Τρίτη, 28 Μαΐου 2013

Σιγανά, σιγανά πατώ τη γη – Κώστια Κοντολέων, culturenow.gr

Από την Τέσυ Μπάιλα:http://www.culturenow.gr/21492/book-review-sigana-sigana-patw-sth-gh-kwstia-kontolewn

Ανομολόγητα, παράλογα πάθη, στοιχειά που γυρίζουν για να πάρουν όλα όσα ο θάνατος τους στέρησε, κορδέλες στο χρώμα του αιμάτινου πάθους, μάτια σμαράγδια, παθιασμένοι σπασμοί καραβιών και θαλασσινά αγκαλιάσματα, γαλάζιες ματιές που δεν αντέχονται, κεχριμπαρένιες βέρες, γάμοι και έρωτες μοιρασμένοι ανάμεσα σε ανθρώπους και στοιχειά, αιώνιες υποσχέσεις που στροβιλίζονται στο χρόνο, παιδιά που σπέρνονται σε ξένη μήτρα, νυφιάτικα τραγούδια, μαχαίρια τσέτικα, πατρίδες χαμένες και πατρίδες μητριές, σπονδές που γίνονται με πορσελάνινες κούπες για να απομακρυνθεί το κακό, ζωές και πάθη πλεγμένα σε ιστούς αράχνης, είναι μερικά μόνο από τα στοιχεία που συνθέτουν τον μικρόκοσμο αυτού του εξαιρετικού βιβλίου της Κώστιας Κοντολέων που επανακυκλοφόρησε πρόσφατα από τις εκδόσεις Έναστρον.
Κι ο μελωδικός του τίτλος, Σιγανά, σιγανά πατώ τη γη μοιάζει να δίνει ρυθμό σε ολόκληρο το κείμενο και στην εσωτερική φωνή της συγγραφέως, προετοιμάζοντας τον αναγνώστη, από το εκπληκτικά φιλοτεχνημένο εξώφυλλό του από την Ελευθερία Γεωργιάδου κιόλας, για όλα όσα θα διαβάσει ανοίγοντας αυτό το μικρό βιβλίο, ένα βιβλίο κυριολεκτικά κόσμημα στο χώρο του νεοελληνικού διηγήματος.
Η Κώστια Κοντολέων υπογράφει έντεκα διηγήματα που συνδέονται μοναδικά μεταξύ τους με έναν αόρατο δεσμό που λειτουργεί ως αρχιτεκτονικός ιστός στο συγγραφικό οικοδόμημα της. Μια λέξη, ένα σύμβολο, ένα όνομα, ένας τόπος, μια ιδέα που εμφανίζονται εκ νέου σε κάποιο επόμενο διήγημα κι όλα αυτά μαζί γίνονται η αφορμή για να διαπιστώσει ο αναγνώστης τη μεταξύ τους σχέση αλλά και τη σχέση των διηγημάτων στο χρόνο και την ιστορία. Άλλωστε η Ιστορία μόνο ως προυποθετική αρχή υπάρχει στο βιβλίο για να οριστεί καλύτερα η βιωμένη μνήμη των ηρώων αφού η Ιστορική καταγραφή δεν είναι το ζητούμενο στο συγκεκριμένο βιβλίο.
Ο ελληνισμός της Μικρασίας από τη μια, ο ελληνισμός των απέλπιδων ονείρων και της καταστροφής που προσπαθεί να αναιρέσει τον πόνο και την απώλεια αλλά που στέκεται με αξιοπρέπεια στην πραγματικότητα μιας νέας «μητριάς» πατρίδας αποτελεί μόνο μια συμβολική προσέγγιση της μυθοπλασίας. Από την άλλη, ο υπερβατικός ρεαλισμός και το ατίθασο πεπρωμένο δίνουν στο αφηγηματικό σύμπαν των ηρώων εκείνο τον σφιχτό δεσμό που ταυτολογεί τα διηγήματα ως ένα αυτόνομο τελικά και ενιαίο κορμό, παρόλο που μπορεί κανείς να τα διαβάσει και εντελώς ανεξάρτητα ή με οποιαδήποτε σειρά χωρίς ούτε μια στιγμή να χαθεί η αφηγηματική τους μαγεία.
Με τη νωχελικότητα της νοσταλγίας και τον αέρα της θλιβερής ομορφιάς οι ήρωες της Κοντολέων «ταξιδεύουν σε θάλασσες και στεριές, μεταδίδουν τη γλύκα της ρώγας του σταφυλιού, κεντάνε τη θάλασσα στα λινά και τους χασέδες των ονείρων, αναμετρούν την ώρα που τα στοιχειά κι οι δαίμονες γυρίζουν στα σκοτάδια τους», ακροπατώντας σιγανά και απαλά όμοια όπως και η δημιουργός τους, με τη σιγαλή ευγένεια ψυχής που τη διακρίνει, σιγανά αλλά αποφασιστικά αφήνει το δικό της χνάρι στην ελληνική λογοτεχνία.
Ο Μαγικός ρεαλισμός είναι ένα ακόμη στοιχείο που η Κώστια Κοντολέων εκμεταλλεύεται στη συγγραφή τούτου του βιβλίου. Μια ερωτική πνοή διαπνέει τα διηγήματά της, ανατολίτικοι θρύλοι μετατρέπονται σε αναπόσπαστο κομμάτι της δημιουργίας τους και όλα συλλειτουργούν σε μια μελωδία γραφής με τα μαγικά στοιχεία να εμπλέκονται στο ρεαλιστικό γίγνεσθαι των διηγημάτων και να τους προσδίδουν την απαραίτητη ποιητική διάσταση.
Κείμενα γοητευτικά, με την ευαισθησία της σκληρής πραγματικότητας αναμεμειγμένη με την υπερρεαλιστική αναμέτρηση των γεγονότων, γραμμένα με έναν διάχυτο και ρέοντα λυρισμό που προσδίδει στις περιγραφόμενες σκηνές την ομιχλώδη υγρασία του φανταστικού, ακριβώς όπως ο ατμός στο λουτρό της Ραχήλ, και κάνει τις αισθήσεις του αναγνώστη να χαλαρώνουν και την ανάσα να κόβεται.
Η Κοντολέων όμως δεν ησυχάζει. Ισορροπεί επάνω σε αντιφατικούς μηχανισμούς, αιφνιδιάζοντας τελικά τον αναγνώστη της κάθε φορά. Ενώ έχει καταφέρει να θολώσει την αναγνωστική του διαδικασία με τους υδρατμούς της ποιητικής της ευαισθησίας να ακροβατεί στα μάτια του, άξαφνα μετατρέπει το λόγο της σε μαχαιριά, διατηρώντας ωστόσο την ίδια πάντοτε γλύκα και επαληθεύοντας τον Αριστοτέλη που έλεγε πως: «πίσω από κάθε πόνο υπάρχει ένα λάθος».
Η Κοντολέων σαγηνεύει σε τούτο το βιβλίο, συγκροτώντας έναν μικρόκοσμο ισχυρό και ταυτόχρονα ιδιότυπο, ποιητικό και παράλληλα θυελλώδες, στέρεο και μαζί υπερβατικό, σ’ ένα παιχνίδι ισχυρού πάθους ανάμεσα στην προσωπική μεταμόρφωση που επιχειρούν οι ήρωες και στην ανάγκη να ακουμπήσουν κάπου για να συνεχίσουν την εξελικτική τους πορεία μέσα στον αιώνιο χρόνο.
Ο Φλομπέρ έλεγε ότι: «κάθε έργο προς σύνθεση έχει τη δική του ποιητική που πρέπει να τη βρούμε» και το συγκεκριμένο έργο της Κώστιας Κοντολέων είναι γεμάτο ποιητικούς συμβολισμούς που εξεικονίζονται την ίδια στιγμή που η συγγραφέας χτίζει έναν υπερφυσικό κόσμο μέσα στον οποίο εντάσσει ήθη, έθιμα, πολιτισμική αισθητική μιας άλλης εποχής, παραδόσεις και θρύλους, εθνογραφικά στοιχεία που συχνά τα μεταφέρει μαζί με τους ήρωές της από την ανατολή, παραμύθια και αφηγήσεις που περνούν προφορικά σε μιαν άλλη εποχή και όλα αυτά καθορίζουν μια προσωπική μελέτη της συγγραφέως ανθρωπολογικής φύσεως με ιδιαίτερη σημασία, αφού η αναγνωστική διαδικασία γίνεται το κλειδί σε μια πολυεπίπεδη αφήγηση.
Σημαντική είναι ακόμα η σχέση της συγγραφικής γλώσσας με το εικονιζόμενο αποτέλεσμα. Η συγγραφέας με την αλχημεία του λόγου της επιβεβαιώνει τον ισχυρισμό ότι η γλωσσική εκφορά μπορεί να μοιάζει λιτή είναι όμως απόλυτα ισχυρής και μπορεί να εκφράσει ευθύβολα την ποιότητα ενός κειμένου. Άλλωστε η Κοντολέων, τόσο με την ιδιότητα της συγγραφέως όσο και της μεταφράστριας που διαθέτει, έχει ταχθεί κυριολεκτικά εδώ και κάμποσες δεκαετίες στον αγώνα να φέρει το κείμενό της στα μέτρα της γλωσσικής ομορφιάς κι εκεί να στήσει τις σκηνές της, πετυχαίνοντας έναν ισχυρό δεσμό ανάμεσα στον ήχο και το νόημα. Ηχητικά και ομιλούντα και τα ονόματα με τα οποία βαφτίζει τους ήρωές της. Η Μάγια, η Λυδία, η Ελβίρα, η μαγική μητέρα, η παπαδιαμαντική Κόνα Μαγώσα η Πιλαφού, η μοιραία λουτράρισσα Ραχήλ, ο Αλαφροΐσκιωτος, η Ραχιμπέ, ο Άγγελος. Ονόματα που η ηχητική τους εκφορά εξυπηρετεί τη μαγική ποιητική αίσθηση των διηγημάτων στον αναγνώστη.
Σιγανά η Κώστια Κοντολέων επιχειρεί κινήματα ψυχής με το έργο της αυτό. Και μετατρέπει την προσωπική της αγωνία για τη λογοτεχνία σε ένα κείμενο που «σαν ξόρκι» έρχεται να λύσει τα μυστήρια της γραφής και να οδηγήσει στην λύτρωση της συγγραφέως αλλά και στην κάθαρση της σύγχρονης ελληνικής λογοτεχνικής παραγωγής. Με βήματα σιγανά, τόσο σιγανά που ο ήχος τους ψιθυρίζει την επιθετική τους σιωπή και μας κάνει κοινωνούς σε μια ημίρρευστη αίσθηση δημιουργικής πνοής, μιας πνοής που είναι τελικά κεφαλαιώδους σημασίας.
Η Κώστια Κοντολέων είναι συγγραφέας και μεταφράστρια. Το μυθιστόρημά της Τα χρόνια του δράκου έχει βραβευθεί από την Εταιρεία Ελλήνων Λογοτεχνών. Έχει μεταφράσει περισσότερα από εκατό βιβλία μεταξύ των οποίων έργα των Τζόις Κάρολ Όουτς, Φίλιπ Πούλμαν, Τόμας Σάβατζ, κ.ά. Έχει τιμηθεί με διάφορα βραβεία, μεταξύ των οποίων το Κρατικό βραβείο Μετάφρασης 1992, η διπλή αναγραφή της στον τιμητικό Πίνακα της Διεθνούς Οργάνωσης Βιβλίων για την Νεότητα (ΙΒΒΥ) το 1996 και το 2004 και το βραβείο της Ελληνικής Εταιρείας Μεταφραστών Λογοτεχνίας το 2003.

Από το οπισθόφυλλο του βιβλίου Σιγανά, Σιγανά πατώ τη γη, εκδ. Έναστρον, σελ. 185:

"Η Ραχήλ, λουτράρισσα από τις πιο παλιές στα Δημόσια Λουτρά της Βασιλέως Κωνσταντίνου στο Παγκράτι, έβγαλε το γάντι το τραχύ, με την ανάποδη του χεριού της σκούπισε τον ιδρώτα από το μέτωπό της, ύστερα τα μακριά της δάχτυλα, μ’ εκείνα τα νύχια βαμμένα πάντα κόκκινα στο χρώμα της φωτιάς, χώθηκαν στο αναμαλλιασμένο της κεφάλι.

Τα μάτια της ταξίδεψαν, τάχα αδιάφορα, το σμαραγδένιο τους βλέμμα στη μισοσκότεινη γεμάτη υδρατμούς αίθουσα. Στάθηκαν φευγαλέα στα ιδρωμένα κορμιά έτσι όπως κάθονταν στις πέτρινες γούρνες του χαμάμ, παραδομένα στη χαύνωση της ζέστης.

Με μία μόνο κίνηση μάζεψε τις πυρόξανθες μπούκλες των μαλλιών της ψηλά και τις στερέωσε μ’ ένα χτένι φανταχτερό, παλιομοδίτικο, στολισμένο με πέτρες ψεύτικες και στρας που έβγαλε επιδεικτικά από την τσέπη της λευκής της ρόμπας."



Το βιβλίο επανακυκλοφορεί από τις Εκδόσεις Έναστρον.


Σάββατο, 25 Μαΐου 2013

Το πορτρέτο της σιωπής στο thinkfree.gr

Γράφει η Πασχαλία Τραυλού / Συγγραφέας – λογοτέχνης / tnomik11@yahoo.gr

Ο Χριστόφορος, ο ήρωας του βιβλίου, είναι ένας αναχωρητής του αισθητού, που έψαχνε το μονοπάτι της αυτογνωσίας μέσα από τις αισθήσεις. Αναζητούσε την αθέατη ομορφιά του κόσμου, την αόρατη φύση του. Δεν έψαχνε να βρει τον Ποιητή αλλά την ίδια την Ποίηση, την κρυμμένη καλά μέσα του. Ο Χριστόφορος, ένας ιδιόρρυθμος «ποιητής» και ο ίδιος, προσπαθούσε να ανακαλύψει την προσωπική ταυτότητα για να ορίσει τα όνειρά του.

«Το δοξάρι του άγγιζε τις χορδές, όπως ένα βλέμμα ξέρει να γλιστρά πάνω στην αγαπημένη σάρκα για να χαρίσει στοργή, με την τρυφεράδα του έρωτα ζωγραφισμένη πάνω του… Η ζωή του, άγκυρα ριγμένη στα σκοτεινά βάθη, στ’ άπατα ν’ αναζητά βράχο να δέσει και να σκουριάζει στην υγρή της αιχμαλωσία…»

Ο Χριστόφορος έχει δυο αγάπες: τη θάλασσα και τη μουσική. Δυο αγάπες που δεν συγκρίνονται και υπερνικούν οποιεσδήποτε άλλες. Ακόμη κι εκείνη της μάνας, της τραγικής Φωτεινής. Ακόμη κι εκείνης για τη σάρκα της γυναίκας που την αντιπροσωπεύει στο βιβλίο η Κατερίνα, η αγαπημένη του.

Η Φωτεινή είναι η κλασική φιγούρα της Ελληνίδας μάνας που επιθυμεί μια συμβατική ευτυχία για το παιδί της και απογοητεύεται όταν εκείνο επιλέγει δύσβατους δρόμους. Η Κατερίνα πάλι είναι η κλασική persona που αντιμετωπίζει με αξιοπρέπεια και θάρρος την επιθυμία φυγής του αγαπημένου της, παρόλο που γνωρίζει ότι στην κλειστή κοινωνία του νησιού διατρέχει τον κίνδυνο να πέσει θύμα των αυστηρών ηθών εξαιτίας της εξώγαμης κυοφορίας ενός παιδιού.

Μόνο ο παπά Μάρκος δέχεται την απόφαση του ήρωα χωρίς αντιρρήσεις και ενδοιασμούς, επειδή προφανώς είναι ο ήρωας που έχει καλύτερη επαφή με το ασύλληπτο, το αθέατο και το υπερβατικό.

«Τον καλεί ο Θεός… Πώς να τα βάλεις δόλια Φωτεινή, με τον Θεό;»

«Ο Θεός είναι για τον καθένα μας κάτι διαφορετικό. Μα παραμένει πάντα ένας ισχυρός άξονας και γύρω του περιστρέφονται ούλα. Όλοι αγωνιζόμαστε να βρούμε την ελπίδα, για να αντιμετωπίσουμε τον ίδιο μας τον εαυτό και να γίνουμε πραγματικοί άνθρωποι…. Ο Θεός δεν βρίσκεται μόνο στις εκκλησιές και στα μοναστήρια… Βρίσκεται παντού, μα πιο πολύ είναι εκεί όπου ο καθένας μας θέλει να φτάσει…. Ο δικός μου ο Θεός μου μιλάει κάθε πρωί κι εγώ του λέω τα μυστικά μου εδώ στο χωράφι»

Ιδιαίτερα γοητευτικός μυθιστορηματικός ήρωας, ο μυστηριώδης, σιωπηλός μοναχός Ιάκωβος που καταφθάνει στο Άγιο Όρος προκαλώντας διάφορες υποθέσεις, για να αποδειχτεί στην πορεία ότι προορισμός του δεν ήταν απλώς η ικανοποίηση μιας υπερφίαλης φιλοδοξίας για κάποιο βραβείο αλλά η συμμετοχή του στο παιχνίδι της αγάπης. Στην πορεία του βιβλίου ο Χριστόφορος, αναδεικνύεται σε ένα μοναχικό οδοιπόρο του κόσμου, που απαρνιέται την ομορφιά της ζωής για να μάθει στο τέλος ότι το νόημα της ζωής ήταν ακριβώς εκείνο που απαρνήθηκε.

Το πορτρέτο της σιωπής απέχει πολύ από το να είναι ένα ρομαντικό μυθιστόρημα και οι ήρωες είναι εξιδανικευμένοι. Η συγγραφέας καταλήγει στην εξύμνηση του έρωτα μέσα απ’ την άρνηση και όχι μέσα από τη βίωσή του. Μες στις σελίδες του βιβλίου υπάρχουν απαντήσεις για τα διαφορετικά ταξίδια ψυχής που επιλέγουν οι «αλλιώτικοι», εκείνοι που δεν βολεύονται με τις εύκολες λύσεις. Υπάρχουν απόψεις για τη μουσική, τα όνειρα, τον έρωτα, το Θεό και τους ανθρώπους. Υπάρχουν φωτογραφίες και πορτρέτα των σιωπών που είναι κρυμμένες πίσω απ’ την ανθρώπινη φλυαρία. Υπάρχουν χρώματα, αρώματα και αποφθεγματικές ρήσεις, συνεισφέροντας αρμονικά σε αυτό το παζλ της αισθητικής απόλαυσης.

Η Τέσυ Μπάλια επιχειρεί ήδη από το πρώτο της βιβλίο να απαρνηθεί τη γραμμική αφήγηση και να αποτολμήσει δύσκολες αναδρομές σε προγενέστερο χρόνο, χωρίς να μπερδεύει τον αναγνώστη καθώς οι μεταβάσεις της στον ενεστώτα γίνονται αβίαστα και αποκρυσταλλωμένα.

Την τεχνική της ωστόσο σηματοδοτούν επίσης, μοναδικά ευρήματα που κινούν την πλοκή της ιστορίας και διατηρούν αμείωτο το ενδιαφέρον. Σ’ αυτό συμβάλλουν αφενός η ιδιαίτερη μελέτη του μοναχικού βίου και οι σκηνοθετικές λεπτομέρειες, όσο και οι γνώσεις της στην τέχνη της φωτογραφίας που καθιστά τις περιγραφές τόσο των φωτογραφιών που χρησιμοποιεί η συγγραφέας όσο και τη γενικότερη εικονοπλασία του βιβλίου της, ιδιαίτερα αποτελεσματικές. Στη γλώσσα της συγγραφέως εύκολα διακρίνει κανείς επιρροές από την ποίηση του Ελύτη, τη μυθιστορηματική ατμόσφαιρα του Καζαντζάκη και τις ηθικέςς αξίες στο έργο του Σαμαράκη.

Το τέλος του βιβλίου ομολογουμένως ξαφνιάζει αλλά είναι η απόδειξη ότι η συγγραφέας δεν αποζητά στη λογοτεχνική της περιπέτεια τις εύκολες λύσεις. Κάνει ένα μακροβούτι στην ψυχή του ήρωά της τονίζοντας πως το σκοτάδι που υπάρχει στην ψυχή καθενός δεν ερμηνεύεται πάντα με τις πεπερασμένες δυνατότητες της λογικής. Η θλίψη και η μελαγχολία συχνά συντηρούνται επειδή αυτές μπορεί να αποτελούν αναπόσπαστο κομμάτι του ψυχισμού, κι αν ο άνθρωπος τις απαρνηθεί, παύει να είναι ο εαυτός του. Ο Χριστόφορος ανήκει στη χορεία αυτών των αλλιώτικων πλασμάτων που υπάρχουν για να υπενθυμίζουν ότι η ζωή δεν είναι γεωμετρία αλλά ακροβασία ανάμεσα στο φως και στο σκοτάδι.
http://www.thinkfree.gr/thinkculture/%CE%B2%CE%B9%CE%B2%CE%BB%CE%AF%CE%BF/%CE%BF-%CE%B1%CE%BD%CE%B1%CF%87%CF%89%CF%81%CE%B7%CF%84%CE%AE%CF%82-%CF%84%CE%BF%CF%85-%CE%B1%CE%B9%CF%83%CE%B8%CE%B7%CF%84%CE%BF%CF%8D

Δευτέρα, 13 Μαΐου 2013

Μαριέλ Μπαρμπερί, Η κομψότητα του σκατζόχοιρου, εκδ. Σύγχρονοι Ορίζοντες, Culturenow.gr


http://www.culturenow.gr/21271/book-review-miriel-mparmperi-h-kompsothta-toy-skatzoxoiroy
Δυο απροσδόκητες ηρωίδες σε μια πρωτοποριακή αφηγηματική δομή είναι τα κύρια χαρακτηριστικά αυτού του σπουδαίου βιβλίου που κυκλοφορεί σε μετάφραση της Ρίτας Κολαϊτη από τις εκδόσεις Σύγχρονοι Ορίζοντες.
Το βιβλίο το οποίο είναι το πρώτο της συγγραφέως Μιριέλ Μπαρμπερί γνώρισε παγκόσμια υποδοχή και μεταφράστηκε σε πολλές γλώσσες. Αυτό που το κατατάσσει ως ένα σημαντικό βιβλίο δεν είναι η επινόηση ενός αφηγηματικού κόσμου δυο ηρωίδων τόσο διαφορετικών με κοινό σημείο αναφοράς ανάμεσά τους το ότι και οι δύο διαθέτουν ένα μυστικό κόσμο και μέσα σ’ αυτόν κινούνται με ευκολία, ούτε η μυθιστορηματική του πλοκή. Είναι κυρίως η διακειμενική του σχέση με κορυφαία έργα της παγκόσμιας λογοτεχνίας, η συνάντησή του με τον ελεύθερη σκέψη του πνευματικού κόσμου και ο στοχασμός που απορρέει ακριβώς από αυτή την διακειμενική προσέγγιση που αναδεικνύει την γοητευτική πλευρά της τέχνης.
Η Ρενέ μια απλή θυρωρός σε μια πολυκατοικία στο Παρίσι, χήρα ετών πενήντα τεσσάρων που ζει μόνη της με τον γάτο της, διαβάζει λογοτεχνία και κρύβει πίσω από τη μάσκα της άσημης και αγράμματης θυρωρού έναν άνθρωπο που αγαπά τη λογοτεχνία και η Παλόμα ένα δωδεκάχρονο κορίτσι που ζει με τους γονείς της, την αδελφή της και δυο γάτους στην ίδια πολυκατοικία με τη Ρενέ, διαβάζει μάγκα και χαικού, παρατηρεί τους φίλους της και τους ανθρώπους γύρω της, βαριέται με την αριστοκρατική τάξη και εξομολογείται την πρόθεσή της να αυτοκτονήσει στις 16 Ιουνίου.
Η Παλόμα, το κορίτσι της οδού Γκρενέλ 7 που θα καταλάβει τις φιλοσοφικές ανησυχίες της Ρενέ στο κρυμμένο ανάμεσα στα πατζάρια και στο σαπούνι Μασσαλίας βιβλίο της και θα αντιληφθεί το αληθινό της πρόσωπο, πίσω από το προσωπείο. Κι ένας Ιάπωνας ένοικος κι αυτός, το τρίτο πρόσωπο του βιβλίου. Ένα παιχνίδι αντιδράσεων στις λογοτεχνικές φράσεις ανάμεσά τους θα γίνει η αιτία να έρθουν κοντά ετερόκλητοι άνθρωποι και να δημιουργηθούν σχέσεις συμπάθειας και δεσμοί φιλίας ανάμεσα στους ανθρώπους αυτούς, επιβεβαιώνοντας ότι η τέχνη μπορεί να λειτουργήσει ως οδηγός επιβίωσης, ως αξία αδιαφιλονίκητη και ταυτόχρονα ως μηχανισμός συναδέλφωσης και εξάλειψης των κοινωνικών διαφορών.
Οι άνθρωποι συνδέονται και ενώνονται εξαλείφοντας τη ματαιοδοξία που υπάρχει ολόγυρά τους χάρη στην ψυχική ευγένεια και την πνευματική καλλιέργεια που μπορούν μόνοι τους να αποκτήσουν μέσω της εκλεκτικής ανάγνωσης. Και αυτό το πετυχαίνουν οι άνθρωποι που κατάφεραν να ανοίξουν τα παράθυρα της ψυχής τους στους ορίζοντες της παγκόσμιας λογοτεχνίας ανεξάρτητα από την μόρφωση που έως εκείνη τη στιγμή είχαν, αφού για να ασχοληθεί κανείς μαζί της και να γευτεί όλα τα οφέλη της χρειάζεται μόνο ένα είδος πνευματικής νοημοσύνης που όλοι, ακόμη και οι ταπεινότεροι διαθέτουν. Τρεις ήρωες αντιφατικοί αλλά ταυτόχρονα αξιαγάπητοι που γίνονται η απεικόνιση της γαλλικής κοινωνίας, η μικρογραφία της γαλλικής αστικής τάξης.
Χαρακτηριστικός είναι ο τίτλος άλλωστε που η συγγραφέας χρησιμοποιεί. Η αντιφατικότητα ανάμεσα σε ένα ακανθώδες ζώο και την πραγματική του ψυχική υπόσταση που μπορεί να είναι τόσο κομψή. Το βιβλίο είναι γραμμένο με ένα ευγενικό ρυθμό, με χιούμορ και συχνά οι περιγραφόμενες σκηνές θυμίζουν σκηνές κλασικών βιβλίων με κορυφαία τη στιγμή που η Ρενέ συνομιλεί με τον Ιάπωνα και ο διάλογός τους θυμίζει την αρχή της Άννας Καρένινα. Και όχι μόνο. Η παγκόσμια λογοτεχνία ξαναπερνά μέσα από αναφορές στον Προυστ, τον Σταντάλ η κλασική μουσική και ο κινηματογράφος συνυπάρχουν και συνδιαλέγονται μοναδικά και το βιβλίο γίνεται μια αφετηρία καλλιτεχνικής ενασχόλησης για οποιονδήποτε αναγνώστη.
Υπέροχες λογοτεχνικές σελίδες από μια συγγραφέα που με όπλο της το χιούμορ και την ευαισθησία δίνει ένα μυθιστόρημα πολύ αξιόλογο.

Παρασκευή, 10 Μαΐου 2013

Χαβιέρ Μαρίας: Αύριο στη μάχη να με σκεφτείς, εκδ. Σέλας/ culturenow.gr

http://www.culturenow.gr/21248/book-review-ayrio-sth-maxh-na-me-skefteis-xavie-marias
Γραμμένο το 1967 και βραβευμένο με το βραβείο Premio Romulo Gallegosto1995, το βιβλίο αυτό του Χαβιέρ Μαρίας είναι ένα από τα πιο αξιόλογα βιβλία των τελευταίων ετών.
Το μυθιστόρημα αρχίζει με μια τόσο απλή ταυτόχρονα έντονη σκηνή που σίγουρα δύσκολα θα το αφήσει κανείς από τα χέρια του. Η τεχνική δεξιοτεχνία του συγγραφέα είναι πρόδηλη από τις πρώτες κιόλας σελίδες του βιβλίου και ο ώριμος, στιβαρός, εξαιρετικά μακροπερίοδος λόγος πετυχαίνουν να δώσουν την απαιτούμενη βαρύτητα στο έργο. Ο Μαρίας στέκεται με τεράστια οξυδέρκεια σε κάθε λεπταίσθητη λεπτομέρεια της ιστορίας και στοχαστικά αποτυπώνει τις προσωπικές του θέσεις αποκαλύπτοντας κάθε φόβο του, κάθε εμμονή του, κάθε σκέψη του. Κι ενώ η ροή της αφήγησης μοιάζει ακατάπαυστη, στο βάθος πρόκειται για μια αφηγηματική τεχνική που ενώ θαρρεί κανείς ότι φλυαρεί εντούτοις γεμίζει τον αναγνώστη με ενδελεχείς περιγραφές σκέψεων, συναισθημάτων και εικόνων.
Ένα παράνομο ραντεβού εξελίσσεται σε τραγωδία καθώς ο Βίκτορ, ο κεντρικός χαρακτήρας του έργου, βρίσκεται στο σπίτι της Μάρτας Τέγιεθ, μιας γυναίκας που πιστεύει ότι εκείνη τη νύχτα θα γίνει ερωμένη του, μια και ο άντρας της λείπει σε επαγγελματικό ταξίδι στο Λονδίνο κι εκείνη τον έχει καλέσει στο σπίτι της. Το δείπνο τελειώνει, ο μικρός γιος της Μάρτας βρίσκεται επιτέλους στο κρεβάτι του και ο Βίκτορ με τη Μάρτα μεταφέρονται στο κρεβάτι της όπου αρχίζουν τις ερωτικές περιπτύξεις. Μια ξαφνική αδιαθεσία της γυναίκας διακόπτει τις τρυφερές στιγμές. Λίγο αργότερα ο Βίκτορ θα αντιληφθεί ότι η γυναίκα που βρίσκεται στο κρεβάτι δίπλα του έχει πεθάνει κι ένας ανελέητος δισταγμός κυριεύει τον Βίκτορ. Μόνος με ένα παιδί που κοιμάται στο διπλανό δωμάστιο και μια πεθαμένη γυναίκα στο κρεβάτι, τα ίχνη του παντού μέσα στο σπίτι κι αυτός ένας υποψήφιος εραστής που κινδυνεύει παραμένοντας κάθε λεπτό μέσα στο άγνωστο σπίτι. Αποφασίζει να φύγει εγκαταλείποντας το παιδί και σβήνοντας τα ιχνη του.
"Κανείς δεν σκέφτεται ποτέ πως μπορεί να βρεθεί με μια πεθαμένη στην αγκαλιά του και πως δεν θα ξαναδεί το πρόσωπο του οποίου το όνομα θυμάται"
Με αυτή τη φράση κλειδί αρχίζει το μυθιστόρημά του ο Μαρίας και ταυτόχρονα προϊδεάζει τον αναγνώστη για το μέγεθος της συγγραφικής συγκρότησης που θα έχει το βιβλίο του. Ο συγγραφέας βρίσκει την ευκαιρία να στροβιλιστεί σε έναν κυκεώνα σκέψεων, καθώς μας εξιστορεί όλα όσα επακολούθησαν από εκείνη τη νύχτα και παράλληλα να φιλοσοφήσει γύρω από τις σχέσεις των ανθρώπων, τις ενοχές τους, τα πάθη και τα λάθη τους, τη σημασία της απώλειας και του θανάτου, τη σχέση αλήθειας και ψέματος σε κάθε μας πράξη. Ο Βίκτορ συνταράζεται από το γεγονός. Μοιάζει με ντοστογιεφσκικό ήρωα που επιστρέφει στον τόπο του εγκλήματος για να μάθει και να γνωριστεί με όσα και όσους σχετίζονται με τη Μάρτα.
Ο Βίκτορ και η Μάρτα από τη μια κι από την άλλη ο Βίκτορ και η Θέλια η κατά έντεκα χρόνια μικρότερη πρώην γυναίκα του, την οποία αναζητά απεγνωσμένα για να βρεθεί ξανά στην αγκαλιά της έστω κι αν σε τίποτα δεν θυμίζει αυτή η αγκαλιά όλα όσα υπήρξε η Θέλια στη ζωή του. Μορφές γυναικείες που γίνονται η αφορμή για μια προσωπική αναζήτηση ενός πολύ μοναχικού ήρωα. Τα γεγονότα τον στοιχειώνουν με τη γοητεία τους και ο Μαρίας υπογράφει ένα κείμενο εξαιρετικής λογοτεχνικής αξίας ψυχογραφώντας τον εκλεπτυσμένο αλλά εσωστρεφές Βίκτορ και δείχνοντας ότι κάποια πράγματα μπορούν να ανασυνθέσουν το μέγιστο συναίσθημα της απώλειας ακριβώς όταν αποκλιμακώνονται. Όλα όσα φτάνουν λίγο πριν την ολοκλήρωσή τους αλλά ποτέ δεν ολοκληρώνονται, αφήνοντας μια γλυκόπικρη γεύση στους πρωταγωνιστές τους. Η αγωνία των προθέσεων, ο μαγνητισμός των κινήτρων, η απόκρυψη των πράξεων, η απιστία, η απάρνηση όλων όσων πέρασαν από τη ζωή μας και κάποτε αγαπήσαμε, η προσωπική αποκάλυψη, η γοητεία και η απογοήτευση όταν όλα εξανεμίζονται, οι σκιές που βαραίνουν τους ανθρώπους είναι μερικά από τα στοιχεία που ο Μαρίας διαπραγματεύεται στο συγκεκριμένο βιβλίο με τρόπο μεγαλειώδη. Και περισσότερο από όλα η εξαπάτηση. Το στοιχείο εκείνο που κυριαρχεί σε όλους τους χαρακτήρες και αποδεικνύεται ο συνδετικός αλλά ταυτόχρονα και εξισορροπητικός κρίκος στην αλυσίδα των ανθρώπινων σχέσεων. Όλοι έχουν κάποιο καλά κρυμμένο μυστικό και όλοι προσπαθούν να απενοχοποιηθούν τελικά μιλώντας γι’ αυτό αλλά επί της ουσίας όλοι έχουν εξαπατήσει ανενδοίαστα.
Από τον Ρασκόλνικοφ του Ντοστογιέφσκι στον Σέξπηρ και από τις Καμπάνες του μεσονυχτίου του Όρσον Ουέλες στη ταινία που βλέπει την ώρα που η Μάρτα δίπλα του χάνεται ένας αφηγηματικός μηχανισμός στήνεται αριστοτεχνικά από τον Μαρίας για να συνομιλήσει με την ευγένεια, την ευθυβολία και την αρμονία της λογοτεχνικής μαεστρίας που διαθέτει με δημιουργούς άλλων εποχών. Και παρόλο που πρόκειται για ένα σκοτεινό θεματικά έργο ο Μαρίας καταφέρνει να αποδώσει το φιλοσοφικό του υπόβαθρο συμπαρασύροντας τον αναγνώστη σε ένα παιχνίδι αποκαλύψεων που θα γίνουν αιτία να αλλάξουν οι παγιωμένες συνειδήσεις. Επειδή για τον Μαρίας λίγα είναι τελικά όλα όσα απομένουν από κάθε άτομο μέσα στο πέρασμα του χρόνου. Ο ίδιος λέει: «Και πόσο λίγα είναι αυτά που μένουν τελικά από κάθε άτομο μέσα στον άχρηστο χρόνο σαν το ολισθηρό χιόνι, για πόσο λίγα υπάρχει απόδειξη, και από αυτά τα λίγα που μένουν πόσα αποσιωπούνται, και από αυτά που δεν αποσιωπώνται μόνο ένα ελάχιστο μέρος μένει μετά στη μνήμη και για λίγο καιρό: ενόσω οδεύουμε αργά προς την εξάλειψή μας μόνο και μόνο για να περάσουμε στην πλάτη ή στην πίσω πλευρά αυτού του χρόνου, όπου δεν μπορεί πια κανείς να συνεχίσει να σκέφτεται ούτε να αποχαιρετά».
Δεν είναι τυχαίο που ο Γκύντερ Γκρας είχε πει για τον Μαρίας: «δεν υπάρχει τίποτε στη σύγχρονη λογοτεχνία που να μπορεί να συγκριθεί με το έργο του Χαβιέρ Μαρίας... ίσως μόνο ο Γκαμπριέλ Γκαρσία Μάρκες». Ο Μαρίας καταθέτει ένα κείμενο υψηλής αισθητικής και κερδίζει τον σεβασμό του αναγνωστικού κοινού σε όλο τον κόσμο. Πρόκειται για μια μεγάλη, σύγχρονη λογοτεχνική μορφή που δίκαια θεωρείται από τους κορυφαίους ισπανούς λογοτέχνες.
Γεννημένος το 1951 ο Μαρίας σπούδασε φιλοσοφία και λογοτεχνία και δίδαξε σε πανεπιστήμια στην Αγγλία, στις ΗΠΑ και στην Ισπανία. Έκανε την πρώτη του εμφάνιση στη λογοτεχνία σε ηλικία είκοσι ετών με το μυθιστόρημα "Τα λημέρια του λύκου" (1971). Έχει γράψει άλλα οκτώ μυθιστορήματα, μεταξύ των οποίων τα: "Ο αιώνας" (1983). "Ο αισθηματικός άντρας" (1986), "Όλες οι ψυχές" (1989), "Καρδιά τόσο άσπρη" (1992), "Αύριο στη μάχη να με σκεφτείς" (1994) και "Η μαύρη ράχη του χρόνου" (1998). Έχει εκδώσει επίσης συλλογές με διηγήματα και άρθρα του σε ισπανικές εφημερίδες, καθώς και δύο βιβλία αφιερωμένα σε δύο από τους αγαπημένους του συγγραφείς, τον Φώκνερ και τον Ναμπόκοφ. Έχει μεταφράσει στα ισπανικά Χάρντυ, Στερν, Στήβενσον, Ναμπόκοφ, Φώκνερ, Γέητς, Κόνραντ κ.ά. Τα βιβλία του έχουν μεταφραστεί σε πολλές γλώσσες και έχουν γνωρίσει τεράστια επιτυχία. Το 1977 τιμήθηκε για το σύνολο του έργου του με το βραβείο Νέλλυ Σακς της πόλης του Ντόρτμουντ.
Το βιβλίο κυκλοφορεί από τις Εκδόσεις Σέλας, σε μετάφραση Βιβής Φωτοπούλου.

Τρίτη, 7 Μαΐου 2013

Γιάννης Μακριδάκης, Ήλιος με δόντια, Εκδόσεις Βιβλιοπωλείο της Εστίας/ culturenow.gr

http://www.culturenow.gr/20927/book-review-hlios-me-dontia-giannhs-makridakhs
Μια συγκροτημένη, συμπαγής αφήγηση, χωρίς καθόλου διαλογικά μέρη, χωρισμένη ωστόσο σε τρία μέρη, τόσα όσοι και οι αφηγητές, είναι η ιστορία του Κωνσταντή, ενός περιθωριοποιημένου μέλους της κλειστής κοινωνίας της Χίου των αρχών του αιώνα που γράφει ο Γιάννης Μακριδάκης.
Ο Κωνσταντής, ένας άνθρωπος με έντονη θηλυπρέπεια, που βρίσκει στοργή σε μια ξένη οικογένεια, νιώθει την απόρριψη της μικρής κοινωνίας στην οποία ζει και βιώνει την αναπόδραστη μοναξιά της διαφορετικότητάς του.
Είναι Φλεβάρης του 1944. Στο λιμάνι της Χίου έχει αγκυροβολήσει ένα σουηδικό πλοίο, το οποίο έχει φτάσει στη Χίο με σκοπό να φέρει τρόφιμα στο νησί. Οι Βρετανοί επιτίθενται και βομβαρδίζουν το πλοίο και δεκαέξι άνθρωποι σκοτώνονται ενώ πολλοί τραυματίζονται. Ανάμεσα στους σκοτωμένους είναι ο Αποστόλης, ο μοναδικός αγαπημένος και υποστηρικτής του Κωνσταντή στο νησί. Ο Κωνσταντής μετά το χαμό του παραφρονεί .
Το μεγαλύτερο μέρος του βιβλίου είναι γραμμένο σε πρωτοπρόσωπη αφήγηση. Παρακολουθούμε την προφορική εξιστόρηση από τον Κωνσταντή. Παρόλα αυτά ο Μακριδάκης καταφέρνει μέσα από μια γλώσσα ρέουσα, με αρκετούς ιδιωματισμούς της χιώτικης διαλέκτου να αναπαραστήσει με έντονες περιγραφές την ιστορία του λιμανιού της Χίου, τη ζωή γύρω από αυτό, αλλά και ολόκληρης της κοινωνίας της Χίου από την περίοδο του μεσοπολέμου έως το 1944 που σημειώνεται ο βομβαρδισμός.
Πέρα από την αφήγηση του Κωνσταντή όμως αφηγητής γίνεται και ο αδελφός του ο οποίος μας μεταφέρει όλα όσα ακούει να λέει ο Κωνσταντής μέσα στο παραλήρημά του και ο εγγονός του αδελφού του αργότερα. ΟΜακριδάκης μέσα από αυτούς βρίσκει την ευκαιρία να παρουσιάσει ολόκληρη την ανθρωπογεωγραφία της εποχής εκείνης με αρτιότητα και έμφαση στη πολιτισμική χαρτογράφησή της. Το κάστρο και τα γύρω του χαμόσπιτα, τα νεοκλασικά σπίτια των πλουσίων, η ζωή των αριστοκρατών σε αντίθεση με τη ζωή του λιμανιού, οι γυναίκες της γειτονιάς, ο κάλφας, οι παστρικές, οι μεροκαματιάρηδες. Κι όλα αυτά ο Μακριδάκης τα παρουσιάζει με ιδιαίτερο σεβασμό και σε απόλυτη συσχέτιση με την ιστορική πραγματικότητα, αποτυπώνοντας τη φυσιογνωμία μιας ολόκληρης βιωμένης μνήμης. Από την καταστροφή της Σμύρνης και τη δικτατορία του μεταξά στην κατοχή, τη λαϊκή αντίσταση και τελικά τη σχέση των Άγγλων με τα αποτελέσματα που κινούν το μύθο και την πλοκή του βιβλίου. Και οι παράπλευρες απώλειες όλων αυτών. Όπως η ζωή του Κωνσταντή που ναυάγησε ως αποτέλεσμα αυτού του πολέμου. Ευρηματική η σύλληψη της αλλαγής των αφηγητών που επιτρέπει να ξεκαθαρίσουμε κάποια σημεία από την αφήγηση του Κωνσταντή, δημιουργώντας μια ατμόσφαιρα πιο συγκινητική. Ο Κωνσταντής δεν έχασε τη ζωή του αλλά το σοκ που υπέστη όταν είδε ανάμεσα στους νεκρούς τον πατέρα του και τον απόστολο ήταν πολύ μεγάλο. Και προσπαθεί να ανασυνθέσει τη μνήμη του μιλώντας ξανά και ξανά με ένα λόγο αστείρευτο στον εαυτό του στην προσπάθειά του να θυμηθεί τι ακριβώς συνέβη.
Ο συγγραφέας στήνει τους χαρακτήρες του με αληθοφάνεια και πρωτοτυπία μέσα σε ένα συγκεκριμένο ιστορικό πλαίσιο που με μεγάλη ακρίβεια παρουσιάζει. Αυτό όμως που μοιάζει να τον ενδιαφέρει δεν είναι μόνο η ιστορία και η καταγραφή ενός σχεδόν άγνωστου στους πολλούς πολεμικού συμβάντος στο λιμάνι της Χίου αλλά η παρουσίαση του παράδοξου ήρωα του. Τον ενδιαφέρει περισσότερο να σκηνοθετήσει την περιρρέουσα ατμόσφαιρα της εποχής και της κοινωνίας και τη σχέση του ομοφυλόφιλου ήρωα μαζί τους που φτάνει τελικά να γίνει αποδεκτός τόσο από μια αντιστασιακή ομάδα όσο και από την ίδια την εκκλησία, γεγονός που από μόνο του προκαλεί με την αντίφασή του. Τι είναι τελικά ο Κωνσταντής; Είναι ένας άνθρωπος που καταφέρνει από αποδιοπομπαίος τράγος της μικρής κοινωνίας να γίνει ακόμη και ιερέας παρά τη γνωστή του ιδιαιτερότητα ή ένα πρόσωπο ψυχικά διαταραγμένο που βιώνει μια σκληρότητα από την κοινωνία γύρω του, έναν παρανοϊκό εγκλεισμό στους ηθικούς κώδικες της εποχής του και στην προσωπική του διαταραχή; Και το ίδιο το βιβλίο είναι τελικά η συνειρμική αφήγηση μιας προσωπικής ιστορίας που χάνεται στη δίνη της ιστορικής πραγματικότητας ή η καταγραφή των παράπλευρων απωλειών που οι κοινωνικοί κώδικες της ηθικής μιας συγκεκριμένης ιστορικής περιόδου έφεραν και πόσο διαχρονικές μπορεί να είναι αυτές;
Ο Μακριδάκης με ευρηματικό τρόπο, μέσα σε ένα μυθιστόρημα ποταμό, μας καλεί να προβληματιστούμε και να βγάλουμε τα δικά μας συμπεράσματα.

Από το οπισθόφυλλο του βιβλίου:

Απόμεινα τότε, θυμάμαι, εκεί, κάτω από τη μεγάλη γαλαρία, γερμένος για κάμποση ώρα πάνω στη βαριά σιδεριά της καστρόπορτας, να κλαίω με αναφιλητά, ώσπου μέσα στο βούρκο του μυαλού μου άστραψε η σκέψη πως από κείνη την ώρα ήμουνα πια εγώ η μοναδική, η πιο μεγάλη ντροπή του Φρουρίου. Σκέφτηκα τις μέγαιρες αφρισμένες να με διώχνουνε, να με κατασπαράζουνε και να με ματώνουνε με τα νύχια και με τα δόντια τους. Τότε ένα σαρδόνιο γέλιο ξεχύθηκε από μέσα μου και μια δύναμη, που δεν ξέρω από πού ήρθε, έσφιξε τις γροθιές μου. Ένιωσα άτρωτος. Έκανα αμέσως μεταβολή και τράβηξα αποφασισμένος, με το κεφάλι ψηλά και με βήμα γοργό κατά το σπίτι μας. Στα παραθύρια πια δεν έστεκε καμιά. Δεν είδε καμιά τη δύναμη μου. Εκείνο το πρωί δεν πήγα στο μαγαζί. Αλλά ούτε θυμάμαι να ξανάνιωσα ποτέ τόσο άτρωτος όσο εκείνη τη μέρα.
Μια χειμαρρώδης συνειρμική αφήγηση ζωής.
Ένας άνθρωπος - παράπλευρη απώλεια ενός ιστορικού πολεμικού δυστυχήματος, ο φάκελος του οποίου δεν άνοιξε ποτέ.
Μια άκρως προσωπική υπόθεση...