Δευτέρα, 23 Σεπτεμβρίου 2013

Το μυστικό ήταν η ζάχαρη από τον δημοσιογράφο Κώστα Τραχανά

«Το μυστικό είναι η ζάχαρη», κόρη μου…». Η ζάχαρη που απαραιτήτως έβαζε στο φαί της, στα γλυκά
της, στη ζωή της. Μια σταλιά, μια πρέζα ζάχαρη, και η ζωή γίνεται πιο γλυκιά κι αντέχεται.
Αναρωτιέται κανείς πόση ζάχαρη κατάφερε να ρίξει επάνω στη δική της ζωή, η Κατίνα, το μικρό παιδί της Μαρίας Κωσταντάκαινας, πόσα τεχνάσματα επινόησε για να τη γλυκάνει, και να μπορέσει να τη ζήσει; Άξιζε τον κόπο μια τέτοια ζωή; Ποιός μπόρεσε ποτέ να τα βάλει με την αγάπη, και κατάφερε να μη χαθεί; Θα κατάφερναν ποτέ τα παιδιά να τη συγχωρήσουν για τις επιλογές της; Πόση ηδονή κρύβει ο αποχρωματισμός της ζωής; Πώς γίνεται η αυτοκαταστροφή πιο γλυκιά από την ίδια την ύπαρξη; Και τι ακριβώς υπήρξε τελικά; Θύμα μιας κοινωνικής νοοτροπίας ή ένας θύτης που αναπαρήγαγε τις ίδιες ηθικές αξίες, όπως τόσες και τόσες γυναίκες της ελληνικής επαρχίας;

Μια απαγωγή μιας δεκαεξάχρονης στην Κρήτη τέλη του 19ου αιώνα, από δεκαοκτώ κοπέλια, ένας
πατέρας που την είχε αφήσει αγράμματη, τον Σήφη Κουτσουρέλη υπολόγιζε για άντρα της, γυναίκα του αδελφού του Κωσταντή έγινε, ο λόγος στην Κρήτη που είναι νόμος ανώτερος από όλους τους άλλους, ένα ερωτικό μυστικό που έγινε φίδι και κατέφαγε τα σωθικά τους, ένας άντρας που έπαιζε βιολί κάτω από το παραθύρι της, ένα άλογο με όνομα Ρωτόκριτος, μια χαρακιά σε μια ελιά που είναι ένα δικό τους «αχ», μια φυγή στον Πειραιά, μια γριά θεία λέει το ριζικό της κοπέλας: ότι βάσανα πολλά θα περάσει, αγάπη και κατάρα, η Ρόζα η χορεύτρια, η Δραπετσώνα του Πειραιά ένα ατέλειωτο χασισοποτείο, ο Θέμελης ο φαφλατάς και ο τεμπέλης, ένας γάμος μαρτυρικός, ένας σύζυγος που κλείδωσε την ψυχή της, οι γέννες που την κούρασαν, τα στρατόπεδα συγκεντρώσεων, ο τεκές του Νικήτα και η αγκαλιά της Ρόζας, η λυσσαλέα ζήλια μαζί με την αφόρητη ηδονή της καταστροφής, ο άντρας που ζούσε μια δεύτερη ζωή, ο γιός με την ψυχή γεμάτη χαρακιές, που ήταν η σανίδα σωτηρίας της, το τσαλαπάτημα της ψυχής της Κατίνας, η απώλεια των ονείρων και η εικόνα των τραυματισμένων ψευδαισθήσεων….., όλα αυτά συνιστούν την υπόθεση αυτού του έργου.
Σαν η ζωή παίζει με τους ανθρώπους μοιάζει με παραμύθι. Μια που αρχίζεις να το μιλείς το παραμύθι δεν ξέρεις αν θα έχει δράκους ή πριγκιπόπουλα…
Τα παραμύθια έχουν τέλος καλό. Τούτο που ζήσανε αυτοί οι άνθρωποι ήταν ένα εφιάλτης. Και οι
εφιάλτες γίνονται στοιχειά και τρώνε την ψυχή τους. Μια Κρητική μαντινάδα λέει χαρακτηριστικά:

«Καμιά φορά μονάχα ο θάνατος μπορεί να ξεκουράσει
Τη δύστυχη που΄χει πολλά μες στη ζωή περάσει».

Μια συγκλονιστική ιστορία για μια γυναίκα που έμαθε να ρίχνει λίγη ζάχαρη στις πληγές της κι έτσι να μπορεί να τις γλείφει….

Ένα μυθιστόρημα για την προπολεμική Κρήτη και τις προσφυγικές συνοικίες του Πειραιά μετά τον
Πόλεμο, ένα μυθιστόρημα για τα πέτρινα εκείνα χρόνια, ποτισμένο με εικόνες, γεύσεις, μυρωδιές και μνήμες.`
Η Τέσυ Μπαίλα κατάγεται από τις Κυκλάδες, αλλά γεννήθηκε στον Πειραιά. Σπούδασε Ιστορία
Ελληνικού Πολιτισμού και Μετάφραση Λογοτεχνίας. Ασχολείται και με τη φωτογραφία. Είναι συντάκτρια του λογοτεχνικού περιοδικούς «Κλεψύδρα». Άλλα έργα της είναι: «Το πορτραίτο της Σιωπής» και «Το παραμύθι της Βροχής».
Κώστας Τραχανάς
http://www.maxitisartas.gr/index.php?option=com_content&view=article&id=6834:politismos&catid=4:politismos&Itemid=7

Τετάρτη, 4 Σεπτεμβρίου 2013

Η Τέσυ Μπάιλα στο kimanews.gr με αφορμή την παρουσίαση του βιβλίου Το μυστικό ήταν η ζάχαρη στη Σκύρο

Με αφορμή την παρουσίαση του νέου βιβλίου της Τέσυ Μπάιλα, στο νησί της Σκύρου. Το kimanews.gr μίλησε με την συγγραφέα και σας την παρουσιάζει.
Λίγα λόγια για την Τέσυ Μπάιλα: Η Τέσυ κατάγεται από τις Κυκλάδες αλλά γεννήθηκε στον Πειραιά. Σπούδασε Ιστορία Ελληνικού Πολιτισμού και μετάφραση Λογοτεχνίας. Ασχολείται με τη φωτογραφία και ατομικές της εκθέσεις έχουν φιλοξενηθεί στο πανεπιστήμιο Gakugei της Ιαπωνίας και στην Αθήνα. Είναι συντάκτρια του λογοτεχνικού περιοδικού Κλεψύδρα. Παράλληλα δημοσιεύει δοκίμια σε εφημερίδες και περιοδικά. Το Μυστικό ήταν η Ζάχαρη είναι το τρίτο της μυθιστόρημα.

Kimanews.gr: Σε λίγες μέρες θα παρουσιάσετε το βιβλίο σας «Το μυστικό ήταν η Ζάχαρη» στην Σκύρο. Πείτε μας δυο λόγια για το βιβλίο σας.
Τέσυ Μπάιλα: Είμαι πολύ χαρούμενη που Το μυστικό ήταν η ζάχαρη θα παρουσιαστεί στην όμορφη Σκύρο και ειλικρινά σας ευχαριστώ πολύ γι' αυτή την πρόσκληση. Το μυστικό ήταν η ζάχαρη είναι το τρίτο μου βιβλίο, το πρώτο όμως που κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Ψυχογιός, εγκαινιάζοντας μια συνεργασία που για μένα είναι πολύ σημαντική.
Είναι ένα βιβλίο χωρισμένο σε δύο μέρη. Στο πρώτο μέρος παρακολουθούμε την Κατίνα την εποχή του μεσοπολέμου, όταν παιδί ακόμη βρίσκεται στην Κρήτη έως και το τέλος του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου. Μέσα από βεντέτες, ήθη και έθιμα της εποχής, συναισθήματα και ιστορικές αναφορές φωτίζεται η ζωή και η νοοτροπία των κατοίκων ενός πολύ μικρού ορεινού χωριού της Κρήτης. Κι είναι σημαντική αυτή η αναφορά επειδή μέσα από τη νοοτροπία αυτής της εποχής στο συγκεκριμένο μέρος δημιουργήθηκαν συμπεριφορές και κοινωνικά στερεότυπα που οι ήρωες θα νιώσουν ότι αλυσόδεσαν κυριολεκτικά τις αποφάσεις τους. Το δεύτερο μέρος του βιβλίου βρίσκει την Κατίνα στον Πειραιά του 1950, στις προσφυγικές κατοικίες της Δραπετσώνας, με τους τεκέδες και τους σαλεπιτζήδες, τη φτώχεια και τους ρεμπέτες, τους πρόσφυγες και την προσπάθεια ανασύνθεσης της κοινωνίας μετά τον εμφύλιο. Η ιστορία οριοθετείται από το γάμο της Κατίνας με τον Θέμελη, έναν αντιφατικό άνθρωπο που κυριολεκτικά καταδίκασε την Κατίνα στον ισόβιο εγκλεισμό της σε έναν μάλλον πνιγηρό γάμο και ουσιαστικά γίνεται η αφορμή για ένα ιστορικοκοινωνικό ταξίδι στην Ελλάδα του εικοστού αιώνα.
kn.gr: Αν και η καταγωγή σας είναι από τις Κυκλάδες, μεγάλο μέρος του μυθιστορήματος σας εκτυλίσσεται στην Κρήτη. Τι είναι αυτό που σας ενέπνευσε ώστε να επιλέξετε το συγκεκριμένο τόπο;
Τ.Μ: Η Κρήτη είναι ένας τόπος με μεγάλη ιστορική αξία για όλους τους Έλληνες. Παράλληλα με συνδέουν μαζί της προσωπικοί και οικογενειακοί δεσμοί κι έτσι είναι ένας τόπος που αγαπώ ιδιαίτερα. Επιπλέον, ένας ακόμη λόγος είναι το γεγονός ότι λίγο πολύ όλοι έχουμε γαλουχηθεί με το κρητικό πνεύμα διαβάζοντας σπουδαίους ανθρώπους που κατάγονται από την Κρήτη όπως ε ο Καζαντζάκης κι έτσι νομίζω όλοι ότι έχουμε εξοικειωθεί σημαντικά με το πνεύμα της. Έτσι όταν αποφάσισα να γράψω αυτή την ιστορία και αναζήτησα έναν τόπο με μια συγκεκριμένη νοοτροπία που δημιουργούσε ανάλογες συμπεριφορές συνειρμικά σκέφτηκα αμέσως την Κρήτη. Γι' αυτό και τοποθέτησα εκεί το μεγαλύτερο μέρος του βιβλίου μου.
kn.gr: Με ποιο τρόπο οι σπουδές σας στην Ιστορία του Ελληνικού Πολιτισμού αποτυπώνονται στα λογοτεχνικά σας βιβλία; Θα τα χαρακτηρίζατε κατά μία έννοια ιστορικά μυθιστορήματα;
Τ.Μ: Η Ιστορία είναι η μία παράμετρος πάνω στην οποία στηρίζεται το βιβλίο. Άλλωστε η Ιστορία αποτελεί και το πλαίσιο μέσα στο οποίο δημιουργήθηκε μια συγκεκριμένη νοοτροπία που μεγάλωσε γενιές ανθρώπων, καθορίζοντας την προσωπική τους στάση ζωής. Από τη μια λοιπόν το μυθιστόρημα διατρέχει την Ιστορία του τόπου και γίνεται η αφορμή να καταγραφούν ιστορικά γεγονότα που σημάδεψαν την Κρήτη αλλά και τη χώρα ολόκληρη από το 1895 και την Κρητική Πολιτεία, την καταστροφή της Κανδάνου, το Μάλεμε , τη μεταφορά και τον αφανισμό των ανθρώπων στα στρατόπεδα συγκέντρωσης έως το τέλος του Β΄ Παγκοσμίου πολέμου. Από την άλλη γίνεται η αφορμή να παρουσιαστούν οι κοινωνικές προσεγγίσεις της εποχής, το γεγονός ότι η γυναίκα της εποχής ήταν καταδικασμένη σε μια κοινωνική, πνευματική και πολιτική στέρηση. Νομίζω ναι, το συγκεκριμένο έργο θα μπορούσε να χαρακτηριστεί ως ένα ιστορικοκοινωνικό μυθιστόρημα. Μελετώντας τον Ελληνικό Πολιτισμό ήταν αναπόφευκτο να επηρεαστώ από τη σημασία της Ιστορίας και της Κοινωνικής Ανθρωπολογίας κατά την εξελικτική του πορεία και να χρησιμοποιήσω πολλά στοιχεία από όλα όσα τον συνέθεσαν ανά τους αιώνες.
kn.gr: Ποιο ρόλο διαδραματίζουν τα προσωπικά σας βιώματα και εμπειρίες στη συγγραφή των βιβλίων σας; Σε κάθε βιβλίο σας θα λέγατε πως αποτυπώνεται και ένα κομμάτι του εαυτού σας;
Τ.Μ: «Η σελίδα είναι ακόμα κενή, αλλά υπάρχει η θαυμάσια αίσθηση ότι οι λέξεις είναι εκεί, γραμμένες με αόρατο μελάνι, περιμένοντας να γίνουν ορατές», έγραφε ο Ναμπόκοβ. Κατά τον ίδιο τρόπο τα βιώματα βρίσκονται εκεί και απλώς, κάποια στιγμή, σε κάποια σελίδα γίνονται ορατά και είναι περίεργη η αίσθηση αυτή επειδή όταν διαβάζεις αυτό που γράφεις αναθυμάσαι την εμπειρία τους. Τότε αντιλαμβάνεσαι κι εσύ ο ίδιος πόσο σημαντική μπορεί να ήταν στη ζωή σου αυτή η εμπειρία κι ας μην το είχες ποτέ υποπτευθεί. Άλλωστε η εμπειρία είναι γνώση κι αυτή η μετατροπή της είναι πολύ σημαντική. Νομίζω πως όλοι μας χρησιμοποιούμε βιωματικές εμπειρίες όταν γράφουμε, άλλος λίγο άλλος περισσότερο, άλλωστε «γράφουμε τελικά αυτό που είμαστε».
kn.gr: Θεωρείτε πως η εποχή του Μεσοπολέμου στην οποία διαδραματίζεται το βιβλίο σας έχει κοινά με τη σημερινή εποχή;
Τ.Μ: Η ανάγκη ριζικής αλλαγής στην πολιτική και επαναπροσδιορισμού των πολιτικών και ηθικών αξιών είναι όπως και τότε ένα από τα κυριότερα θέματα. Οι εποχές μοιάζουν να έχουν αλλάξει έχουν ωστόσο πολλές ομοιότητες. Κατασπατάληση δημοσίου χρήματος, κατάχρηση εξουσιών, πολιτική διαφθορά, απληστία και υπερτίμηση περιουσιών οδήγησαν σε νομισματική αστάθεια, δανεισμό, κατάρρευση τραπεζών και ολόκληρων κοινωνιών. Αυτά είναι μερικά από τα φαινόμενα που βλέπουμε και σήμερα. Και δυστυχώς επαναλαμβάνονται και τα ίδια κοινωνικά φαινόμενα. Η φτώχια, η ανεργία, η ανέχεια. Αλλά και φαινόμενα ανόδου επικίνδυνων πολιτικών σχημάτων και θεωριών που ίσως να είναι και το χειρότερο αποτέλεσμα. Όλοι γνωρίζουμε ότι η Ιστορία επαναλαμβάνεται. Αυτή η τάση της θα έπρεπε να μας βοηθούσε στην πρόληψη αυτών των φαινομένων αλλά τελικά για άλλη μια φορά δεν καταφέραμε να εκτιμήσουμε κάποια πράγματα. Η Ιστορία όμως στέκεται στη γωνία και μας κλείνει το μάτι. Η εποχή του Μεσοπολέμου και η κρίση που τη συνόδεψε κατέληξε στον παγκόσμιο, πολεμικό εφιάλτη που όλοι γνωρίζουμε. Ο οικονομικός πόλεμος που υφιστάμεθα τώρα, οι αυτοκτονίες των συνανθρώπων μας, η απελπισία της ανεργίας, η κοινωνική εξαθλίωση, η κρατική βία, όλα αυτά δεν απέχουν πολύ από τις εφιαλτικές στιγμές που έζησε και τότε η ανθρωπότητα, μόνο που σήμερα ο τρόπος που εξασκείται ο πόλεμος είναι διαφορετικός.
kn.gr: Πώς βλέπετε τα πράγματα για την ελληνική λογοτεχνία σήμερα;
Τ.Μ: Είναι σημαντικό για την ελληνική λογοτεχνία να προχωρήσει πέρα από τα στενά ελληνικά γεωγραφικά όρια και να περάσει σε παγκόσμιο επίπεδο έχοντας τη συναίσθηση ότι για να συμβεί αυτό πρέπει να ξεφύγει από μια περιορισμένη ελληνοκεντρική θεματογραφία και να λειτουργήσει με γνώμονα τις συντεταγμένες ενός κλασικού έργου άλλης, υψηλότερης αισθητικής. Θα πρέπει να γίνει συνείδηση σε όλους μας ότι ο μόνος τρόπος που είχαμε πάντα για να επαναπροσδιοριζόμαστε στην παγκόσμια κοινωνία είναι ο πολιτισμός μας και η λογοτεχνία είναι μια από τις πιο μεθοδικές, ολοκληρωμένες και ουσιαστικές μορφές αυτού του πολιτισμού.
kn.gr: Υπάρχουν κάποιοι συγγραφείς έλληνες οι ξένοι οι οποίοι έχουν αποτελέσει έμπνευση για εσάς;
Τ.Μ: Όλοι μας επηρεαζόμαστε από τα διαβάσματά μας. Ο Οδυσσέας Ελύτης άνοιξε έναν νέον ορίζοντα στη ζωή μου. Μια πνευματική συνάντηση που με έκανε να δω τα πράγματα διαφορετικά. Θα μπορούσα να μιλήσω για τη ζωή μου πριν και μετά από αυτή τη συνάντηση που με οδήγησε στην ανάγνωση πάρα πολλών, διαφορετικών κειμένων πέρα από το ίδιο το έργο του Ελύτη, κειμένων σχετικών με την τέχνη, τη φιλοσοφία, την ποίηση, τη λογοτεχνία. Η φιλοσοφική προσέγγιση του Καζαντζάκη έπαιξε επίσης σπουδαίο ρόλο. Στην ελληνική αλλά και την παγκόσμια λογοτεχνική και φιλοσοφική σκηνή πολλοί συγγραφείς σημάδεψαν τη σκέψη όλων μας. Ο Καραγάτσης, ο Ντοστογιέφσκι, ο Τολστόι, ο Ροΐδης, ο Φόκνερ, ο Καμύ αλλά και ο Σαμαράκης, ο Λιαντίνης, ο Θερβάντες, ο Ρεμπώ. Ο Ελύτης έλεγε ότι: «ο ποιητής δείχνει και η ορατότητα μεγαλώνει», έτσι λοιπόν προσπαθώ να κοιτάζω όσο μπορώ κατά κει που δείχνουν σπουδαία πνεύματα κάθε εποχής.
kn.gr: Ποια είναι η καθημερινότητα ενός συγγραφέα;
Τ.Μ: Μοιάζει με όλων των ανθρώπων. Όλοι μας μοιραζόμαστε τις ίδιες ανησυχίες σε οικογενειακό, οικονομικό και κοινωνικό επίπεδο. Δε νομίζω ότι ένας συγγραφέας ζει διαφορετικά από τον υπόλοιπο κόσμο εκτός ίσως από τις ώρες εκείνες που δραπετεύει σε εκείνον το προσωπικό του κόσμο δημιουργίας και αυτή η ικανότητά του τον καθιστά ταυτόχρονα πολύ τυχερό.
kn.gr: Τα βιβλία σας περιέχουν πολύ ζωντανές εικόνες. Θα θέλατε να δείτε κάποιο από αυτά να μεταφέρετε στο θέατρο ή τον κινηματογράφο;
Τ.Μ: Ναι, ασφαλώς και θα μου άρεσε. Νομίζω ότι είναι πρόκληση για κάθε συγγραφέα αρκεί να ήμουν βέβαιη για τη διασκευή του συγκεκριμένου έργου και για τη σκηνοθεσία του. Επειδή πολλές φορές το θεατρικό ή κινηματογραφικό αποτέλεσμα καθορίζει σημαντικά το λογοτεχνικό έργο και τη μετέπειτα πορεία του, καθώς δεν αφήνει περιθώρια στον μελλοντικό αναγνώστη του να δημιουργήσει τις δικές του εικόνες θα ήθελα να είμαι σίγουρη ή έστω να νιώθω ασφάλεια για το αποτέλεσμα μιας τέτοιας μεταφοράς.
kn.gr: Τι να περιμένουμε από την Τέσυ Μπάιλα το επόμενο διάστημα; Εργάζεστε ήδη πάνω σε κάποια ιδέα για νέο βιβλίο;
Τ.Μ: Αρχίζω δειλά-δειλά να ασχολούμαι με το επόμενο βήμα μου, όμως είναι πολύ νωρίς να μιλήσουμε γι' αυτό.
kn.gr: Σας ευχαριστώ πολύ.
http://www.kimanews.gr/culture-gr/item/1712-%CF%83%CF%85%CE%BD%CE%AD%CE%BD%CF%84%CE%B5%CF%85%CE%BE%CE%B7-%CF%84%CE%B7%CF%82-%CF%84%CE%AD%CF%83%CF%85-%CE%BC%CF%80%CE%B1%CE%AF%CE%BB%CE%B1

Κυριακή, 1 Σεπτεμβρίου 2013

Σκέψεις αναγνωστών... Η Ευδοξία Κολυδάκη γράφει για Το μυστικό ήταν η ζάχαρη



Τέσυ Μπάιλα - "Το μυστικό ήταν η ζάχαρη", εκδ. Ψυχογιός 2013.

«ΘΑ ΗΘΕΛΑ ΠΡΩΤΑ νὰ ὁρίσω μὲ ποιὰ σημασία θὰ χρησιμοποιήσω τὸν ὅρο «λογοτέχνης». Θὰ ἐννοῶ τὸ συγγραφέα ποὺ τὸ γράψιμο εἶναι γι' αὐτὸν πρῶτα ἀπ' ὅλα τέχνη, ποὺ τὸν ἀπασχολεῖ τὸ ὕφος ὅσο καὶ τὸ περιεχόμενο, καὶ ποὺ γιὰ νὰ καταλάβεις τὰ ἔργα του πρέπει καὶ τὸ ὕφος του νὰ νοιώσεις καὶ τὸ περιεχόμενό τους νὰ καταλάβεις» (Τόμας Ελιοτ).

Κλείνοντας το «Μυστικό ήταν η ζάχαρη», ανέτρεξα στον ορισμό του Τ. Ελιοτ, με την απόλυτη πεποίθηση, ότι η Τέσυ Μπάιλα, από την πρώτη έως την τελευταία λέξη του τελευταίου βιβλίου της, τίμησε, στο ακέραιο, τον ανωτέρω ορισμό. Ενα πολύ δυνατό βιβλίο, το οποίο παρασύρει τον αναγνώστη, και τον μεταφέρει νοερά, στην προπολεμική, και μετέπειτα στην γερμανοκρατούμενη Κρήτη, και στη συνέχεια, στον Πειραιά και στις γειτονιές του, τις πρώτες μεταπολεμικές δεκαετίες. Οι περιγραφές της Κρήτης, την περίοδο του Μεσοπολέμου, της Κατοχής, των ανθρώπων της, της κοινωνίας εκείνης της εποχής, με τα ήθη, τα έθιμά της, τους άγραφους και εθιμικούς κώδικες, τις προκαταλήψεις και τις ριζωμένες, από χρόνια ολόκληρα, συνήθειες, είναι όχι απλώς εξαιρετικές, αλλά μοναδικές, αφού συνδέουν άρρηκτα τη μυθοπλασία με την ιστορία του νησιού, είναι δοσμένες με ρεαλισμό και αμεσότητα, η χρήση δε, της κρητικής διαλέκτου, σε όλο σχεδόν το βιβλίο, είναι εντυπωσιακή. Η εξιστόρηση της ζωής της Κατίνας, από την μικρή της ηλικία έως και τη στιγμή που αποφασίζει να ακολουθήσει τον Θέμελη, ανταποκρίνονται απόλυτα στον τρόπο ζωής και στη θέση των γυναικών, εκείνης της εποχής, τον στενά ανδροκρατούμενο και περιορισμένο, ενώ και ο χαρακτήρας της Κωνσταντάκαινας, της μητέρας της Κατίνας, είναι τόσο στέρεα δομημένος και πλασμένος με τέτοιο τρόπο, που την αναδεικνύει σε ηρωική μορφή, μία μάνα απόλυτα αφοσιωμένη στα παιδιά της, που ξεχειλίζει τρυφερότητα και αγάπη, και μόνο της μέλημα είναι να προσφέρει, με αυταπάρνηση και με τη δική της αλάνθαστη σοφία στην οικογένειά της, γλυκαίνοντας τη ζωή τους με «ζάχαρη» και με τον καλό της το λόγο. Ωστόσο η ζωή της Κατίνας, δεν εξελίσσεται εύκολα. Με τρόπο αβίαστο θα έλεγα και φυσικό, αφού η Κατίνα, μπορεί να μεγάλωσε σε ένα κλειστό και αυστηρά κοινωνικό περιβάλλον, αλλά το πείσμα της και ο ανεξάρτητος χαρακτήρας της, τη χαρακτηρίζουν από μικρό παιδί, στο δεύτερο μέρος του βιβλίου, μεταφερόμαστε στη Δραπετσώνα της δεκαετίας του 1950, όπου η ηρωίδα, ακολουθώντας την καρδιά της και τα συναισθήματα της, και την άδολη αγάπη και αφοσίωση της στον Θέμελη, μετατρέπεται εν γνώσει της σε θύμα, και βιώνει συναισθήματα απόγνωσης και απόρριψης, αγωνίας και μάταιης ελπίδας, υπομένοντας έως το τέλος, μία άνιση συναισθηματικά σχέση. Η πορεία της Κατίνας, έως το τέλος της ζωής της, μας μεταφέρεται ως ένας συνεχής αγώνας επιβίωσης, ανοχής, και στωικότητας, για τον οποίο ωστόσο δεν μετανιώνει, αλλά αποδέχεται με εγκαρτέρηση και με περηφάνια, «αυτή την περηφάνια που μπορεί κανείς να δοκιμάσει όταν συλλογιστεί το παρελθόν του και βρει τη δύναμη να το αγαπήσει». Και νομίζω πως ακριβώς επειδή η Τέσυ Μπάιλα, δεν εξιδανικεύει τη ζωή της Κατίνας, αλλά έχει «κτίσει» μία προσωπικότητα ατόφια, αληθινή, και γνήσια, με τα προτερήματα και τα ελαττώματά της, επιβεβαιώνεται η φράση της Κωνσταντάκαινας, που τη συναντούμε από την αρχή του βιβλίου έως το τέλος : «Η ζωή μοιάζει με παραμύθι. Μια που αρχίζεις να το μιλείς, δεν ξέρεις αν θα’χει δράκους ή πριγκιπόπουλα».
Οφείλω δε, να πω, και λόγω καταγωγής, ότι, ένιωσα μεγάλη συγκίνηση, διαβάζοντας τα κεφάλαια του βιβλίου που αναφέρονται στην περίοδο από την Μάχη της Κρήτης έως και την απελευθέρωση του νησιού, αφού όλα όσα περιγράφονται σε αυτά, η αγριότητα του κατακτητή, η κρητική υπερηφάνεια και η λεβεντιά και η αγάπη των απλών ανθρώπων για τον τόπο τους και ο αγώνας για την ελευθερία, ανταποκρίνονται απόλυτα στην ιστορία του νησιού μας και στην κρητική παράδοση.
Εύχομαι το «Μυστικό» της Τέσυς, να γνωρίσει την επιτυχία που του αξίζει πραγματικά, και είμαι βέβαιη ότι στο μέλλον θα μας περιμένουν ακόμα πιο μεγάλες συγκινήσεις.