Πέμπτη, 27 Φεβρουαρίου 2014

Το μυστικό ήταν η ζάχαρη στην εφημερίδα "Η Βούλα και ο κόσμος της"

Ευχαριστώ πολύ την εφημερίδα  "Η Βούλα και ο κόσμος της" για τη δημοσίευση και τη φιλοξενία. (τεύχος Μαρτίου. http://www.e-voula.gr/)

Παρασκευή, 21 Φεβρουαρίου 2014

Συνέντευξη στην Ιουλία Ιωάννου για το agrinio-life.gr

Αναδημοσιεύεται από: http://agrinio-life.gr/?p=2571
της Ιουλίας Ιωάννου
Διαβάζοντας «το μυστικό ήταν η ζάχαρη» αυτό που σου μένει είναι μια γλυκιά γεύση από το πέρασμα τόσων χρόνων μπροστά στα μάτια σου σαν να είσαι εσύ ο πρωταγωνιστής από την αρχή μέχρι το τέλος. 
Πάντως η Τέσυ Μπάιλα δεν θα μπορούσε να βρει πιο αληθινό τίτλο να περιγράψει μια τόσο σκληρή πορεία, μέσα από την περιγραφή της Κατίνας παρά μόνο «το μυστικό της, τη ζάχαρη», που της έδινε την εντύπωση ότι κατάφερνε να γλυκάνει την τόσο πικρή ζωή της.
Δεν ξέρω πιο είναι το μυστικό για να γλυκάνουμε τους φόβους μας, τους καημούς μας, τη φτώχεια μας, τη μοίρα μας, τη ζωή μας όλη. Υπάρχουν άνθρωποι που είναι από τη φύση τους υποταγμένοι σε μια μοίρα -όπως πιστεύουν- που δεν διανοούνται καν να αλλάξουν το παραμικρό, δεν βρίσκουν τη δύναμη, ζουν με την ψευδαίσθηση των «πρέπει».
Γνωρίζοντας ότι όλη αυτή η πορεία ζωής είναι αληθινή, ότι η πρωταγωνίστρια Κατίνα ήταν ένα υπαρκτό πρόσωπο, μια γυναίκα που έζησε μέσα στις λάθος επιλογές της, με τόση υπομονή, υποταγή, αφοσίωση και αγάπη αναρωτιόμαστε, ήταν σωστή η στάση της αυτή; Ποια θα ήταν η πορεία της αν όσο ήταν καιρός άλλαζε, έφευγε από το ζυγό που την υπονόμευε; Η αρρωστημένη ζήλια που βαφτίζεται αγάπη έχει τελικά τη δύναμη να κρατάει δέσμιους τους ανθρώπους για πάντα;
vivlio me tesuekso mustiko

-    Στο πρώτο μέρος του βιβλίου όπου περιγράφεται ο πόλεμος και η ζωή της οικογένειας υπάρχει πολύ μεγάλη ανάλυση της όλης κατάστασης, μαθαίνουμε πράγματα που ίσως δεν ήταν γνωστά, όπως για την συμμετοχή των χωριών της Κρήτης και την καταστροφή που υπέστησαν. Οι λεπτομέρειες που έρχονται στο φως είναι ανατριχιαστικές και φαντάζομαι πέρα για πέρα πραγματικές, αφού  προέρχονται από ανθρώπους που τις έζησαν και τις μετέφεραν σε εμάς. Βασίστηκες στις μαρτυρίες τους αποκλειστικά ή ανέτρεξες και σε ιστορικά κείμενα;
Βασίστηκα κυρίως σε ιστορικές μαρτυρίες, σχετική βιβλιογραφία, έγγραφα της εποχής. Ο συγγραφέας που θέλει να καταγράψει τα ιστορικά γεγονότα μιας εποχής στο έργο του και ταυτόχρονα να «κινήσει» τους ήρωές του μέσα σε ένα συγκεκριμένο ιστορικό πλαίσιο οφείλει να το κάνει με σεβασμό στην αλήθεια και να ασχοληθεί πολύ σοβαρά, μελετώντας τα γεγονότα και διασταυρώνοντας πηγές.
-    Οι οικογένειες που συμμετέχουν είναι ιδιαίτερα πολυάριθμες, όπως ήταν εκείνα τα χρόνια και βλέπουμε το ρόλο της μάνας που πάντα έβρισκε τρόπους να λύνει όποιο πρόβλημα προέκυπτε παρά τις αντικειμενικές δυσκολίες. Όσο κι αν τον άντρα-αφέντη όλοι τον φοβόντουσαν η μάνα ήταν εκείνη που έβρισκε λύσεις σε όλα. Δεν συμβαίνει κάτι αντίστοιχο και σήμερα, η γυναίκα δεν είναι εκείνη που βρίσκει τον τρόπο να κουμαντάρει μια οικογένεια και να λύνει όποιο πρόβλημα προκύπτει;
Θα ήθελα να πιστεύω ότι στις μέρες μας ένα ζευγάρι  προχωρά ισότιμα στην κοινή τους  ζωή, διαπραγματεύεται τους στόχους του και δίνει λύσεις στις δυσκολίες που καλείται να αντιμετωπίσει. Ο ρόλος της μάνας που τελικά λειτουργεί χειριστικά για να μπορέσει να επιβιώσει δίπλα στον άντρα-αφέντη θα ήθελα να πιστεύω ότι έχει τελειώσει ωστόσο είμαι βέβαιη ότι απαντάται ακόμη και σήμερα κι ένας λόγος που γράφτηκε αυτό το βιβλίο είναι ακριβώς αυτός: Να δείξω τη θέση της γυναίκας μέσα στην ελληνική παραδοσιακή οικογένεια τόσο της ελληνικής επαρχίας όσο και του αστικού χώρου μέσα σε ολόκληρο τον εικοστό αιώνα και παράλληλα να καταθέσω τον προβληματισμό μου γύρω από το ρόλο που έπαιξε η ίδια απέναντι σε όλα αυτά τα δεδομένα που έπρεπε να διαχειριστεί για να επιβιώσει.
-    Η Κατίνα ήταν μια γυναίκα που υπέστη βάναυσα την καταπάτηση της προσωπικότητάς της και, ενώ είχε τη δυνατότητα να αποτινάξει το ζυγό, δεν είχε τη δύναμη. Από την άλλη, σήμερα, που οι γυναίκες είναι ανεξάρτητες και δεν δέχονται μύγα στο σπαθί τους με το παραμικρό οδηγούνται στο διαζύγιο. Πιστεύεις πως υπάρχουν στην εποχή μας τέτοιες γυναίκες, είναι θέμα χαρακτήρα, παίζει η κοινωνία ρόλο ή η οικογένεια;
Μα ακριβώς αυτό ήθελα να δείξω γράφοντας Το μυστικό ήταν η ζάχαρη. Το ρόλο που παίζουν οι προκαθορισμένες κοινωνικές και οικογενειακές δομές στον προσδιορισμό της γυναικείας ταυτότητας, στις έμφυλες διακρίσεις, στη μοίρα των ανθρώπων, έναν ρόλο που αν και η ίδια η γυναίκα υποφέρει μέσα σ’ αυτόν, ωστόσο τον αναπαράγει στις επόμενες γενιές και μάλιστα συχνά δεν αποδέχεται καμιά απόκλιση από τις συντεταγμένες του. Ωστόσο αυτές οι γυναίκες, ναι νομίζω πραγματικά ότι χάνονται σταδιακά. Η Κατίνα της ζάχαρης είναι μια γυναίκα παλιάς κοπής, μια γυναίκα που μύριζε πάντα βασιλικό, καθαριότητα, αφοσίωση και παράπονο, είναι όμως μια γυναίκα που αφιέρωσε τη ζωή της σε ό,τι εκείνη πίστευε και το πίστευε απόλυτα και αυτός είναι ένας σημαντικός λόγος που με έκανε να την θαυμάζω, ανεξάρτητα από το αν συμφωνούσα με τις αποφάσεις της ή όχι.
-    Πόσο καιρό σου πήρε να μαζέψεις όλες αυτές τις πληροφορίες ώστε να γίνει η ιστορία αυτή ένα τόσο μεγάλο και δεμένο μυθιστόρημα, χωρίς, παρά την πολυπλοκότητα ο αναγνώστης να χάνεται στην ιστορία;
Πολλά χρόνια. Θα έλεγα ότι υποσυνείδητα μάζευα το υλικό μου σε ολόκληρη την ενήλικη ζωή μου. Επί της ουσίας όμως χρειάστηκα τρία χρόνια για τη συλλογή και επεξεργασία του υλικού, τη συγγραφή και τη διόρθωσή του προτού φτάσει στο γραφείο των εκδόσεων Ψυχογιός.
-    Τελικά, είναι η συνήθεια ικανή να μας κρατήσει στη ζωή αυτή μέσα σε καταστάσεις που ενώ κατανοούμε ότι είναι αρρωστημένες τις αποδεχόμαστε
Ασφαλώς και είναι. Εξάλλου, αυτή είναι μια γενικότερη διαπίστωση που αφορά σε πολλά θέματα. Στο συγκεκριμένο βιβλίο η εθιστική της δύναμη είναι εμφανέστατη στη σχέση του συγκεκριμένου πρωταγωνιστικού ζευγαριού και είναι ένας από τους σημαντικότερους παράγοντες που ρύθμισαν τις αποφάσεις τους.
-     Γράφεις κάτι νέο αυτή την εποχή;
Ναι, έχω αρχίσει τη συγγραφή του νέου μου βιβλίου. Πρόκειται για μια ιστορία που εκτυλίσσεται από τη μεσοποπολεμική περίοδο έως τις μέρες μας αλλά ακόμη είναι πολύ νωρίς να μιλήσουμε γι’ αυτό.
Ευχαριστώ πολύ.
Κι εγώ σ’ ευχαριστώ πολύ και εύχομαι καλές πωλήσεις και πολλές πολλές ακόμα λογοτεχνικές διαδρομές!
Ιουλία Ιωάννου
Η Τέσυ Μπάιλα κατάγεται από τις Κυκλάδες αλλά γεννήθηκε στον Πειραιά. Σπούδασε Ιστορία Ελληνικού Πολιτισμού και μετάφραση Λογοτεχνίας. Ασχολείται με τη φωτογραφία και ατομικές της εκθέσεις έχουν φιλοξενηθεί στο πανεπιστήμιο Gakugei της Ιαπωνίας και στην Αθήνα. Είναι συντάκτρια του λογοτεχνικού περιοδικού Κλεψύδρα. Παράλληλα δημοσιεύει δοκίμια σε εφημερίδες και περιοδικά. Κυκλοφορούν τα βιβλία της: «Το πορτρέτο της σιωπής», εκδ. Έναστρον, «Το παραμύθι της βροχής», εκδ. Δοκιμάκης και «Το μυστικό ήταν η ζάχαρη», εκδ.Ψυχογιός.

Κυριακή, 16 Φεβρουαρίου 2014

Το μυστικό ήταν η ζάχαρη στο cretablog.gr από τη Βασιλική Μολφέση

Γράφει η Βασιλική Μολφέση
http://cretablog.gr/politismos/logotexnia/item/36236-to-vivlio-sta-xeria-kai-tin-apopsi-tis-vasilikis-to-mystiko-itan-i-zaxari-tis-tesy-baila
Καταπληκτικό το βιβλίο της Τέσυ Μπάϊλα «Το μυστικό ήταν η ζάχαρη» μας μεταφέρει εικόνες, μυρωδιές και μνήμες από την προπολεμική Κρήτη έως σήμερα.

Ένα βιβλίο με πλούσια πλοκή σε εικόνες, περιπέτεια και δράση, με πολύ έντονες περιγραφές , ζωντανούς χαρακτήρες, και γραμμένο με πολύ ωραία τεχνική και γλώσσα που κάνει τον αναγνώστη να ταυτίζεται με κάθε ήρωα και να συμμετέχει μαζί του σε κάθε γεγονός και να βιώνει τα συναισθήματά του. Μέσα από τη ζωή μιας οικογένειας, τους συγχωριανούς της, τους συγγενείς και τους φίλους, ο αναγνώστης γνωρίζει ιστορίες και θρύλους της Κρήτης, ακούει μαντινάδες και ριζίτικους σκοπούς, γνωρίζει την ιστορία του νησιού, την νοοτροπία των κατοίκων του, τη βεντέτα, τα ήθη και τα έθιμα, τη θέση της γυναίκας στην κοινωνία, μυρίζει την τσικουδιά, το βασιλικό της μάνας Κωνσταντάκαινας, τα ξεροτήγανα, τα καλιτσούνια, συμμετέχει στο μάζεμα των ελαιόδεντρων και μαθαίνει να βάζει μια στάλα ζάχαρη στο φαΐ, στα γλυκά και στη ζωή του για να αντέχει. Μαθαίνει την λεβεντιά και τον ηρωισμό των Κρητικών στο Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο, το φόρο αίματος που πλήρωσε το νησί για την αντίστασή του στην Κατοχή, ακούει τις ναζιστικές μπότες να περιπολούν το Αρμενοχώρι και αγωνιά για την τύχη των ηρώων του βιβλίου. Ζει τις πληγές τους στο κορμί μα πιο πολύ στην ψυχή τους και στη ψυχή των μικρών παιδιών αντικρύζοντας τα αποτρόπαια εγκλήματα των Γερμανών κατακτητών, τους απαγχονισμούς στον Πλάτανο της πλατείας, την πείνα, την εξαθλίωση, τους πυροβολισμούς, τα βασανιστήρια της Μαρίτσας και του Σήφη στο στρατόπεδο συγκέντρωσης, την φρίκη, τον τρόμο, τον πόνο, την οργή και τα βάσανα ενός απροστάτευτου λαού απέναντι σε ό,τι χειρότερο γνώρισε η ανθρωπότητα τον εικοστό αιώνα. Από την Κρήτη ταξιδεύει με την Κατίνα και την Αντωνία στον Πειραιά, στην Δραπετσώνα με τις προσφυγικές παράγκες της , τους τεκέδες, κι αργότερα στα διαμερίσματα της αντιπαροχής. Η Κατίνα , η μικρότερη κόρη της οικογένειας εξιστορεί με απόγνωση αλλά και περηφάνια το παρελθόν της και βρίσκει τη δύναμη να το αγαπήσει. Εξιστορεί την δύσκολη ζωή της με τον Θέμελη, την πείνα, τη φτώχεια, την ανασφάλεια, τη ζήλεια και τον παραλογισμό του, τον ζυγό του, μια φυλακή που κλείδωσε την ψυχή της, κομματιάζοντας τα φτερά της, εξαθλιώνοντας και λεηλατώντας τη, μα και την αγάπη της, την ελπίδα και την συγχώρεση. Και δυο όμορφες εκφράσεις από τους γονείς της Κατίνας που χαρακτηρίζουν την Κρήτη: «Όλη η ζωή ένα τίποτα», συνήθιζε να λέει ο Κωνσταντής, σαν έπινε μια τσικουδιά παραπάνω. «Βαστά μόνο όσο βαστά ένα πεντοζάλι, μα για τη χορτάσεις πρέπει να είσαι πρώτος στο χορό, να βαρείς το πόδι σου στη γη κι αυτή να ανοίγει από την πεθυμιά να σε χορτάσει, ειδαλλιώς , σαν είσαι από δαύτους που σέρνονται, χαράμι πάει η ζωή, πεταμένη σας λέω, να τηνε φάνε τα σκυλιά καλύτερα». «Τύχη χρειάζονται να χουν οι τσούπρες κόρη μου, μήτε ομορφιά, μήτε πλούτη, μήτε πολλά λιόδεντρα να λιομαζώχνουν. Τύχη πάνω απ΄ όλα! Ο γάμος είναι σαν τη ζωή κι αυτός, μοιάζει με παραμύθι, Κατινάκι μου. Μια που αρχίζεις να το μιλείς , δεν ξέρεις αν θα χει δράκους ή πριγκιπόπουλα. Μα και δράκος να βγει στη μέση τση ιστορίας, πρέπει να αποσώσεις το διάβασμά σου, να διαβάσεις το βιβλίο που σου γραψε η ζωή μέχρι την τελευταία του σελίδα. Μπορεί στο τέλος να μοιάζουν οι καρδιές, μπορεί και όχι. Μα να θυμάσαι, πως πρέπει να υπονομεύεις, ειδαλλιώς, μαύρη θα γίνει η ζωή σου κι άραχνη».