσυ μας έχει αποδείξει και από τα προηγούμενα έργα της πως ξέρει να σκύβει πάνω στον ανθρώπινο πόνο και να τον βγάζει στην επιφάνεια. Ανήκει στους δημιουργούς που ταυτίζουν τη λογοτεχνία με τη ζωή, δεν τοποθετεί δηλαδή από τη μια μεριά τη λογοτεχνία και από την άλλη τη ζωή. Στο Ουίσκι Μπλε η συγγραφέας με συγκίνησε σε πολλά σημεία, γιατί παρουσίασε τη φτώχεια του νεοέλληνα στην πραγματική της διάσταση μέσα στο χρόνο και δεν δημιούργησε μια ιστορία για να τέρψει μέσα από τη λογοτεχνική αφήγηση, αλλά μια ιστορία για να μας δείξει πως στον κόσμο που ζούμε η λογοτεχνία πρέπει να έχει ουσία και η ουσία δεν βρίσκεται μέσα στον εξωραϊσμό μιας πραγματικότητας που γίνεται μυθιστόρημα, η ουσία βρίσκεται μέσα στην ίδια την πραγματικότητα της ζωής που είναι γεμάτη στέρηση, γεμάτη εκμετάλλευση, γεμάτη αδιέξοδα. Κι αυτό γιατί η αληθινή λογοτεχνία δεν υπηρετεί τον εαυτό της, αλλά τον άνθρωπο. Στο βιβλίο αυτό οι ήρωες ανήκουν στην κάστα των ανθρώπων του μεροκάματου, παλεύουν για την επιβίωσή τους, πολεμούν για να καλυτερέψουν τη ζωή τους, γράφουν την ιστορία τους μέσα από τον καθημερινό αγώνα που κάνουν για να σταθούν όρθιοι, να μπορέσουν να προχωρήσουν, να ονειρευτούν, να ερωτευτούν. Μια τοιχογραφία της μεταπολεμικής Ελλάδας το Ουίσκι Μπλε της Τέσυς Μπάιλα, ένα βιβλίο που έρχεται να μας δείξει πως η ζωή συνεχίζεται και πέρα από τον πόνο κι ο άνθρωπος γεννήθηκε για να στέκει όρθιος, να προχωρά, να αγωνίζεται, να παλεύει να αλλάξει τις συνθήκες που προσπαθούν οι πολιτικές να του επιβάλλουν.
 Τέσυ, καλή συνέχεια στο έργο σου!

Read more at: http://www.literature.gr/
http://www.literature.gr/diavazontas-to-ouiski-ble-tis-tesis-baila-tou-paschali-prantziou/

Σάββατο, 3 Ιανουαρίου 2015

Το Ουίσκι μπλε από τον Πάνο Τουρλή στο tovivlionet


Ο Πάνος Τουρλής γράφει  για το Ουίσκι μπλε και τον ευχαριστώ πολύ για την τόση γενναιοδωρία του.

Η Τέσυ Μπάιλα, ένας ευτυχής συγκερασμός Καβάφη και Ομήρου, ανεβάζει τον πήχη της γραφής της ένα σκαλοπάτι ψηλότερα και μας χαρίζει το Ουίσκι μπλε, ένα αξέχαστο μυθιστόρημα με ένα από τα ωραιότερα εξώφυλλα που έχω δει σε βιβλίο. Νομίζετε ότι ο Οδυσσέας γύρισε στην Ιθάκη και στην Πηνελόπη του και η ιστορία τελείωσε εκεί; Κάνετε λάθος, ο Οδυσσέας γέννησε απογόνους που αναζητούν τη δική τους πατρίδα και ταξιδεύουν στις άκρες της γης ψάχνοντας το δικό τους μέλλον και αναζητώντας την άκρη της κλωστής που θα τους δέσει γερά με τη ζωή. Ένας τέτοιος απόγονος είναι και ο Μιχάλης του μυθιστορήματος, μια τσακισμένη σβούρα στην αλάνα του χρόνου που στριφογυρίζει από δω κι από κει, ανάλογα με τη φορά του ανέμου της μοίρας και την κλίση του εδάφους της τύχης. Ένας άντρας χαμένος στους δαιδάλους της καθημερινότητας, που ακούει τη φωνή της επίτευξης να αντηχεί στους τοίχους γύρω του και δεν καταφέρνει να βρει τη σωστή γωνία και να στρίψει.
Ουίσκι μπλε, διάφανο σαν την ψυχή του Μιχάλη, καυτό σαν τη λάβα του ηφαιστείου που ανάγκασε τους γονείς του να εγκαταλείψουν τη Σαντορίνη της δεκαετίας του 1950 για να έρθουν στην Αθήνα, γαλάζιο σαν την κουβέρτα της θάλασσας που καλεί, σαν ανικανοποίητη ζωντοχήρα, κοντά της άντρες ολοζώντανους, στιβαρούς, ετοιμοπόλεμους, για να χορτάσει τη δίψα της και να ικανοποιήσει τον εγωισμό της. Ένα μυθιστόρημα γεμάτο συναισθήματα, εικόνες, ήχους, μυρωδιές, ιστορίες, χαρακτήρες. Κάθε σελίδα κι ένα κύμα που ή σε ανεβάζει ψηλά ή σε καταβαραθρώνει, κάθε λέξη κι ένα σκάφος που σε φέρνει όλο και πιο κοντά στον φάρο του τέλους της ιστορίας, όμως αποζητάς με λαχτάρα να παρεκκλίνεις της πορείας αυτής, να γευτείς με την ησυχία σου την αρμύρα του συγγραφικού ύφους, να χαϊδέψεις με τη σκέψη σου το μυαλό που έχει γεμίσει με όλες αυτές τις εικόνες κι έχει προβληματιστεί σε πρωτόγνωρο βαθμό από όσα η δεξιοτέχνης συγγραφέας επιλέγει να σου παρουσιάσει.
Τι άλλο μπορεί να νιώσει κανείς για ένα κείμενο που από την αρχή κιόλας καλωσορίζει τον αναγνώστη χαρίζοντάς του λέξεις γλαφυρές, τρισδιάστατες, και τον τυλίγει με προτάσεις σαν αυτήν: «Κανένας ναυτικός δεν κατάφερνε ν’ αποχωριστεί ποτέ τη θάλασσα και ο Μιχάλης την ένιωθε να κυλά στις φλέβες του από πάππου προς πάππου, να μπαίνει στο αίμα του και να θρέφει την καρδιά του. Την ένιωθε να ζαλίζει τις αισθήσεις του, σαν το ουίσκι που συνήθιζε να πίνει καμιά φορά τα τελευταία χρόνια, όταν ήθελε να ξεχαστεί και αναζητούσε μιαν άλλη θάλασσα για να πλεύσει μέσα στα κύματά της. Ένα ουίσκι δυνατό και καλόπιοτο και το ίδιο εθιστικό… Ένα ουίσκι, μπλε, όσο πιο βαθύ μπλε ήταν το χρώμα του, τόσο μεγαλύτερος γινόταν ο εθισμός του» (σελ. 18).
Το βιβλίο μας ταξιδεύει στο Πορτ Σάιντ, όπου ξεκίνησε να χτίζεται ελληνική παροικία τα χρόνια που χτιζόταν η διώρυγα του Σουέζ, στη Σαντορίνη με το καταστρεπτικό ξύπνημα του ηφαιστείου της το 1950, στο Βέλγιο του 1956, οπότε και αυξήθηκε το μεταναστευτικό ρεύμα προς τα εκεί ένεκα η ζήτηση χεριών για εξόρυξη άνθρακα από τα μεταλλεία της χώρας, αν και στα μαγαζιά απαγορεύονταν «οι Έλληνες, οι Ιταλοί κι οι σκύλοι» (στην πόλη Μαρσινέλ του Βελγίου σημειώθηκε τότε το πιο σοβαρό πολύνεκρο εργατικό ατύχημα σε ανθρακωρυχείο) και στην περιβόητη Τρούμπα αλλά και ευρύτερα στον Πειραιά της αναπτυσσόμενης μετεμφυλιακής Ελλάδας, στον Πειραιά της μέρας με τους αχθοφόρους, τους λιμενεργάτες και τους λιμενικούς, και της νύχτας, εμ τους κουτσαβάκηδες, τις πόρνες και τους κλέφτες. Παρέα στις αναζητήσεις του Μιχάλη για επαγγελματική αποκατάσταση και προσωπική ευτυχία μια φυσαρμόνικα, που ξέρει να τραγουδά από μόνη της λες το πιο ρομαντικό τραγούδι, αυτό της Αριάδνης.
Ένας ζωγραφικός πίνακας αυτό το μυθιστόρημα, με φόντο και προοπτική, γεμάτος χαρακτήρες, άλλους στη σκιά και άλλους στο φως, που όλοι πλαισιώνουν τον πρωταγωνιστή και πότε τον βοηθάνε, πότε τον εξαπατούν. Γεμάτος ο πίνακας αυτός ιστορίες, επάλληλους κύκλους που ολοκληρώνονται σταδιακά, ανθρώπους που παίζουν σκάκι με τη μοίρα τους γεμάτοι αγωνία για την έκβαση. Η συγγραφέας κάπου κάπου διακόπτει τη ροή της αφήγησης για να μας γυρίσει στο μέλλον ή στο παρελθόν κι αυτό βοηθάει στην κλιμάκωση της αγωνίας για την εξέλιξη της πλοκής. Ο χειρισμός λοιπόν είναι αριστοτεχνικός, η επιλογή των χαρακτήρων μοναδική και η σκιαγράφησή τους ανεπανάληπτη. Το συνιστώ ανεπιφύλακτα και με όλη μου την καρδιά!

Χαρακτηριστικά αποσπάσματα:

«Κοιτούσε την πλανεύτρα θάλασσα –μια γυναίκα ξελογιάστρα ήταν του λόγου της. Χαμογέλασε και το χαμόγελό του ήταν χάδι πάνω στο ατίθασο κορμί της». (σελ. 17).

«Γιατί, ξέρεις, δεν τους σηκώνει όλους η θάλασσα. Άλλους τους θέλει κι άλλους όχι. Εκείνη διαλέγει όποιον θέλει. Κάνει το κουμάντο της μαζί σου κι αν είσαι τυχερός και σε διαλέξει, θα αφήσει το σημάδι της επάνω σου και τότε θα το ξέρεις κι εσύ. Αλλιώς, όσο κι αν θες τίποτα δε γίνεται» (σελ. 82).

«Μετανάστης θα πει ξένος, μάνα, θα πει μόνος, έρημος…αυτό θα πει και τίποτα περισσότερο, θα πει φτώχεια και μοναξιά. Στην ξένη χώρα λίγες πόρτες ανοίγουν…κι όταν ανοίξουν σε κοιτούν σα να πρόκειται κακό να τους κάνεις. Και δε σου μιλούν. Λες και φοβούνται ακόμα και τα λόγια τους να σου χαρίσουν, οι άνθρωποι σε αποφεύγουν» (σελ. 200).

«Είπα ν’ αλλάξω τόπο μήπως και βγει από μέσα μου ο πόνος, μα να εδώ στρογγυλοκάθεται ακόμα, είπε κι έκανε μια κίνηση με το χέρι του να δείξει το μέρος της καρδιάς του» (σελ. 236).

«Ένας αλλόκοτος θίασος σκιών βιαζόταν να βγει ξανά στο φως. Μαριονέτες οι οποίες κινούνταν με δυσκολία και υπάκουαν σε κινήσεις προκαθορισμένες από κάποιο αόρατο νήμα. Η καρβουνόσκονη είχε ποτίσει τα ρούχα τους, το δέρμα τους, τα πνευμόνια τους αλλά κυρίως τα όνειρά τους» (σελ. 246).

«Κανείς δεν ξέρει καλύτερα από ένα βαπόρι τι θα πει αποχωρισμός, συλλογίστηκε, καθώς είδε ένα ογκώδες πλοίο να περνά τη μπούκα του λιμανιού και να μπαίνει στο λιμάνι με αργές, ζυγιασμένες κινήσεις. Μόνο ένα βαπόρι ξέρει να ξεχωρίζει τον πόνο του φευγιού από την προσμονή της επιστροφής, τα δάκρυα του ξεριζωμού από εκείνα της χαράς του γυρισμού, σκέφτηκε…» (σελ. 313).

«Όποιος έχει περάσει τη ζωή του δίπλα στη θάλασσα γνωρίζει καλά ότι όλα τα λιμάνια ζουν δυο παράλληλες ζωές. Μια το πρωί, με τον μόχθο και τη δουλειά των λιμενεργατών, τους αποχωρισμούς και τα ατέλειωτα αντίο, εκείνες οι ώρες που γεμίζουν τον αέρα του λιμανιού με θλίψη λίγο προτού λύουν τα καράβια τους κάβους για να εισχωρήσουν ηδονικά στο θαλασσινό σώμα, και μία, ολότελα διαφορετική ζωή, το βράδυ, όταν μοιάζει όλα να ησυχάζουν και το λιμάνι να αδειάζει…Ένας ολόκληρος κόσμος κινείται στο περιθώριο και κάνει την εμφάνισή του αμέσως μόλις σβήσει το φως του ήλιου, για να εξαφανιστεί, ως διά μαγείας, λίγο πριν από την επόμενη ανατολή» (σελ. 322).

«Χαλασμένες ζωές, ζωές του λιμανιού, φίλε μου, μα κανείς δεν μπορεί να κατηγορήσει κανένα για τη ζωή του. Δικά του είναι τα λάθη και τα πληρώνει. Δικά του και κανενός αλλουνού» (σελ. 350).

Πηγή: http://tovivlio.net/%CE%BF%CF%85%CE%AF%CF%83%CE%BA%CE%B9-%CE%BC%CF%80%CE%BB%CE%B5-%CF%84%CE%B7%CF%82-%CF%84%CE%AD%CF%83%CF%85%CF%82-%CE%BC%CF%80%CE%AC%CE%B9%CE%BB%CE%B1/