Δευτέρα, 29 Απριλίου 2013

Τι είπε στ’ αλήθεια ο Γιουνγκ – Ε.Α. Μπένετ, culturenow.gr


Book Review :http://www.culturenow.gr/21118/book-review-ti-eipe-st-alhtheia-o-gioyngk-ea-mpenet Δευτέρα, 29 Απριλίου
Μια μελέτη για την ψυχική διάσταση της ανθρώπινης συμπεριφοράς μέσα στις σύγχρονες κοινωνίες, σύμφωνα με την επιστημονική θεώρηση του Γιουνγκ είναι το βιβλίο αυτό του Ε.Α. Μπένετ που κυκλοφόρησε από τις εκδόσεις Καστανιώτη.
Ο συγγραφέας παρουσιάζει ποιοι παράγοντες μπορούν να επηρεάσουν και να διαμορφώσουν αντίστοιχα τον τρόπο που ένας άνθρωπος επιλέγει να συμπεριφερθεί τόσο σε προσωπικό όσο και σε συλλογικό επίπεδο και μάλιστα ποιοι από αυτούς καθορίζουν την αφοσίωσή του σε αυτές τις επιλογές ή την τάση του να μετακινείται και να αλλάζει πεδίο ενδιαφέροντος. Η διαχρονικότητα της σκέψης του Γιουνγκ είναι ένα θέμα που αξίζει να σταθεί ο αναγνώστης. Ο Γιουνγκ παραμένει σύγχρονος ακόμη και τόσα χρόνια μετά και μάλιστα μέσα σε κοινωνικές και πολιτισμικές αλλαγές που συντελέστηκαν αναμφίβολα και γι αυτό το λόγο η παρουσίαση της γίνεται μια γοητευτική διαδικασία .
Επηρεασμένος από τη φροϋδική μελέτη για τη σημασία της πρώιμης παιδικής ηλικίας στη ψυχαναλυτική έρευνα ενός ατόμου ο Γιουνγκ μελετά την ώριμη ηλικία και τις συμπεριφορές που καθορίζονται από αυτή για να καταδείξει ότι είναι σημαντικό να αναζητήσουμε όλες εκείνες τις διεργασίες που γίνονται η αφορμή για την προσωπική εξελικτική πορεία ενός ανθρώπου. Η θεωρία του Γιουνγκ όμως δεν στέκεται μόνο σ’ αυτό. Συσχετίζει την εξέλιξη αυτή απόλυτα με την πορεία της σεξουαλικής ταυτότητας ενός ανθρώπου. Κατά τον Γιουνγκ η προσέγγιση μιας ατομικής ταυτότητας συνδέεται ανεπίλυτα με τη χρήση συγκεκριμένων λειτουργιών.
Το έργο του Γιουνγκ βρίθει συμβολισμών και η ανάλυσή του περί animus και anima μαρτυρούν την προσωπική του προσέγγιση στο θέμα των έμφυλων διαφορών ωστόσο δεν σταματούν εκεί αλλά προχωρούν και στην παρουσίαση των σχέσεων εγώ με το υπερεγώ, στη συνειδησιακές συγκρούσεις τους αλλά και στη λειτουργία της μεταβίβασης και αντιμεταβίβασης που είναι εξαιρετικής σημασίας για τον σύγχρονο μελετητή συμπεριφορών. Οι σχέσεις των δύο φύλων, η απρόσκοπτη έλξη ή απώθησή τους έγιναν αντικείμενο της μελέτης του. Ο Γιουνγκ προσεγγίζει την έμφυλη διαφορετικότητα με συντηρητικό τρόπο και την αποδέχεται ως αποτέλεσμα του διαφορετικού ασυνειδήτου ανάμεσα σε άντρες και γυναίκες τονίζοντας ότι μέσα σε κάθε γυναικεία ψυχή υπάρχουν αρσενικά στοιχεία και το αντίστροφο.
Η επεξεργασία των ονείρων μέσω της ζωγραφικής είναι ένα θέμα που επίσης απασχολεί τον Γιουνγκ, σύμφωνα με τον οποίο η μελέτη τους αρκεί για να προσεγγιστεί η αμφισημότητα μιας προσωπικότητας. Μεταγενέστερος του Φρόιντ ο Γιουνγκ προχώρησε στη χρήση νέων μεθοδολογιών και διερεύνησε μύθους, θρησκευτικές αντιλήψεις, βιώματα και πολιτισμικά δεδομένα για να εξάγει τα δικά του συμπεράσματα.
Το βιβλίο γραμμένο από τον προσωπικό του φίλο Μπένετ γίνεται ένας πολύτιμος οδηγός κοινωνικής συμπεριφοράς των ανθρώπων. Και αυτό που το κάνει τόσο ενδιαφέρον είναι το γεγονός ότι ο συγγραφέας κατορθώνει να παρουσιάσει έτσι τη σκέψη και τις θεωρίες του Γιουνγκ ώστε να γίνονται οικείες σε όλους μας χωρίς να μειώνεται καθόλου η επιστημονική τους αξία. Μια πραγματεία για την αναλυτική Ψυχολογία γραμμένη με έναν επιστημονικό αλλά και άμεσο, εύληπτο τρόπο ώστε και ο αμύητος στον συγκεκριμένο κλάδο αναγνώστης να μπορεί να αντιλαμβάνεται το μέγεθος των νοημάτων και να αποκωδικοποιεί τη διείσδυση του Γιουνγκ σε έννοιες συγκεκριμένες που αναπτύχθηκαν από τον ίδιο αλλά και από τους επιγόνους του.

Από το οπισθόφυλλο του βιβλίου:

Ο Καρλ Γκούσταβ Γιουνγκ είναι από τις προσωπικότητες της ψυχολογίας για τις οποίες όλοι έχουν ακουστά, αλλά τα γραπτά τους είναι λιγότερο οικεία ... Το "Τι είπε στ’ αλήθεια ο Γιουνγκ" προσφέρει μια εξαιρετική εισαγωγή στις κυριότερες ιδέες του Γιουνγκ, σε μια γλώσσα προσιτή στον καθένα. Ο Έ. Ά. Μπένετ ήταν προσωπικός φίλος του. Αντάλλασσαν ιδέες για πολλά χρόνια, έτσι αυτά που έχει να πει διαθέτουν μια αυθεντικότητα που δύσκολα συναντάμε σε άλλες πραγματείες για τον Γιουνγκ. Κάθε τολμηρή εικασία, κάθε σαρωτική θεωρία της ξεχωριστής εξηντάχρονης σταδιοδρομίας του ως αναλυτή ψυχολόγου προέκυψε οργανικά από την καθημερινή δουλειά του Γιουνγκ ως θεραπευτή. Ο Γιουνγκ μελετώντας τη μυθολογία θεμελίωσε μια ολόκληρη νέα επιστήμη των συμβόλων και της ερμηνείας τους ως αρχετύπων στο "συλλογικό ασυνείδητο". Σ' αυτή την καλογραμμένη επισκόπηση, ο Μπένετ καλύπτει το υπόβαθρο και την ανάπτυξη της σκέψης του Γιουνγκ, τις ταξινομήσεις της προσωπικότητας, την ανάλυση των στοιχείων της προσωπικότητας, το ασυνείδητο, τα όνειρα, την ενεργητική φαντασία, τον αλχημικό συμβολισμό και τη φιλοσοφία, την ψυχοθεραπεία και τη σχέση του Γιουνγκ με τον Φρόιντ.
Η επιλογή του υλικού από τον συγγραφέα είναι συνετή και η έκθεσή του δείχνει επιδέξια μαεστρία.

Παρασκευή, 26 Απριλίου 2013

Αντώνης Σαμαράκης ή αλλιώς: «Ζητείται ελπίς» σ’ έναν κόσμο που ζει μέσα στο «Λάθος»


 από το thinkfree.gr: http://www.thinkfree.gr/opinions/%CE%B1%CE%BD%CF%84%CF%8E%CE%BD%CE%B7%CF%82-%CF%83%CE%B1%CE%BC%CE%B1%CF%81%CE%AC%CE%BA%CE%B7%CF%82-%CE%AE-%CE%B1%CE%BB%CE%BB%CE%B9%CF%8E%CF%82-%CE%B6%CE%B7%CF%84%CE%B5%CE%AF%CF%84%CE%B1%CE%B9-%CF%83
Της Τέσυς Μπάιλα / tbailavaila@yahoo.gr
O Αντώνης Σαμαράκης ήταν ο λογοτέχνης που τόσο με τη στάση ζωής του όσο και με το έργο του εξέφραζε την αγωνία του για την κοινωνική αποστολή της λογοτεχνίας. Έτσι, αν πράγματι σε κάθε εποχή εμφανίζονται συγγραφείς που γίνονται με το έργο τους κέντρα αναφοράς, στη μεταπολεμική ελληνική πεζογραφία η εμφάνιση του λογοτέχνη και ανθρωπιστή Αντώνη Σαμαράκη πραγματοποίησε μια βαθιά τομή, ώστε η εξελικτική της πορεία άλλαξε έκτοτε εντελώς προσανατολισμό.

Ο Σαμαράκης εμφανίστηκε σε μια εποχή κατά την οποία η ελληνική λογοτεχνία μοιάζει να προσπαθεί να βρει το προσωπικό της ύφος ξανά. Έρχεται λοιπόν και με έναν τρόπο λιτό αλλά ωστόσο ευθύβολο γίνεται μια γνήσια φωνή που καταδικάζει την ηθική και πνευματική αναπηρία της εποχής, ενώ ταυτόχρονα δίνει ένα νέο συγγραφικό στίγμα, αυτό του λογοτέχνη που ζει μέσα στην κοινωνία, πάσχει για την αδικία και τον πόνο, συμπάσχει μαζί της και γίνεται η δική της φωνή. Το έργο του γίνεται μια άγρυπνη ματιά, μια συνείδηση ουμανιστική και γι’ αυτό το λόγο μια διαρκώς ογκούμενη διαμαρτυρία σε έναν κόσμο για τον οποίο ο συγγραφέας απεγνωσμένα ζητά την ελπίδα.

Στο αφηγηματικό σύμπαν του Αντώνη Σαμαράκη άνθρωποι της διπλανής πόρτας μπλέκονται σε καφκικού τύπου παράδοξες καταστάσεις και συχνά μεταβάλλονται και οι ίδιοι απροσδόκητα. Άλλωστε πάντα μέσα στις συντεταγμένες ενός κόσμου παράλογου ο άνθρωπος επαναπροσδιορίζει τις αξίες του και απεκδυόμενος την κατεστημένη του ταυτότητα ξανακερδίζει την αθωότητά του, βρίσκει το θαμμένο καλά μέσα του παιδί της νιότης του. Ο Σαμαράκης μας προτείνει έναν νέο τρόπο να «διαβάσουμε» τον άνθρωπο. Οι εσωτερικοί μονόλογοι που σηματοδοτούν το έργο του, διακόπτοντας την αφηγηματική ροή, γίνονται το σημείο αναφοράς όλης της φιλοσοφικής του κοσμοαντίληψης κι ενός ολόκληρου αξιακού συστήματος που ο συγγραφέας θέλει τελικά να προβάλλει.

Δύο είναι οι βασικές αγωνίες του. Πρώτον η κοινωνική αφύπνιση και δεύτερον η ανάγκη να ξαναδούμε τον άνθρωπο ως μια άδολη προσωπικότητα που ενστερνίζεται την ηθική πρωτίστως κρίση της εποχής του. Οι ιστορίες του λειτουργούν πολυεπίπεδα. Στο πρώτο επίπεδο γίνεται απλώς μια καταγραφή της κοινωνίας, συνήθως μιας επαρχιακής πόλης. Αργότερα, συχνά με χιούμορ και σαρκασμό ο συγγραφέας προσπαθεί να καταδείξει τα δεινά αυτής της κοινωνίας. Η τυπολατρία, η γραφειοκρατία, η θρησκευτική αγκύλωση, οι στεγανές κοινωνικές δομές, οι παρωχημένες προκαταλήψεις και η κατάρριψη όλων αυτών, ώστε να ανοιχτεί ο δρόμος προς μια νέα δικαιοσύνη είναι θέματα που τον απασχολούν. Άλλωστε δεν είναι τυχαίο ότι γράφει σε μια εποχή που οι ιδέες των Καμύ και Σάρτρ διαποτίζουν τις συνειδήσεις.

Η κινηματογραφική γραφή, το γλωσσικό εκτόπισμα της αφήγησης που την καθιστά φαινομενικά απλή, σχεδόν προφορική, στην πραγματικότητα όμως πρόκειται για μια γλώσσα καίρια και ταυτόχρονα αιχμηρή, οι σύντομες σχεδόν κοφτές φράσεις χωρίς επίθετα, η συχνή χρήση των αποσιωπητικών, η σχεδόν χωρίς ανάσα ροή της ιστορίας, η υπερβολή, οι λεκτικές επαναλήψεις, γίνονται στοιχεία που χαρακτηρίζουν το έργο του και δίνουν έναν μοντερνιστικό χαρακτήρα στη γραφή του. Μοιάζει να αφηγείται με κινηματογραφικά πλάνα, χρησιμοποιώντας τις αρχές της αστυνομικής λογοτεχνίας σε ένα έργο που διατηρεί το λιτό και απέριττο ύφος ακόμη κι όταν περνάει το πιο επιβλητικό μήνυμα, που δεν εντάχθηκε σε λογοτεχνικές σχολές και που κατάφερε να αγγίξει τον άνθρωπο ακριβώς χάρη στην φυσική του πρωτοτυπία.

Αυτό που ο Σαμαράκης έχει κατά νου όταν γράφει είναι η ακτινοσκόπηση ενός κόσμου ανθρώπινου, ενός κόσμου καλοσύνης και ηθικών αξιών, στον οποίο θα θριαμβολογήσει τελικά η δικαιοσύνη και η πάταξη κάθε ολοκληρωτισμού. Και αυτά τα στοιχεία γίνονται προσωπική συνείδηση του Σαμαράκη καθώς έλκονται από το χάος που άφησε στις ανθρώπινες συνειδήσεις ο Β’ Παγκόσμιος Πόλεμος. Ο σκεπτόμενος άνθρωπος της μεταπολεμικής κοινωνίας, συντετριμμένος από το υπαρξιακό κενό το οποίο βιώνει, αναζητά έναν νέο ιδεολογικό προσανατολισμό και ο Σαμαράκης γίνεται η φωνή του, μια φωνή ποτισμένη κυρίως από την αγωνία για την ελευθερία. Γι’ αυτό μάλιστα ο ίδιος, στο έργο του Σήμα Κινδύνου γράφει:

«Εδώ ήταν το επίκεντρο της ανησυχίας μου: η ανησυχία για την ελευθερία. Γιατί οι λογής λογής φόβοι που κυριαρχούν στον κόσμο μας, και προπαντός οι δύο αυτοί βασικοί φόβοι, ο φόβος του πολέμου και ο φόβος της πείνας, τελικό αποτέλεσμα έχουν να προδίνουμε την ελευθερία, την ανάγκη για ελευθερία που μας είναι έμφυτη. Και σιγά-σιγά, θα ‘ρθουν οι κατοπινές γενιές, που δε θα αισθάνονται τίποτα στη λέξη «ελευθερία». Γιατί θα νεκρωθεί το ένστικτο της ελευθερίας με τη διαρκή υποταγή στο φόβο του πολέμου και στο φόβο της πείνας. Θα νεκρωθεί η δίψα της ελευθερίας. Οι γενιές που θα έρθουν κάποτε δε θα έχουν το αισθητήριο της ελευθερίας. Αυτό θα είναι η υπέρτατη ποινή».

Ο Σαμαράκης βάζει βαθιά το νυστέρι του στο ναρκωμένο σώμα της κοινωνίας και γίνεται οδηγός σε έναν αγώνα ενάντια σε όλους όσοι φαλκιδεύουν ιδανικά. Παραμένοντας πάντα δυσήνιος και αμείλικτος κατήγορος, ταγμένος στην αισθητική τής σμίλευσης χαρακτήρων άμεσων και καθημερινών, βαθύτατα γνήσιων όμως που αγωνίζονται να αντιταχθούν στο συμβιβασμό, κάθε είδους, που διψούν για αξιοπρέπεια και ελευθερία, που αγωνίζονται για την ανθρωπιά, ανθρώπους που οραματίζονται ένα νέο κόσμο ηθικής ακεραιότητας και ισορροπίας σε έναν κόσμο που όπως ο ίδιος γράφει είναι » γεμάτος ιδεολογίες και γυμνός από ιδανικά». Αυτόν τον κόσμο στηλιτεύει και ζητά την ελπίδα, την ανθρωπιά, την εξαργύρωση μιας εσωτερικής επιταγής, την καθιέρωση ενός άγραφου νόμου ηθικής ακεραιότητας στο ήθος του μεταπολεμικού ανθρώπου.

Ο Αντώνης Σαμαράκης γεννήθηκε στις 16 Αυγούστου του 1919, παιδί του Ευριπίδη και της Αδριανής Σαμαράκη. Από την ηλικία των 10 ετών άρχισε να γράφει ποιήματα. Το 1941 αποφοίτησε από τη Νομική σχολή Αθηνών, ενώ ήδη από το 1935 είχε αρχίσει να εργάζεται στο Υπουργείο Εργασίας, έως τη στιγμή που υπέβαλλε την παραίτησή του το 1963. Ως εκπρόσωπος της Ελλάδας πήρε μέρος σε πολλές διεθνείς διασκέψεις στην Κωνσταντινούπολη, στο Στρασβούργο το 1960, στη Γενεύη το 1962. Δεδηλωμένος πολέμιος της πολιτιστικής και ανθρωπιστικής κατάρρευσης που ακολούθησε τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο εμφανίστηκε στα ελληνικά γράμματα το 1954 με τη συλλογή διηγημάτων Ζητείται Ελπίς μια κραυγή διαμαρτυρίας απέναντι στο κραυγαλέο αδιέξοδο που σχηματιζόταν στον κόσμο και που η συνείδησή του δεν μπορούσε να αποδεχθεί.

Το 1959 το μυθιστόρημα Σήμα Κινδύνου, για να αποσπάσει διθυραμβικές κριτικές από τους Άγγελο Τερζάκη, Άρθουρ Καίσλερ, Άλκη Θρύλο, Γιάννη Μπεράτη, Λουίς Μπουνιουέλ, Γκράχαμ Γκρην, Παντελή Πρεβελάκη και Ευάγγελο Παπανούτσο. Το 1961 ακολούθησε η σειρά διηγημάτων με τίτλο Αρνούμαι.

Το 1965 θα εκδώσει όμως το περίφημο έργο του Το Λάθος, με το οποίο θα κερδίσει εκτός από εξαιρετικές κριτικές το Έπαθλο Κώστα Ουράνη και το Βραβείο Μυθιστορήματος των 12. Πρόκειται για ένα έργο σταθμό για το οποίο, τόσο από τον Ελληνικό χώρο όσο και από τον Διεθνή, ονόματα μεγάλου βεληνεκούς συμφώνησαν ότι είναι πρόκειται για ένα αριστουργηματικό έργο.

Έπειτα ακολούθησε το έργο του Η Ζούγκλα το 1966, και Το Διαβατήριο το 1973, το οποίο περιέχει βιωματικά στοιχεία του συγγραφέα από την περίοδο της χούντας. Και πολλά χρόνια αργότερα το αυτοβιογραφικό του έργο 1919- και το Εν Ονόματι το 1999.

Ο Αντώνης Σαμαράκης υπήρξε πάντα ένας συγγραφέας με κοινωνικές ανησυχίες που ήθελε με το έργο του να σταθεί ένας άλλος «Σηματωρός και κήρυκας» στο δρόμο της ανθρώπινης αλληλεγγύης και επικοινωνίας. Αγαπούσε τα παιδιά όλου του κόσμου και ταξίδεψε στην Αιθιοπία δύο φορές ως Πρεσβευτής Καλής Θέλησης της UNICEF, ταξίδια που τον σημάδεψαν βαθιά και όσοι είχαν την τύχη και την τιμή να τον γνωρίζουν προσωπικά θα θυμούνται πάντα το λαγαρό και ταυτόχρονα πονετικό βλέμμα του κάθε φορά που μιλούσε γι’ αυτά.

Σήμερα που η ελληνική κοινωνία βιώνει μια νέα κρίση, τόσο οικονομική όσο και ηθική το έργο του Σαμαράκη γίνεται πιο επίκαιρο από ποτέ. Γραμμένο από έναν άνθρωπο που σε ολόκληρη τη ζωή του παρέμεινε υπερασπιστής όσων η σωφροσύνη του υπαγόρευε μέσα στο χαώδες ηθικό νανισμό της κοινωνίας. Ένας άνθρωπος με οράματα κοινωνικής αδελφοσύνης που έγραφε πάντα για όλα όσα η συνείδησή του δεν μπορούσε να αντέξει, έχοντας ως αγαπημένη του φράση τα λόγια του Οδυσσέα Ελύτη: « σε όλη μου τη ζωή παρέμεινα η άμμος στα γρανάζια του κόσμου κι όχι το λάδι».

Το έργο του Αντώνη Σαμαράκη επανακυκλοφορεί τον ερχόμενο Ιούνιο από τις εκδόσεις Ψυχογιός.

Τρίτη, 23 Απριλίου 2013

To Μέλι κόλλησε στα χείλη, του Μάνου Κοντολέων στο culturenow.gr


Μάνος Κοντολέων, Μέλι κόλλησε στα χείλη, εκδ. Πατάκη

Της Τέσυς Μπάιλα από το culturenow.gr http://www.culturenow.gr/21034/book-review-meli-kollhse-sta-xeilh-manos-kontolewn

Μοιάζει με παραμύθι. Ή τουλάχιστον κάπως έτσι, με τη γλύκα του παραμυθιού να κολλάει στην ψυχή του αναγνώστη αρχίζει το βιβλίο του Μάνου Κοντολέων, Μέλι κόλλησε στα χείλη που κυκλοφόρησε από τις εκδόσεις Πατάκη. Μια ιστορία που εκτυλίσσεται σε ένα ορεινό χωριό του Πηλίου, τόπο για τον οποίο ο συγγραφέας τρέφει μια ιδιαίτερη αγάπη. Η Μέλω η κεντρική του ηρωίδα και τρεις άντρες. Ο Αργύρης, ο Σήφης και ο Λαέρτης. Και οι τρεις να σηματοδοτούν με την προσωπικότητα αλλά και τη δράση τους την προσπάθεια της Μέλως να ξεφύγει από τα στενά γεωγραφικά όρια του τόπου της και να ανοίξει τα φτερά της σε μια άλλη ζωή, να ταξιδέψει σε έναν νέο ορίζοντα. Και μια φωνή που παλεύει μέσα της και επαναλαμβάνεται διαρκώς, ένα «φύγε», βασανιστικά μοιραίο και αέναο, ακριβώς για να περάσει στον αναγνώστη την ένταση που βιώνει η ηρωίδα.
 Η Μέλω γίνεται για τον Κοντολέων το σύμβολο μιας εσωτερικής συγκρότησης και ο συγγραφέας αποκαλύπτει με το έργο του πόσο πολύ τον ενδιαφέρει ακριβώς αυτή η εσωτερική πάλη των ανθρώπων, η ψυχολογική αναμέτρηση με τον ίδιο τους τον εαυτό, αφού αυτό τελικά που η Μέλω πρέπει να ξεπεράσει δεν είναι η περιορισμένη ζωή σε μια κλειστή κοινωνία όσο ο ίδιος της ο εαυτός. Η Μέλω γίνεται ένας εμβληματικός χαρακτήρας που ζει μια πλήρη αποδόμηση της προσωπικής της ζωής στην προσπάθειά της αυτή. Οι άντρες που δορυφορικά στροβιλίζονται γύρω της δεν μπορούν την βοηθήσουν. Ο Αργύρης, πρώτος της έρωτας, είναι ο ίδιος εγκλωβισμένος στις δικές του δεσμεύσεις και ο Σήφης, ο άντρας της, θα γίνει απλώς η αρχή στο ταξίδι της Μέλως προς την υποταγή. Και είναι σ’ αυτό ακριβώς το σημείο που το μυθιστόρημα αλλάζει δραματικά. Από ένα τρυφερό, μελένιο παραμύθι γίνεται μια συγκλονιστική «μαχαιριά» που εισβάλει ορμητικά στο σώμα της αναγνωστικής διαδικασίας και συνταράζει τον αναγνώστη. Η Μέλω θα παρασυρθεί σε ένα ταξίδι που τελικά θα την οδηγήσει σε έναν κόσμο που εκείνη νομίζει ότι χρειάζεται για να ζήσει. Η ίδια είναι ένα αισθαντικό άτομο που «στάζει μέλι από παντού». Κι όμως, η Μέλω πολύ σύντομα θα χάσει από τα χείλη της τη γεύση του έρωτα, τη γεύση του μελιού που τόσο έχει ανάγκη να νιώθει κολλημένη στα χείλη της. Φταίει που καμιά φορά, όπως και η ίδια η ζωή, το μέλι είναι πικρότερο κι από δηλητήριο. Και τότε θα καταλάβει ότι όταν ανήκεις κάπου παύεις σιγά σιγά να ανήκεις στον εαυτό σου.
Ο Σήφης θα κυριαρχήσει επάνω της, επάνω στο σώμα της, στη σκέψη της, στο είναι της, δεν θα καταφέρει όμως να κατακτήσει ποτέ την ψυχή της, επειδή η Μέλω αναζητά την ελευθερία της, την ελευθερία που μόνο ο Λαέρτης, περαστικός από την περιοχή τσιγγάνος θα της δείξει ότι υπάρχει. Μέσα από τη σχέση της με τον φλογερό αυτόν άντρα η Μέλω θα αντικρίσει τα σύνορα της προσωπικής της αξιοπρέπειας και θα τα σπάσει για να μπορέσει επιτέλους να ανασάνει ελεύθερα. Η σχέση της μαζί του δεν θα περιοριστεί σε μερικές ερωτικές συνευρέσεις αλλά θα γίνουν το εφαλτήριο για μια νέα αρχή. Η Μέλω μπροστά την παρακμή, τον πόθο, τη βίαιη κατάκτηση από τον κατακτημένο θα αντιτάξει τον έρωτα και την αγάπη και θα κατανοήσει  ότι αυτό που τόσο καιρό είχε χάσει ήταν ακριβώς η αίσθηση ευθύνης απέναντι στον εαυτό της, μια αίσθηση που χάνουν όλοι όσοι περνούν τη ζωή τους υποταγμένη σε επιθυμίες και ανθρώπους. Ο Λαέρτης θα φύγει κι αυτός με τη σειρά του από τη ζωή της  όμως τώρα πια η Μέλω θα έχει επαναπροσδιορίσει τις ανθρώπινες συντεταγμένες της και δεν θα νοιάζεται πια. Θα έχει μάθει ότι στη ζωή ακολουθεί κανείς το δικό του προσωπικό πεπρωμένο κι όχι το πεπρωμένο των άλλων κι αυτό θα της δώσει τη δύναμη να βαδίσει ολόισια στη πορεία των δικών της αποφάσεων.
Ο Κοντολέων παρακολουθεί τη Μέλω από κοντά καταγράφοντας με έναν ανελέητο ρεαλισμό την ανάσα της, τις σιωπές και τους ήχους της, τους δισταγμούς και τις αποφάσεις της. Συμμετέχει σε  όλες τις ψυχολογικές ακροβασίες της και- τόσο γοητευτικά είναι η αλήθεια- καταφέρνει να νιώσει κι αυτός  τις συγκινισιακές διακυμάνσεις της συμπεριφοράς της και να μας κάνει να βιώσουμε μαζί της όλες τις υπαρξιακές ανατροπές της. Γιατί η Μέλω θα ανατρέψει τα πάντα για ένα «τραγούδι». Ένα τραγούδι που δεν θα μπορέσει να ακουστεί κι αυτό θα της δώσει τη δύναμη να αντικρίσει τη δική της ευθύνη. Και να την αναλάβει ως το ύστατο όριο. Η Μέλω προχωρεί πια με πλήρη συναίσθηση προς τη μοίρα της, μια μοίρα που για πρώτη φορά στη ζωή της έχει η ίδια επιλέξει.

Το τέλος του βιβλίου θέτει νέα ερωτήματα στον αναγνώστη. Με μια μοναδικής αισθητικής παπαδιαμαντική αμφισημία η Μέλω αποφασιστικά και σίγουρα κινείται και κινεί την ιστορία προς την τελική κάθαρση. Κι επειδή ο ρόλος του συγγραφέα είναι να ενεργοποιεί δυνάμεις συγκινισιακής ευαισθησίας και μέσω αυτής να δημιουργεί στην ψυχή του αναγνώστη τον «έλεο και το φόβο», χρησιμοποιώντας «ηδυσμένο λόγο», ο Κοντολέων στο Μέλι Κόλλησε στα χείλη  καταφέρνει να κινήσει τη διαδικασία «μιμούμενος πράξη σπουδαία και τελεία» σε μια σύγχρονη ωστόσο διαχρονική ιστορία.  Ο συγγραφέας σκηνοθετεί ένα ταξίδι ζωής για τη Μέλω του, τόσο εσωτερικό όσο εξωτερικό, ένα ταξίδι που θα αποκαλύψει στην ηρωίδα ότι η προσωπική αφύπνιση είναι πολύ συγκεκριμένη και φτάνει μια στιγμή που όλοι μας καταλαβαίνουμε την αξιακή μας πορεία προς τη μοναδικότητα, για να την πυροδοτήσει.
Αυτά σε πρώτο επίπεδο. Επειδή το Μέλι κόλλησε στα χείλη λειτουργεί ως κείμενο πολυεπίπεδα. Ο Κοντολέων μοιάζει να κατακερματίζει την ίδια την ιστορία του και μέσα από τα κομμάτια της ο αναγνώστης μπορεί να δει κανείς ότι η Μέλω τελικά ήταν απλώς το πρόσχημα στην αγωνία του συγγραφέα να μιλήσει για την παρακμή, την αποδόμηση και τελικά την κοινωνική αφύπνιση της σύγχρονης Ελλάδας. Άλλωστε όπως ο ίδιος λέει: «όταν γράφει για μεγάλους είναι επειδή είναι θυμωμένος». Και ο Κοντολέων μοιάζει πολύ θυμωμένος από μια κοινωνία που σαπίζει. Το έργο του γίνεται ένας ισχυρός καταγγελτικός μονόλογος, ένα δριμύ κατηγορώ απέναντι σε όλα όσα δεν μπορεί να αποδεχθεί η ψυχή του. Ένας μονόλογος σιωπηλός, υποβόσκων  που διαπερνά τον αναγνώστη σαν αιχμηρό δόρυ, βαθιά χωμένο στο αναίσθητο σώμα μιας παρακμάζουσας σύγχρονης κοινωνίας.
Ποτέ άλλοτε ωστόσο ένα δριμύ κατηγορώ δεν κατάφερε να μεταποιηθεί σε τέτοια μουσική ποίηση ήχων και εικόνων. Εικόνες που αγκαλιάζουν το φως του περιγραφόμενου τοπίου και το επιστρέφουν στον αναγνώστη για να μπορέσει εκείνος να δει πιο ξεκάθαρα τη «σκοτεινάγρα του βυθού» μέσα στον οποίο βουλιάζει μια ολόκληρη κοινωνία. Κι όλα αυτά με το γνωστό μελίρρυτο, χυμώδες και ευγενικό λόγο του Μάνου Κοντολέων, χαρακτηριστικό γνώρισμα άλλωστε της ίδιας της προσωπικότητάς του. Κι ο αναγνώστης βλέπει όλα όσα ο συγγραφέας περιγράφει. Βλέπει τους ύπνους «δίχως όνειρα, μα λες κι ένας εφιάλτης είχε σταθεί στο καλντερίμι που έβλεπε το παραθύρι της και της έκανε βουβή καντάδα». Οσμίζεται την «υγρή αγκαλιά των σεντονιών, […] τον ιδρώτα της ζεστής νύχτας,[…] την ανάσα που περπατούσε από την άκρη των χειλιών της μέχρι το λοβό του αυτιού της, […] τη γεύση του μελιού, θυμάρι και αγριολούλουδα». Και σφίγγεται η ψυχή του αναμετρώντας «ποιο ήταν το δικό της κλουβί». Ακούει τη φωνή της τσιγγάνας να γίνεται η εσωτερική φωνή της ηρωίδας που της μεταφέρει ακατάπαυστα εντός της το αναπόδραστο μήνυμα της φυγής-λύτρωσης, ανατριχιάζει ακούγοντας τους ήχους από το κρεβάτι της Μέλως, συγκλονίζεται από τη διαπίστωση ότι: «καμιά φορά δεν είναι οι εξωτερικές συνθήκες που σου φταίνε, μα ότι μέσα σου υπάρχει κι εσύ το πνίγεις».
Το Μέλι κόλλησε στα χείλη δεν είναι απλώς ένα μυθιστόρημα για τον έρωτα, τον σαρκικό πόθο και τη μοναξιά όπως αναγράφεται στο οπισθόφυλλο του βιβλίου. Είναι η καλειδοσκοπική αποτύπωση μιας σύγχρονης πραγματικότητας στον χάρτινο κόσμο που στήνει με τις λέξεις του ο Μάνος Κοντολέων, ένα έργο που «κολλάει σαν μέλι» στο νου του αναγνώστη και σταδιακά του αποκαλύπτει το βαθύτερο νόημά του.
Από το οπισθόφυλλο του βιβλίου:
Μέσα της δεκαετίας του '90 σε ένα πανέμορφο χωρίο του Πηλίου. Ένα κορίτσι, η Μέλω, ψάχνει την ελευθερία, τον έρωτα, τη φυγή. Ο μικρός τόπος την πνίγει, τα χείλη της γυρεύουν το μέλι της ζωής, τον καρπό του πάθους, μια αίσθηση λύτρωσης από την κλειστή κοινωνία. Ο νέος άντρας που εκείνη θα πιστέψει πως μπορεί να κάνει τα χείλια της να κολλάνε από μέλι δεν είναι ικανός να ξεφύγει από τις δικές του δεσμεύσεις.

Στο πρόσωπο του Σήφη θα βρει το όχημα για το ταξίδι της και μιαν Ελλάδα που στο μεταίχμιο του νέου αιώνα βιώνει τη δική της ουτοπική ευδαιμονία. Μα το ταξίδι της Μέλως θα είναι σκοτεινό, η υποταγή θα της κοστίσει ακριβά στην ψυχή. Γιατί, όταν δεν ξέρεις τι είναι αυτό που ζητάς και κυνηγάς το πάθος με λάθος τρόπο, τότε τα χείλη στερεύουν από μέλι, ακολουθεί η ποινή του πεπρωμένου.

Ένα μυθιστόρημα για τον έρωτα, τον σαρκικό πόθο και τη μοναξιά. Ένα μυθιστόρημα χωρίς θύτες και θύματα, μα με ήρωες που παλεύουν να ζήσουν με μοναδικό καύσιμο την ανάγκη απόδρασης από τη μοίρα τους, σε μια Ελλάδα που αλλάζει χωρίς να ξέρει πού πάει.