Κυριακή, 25 Αυγούστου 2013

Συνέντευξη στη Μαρία Ζαβιανέλη για το cretalive


Η Τέσυ Μπάιλα μιλά στο CRETALIVE
Συνέντευξη στη ΜΑΡΙΑ ΖΑΒΙΑΝΕΛΗ
http://www.cretalive.gr/culture/view/to-grapsimo-odhgei-se-ena-kosmo-mustika-uparkto-atheato/99350

«Αντιλαμβάνομαι το γράψιμο ως ένα είδος εσωτερικού ρυθμού της ζωής. Η ελευθερία που αυτός ο ρυθμός υπαγορεύει οδηγεί σε έναν κόσμο, μυστικά υπαρκτό και συχνά αθέατο και το μυθιστόρημα αποτελεί το δικό μου τρόπο να εισβάλλω σ’ αυτόν» λέει στο CRETALIVE η συγγραφέας Τέσυ Μπάιλα που θεωρείται από τις ανερχόμενες δυνάμεις στον χώρο της λογοτεχνίας.

Η Τέσυ Μπάιλα κατάγεται από τις Κυκλάδες αλλά γεννήθηκε στον Πειραιά. Σπούδασε Ιστορία Ελληνικού Πολιτισμού και μετάφραση Λογοτεχνίας. Ασχολείται με τη φωτογραφία και ατομικές της εκθέσεις έχουν φιλοξενηθεί στο πανεπιστήμιο Gakugei της Ιαπωνίας και στην Αθήνα. Είναι συντάκτρια του λογοτεχνικού περιοδικού «Κλεψύδρα». Παράλληλα δημοσιεύει δοκίμια και βιβλιοπαρουσιάσεις σε εφημερίδες και περιοδικά.

Η συνέντευξη
-Πότε άρχισε το ταξίδι της συγγραφικής σας πορείας;
Έχω την αίσθηση ότι πρόκειται για μια διαδικασία ζωής που ξεκίνησε από τότε που ήμουν παιδί ακόμα. Η έμφυτη αγάπη μου για το βιβλίο και ό,τι έχει σχέση με αυτό με οδήγησε στο να διαβάσω πολύ και αυτός είναι ένας πολύ σημαντικός παράγοντας στην προσωπική μου σταδιακή μεταμόρφωση. Από πολύ νωρίς λοιπόν με τριγύριζε η ιδέα της συγγραφής και αυτός ήταν ο κύριος λόγος που ενδόμυχα με ανάγκαζε να διαβάζω λογοτεχνία. Οι σπουδές μου επίσης μου έδωσαν μια νέα παράμετρο στη θεώρηση τόσο της Λογοτεχνίας όσο και της Ιστορίας αλλά και της Κοινωνικής ανθρωπολογίας. Μπορεί ο προορισμός λοιπόν να καθόρισε το ταξίδι, μπορεί όμως και το αντίστροφο. Επισήμως πάντως άρχισα το 2008, όταν έγραψα το πρώτο μου βιβλίο.

-Διάβασα το βιβλίο σας ΄΄ΤΟ ΜΥΣΤΙΚΟ ΗΤΑΝ Η ΖΑΧΑΡΗ ΄΄ Εγώ προσωπικά αγαπώ το ιστορικό μυθιστόρημα ,άλλα απαιτεί και έρευνα έτσι δεν είναι;
Αναμφίβολα η ιστορική παράμετρος στο συγκεκριμένο βιβλίο είναι πολύ ισχυρή. Κάτι τέτοιο απαιτεί μια ακρίβεια στην ιστορική αλήθεια, γεγονός που αναγκάζει τον συγγραφέα να ερευνήσει, να μελετήσει και τελικά να μάθει ιστορικές στιγμές άλλοτε γνωστές, κάποιες φορές όχι και τόσο και με διακριτικότητα να τις εντάξει μέσα στο μυθιστόρημά του. Είναι ένα μέρος της συγγραφικής δουλειάς που προσωπικά βρίσκω πολύ ενδιαφέρον. Γράφοντας Το μυστικό ήταν η ζάχαρη χρειάστηκε να διαχειριστώ αρκετές τέτοιες στιγμές που μερικές φορές, δεν σας κρύβω, ήταν επώδυνες και για μένα.

-Αναμφισβήτητα το ταλέντο και η σκληρή εργασία αποφέρει ένα πολύ καλό αποτέλεσμα στην τέχνη. Οι δημόσιες σχέσεις πόσο βοηθούν;
Όλα βοηθούν και παίζουν μεγάλο ρόλο. Υπό αυτή την έννοια είμαι ιδιαίτερα ευτυχής που Το μυστικό ήταν η ζάχαρη κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Ψυχογιός και ο συγκεκριμένος εκδοτικός οίκος που το στηρίζει μπορεί να διαδραματίσει σημαντικό ρόλο σε αυτό τον τομέα.

-Τι είναι η γραφή; Επικοινωνία, μεράκι, διαφυγή , όλα μαζί κ άλλα πολλά;
Όλα μαζί και άλλα τόσα! Μα πέρα και πάνω από όλα αυτά η λογοτεχνία είναι τρόπος ζωής τόσο για τον δημιουργό της όσο και για τον τελικό αποδέκτη της. Ένα πνευματικό αντιστάθμισμα στον εκάστοτε σκοταδισμό. Ένας έρωτας που γεννιέται ερήμην σου και γιγαντώνεται μέσα σου. Κι όπως κάθε έρωτας μπορεί ταυτόχρονα να κάνει τον ερωτευμένο να επιχειρεί ένα ταξίδι τόσο μέσα στον προσωπικό του κόσμο όσο και πέρα από αυτόν. Το κυριότερο είναι ότι γίνεται ο τρόπος που αναζητά κανείς τις προσωπικές του αλήθειες. Το δικό του μονοπάτι ζωής, ένα μονοπάτι ερμητικής καθαρότητας που όταν περάσει μέσα σ’ αυτό μπορεί να δει τον κόσμο με εντελώς διαφορετικά μάτια. Προσωπικά, αντιλαμβάνομαι το γράψιμο ως ένα είδος εσωτερικού ρυθμού της ζωής. Η ελευθερία που αυτός ο ρυθμός υπαγορεύει οδηγεί σε έναν κόσμο, μυστικά υπαρκτό και συχνά αθέατο και το μυθιστόρημα αποτελεί το δικό μου τρόπο να εισβάλλω σ’ αυτόν.

-Ένας συγγραφέας πρέπει να διαβάζει ακατάπαυστα;
Ένας συγγραφέας οφείλει να διαβάζει πάντα. Το διάβασμα άλλωστε θα πρέπει να αποτελεί μέρος της γενικότερης οργάνωσης του. Είναι ο τρόπος που έχει να ανασυνθέτει τους ορίζοντές του και να κινείται ελεύθερα στις σφαίρες της φαντασίας. Ένας τρόπος να αναπτυχθεί η συναισθηματική του νοημοσύνη και να προσδιοριστεί το ιδεολογικό του φορτίο. Το διάβασμα είναι ο προσδιοριστικός παράγοντας της προσωπικής του μετατροπής από αναγνώστη σε συγγραφέα, και υπό αυτή την έννοια είναι ο μοναδικός συνεργάτης του συγγραφέα, μια πολύπλευρη διαδικασία απαραίτητη στην εξελικτική του πορεία.

-Ένα καλό μυθιστόρημα αξίζει περισσότερο από την καλύτερη επιστημονική μελέτη,
(Saul Bellow, 1914-2005, Αμερικανοκαναδός συγγραφέας, Νόμπελ 1976) .Συμφωνείτε;

Ένα καλό μυθιστόρημα λειτουργεί ως ένα καταφύγιο πνευματικών ιδεών και έχει την ικανότητα να γίνει το αφηγηματικό πλαίσιο μέσα στο οποίο μπορούν να τοποθετηθούν ιδέες που η επιστήμη αδυνατεί να εκφράσει. Το μυθιστόρημα μπορεί να γίνει η φωνή αυτών των ιδεών πέρα από κάθε επιστημονικό ορθολογισμό και γι ‘ αυτό το λόγο να προσεγγίσει βαθύτερα τον αναγνώστη. Άλλωστε το μυθιστόρημα είναι ο συγκερασμός πολλών πραγμάτων όπως η φιλοσοφία, η ιστορία, η κοινωνική ανθρωπολογία, η πολιτική και φυσικά η επιστήμη. Αναμφίβολα συμφωνώ λοιπόν. Εξάλλου είναι χαρακτηριστική η ρήση του Πεσσόα: « η λογοτεχνία είναι η απόδειξη ότι η ζωή δεν είναι αρκετή».

- Μοιραστείτε μαζί μας μερικά λόγια για το κάθε σας βιβλίο...
Το πρώτο μου βιβλίο, Το πορτρέτο της σιωπής κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Έναστρον. Είναι ένα βιβλίο που μιλάει για τη φυγή ενός ανθρώπου με σκοπό την προσωπική του αυτοδιάθεση και την πορεία προς την αυτογνωσία. Ο βασικός του χαρακτήρας είναι ένας άνθρωπος που επιλέγει να ταυτίζει τη μοναχικότητά του με τη μουσική και την ανεξαρτησία του με τη θάλασσα κι ορίζει τα δύο αυτά στοιχεία ως το προσωπικό του όριο ελευθερίας, το οποίο διεκδικεί με πάθος, διαλέγοντας να αποσυρθεί σε ένα ολότελα δικό του κόσμο, ένα ιδιωτικό μονοπάτι στο οποίο θα βαδίσει εντελώς μόνος του. Μαζί του και ο μοναχός Ιάκωβος που κρύβει καλά το δικό του μυστικό. Ένας άνθρωπος λοιπόν φεύγει από το σπίτι του, από την οικογένεια του και όλα όσα του έχει ετοιμάσει κι αποφασίζει να γίνει μοναχός όχι γιατί τον ενδιαφέρει ο ασκητισμός αλλά επειδή αναζητά έναν τόπο για να αποσυρθεί και να αναζητήσει τον εαυτό του. Η ζωή δεν θα του το επιτρέψει και μια σειρά ανατροπών θα τον οδηγήσει σταδιακά να ανακαλύψει αλήθειες της ζωής του που αγνοούσε. Το πορτρέτο της σιωπής είναι ένα μουσικό κομμάτι που ο ίδιος έχει συνθέσει και θα το αφήσει μοναδικό κληροδότημα στην κόρη του, την ύπαρξη της οποίας δεν ήξερε για πολλά χρόνια.
Το δεύτερο βιβλίο μου κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Δοκιμάκης και ονομάζεται: Το παραμύθι της βροχής. Είναι ένα βιβλίο που προσπαθεί να δείξει πόσα κοινά μπορεί να έχουν δυο τόσο μακρινοί πολιτισμοί όπως είναι ο ελληνικός και ο ιαπωνικός. Η ιδέα να ασχοληθώ με την ιστορία αυτή, δημιουργήθηκε όταν πριν μερικά χρόνια επιστρέφοντας από το Τόκιο και με έντονο το ενδιαφέρον μου γι αυτή τη χώρα, άρχιζα να διαβάζω συστηματικά οτιδήποτε σχετιζόταν με την Ιαπωνία. Είδα λοιπόν ότι ενώ όλοι μας όταν φέρνουμε στο νου τη χώρα αυτή συνειρμικά προσανατολιζόμαστε στην εξωτική της πλευρά με τις γκέισες, τα χάρτινα φανάρια και τις πολύχρωμες βεντάλιες ή την τεχνοκρατική της ανάπτυξη, στην πραγματικότητα πρόκειται για έναν πολύ γοητευτικό και ιδιαίτερο πολιτισμό, ο οποίος κατά την εξελικτική του πορεία μέσα στους αιώνες έχει αναπτύξει κοινά χαρακτηριστικά με εκείνα που ανέπτυξε ο ελληνικός πολιτισμός κι αυτή η διαπίστωση ήταν πολύ ενδιαφέρουσα για μένα. Εντυπωσιακό ήταν επίσης το γεγονός ότι οι πρώτες απεικονίσεις του Βούδα στην Ιαπωνία παρίσταναν μια ανδρική μορφή ίδια σχεδόν με τον Θεό Απόλλωνα και ότι στην Ιαπωνία ακόμη και σήμερα αναβιώνουν γιορτές όπως τα ανθεστήρια και λατρείες ολόιδιες με τις αρχαίες ελληνικές που όμως εδώ έχουν σβήσει. Έτσι η ηρωίδα μου η Χριστίνα είναι μια αρχαιολόγος που θα οδηγηθεί στη χώρα αυτή και μέσω μιας μεγάλης φιλίας με έναν άνθρωπο που κυριολεκτικά έχει κάνει οίστρο της ζωής του τη φιλοσοφία θα ανακαλύψει νέες αξίες στη ζωή της αλλά θα βρεθεί αντιμέτωπη και με το προσωπικό της πεπρωμένο.
Το τρίτο μου βιβλίο Το μυστικό ήταν η ζάχαρη έγινε η αιτία να εγκαινιαστεί η συνεργασία μου με τις εκδόσεις Ψυχογιός. Είκοσι μέρες μετά την κυκλοφορία του ανατυπώθηκε και είμαι ιδιαίτερα χαρούμενη γι’ αυτό. Πρόκειται για ένα ιστορικοκοινωνικό βιβλίο χωρισμένο σε δύο μέρη. Στο πρώτο μέρος παρακολουθούμε την Κατίνα την εποχή του μεσοπολέμου, όταν παιδί ακόμη βρίσκεται στην Κρήτη έως και το τέλος του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου. Μέσα από βεντέτες, ήθη και έθιμα της εποχής, συναισθήματα και ιστορικές αναφορές το βιβλίο γίνεται η αφορμή να καταγραφεί η Ιστορία του τόπου και να φωτιστεί η ζωή και η νοοτροπία των κατοίκων ενός πολύ μικρού ορεινού χωριού της Κρήτης. Έτσι από το 1895 και την Κρητική Πολιτεία περνάμε στον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο, στη μάχη της Κρήτης, στο Μάλεμε, στα γεγονότα που σημάδεψαν κυριολεκτικά την καταστροφή της Κανδάνου από τους Γερμανούς, στη φρίκη που οδήγησε ανθρώπους στα στρατόπεδα συγκέντρωσης και στην απελευθέρωση.
Το δεύτερο μέρος του βιβλίου βρίσκει την Κατίνα στον Πειραιά του 1950, στις προσφυγικές κατοικίες της Δραπετσώνας, με τους τεκέδες και τους σαλεπιτζήδες, τη φτώχεια και τους ρεμπέτες, τους πρόσφυγες και την προσπάθεια ανασύνθεσης της κοινωνίας μετά τον εμφύλιο. Η ιστορία οριοθετείται από το γάμο και τη μεγάλη αγάπη της Κατίνας με τον Θέμελη, έναν αντιφατικό άνθρωπο που κυριολεκτικά καταδίκασε την Κατίνα στον ισόβιο εγκλεισμό της σε έναν μάλλον πνιγηρό γάμο.

-Υπάρχουν βιώματα δικά σας στα βιβλία σας ,δικές σας προσωπικές στιγμές...
Νομίζω πως ναι και στα τρία βιβλία μου υπάρχουν προσωπικά βιώματα που άλλοτε εμφανίζονται καθαρά κι άλλοτε περνούν μέσα από τις περιπέτειες των ηρώων.
Ο Ναμπόκοβ έλεγε ότι: «Η σελίδα είναι ακόμα κενή, αλλά υπάρχει η θαυμάσια αίσθηση ότι οι λέξεις είναι εκεί, γραμμένες με αόρατο μελάνι, περιμένοντας να γίνουν ορατές». Κατά τον ίδιο τρόπο πιθανώς και τα βιώματα να βρίσκονται εκεί και απλώς, κάποια στιγμή, σε κάποια σελίδα γίνονται ορατά.

-Τελικά πως βλέπετε τις προοπτικές της ελληνικής λογοτεχνίας;
Η ελληνική λογοτεχνία θα πρέπει να ξεπεράσει τα στενά γεωγραφικά της όρια, να προχωρήσει εκ νέου με γνώμονα το μεγάλο έργο και να μπορέσει έτσι να ενταχθεί ισότιμα στην παγκόσμια λογοτεχνία. Τα τελευταία χρόνια ταλανίστηκε από μια έλλειψη αισθητικής και από μια περιορισμένη στην ελληνική πραγματικότητα θεματογραφία. Νομίζω όμως ότι τα επόμενα χρόνια θα καταλάβουμε όλοι ότι το μόνο μέσο επιβολής μας στις κοινωνίες του μέλλοντος είναι ο πολιτισμός μας και σ’ αυτόν θα πρέπει να επικεντρωθούμε.

-Τα μελλοντικά σας σχέδια;
Σχεδιάζω το νέο μου μυθιστόρημα αλλά είναι πολύ νωρίς να μιλήσουμε γι’ αυτό.

Οι αναγνώστες γράφουν, Το πορτρέτο της Σιωπής από την Δέσποινα Παπαντώνη

Η Δέσποινα Παπαντώνη γράφει για Το Πορτρέτο της Σιωπής και την ευχαριστώ πολύ για την τόσο εμπεριστατωμένη κριτική της

ΤΟ ΠΟΡΤΡΕΤΟ ΤΗΣ ΣΙΩΠΗΣ- Τέσυ Μπάιλα
‘’Η σιωπή είναι η σκάλα που οδηγεί στο σκοτεινό άδυτο της ψυχής μας... Είναι η υπόκρουση που μας βοηθάει να αφουγκραστούμε το όνειρο... Είναι τα σπάργανα όπου γεννιέται η μουσική... Είναι η πηγή της μοναξιάς και της αυτογνωσίας... Είναι το μονοπάτι που οδηγεί στην αγκαλιά του Θείου...’’
Το πορτρέτο της σιωπής είναι ένα βιβλίο διαφορετικό,ένα βιβλίο μελωδικό καθώς όσο χάνεσαι στις σελίδες του μαγεύεσαι όχι μόνο από τη μελωδία του βιολιού του Χριστόφορου,αλλά και από τη μελωδική και λυρική γραφή της Τέσυς Μπάιλα. Εικόνες μαγικές,αποτυπωμένες με σκηνοθετικό τρόπο χάρη στο ταλέντο της συγγραφέως στη φωτογραφία!Η περιγραφή της μοναστικής ζωής μεταφέρει στον αναγνώστη μέσα από το χαρτί την κατάνυξη και τη μυσταγωγία του Αγίου Όρους γεγονός που οφείλεται στην πολύ προσεκτική και ολοκληρωμένη μελέτη της Τέσυς Μπάιλα.
Και μέσα σε αυτό το περιβάλλον ένας ήρωας μοναχικός,ξεχωριστός…Μια αινιγματική φυσιογνωμία που ψάχνει το νόημα της ζωής στη σιωπή,μακριά από τα εγκόσμια…
‘Ενας χαρακτήρας ευαίσθητος που προσπαθεί να φτάσει στην προσωπική του λύτρωση αφιερώνοντας την ίδια του τη ζωή στη γνώση του εαυτού του!Μπορεί να είναι σίγουρος ότι οι επιλογές του είναι σωστές;Είναι δυνατόν οι δικές του αποφάσεις να επηρεάζουν αθώες ψυχές;Μπορεί ο ίδιος να απαρνηθεί ολοκληρωτικά την αγάπη;
Ένας μοναχικός και μελαγχολικός οδοιπόρος της ζωής που οι καταστάσεις τον φέρνουν αντιμέτωπο με τις δικές του επιθυμίες,με τα δύσκολα και απαιτητικά διλήμματα του…
Η Τέσυ Μπάιλα ντύνει με ήχους τη σιωπή,μια σιωπή όμως εκκωφαντική που μιλάει απευθείας στην ψυχή κάθε αναγνώστη και ψιθυρίζει μια μελωδία διαφορετική και τρυφερή!Με οδηγό το δοξάρι του μοναχού Χριστόφορου συνθέτει το πορτρέτο της σιωπής και αποτυπώνει στο χαρτί μια θάλασσα από χρώματα,αρώματα και μουσική!Ένα βιβλίο πραγματικό διαμάντι που θα σας ταξιδέψει μελωδικά σε μια σιγή φλύαρη από συναισθήματα!

Σάββατο, 10 Αυγούστου 2013

Οι αναγνώστες γράφουν... Το μυστικό ήταν η ζάχαρη από τη Φανή Ματσινοπούλου

Η Φανή Ματσινοπούλου διάβασε  Το μυστικό ήταν η ζάχαρη, μας έστειλε την κριτική της και την ευχαριστώ πολύ!
ΤΟ ΜΥΣΤΙΚΟ ΗΤΑΝ Η ΖΑΧΑΡΗ
Ενας κόσμος γεμάτος μυρωδιές είναι το καινούριο βιβλίο της Τέσυ βασιλικός και δυόσμος, φρέσκο ζεστό ψωμί και αχνιστό γάλα, καλιτσούνια και τυροπιτάκια αλλά κυρίως μοσχοβολά κοριτσίστικα γέλια, το χάδι της μάνας, η αγκαλιά και η ζεστασιά της αγάπης της. Εχει όμως κι άλλα πολλά και αντιφατικά αυτός ο κόσμος: αγάπη και μίσος, τρυφεράδα και σκληρότητα, χάδια και ραπίσματα, φουρτούνες και μπουνάτσες, υποσχέσεις που συνεχώς καταπατούνται, όνειρα που δεν έγιναν πραγματικότητα, έρωτες άνευ όρων, πόνο και χαρά. Ενας κόσμος πασπαλισμένος με ζάχαρη για να γλυκάνει την πίκρα και να αντέξει η καρδιά.
Από τα βουνά της υπερήφανης Κρήτης που την αξιοπρέπειά της ισοπεδώνει ο κατακτητής ως την αγκαλιά και τις παράγκες της φτωχομάνας Δραπετσώνας που τυλίγει μέσα της τα πονεμένα προσφυγικά νοικοκυριά με τις ασβεστωμένες αυλές και τους βασιλικούς αλλά και τους τεκέδες που συχνάζουν οι χασικλήδες με τους ναργιλέδες τους και όλη τη γοητεία της παρανομίας. Κορμιά που ενώνονται στο όνομα του έρωτα ενώ συγχρόνως γεμίζουν πληγές από την αδάμαστη ζήλια που τους καίει τα σωθικά, ήρωες, οι ίδιοι θύτες και θύματα, μιας σκληρής πραγματικότητας στο γαϊτανάκι της ζωής.
Μοναδικές και συγκλονιστικές οι ψυχογραφίες της Τέσυ. Γυναίκα της εποχής της, η Κατίνα, αναθρεμμένη και εκπαιδευμένη να υποταχθεί στη μοίρα της ως θύμα αλλά μία μοίρα που τελικά εκείνη επέλεξε για να εναλλάσσει συνεχώς ρόλο και ως θύτης πια να ορίσει εκείνη με τη σειρά της το πεπρωμένο του Θέμελη και του παιδιού τους. Παλεύει και τελικά πνίγει τη δίψα της για μόρφωση, για μια άλλη διαφορετική ζωή και είναι έτοιμη να σκοτώσει την ψυχή της προκειμένου να δει το γυιό της να πραγαματοποιεί το δικό της όνειρο αλλά και να παραδοθεί σε μία αγάπη δίχως όρους και όρια. Ο Θέμελης, θύμα κι αυτός της δικής του εποχής, θα την "αγαπήσει" με τους δικούς του όρους αλλά και θα τη βασανίσει χωρίς όρια, θα τσαλακώσει την ψυχή και την αξιοπρέπειά της και τέλος θα υποστεί τη λαχτάρα της γι' αυτόν.
Εχουν γραφτεί πολλά για τον δεύτερο παγκόσμιο πόλεμο, για την τραγωδία που έζησε ο τόπος μας και τα ανθρώπινα ράκη, σωματικά και ψυχικά, ως αποτέλεσμα της γερμανικής εισβολής - να θυμίσω το αριστούργημα του Ιάκωβου Καμπανέλλη "Μαουτχάουζεν". Θα έλεγε κάποιος ότι δεν υπάρχει κάτι πια που δεν έχει ειπωθεί γι' αυτήν την εποχή. Κι όμως, η Τέσυ, με την ευαισθησία και τον πλούτο που τη χαρακτηρίζουν, μας δίνει τη δική της ιστορία, τη δική της άποψη και κατάθεση ψυχής για την ανθρώπινη περίπτωση. Η ματιά της, σκληρή και αμείλικτη, αληθινή και κυνική συγχρόνως όμως τρυφερή και ευαίσθητη, βαθιά και διεισδυτική. Και κάπου εκεί, η Κατίνα και ο Θέμελης, οι αντιφατικοί της ήρωες, η υποταγή και η βαναυσότητα, η αγάπη και η ζήλια, η αλαζονεία και η ταπεινότητα.
Πόση ζάχαρη χρειάστηκε η Κατίνα να πασπαλίσει την πικρή ζωή της και τη ζωή του Θράσου; Και ο Θέμελης; Ηταν η θυσία της Κατίνας, ζάχαρη για τη δική του ζωή; Ή απλώς τον χρησιμοποίησε για να δικαιώσει το ανεκπλήρωτο όνειρό της για γράμματα και μόρφωση; Η Τέσυ μπήκε βαθιά μέσα στην αθρώπινη ψυχή, έφτασε το μαχαίρι στο κόκκαλο, τη διάβασε και την ένιωσε, έσκυψε με απέραντη τρυφερότητα σε όλους τους ήρωές της - Κωνσταντάκαινα, Αντωνία, Σήφη, Μαρίτσα - τους πήρε από το χέρι και έσυρε μαζί τους το χορό στα βουνά και τις θάλασσες της ανθρώπινης περιπέτειας. Πόση ζάχαρη χρειάζεται το φαγητό μας, πόση η ζωή μας; Πόσο συχνά; Κι αν κουραστούμε; Πόσο αντέχουμε; Και πόση ζάχαρη στα όνειρά μας; Γιατί κι αυτά, καμιά φορά, τα σκοτεινιάζει η ζωή........
Λίγη ζάχαρη να ρίξεις
στην πληγή σου από πάνω
να γλυκάνει η ψυχή σου
να γελάσει η καρδιά σου
Κι αν η αγάπη σε πονάει
και τα δάκρυα πλημμυρίζουν
βάλε ζάχαρη να γίνει
πιο γλυκιά η θύμησή σου
Δάκρυα και πόνοι φεύγουν
θάλασσες που ημερεύουν
ένα είναι το γιατρικό
ζάχαρη το μυστικό!

Τέσυ, σ' ευχαριστούμε που πασπαλίζεις με ζάχαρη τις στιγμές που αναζητούμε το κάτι άλλο στη λογοτεχνία μας!

Τετάρτη, 7 Αυγούστου 2013

Το μυστικό ήταν η ζάχαρη από τον Πάνο Τουρλή στο captainbook.gr

"Το τρίτο στεφάνι του 21ου αιώνα!
Λυρικό, μεστό, άμεσο, γρήγορο,
 πλούσιο, ανθρώπινο, βαθύ,
 ειλικρινές, ωμό, περιεκτικό,
 ένα βιβλίο που θα το θυμάμαι για χρόνια!"

Ο Πάνος Τουρλής υπογράφει τη δική του κριτική για Το μυστικό ήταν η ζάχαρη στο captainbook.gr. Τον ευχαριστώ πολύ για τα τόσο κολακευτικά του λόγια αλλά και τις παρατηρήσεις του.
https://www.captainbook.gr/shop/?main_page=wordpress&p=8990

Το Τρίτο στεφάνι του 21ου αιώνα! Λυρικό, μεστό, άμεσο, γρήγορο, πλούσιο, ανθρώπινο, βαθύ, ειλικρινές, ωμό, περιεκτικό, ένα βιβλίο που θα το θυμάμαι για χρόνια! Νιώθω πως ήρθε η ώρα να αποστασιοποιηθώ λίγο από το διάβασμα, \"να κατακάτσει ο κουρνιαχτός\" που λέω, να τακτοποιήσω μέσα μου τα συναισθήματα που γεννήθηκαν διαβάζοντας αυτό το βιβλίο και μετά να συνεχίσω. Ειλικρινά δεν έχω λόγια και ας φανεί ψεύτικο το εκθείασμα που ακολουθεί. Βιβλίο που σε αρπάζει από την αρχή στη δίνη των περιπετειών του, σου χαρίζει ένα ματσάκι βασιλικό και σου λέει, προχώρα, ξεφύλλισέ με. Αν διαβάζεις ένα βιβλίο κι αρχίζεις να υπογραμμίζεις άνα μία σελίδα ήδη από τις πρώτες είκοσι (προτάσεις, σκέψεις, αποφθέγματα, συναισθήματα), ε, τι άλλο να πει κανείς...Έκλαψα, συγκινήθηκα, πόνεσα, δυσανασχέτησα, ξαφνιάστηκα, γέλασα. Ήθελα να διαβάσω παρακάτω κι άλλο παρακάτω κι άλλο. Ένα βιβλίο που το συνιστώ ανεπιφύλακτα!
Αν διαβάσετε την περίληψη στο οπισθόφυλλο θα καταλάβετε ότι η Κατίνα είναι η πρωταγωνίστρια και το βιβλίο αφορά εκείνη αποκλειστικά. Κι όμως, στο πρώτο μέρος τουλάχιστον, διαβάζουμε για την οικογένειά της, για τις περιπέτειες, τα πάθη, τους έρωτες, τις ανατροπές, τις ζήλιες όλων των δικών της και αποκτάμε μια πολύ τρυφερή και όμορφη εικόνα για το Αρμενοχώρι της Κρήτης. Χωρίς να γίνεται κουραστικό, χωρίς να χάνεις τον μπούσουλα ποιος είναι ποιος, παρακολουθούμε τη ζωή της Μαρίας Κουτσουρέλη ή Κωσταντάκαινας (συζύγου δηλαδή του Κωσταντή). Στο δεύτερο μέρος η Κατίνα παντρεύεται και φεύγει στη Δραπετσώνα. Ήθη, έθιμα, κουλτούρα, νοοτροπία, άγραφοι νόμοι, προικιά, απελπισία, αδιέξοδα, πόθος μέσα από την ιστορία αυτών των δύο γυναικών.
Στο πρώτο μέρος έχουμε την ιστορία της οικογένειας Κουτσουρέλη από την ένωση της Κρήτης ως τη λήξη του Εμφυλίου. Σε κανένα σημείο του βιβλίου δεν έχουμε καταναγκαστική τοποθέτηση των γεγονότων σε κάποιο χρονικό σημείο της Ιστορίας. Η Ένωση, ο Βενιζέλος, η κήρυξη του πολέμου είναι κάπου στο βάθος, στο εκράν της ζωής των γυναικών και κάπου κάπου τις παρενοχλεί. Με εξαιρετικό γράψιμο, στυλ, ντοπιολαλιά, άφθθονα καλολογικά στοιχεία, μεταφορές και παρομοιώσεις, ζούμε σε αυτό το ορεινό χωριό του Κισάμου, όπου η γυναίκα υπακούει στον άντρα της, είναι νοικοκυρά, είναι μαζεμένη, ανατρέφει τα παιδιά της, έχει περιορισμένες εξόδους, έχει όλο το νοικοκυριό στην πλάτη της, φροντίζει τα ζώα της, μαγειρεύει, δεν αντιμιλά, δεν παραπονιέται, απλώς υπακούει. Το παράπονο της Μαρίας είναι διπλό, γιατί όταν την απήγαγαν από τον πατέρα της, άλλον νόμιζε για γαμπρό κι άλλος την παντρεύτηκε! Ο αδερφός του άντρα της, μετά το γάμο, φεύγει για την Αθήνα γιατί δεν αντέχει τον πόνο που νιώθει να βλέπει παντρεμένη τη γυναίκα που αγάπησε τη νύχτα της απαγωγής της.
Για το λόγο αυτόν η Κατίνα καταπνίγει τα όνειρά της να συνεχίσει τις σπουδές στο γυμνάσιο. Ο πατέρας της το απαγορεύει και δε σηκώνει κουβέντα. Η μάνα, για να τη γλυκάνει, τη συστήνει σε μια μοδίστρα, τη Μαρίτσα, και το κοριτσάκι αφοσιώνεται στις μεταποιήσεις και στο ράψιμο. Με το ξέσπασμα του Β΄ Παγκόσμιου πολέμου, οι άντρες του χωριού τρέχουν στο μέτωπο. Το 1941 η μάχη της Κρήτης είναι σκληρή αλλά το νησί υποκύπτει στην μπότα του τυράννου. Ζούμε τα σκληρά αντίποινα που έκαναν οι Γερμανοί στα χωριά, λυσσασμένοι από τη λυσσώδη αντίσταση που συνάντησαν από τους απομείναντες απλούς και αδύναμους χωρικούς. Ζούμε το θρήνο, την αδικία, τα βασανιστήρια, την πίκρα, την πείνα.

Στο δεύτερο μέρος, η Κατίνα είναι παντρεμένη με τον Θέμελη, ρεμάλι της Δραπετσώνας και μόνη της ελπίδα να φύγει από το χωριό και να μεγαλώσει ένα παιδί που θα το σπουδάσει και θα μάθει γράματα και θα γίνει καλύτερο παιδί από αυτήν την αγράμματη. Η ζωή με το Θράσο είναι δύσκολη: τη ζηλεύει, τη δέρνει αλλά δεν μπορεί μακριά της. Η Κατίνα του βρίσκει πάντα μια δικαιολογία και αρνείται να δει την πραγματικότητα: αυτός της έτυχε, αυτός είναι το μέλλον της. Η αδερφή της, Αντωνία, που παντρεύτηκε τον κολλητό του Θέμελη, ζει δίπλα της και καθημερινά τσακώνονται μπας και \"πάρει μπρος\" αλλά μάταια. Ο Θέμελης είναι μπλεγμένος με τεκέδες και χασίσια, με ναργιλέδες και τη Ρόζα, μια ναζιάρα χορεύτρια που του χαρίζει απλόχερα ό,τι του σττερεί η γυναίκα του. Η ζωή του δεν αλλάζει ούτε όταν αποκτά τον Θράσο, τον γιο του. Η Κατίνα πόσο θα αντέξει δίπλα σε αυτόν τον άντρα; Πόσο πολύ τον αγαπά που να δέχεται όλα του τα λάθη και να μην καταφέρνει να φύγει από κοντά του; Πώς θα αντιδράσει όταν μάθει η Ρόζα του έκανε και παιδί; Τελικά αξίζει να το σκάσεις από μια κλειστή κοινωνία για να ζεις σε έναν γάμο ασφυκτικό; Η μυρωδιά του βασιλικού θα διώξει τα κακά πνεύματα από τη ζωή τους; Η Παραγκούλα που χτίσανε με τη λιγοστή αγάπη τους θα αντέξει στον τυφώνα της ανοικοδόμησης;
Κι όλα αυτά είναι ελάχιστα από όσα διαδραματίζονται στο βιβλίο, περιστατικά, εικόνες, γεγονότα, άνθρωποι. Δεσμοί, χωρισμοί, βεντέτες, αίμα και θάνατος, ζάχαρη και βασιλικός. Το μυστικό λοιπόν είναι η ζάχαρη για να μην πικραίνει το φαγητό. Βάζε λίγη ζάχαρη στη ζωή σου για να μη νιώθεις την πίκρα της και να μπορείς να ξεγελάσεις τον εαυτό σου πως όλα είναι ένα κακό όνειρο. Κι αν το παραμύθι που ξεκίνησες να διαβάζεις σου βγάλει δράκο αντί για πρίγκηπα συνέχισε να διαβάζεις, γιατί έτσι πρέπει, γιατί αυτό είναι το δικό σου παραμύθι και σου πρέπει, οπότε συνέχισε. Στο εξώφυλλο του βιβλίου έχουμε δύο πορσελάνινα φλυτζάνια, δανεικά από την πεθερά της Κατίνας, τα μόνα που ανέδιδαν μια πολυτέλεια στη φτωχική της κάμαρη. Γεμισμένα με ματσάκια βασιλικό, ματσάκια που χαρίζουν απλόχερα το άρωμά τους και σε γαργαλάνε να χαμογελάσεις έστω και λειψά, αρκεί να συνεχίσεις παρακάτω. Την ιστορία την αφηγείται η ίδια η Κατίνα στα βαθιά της γεράματα στη γυναίκα του γιου της, του Θράσου, βυθισμένη στη λήθη ενός ελαφρού Πάρκινσον.
Το βίντεο παρουσίασης του βιβλίου δίνει ακόμη πιο έντονη εικόνα των εποχών, των καταστάσεων, των χαρακτήρων, της πραγματικότητας που αφηγείται η συγγραφέας.
Το μόνο άσχημο σημείο του βιβλίου, ή μάλλον περιττό, είναι η αφήγηση της μοδίστρας Μαρίτσας, που μετααφέρθηκε σο στρατόπεδο συγκέντρωσης του Άουσβιτς ως εργάτρια μαζί με χιλιάδες άλλους αθώους και κακόμοιρους, όπου γνώρισε τον Σήφη, τον άντρα που εγκατέλειψε το νησί του για να μην αντικρίζει τη Μαρία που αγάπησε παντρεμένη. Η Μαρίτσα και ο Σήφης μοιράζονται τις δυσκολίες τους ως το το τραγικό τέλος του αποχωρισμού και το βιολί που της ζήτησε να το χαρίσει στη Μαρία του η Μαρίτσα, όταν κατάφερε να γυρίσει στην Κρήτη, το έφερε αμέσως στη Μαρία. Πολλές σελίδες κράτησε αυτή η ιστορία, χωρίς να δίνουν κάτι παραπάνω στο κείμενο. Αντιθέτως, ανακόπτουν την πορεία της αφήγησς και την εξέλιξη της ιστορίας της Κατίνας. Παραδέχομαι ότι αυτές τις σελίδες δεν τις διάβασα. Αν ήθελε η συγγραφέας να κλείσει τον κύκλο αυτής της εκκρεμότητας, θα μπορούσε να βρει έναν άλλο τρόπο, εξίσου ωραίο με το κλείσιμο της ιστορίας της Ρόζας, η οποία ιστορία έληξε τραγικά και ρομαντικά ταυτόχρονα (διαβάστε, διαβάστε).
Γάμοι λοιπόν, όνειρα, ελπίδες, προσδοκίες, αποδοχή, στωικότητα, ανεκτικότητα, δοτικότητα, φιλαλληλία, αγάπη, ένα πλήθος από συναισθήματα ξεχειλίζουν από αυτό το βιβλίο και ειλικρινά δε θα θέλετε να το αποχωριστείτε.

Από χαρακτηριστικά αποσπάσματα τι να πρωτοδιαλέξω;

\"\"Έχει περάσει τα ογδόντα, μα είναι κάποιες φορές που οι αναμνήσεις βαραίνουν στη ζωή περισσότερο από τα χρόνια, σα ρυτίδα χαραγμένη στην ψυχή. Ακόμη κι όταν ο χρόνος χαρίσει τη λήθη, ακόμη κι όταν τα γεράματα αναγκάσουν το νου να ξεστρατίσει σε ανώδυνα πια μονοπάτια, εκείνες επιμένουν να βρίσκονται εκεί, κρυμμένες βαθιά στα φυλλοκάρδια... Κοιτάζω τα χέρια της, έτσι όπως τα δάχτυλά της κρατούν σφιχτά το ποτήρι. Αδύναμα και ξερακιανά, γεμάτα καφέ κηλίδες, ζαρωμένα, χέρια ανθρώπου που δούλεψαν πολύ, που σκούπισαν πολλά δάκρυα, χέρια που η ζωή τούς στέρησε το χάδι, χέρια πονεμένα, που αρκεί μόνο μια στιγμή να τα κοιτάξει κανείς για να δει πόσο παράπονο μαζεύτηκε εκεί, μέσα στις βαθιές αυλακιές που ο χρόνος τόσο ανάλγητα, χάραξε πάνω τους\" (σελ. 12).

\"Ένα τσακισμένο καράβι απ\' τη φουρτούνα της ζωής, ένα ναυάγιο πεταμένο σε μια ανεμοδαρμένη ακτή μοιάζει να είναι ό,τι έχει απομείνει πια από αυτή τη γυναίκα. Αρκεί μια στιγμή να κοιτάξει κανείς τα μάτια της για να δει το παράπονο που πλανιέται στη γαλάζια τους θάλασσα. Και ο έβενος που στόλιζε βοστρυχωτά το κεφάλι της έχει γίνει τώρα πια χιονάτο μπαμπάκι που ασημίζει καθώς το φως παίζει πάνω του\" (σελ. 12-13).

\"Ο χρόνος είχε κάνει καλά τη δουλειά του! Την κοιτούσα και τον έβλεπα μπροστά μου να χτυπά με τη σμίλη του, αργά, σταθερά, μονότονα, ακατάπαυστα, χρόνια τώρα, την αγαλματώδη επιφάνεια της ψυχής της. Ό,τι είχε κάποτε υπάρξει οδυνηρό είχε σβηστεί για πάντα από τη μνήμη της κι ένα μακάριο χαμόγελο διαγραφόταν επάνω στο πρόσωπό της, φιλοτεχνώντας το πορτρέτο της λήθης επάνω στον γέρικο καμβά του\" (σελ. 19).

\"Το μυστικό είναι η ζάχαρη, κόρη μου. Μια σταλιά χρειάζεται, εκεί στη μύτη του κουταλιού, και φτάνει για να γλυκάνει όλη η δόση, κι ύστερις να τα γεύεσαι και να σου μένουν αξέχαστα. Μα θέλουνε κι αυτά την τέχνη τους, μη θαρρείς πως εύκολα μπορεί κανείς να τα σιάξει...Το μυστικό είναι η ζάχαρη, λοιπόν, σκέφτηκα. Η ζάχαρη που απαραιτήτως έβαζε στο φαΐ της, στα γλυκά της, στη ζωή της. Μια σταλιά, όπως έλεγε, μια πρέζα ζάχαρη και η ζωή γίνεται πιο γλυκιά κι αντέχεται. Αναρωτιέμαι πόση ζάχαρη κατάφερε να ρίξει επάνω στη δική της ζωή, πόσα τεχνάσματα επινόησε για να τη γλυκάνει και να μπορέσει να τη ζήσει\" (σελ. 21).

\"Τον κοιτούσε που έπαιζε και που κάθε τόσο έριχνε ματιές προς το παράθυρο της Μαρίας. Έστελντε τις νότες του, μία μία, όμοια ατίθασα πουλιά, να της μιλήσουν για όσα δε θα μπορούσαν να ζήσουν ποτέ μαζί, για όσα δε θα μπορούσαν ποτέ ούτε να σιγοψιθυρίσουν. Κι εκείνη, πίσω από το δικό της κλειστό παράθυρο, μάζευε ένα ένα εκείνα τα πουλιά και τα τάιζε με την ανυπόταχτη ανάγκη της να του τα πει όλα όσα ένιωθε. Νόμιζε πως δεν την έβλεπε, πως το σκοτάδι του δωματίου της την είχε αγκαλιάσει τρυφερά και την προστάτευε. Το αναμμένο καντήλι όμως που κρεμόταν πάνω από το εικόνισμα στον τοίχο, λαθροφώτιζε το δωμάτιό της, σχηματίζοντας σκιές που διέγραφαν πιο λάγνα τη λιγνή της σιλουέτα. Και κάθε του δοξαριά γινόταν μαχαιριά στα σωθικά της\" (σελ. 67).

\"Μόνο η Μαρία, η νύφη του, κατάλαβε πως ο Σήφης είχε περάσει από κει απ\' το βαζάκι με το πετιμέζι που βρήκε δίπλα στον τάφο της πεθεράς της την επόμενη μέρα που πήγε να της ανάαψει το καντήλι. Τόσα χρόνια σφραγισμένο κι άθικτο το είχε μαζί του, μην τύχει και του τελειώσει και γι\' αυτό δεν το πείραξε. Μια κουταλιά μάνας φυλαγμένη μέσα σ\' ένα γυάλινο βαζάκι, ερμητικά κλειστό, μην τυχόν χαθεί έστω και μια σταλιά από την πολύτιμη ανάμνησή της\" (σελ. 71).

\"...τα όνειρα βρίσκουν μια χαραμάδα, τα αφιλότιμα, ίσα που χωρούν, στριμώχνονται με πείσμα, όμως και να που τα καταφέρνουν και περνούν μέσα στο νου, μπαίνουν μέσα του βαθιά, ριζώνουν κι ύστερα δύσκολα κανείς τα ξεριζώνει\" (σελ. 100).

\"-Τόσο πολύ τα αγαπάς, καλέ μάνα, τα λιόδεντρα;...-Σαν τα παιδιά είναι. Και κάθε φορά που πονάμε εκείνα μας συμπονούν. Κάθε χαρακιά πάνω στο σώμα τσι ένα δικό μας αχ είναι. Έτσι έλεγε κι η μάνα μου η δόλια, Κατινάκι μου, έτσι κι οι παλιές κυράδες, πως δηλαδή κάθε φορά που το δικό μας δεντρί βγάνει και μια χαρακιά, ή μια κουφάλα μεγαλώνει επάνω στο κορμί του το κακορίζικο, είναι \'πειδή πονάει η δικιά μας η καρδιά..Γι\' αυτό τ\' αγαπάω, κόρη μου, επειδή οι λαδολιές μας είναι το σπίτι μας, η οικογένειά μας, η Κρήτη μας\" (σελ. 110).

\"Μια κραυγή της Βασιλικώς κι ο άτυχος νέος σωριάστηκε καταγής επάνω στις πεσμένες ελιές. Μια κηλίδα αίμα κι ένας σπασμός, τίποτε περισσότερο. Μια κηλίδα αίμα που απλώθηκε στη γη, σκορπίζοντας τα είκοσι χρόνια του παιδιού όπως σκορπίζει ο άνεμος τα άλικα πέταλα ενός λουλουδιού που ξεχάστηκε παίζοντας μαζί του. Το καστανό του δέρμα εσκίστηκε σαν το χασέ στα δυο κι η λίμνη που σχηματίστηκε αναμείχθηκε με τον ιδρώτα κι έγινε ένα με το λευκό πουκάμισο που κόλησε πάνω του, εκεί ακριβώς στο μέρος της καρδιάς, αφήνοντας να διαγράφεται στο σφριγηλό του σώμα ο πόνος που το έκανε να σπαρταρά\" (σελ. 113-114).

\"Τότε το σήκωνε μέχρι το στόμα της, χαμογελούσε στις αναμνήσεις της νιότης της και μονορούφι κατέβαζε το κρασί, για να μη βλέπει την εικόνα που την τρόμαζε. Την εικόνα της γερασμένης απώλειας των ονείρων που αντανακλούσαν τα μάτια της, την εικόνα των τραυματισμένων ψευδαισθήσεων που στάλαζαν ρυθμικά στο περβάζι της ζωής της\" (σελ. 125).

\"Κι η Κατίνα κατάλαβε για πρώτη φορά πως είναι να συμβιβάζονται τα όνειρά σου στο παιχνίδι της ζωής, πώς είναι να γεύεσαι έστω και μια μικρή σταγόνα τους, όταν η ζωή αποφασίζει να σου στερήσει τη χαρά της καταιγίδας του. Κατάλαβε πώς είναι να ρίχνεις στην καρδιά σου μια πρέζα ζάχαρη για να γλυκάνεις τον πόνο σου. Γιατί αυτό ακριβώς είχε κάνει εκείνη την ώρα η μάνα της. Μια πρέζα ζάχαρη της είχε δώσει, με την ελπίδα να αλλάξει τη ζωή της και να γίνει μοδιστρούλα. Αφού για το σχολείο ο πατέρας της ήταν αδύνατον να πει το ναι, θα τον έπειθε εκείνη να στείλουν το παιδί να μάθει μια τέχνη\" (σελ. 127).

\"Έσφιξε στο στήθος της το βασιλικό κι από εκείνη τη στιγμή κι ύστερα έγινε η μυρωδιά του ένα αναπόσπαστο κομμάτι μνήμης στη ζωή της, ένα αεράκι μάνας που είχε πάντα κοντά της και που, όσα χρόνια και αν πέρασαν, όσο μακριά κι αν βρέθηκε από τη μητρική αγκαλιά, δεν έπαψε ποτέ να τη νιώθει κοντά της. Έμεινε πάντα στη ζωή της μια σταλαγματιά ψευδαίσθησης ακουμπισμένη στο περβάζι των ονείρων της, μια σταλαγματιά μάνας μέσα στην καρδιά της, που πάντα μοσχομύριζε\" (σελ. 130).

\"Κάθε τόσο μια μάνα εντόπιζε το παιδί της και οι θρήνοι ξέσκιζαν τα σωθικά της κι έφταναν ως τον ουρανό, που ξένοιαστος για ό,τι συνέβαινε στη γη έμοιαζε να τρέχει, όμοια γαλάζιο άλογο, ανάμεσα στα σύννεφα\" (σελ. 197).

\"Συμβαίνει, άλλωστε, καμιά φορά να αγαπήσει κανείς εκείνον που τον δυναστεύει, επειδή ακριβώς αυτό που έχει καταφέρει πρωτίστως ο δυνάστης να κάνει είναι να διαβρώσει την ψυχή του θύματός του, ώστε το ίδιο το θύμα να μην μπορεί να διακρίνει ότι υπάρχει ζωή μακριά του\" (σελ. 432).

\"Η μπουλντόζα είχε ήδη ολοκληρώσει το έργο της κι είχε προχωρήσει στα επόμενα σπίτια. Ό,τι είχε κάποτε υπάρξει έχασκε κομματιασμένο στο έδαφος. Και μαζί του όλα όσα οι ένοικοί του είχαν ζήσει μέσα στους υγρούς χώρους αυτού του σπιτιού. Χαρά, θλίψη, υποσχέσεις, λόγια, αγάπη, ζήλια, μίσος και έρωτας. Παιδικές αγκαλιές και δάκρυα, ανακατεμένα όλα μαζί, πεταμένα ανάμεσα στα χαλάσματα\" (σελ. 474).

Πάνος Τουρλής

Τρίτη, 6 Αυγούστου 2013

Οι αναγνώστες γράφουν... Το μυστικό ήταν η ζάχαρη, Άννα Κοντίδου

Μια πολύ όμορφη κριτική έστειλε η φίλη Άννα Κοντίδου για Το μυστικό ήταν η ζάχαρη και την ευχαριστώ πολύ!

Άννα Κοντίδου
«Το μυστικό ήταν η ζάχαρη»,Τέσυ Μπάιλα.
Μόλις γύρισα την τελευταία σελίδα αυτού του υπέροχου βιβλίου και το πρώτο πράγμα που σκέφτηκα ήταν πως πρόκειται για ένα μυθιστόρημα που,έστω και μέσα από τη φαντασία μου,ικανοποίησε στο έπακρο όλες μου τις αισθήσεις.Την ακοή,καθώς άκουγα τα ξύλα να τριζοβολούν μέσα στο τζάκι την ώρα που τα έγλυφε η φωτιά ή τους μελωδικούς ήχους του βιολιού και της κρητικής λύρας.Την αφή,όταν αισθανόμουν να χαϊδεύω μαζί με το Κατινάκι τις λέξεις πάνω στο παλιό της αναγνωστικό.Την όσφρηση,καθώς η ευωδιά του βασιλικού,του δυόσμου και του φρεσκοψημένου ψωμιού,διάχυτη μέσα σε κάθε σελίδα του βιβλίου,έφτανε στα ρουθούνια μου και με γέμιζε αγαλλίαση.Τη γεύση,όταν η Κατίνα έφτιαχνε τις τυρόπιτες με την κρητική μυζήθρα που έλιωσε στο στόμα,τον δυόσμο και εκείνη τη μια πρέζα ζάχαρη για να γλυκαίνει μια στάλα τη ζωή.Μα πάνω απ’όλα την όραση.Γιατί μέσα από τις ολοζώντανες,σχεδόν κινηματογραφικές περιγραφές της Τέσυς Μπάιλα,είδα όλη τη ζωή των ηρώων της να περνά καρέ καρέ μπροστά από τα μάτια μου.Έζησα τη φρίκη του πολέμου και τα εγκλήματα που συντελέστηκαν στην Κρήτη κατά την περίοδο της Κατοχής και του Εμφυλίου.Βίωσα μαζί με την Κατίνα όλες τις ταπεινώσεις και τις κακουχίες που πέρασε δίπλα σε έναν άντρα δυνάστη που ίσως και να έκανε ό,τι έκανε μόνο από αγάπη.
Με γλώσσα γλαφυρή και χρησιμοποιώντας άψογα την κρητική ντοπιολαλιά,η συγγραφέας καταφέρνει να συνθέσει ένα μυθιστόρημα που αξίζει να διαβαστεί οπωσδήποτε!!!
Το μυστικό της Κατίνας ήταν η ζάχαρη,που έβαζε στο φαϊ της,στα γλυκά της,στη ζωή της,για να την κάνει πιο γλυκιά και ν’ αντέχεται.Το μυστικό της Τέσυς Μπάιλα είναι η μαγευτική γραφή της,που παρασύρει τον αναγνώστη και τον κάνει κομμάτι της ιστορίας της και συμπρωταγωνιστή των ηρώων της.
Μέσα από την καρδιά μου,εύχομαι κάθε επιτυχία στη γλυκιά μας Τέσυ και περιμένω με αγωνία το επόμενο βιβλίο της!!!!