Σάββατο, 7 Δεκεμβρίου 2013

Ο δημοσιογράφος Δημήτρης Μουρατίδης γράφει για Το μυστικό ήταν η ζάχαρη

Ο Δημήτρης Μουρατίδης γράφει για Το μυστικό ήταν η ζάχαρη και τον ευχαριστώ πολύ που για τρίτη φορά ασχολείται με βιβλίο μου: http://www.bibliodiktis.blogspot.gr/2013/12/blog-post.html

Το τρίτο μυθιστόρημα της Τέσυ Μπάιλα παρουσιάζω σήμερα.
Μέσα από την αφήγηση της κεντρικής ηρωίδας, της Κατίνας, περνά όλη η ιστορία μιας οικογένειας στην Κρήτη (και στον Πειραιά) και καλύπτει πολλές δεκάδες χρόνια. Παράλληλα σε ένα δεύτερο επίπεδο μέσω αυτής της αφήγησης, περνούν έθιμα, παραδόσεις, πτυχές της κοινωνικής ζωής, αλλά και σελίδες της Ιστορίας της Κρήτης. Η αφήγηση ξεκινά με την απαγωγή της μητέρας της από τον πατέρα της, όταν ακόμη ήταν ανήλικοι και οι δύο! Η οικογένεια της κοπέλας αποδέχτηκε το γεγονός (σε αντίθετη περίπτωση θα ακολουθούσε αιματοχυσία) και όταν δυο-τρία χρόνια αργότερα παντρεύτηκαν, έκαναν μια όμορφη οικογένεια. Το τελευταίο παιδί αυτής της οικογένειας είναι η Κατίνα. Δεν ανήκαν στους πιο ευκατάστατους του χωριού, αλλά ζούσαν καλά. Η μικρή αγαπούσε τους γονείς της, αλλά σε όλη της τη ζωή δεν μπόρεσε να τους συγχωρήσει το γεγονός ότι ενώ ήταν άριστη μαθήτρια, δεν της επέτρεψαν να συνεχίσει στο γυμνάσιο αφού τελείωσε το δημοτικό. Αντίθετα, την έστειλαν σε μια θεία της, η οποία με τη σειρά της την έστειλε σε μοδίστρα για να μάθει την τέχνη. Αυτή η άρνηση την έκανε να θέλει πάντα να φύγει από το χωριό και να ζήσει σε μεγάλη πόλη.
Η ζωή της άλλαξε, όταν-μετά τον πόλεμο- η αδελφή της παντρεύτηκε και πήγε να ζήσει με τον άντρα της στον Πειραιά. Η Κατίνα απαίτησε και κατάφερε να πάει μαζί της, με πρόσχημα για να τη βοηθάει στο νοικοκυριό, αλλά κυρίως για να πραγματοποιήσει το όνειρό της: να φύγει από το χωριό της, το Αρμενοχώρι.
Ο γαμπρός της ο Λευτέρης, είχε ένα φίλο τον Θέμελη. Δεν μπορούμε να πούμε ότι ήταν το καλύτερο παιδί, αλλά ο Λευτέρης επειδή ήθελε να «ξεφορτωθεί» την Κατίνα γιατί έπρεπε να τη φροντίζει και η γενικότερη οικονομική κατάσταση δεν ήταν καλή, του την προξένεψε. Όταν ο Θέμελης την είδε, σκέφτηκε ότι «η Κατίνα θα μπορούσε να γίνει μια ολοφώτεινη χαραυγή στη ζωή του» και ότι θα μπορούσε να νοικοκυρευτεί. Από την άλλη και της Κατίνας της άρεσε. «Μόλις τον είδα, είπα: Αυτός είναι που θα γίνει άντρας μου, πάει και τελείωσε. Τον έβλεπα με το μαύρο του μαλλί χτενισμένο κοκοράκι κι έλεγα μέσα μου πως αυτόν θα πάρω».
Μετά το γάμο στην αρχή όλα πήγαιναν καλά. Όμως, σύντομα, ο Θέμελης επέστρεψε στις παλιές του συνήθειες: το ποτό, το χασίς, την τεμπελιά και τη…Ρόζα, μια γυναίκα που γνώρισε στον αγαπημένο του τεκέ. Η ζωή της Κατίνας μετατρέπεται σε κόλαση. Ζει στην απόλυτη ένδεια. Πολλές φορές δεν είχε ούτε μια μπουκιά να δώσει στον μονάκριβο γιό της και ζει χάρη στην βοήθεια της αδερφής της, ενώ το ξύλο ήταν συχνή πρακτική. Κι όμως…η Κατίνα δε σκέφτηκε ούτε μια φορά να φύγει από κοντά του, παρά το γεγονός ότι «για εκείνη ένας ζυγός ήταν αυτός ο άνθρωπος και τίποτε παραπάνω. Μια φυλακή που κλείδωσε την ψυχή της κι έγινε ο άντρας της ο δεσμοφύλακας, κομματιάζοντάς της τα φτερά».
Την ιστορία αφηγείται η ίδια η ηρωίδα στη νύφη της, όταν ηλικιωμένη χήρα πια, ζει με τον γιό της, αφού δεν είναι ικανή να αυτοεξυπηρετηθεί.«Προσπαθώ να τη φέρω στο νου όπως θα ήταν αρκετά χρόνια πριν. Τότε που, κοπέλα ακόμη, προσπαθούσε να ζήσει την οικογένειά της. Τότε που μεγάλωνε εντελώς μόνη της, το παιδί της, μ’ έναν άντρα που, αν και την αγάπησε βαθιά, ποτέ δεν κατάφερε να την κάνει ευτυχισμένη. Τη φαντάζομαι βουτηγμένη στη φτώχεια, ντυμένη ωστόσο την αξιοπρέπεια της περηφάνιας της. Κοντούλα και μικροκαμωμένη με όμορφα κατάμαυρα μαλλιά μέχρι τους ώμους κι έναν μόνιμο φόβο να διαπερνά το βλέμμα της».
Για μια ακόμη φορά η Τέσυ Μπάιλα μας εκπλήσσει ευχάριστα. Στο βιβλίο της αυτό, αναλαμβάνει να συνθέσει και να αφηγηθεί μια πολυπρόσωπη και με μεγάλη χρονική έκταση ιστορία και τα καταφέρνει με τον καλύτερο τρόπο. Πιο ώριμη από ποτέ, συναρπάζει τον αναγνώστη με τη γραφή, το μύθο και την ψυχοσύνθεση των χαρακτήρων που αναπτύσσει αναλυτικά, εύστοχα και με μαεστρία. Ιδιαίτερα σημαντικές είναι οι τελευταίες σελίδες, οι οποίες εξηγούν το πώς και το γιατί της σχέσης Κατίνας-Θέμελη και κυρίως γιατί η Κατίνα έμεινε σε ένα γάμο «θηλιά» όπως αναφέρει χαρακτηριστικά η συγγραφέας. Συγκινητικές και «διδακτικές» (για όσους δεν τις ξέρουν ή επιμένουν να τις αγνοούν) είναι και οι περιγραφές των όσων υπέστησαν οι Κρητικοί από τους γερμανούς κατακτητές. Κάτι ακόμα που μου έκανε μεγάλη εντύπωση, είναι το ότι η συγγραφέας καταφέρνει να δώσει την αίσθηση της κρητικής λαλιάς, χρησιμοποιώντας ελάχιστες, αλλά καίριες λέξεις κι εκφράσεις
Αξιοπρόσεκτο βιβλίο, που διαβάζεται εύκολα (κι αυτό δεν είναι ψόγος, είναι έπαινος) και κρατά αδιάπτωτο το ενδιαφέρον του αναγνώστη.



Σάββατο, 16 Νοεμβρίου 2013

Συνέντευξη στην Μαρία Παπανικολάου για τον Εθνικό κήρυκα Νέας Υόρκης

Τέσυ Μπάιλα: Το παρελθόν έγινε παρόν στην Ελλάδα και η Ομογένεια πρέσβειρα των αγώνων μας


Αλήθεια πόσες φορές δεν έχουμε πει στην καθημερινότητά μας πως «η ζωή είναι σαν...», ή «το μυστικό για τη ζωή είναι το...». Πάμπολλες. Η διακεκριμένη συγγραφέας Τέσυ Μπάιλα έχει το δικό της μυστικό και είναι άλλο από τη... ζάχαρη. «Η ζάχαρη είναι όλα όσα επινοούμε για να γίνει η ζωή μας πιο γλυκιά, ώστε να μπορέσουμε να επιβιώσουμε», λέει η ίδια και το τεκμηριώνει με τον καλύτερο τρόπο στο νέο της βιβλίο «Το μυστικό είναι η ζάχαρη».
Η διαφορά με όλα τα άλλα «μυστικά» αλλά και όλα τα άλλα βιβλία άλλων συγγραφέων είναι πως η κυρία Μπάιλα έχει κάνει συστηματική και επισταμένη... έρευνα σε ιστορικές περιοχές της Ελλάδας που τα πάντα έχουν σημασία, τα πάντα κρίθηκαν από τους αιώνες και πως η πραγματικότητα και η αλήθεια είναι πανάκριβες και ιστορικές αξίες, Κρήτη και Πειραιάς. Η κα Μπάιλα δεν έφτασε στο συμπέρασμα -τίτλο βιβλίου- τυχαία αλλά «τοποθετώντας» με μοναδικό τρόπο μέσα στις σελίδες του ιστορικά στοιχεία της Κρήτης και έχει καταγράψει γεγονότα του νησιού. Και δεν έχει μείνει μόνο εκεί αλλά και τα πρόσωπα που χρησιμοποιεί είναι αληθινά πρόσωπα που είχαν ή και έχουν υπάρξει.
Η ίδια έχει δεχθεί έντονη συναισθηματική φόρτιση από τον Πειραιά της, όπως άλλωστε και από την Κρήτη και είναι ο λόγος που σε κάθε έργο της, είτε βιβλίο είτε φωτογραφία, όταν αυτό προβάλλεται στον κόσμο η ίδια νιώθει «έναν αποχωρισμό και από την άλλη μια τεράστια ανάγκη να αγκαλιάσει ο κόσμος αυτό που με τόση αγάπη δημιούργησα».
Ολα αυτά την έχουν κάνει μία ευαίσθητη με τα προβλήματα και τις εικόνες της πατρίδας αλλά παράλληλα και αληθινή γυναίκα - συγγραφέα που δίνει την δική της μάχη μέσα από τα -αποδεχόμενα από πολλούς συναδέλφους της- έργα της και γι αυτό θεωρεί «την Ομογένεια πρέσβειρα των αγώνων μας σε μια Ελλάδα που το παρελθόν έγινε παρόν».
«Περιοδικό»: Εχετε σπουδάσει Ιστορία Ελληνικού Πολιτισμού καθώς και μετάφραση λογοτεχνίας. Πόσο σας βοήθησαν οι σπουδές σας στην συγγραφή του συγκεκριμένου βιβλίου;
Τέσυ Μπάιλα: Μελετώντας τον Ελληνικό Πολιτισμό ήταν αναπόφευκτο να επηρεαστώ από τη σημασία της Ιστορίας και της Κοινωνικής Ανθρωπολογίας κατά την εξελικτική του πορεία. «Το μυστικό ήταν η ζάχαρη» διατρέχει την Ιστορία του τόπου και γίνεται η αφορμή να καταγραφούν ιστορικά γεγονότα που σημάδεψαν την Κρήτη αλλά και τη χώρα ολόκληρη από το 1895 και την Κρητική Πολιτεία, την καταστροφή της Κανδάνου, το Μάλεμε, τη μεταφορά και τον αφανισμό των ανθρώπων στα στρατόπεδα συγκέντρωσης έως το τέλος του Β’ Παγκοσμίου πολέμου. Η Ιστορία είναι λοιπόν η μία παράμετρος πάνω στην οποία στηρίζεται το βιβλίο. Από την άλλη γίνεται η αφορμή να παρουσιαστούν οι κοινωνικές προσεγγίσεις της εποχής, το γεγονός ότι η γυναίκα της εποχής ήταν καταδικασμένη σε μια κοινωνική, πνευματική και πολιτική στέρηση. Το συγκεκριμένο έργο θα μπορούσε να χαρακτηριστεί ως ένα ιστορικοκοινωνικό μυθιστόρημα και σίγουρα οι συγκεκριμένες σπουδές βοήθησαν πολύ, τόσο στην ανεύρεση του υλικού όσο και στην οργάνωσή του.
«Π»: Επίσης, ασχολείστε με τη φωτογραφία και μάλιστα έκθεσή σας έχει φιλοξενηθεί σε Πανεπιστήμιο της Αθήνας και της Ιαπωνίας. Ποια τα συναισθήματά σας στην ιδέα ότι τα έργα σας εκτείθονται και ποια βλέποντας τα δικά σας εκτεθειμένα;
Τέσυ Μπάιλα: Η φωτογραφία είναι η άλλη μεγάλη μου αγάπη. Ενας άλλος, εξίσου δυναμικός τρόπος να αποτυπώσω σε ένα κομμάτι λευκού χαρτιού όλα όσα με αγγίζουν. Ανάμεσα στη φωτογραφία και τη λογοτεχνία το μόνο που αλλάζει είναι ο τρόπος της καταγραφής, το αποτέλεσμα όμως είναι για μένα το ίδιο: η προβολή ενός αθέατου συχνά κόσμου. Τα συναισθήματα που βιώνω κάθε φορά που βλέπω φωτογραφίες μου να εκτίθενται στο κοινό είναι τα ίδια που νιώθω και όταν κυκλοφορεί ένα βιβλίο και είναι ανάμικτα. Από τη μια νιώθω έναν αποχωρισμό και από την άλλη μια τεράστια ανάγκη να αγκαλιάσει ο κόσμος αυτό που με τόση αγάπη δημιούργησα. Είναι μοναδικό το συναίσθημα. Θα σας πω ένα παράδειγμα: Στο Τόκιο είχα τη χαρά να βλέπω τους επισκέπτες της έκθεσης να χαϊδεύουν κυριολεκτικά τις φωτογραφίες και κάποιες μου τις ζήτησαν να τις ζωγραφίσουν. Ενώ τις έδωσα με πολλή χαρά και ήξερα ότι όποια στιγμή ήθελα θα μπορούσα να τις τυπώσω ξανά, όπως και έκανα επιστρέφοντας, δε σας κρύβω ότι φεύγοντας ένιωθα ότι είχα αφήσει πίσω μου ένα κομμάτι δικό μου.

«Π»: Ποιον Ελληνα και ποιον ξένο συγγραφέα ξεχωρίζετε και γιατί;
Τέσυ Μπάιλα: Δύσκολο να διαλέξει κανείς μόνο έναν από κάθε κατηγορία. Υπάρχουν πολλοί συγγραφείς που έγιναν οι δρομοδείκτες στην αναγνωστική μου πορεία. Αν θα έπρεπε όμως να επιλέξω τελικά θα έλεγα ότι από τους Ελληνες ο Οδυσσέας Ελύτης είναι ο άνθρωπος που επηρέασε περισσότερο από όλους τη σκέψη μου, καθώς έγινε η αφορμή για αναγνωστικά ταξίδια σε προορισμούς που έως εκείνη τη στιγμή αγνοούσα την ύπαρξή τους και από τους ξένους θα επέλεγα τον Ντοστογιέφσκι για τον κόσμο του μεγάλου, κλασικού μυθιστορήματος που δημιούργησε και για το γεγονός ότι άλλαξε τα αφηγηματικά δεδομένα που επικρατούσαν έως τότε. Σίγουρα όμως ο Κάφκα, ο Καμύ, ο Χαβιέρ Μαρίας, ο Ρεμπώ, ο Τολστόι αλλά και ο Καραγάτσης, ο Καζαντζάκης, ο Καβάφης και ο Σεφέρης είναι μεγάλες μορφές ανάμεσα σε πολλές άλλες που εκτιμώ βαθιά και γι’ αυτό διαβάζω συστηματικά.
«Π»: Exετε φιλίες στο χώρο του βιβλίου;
Τέσυ Μπάιλα: Ασφαλώς και έχω και νιώθω πολύ τυχερή γι’ αυτό. Μέσα στο χώρο του βιβλίου έχω τη χαρά να έχω γνωρίσει σημαντικούς ανθρώπους και μαζί τους να έχω αναπτύξει συνεργασίες αλλά κυρίως φιλίες πολύ σημαντικές.
«Π»: Γνωστοί συγγραφείς της πατρίδας μας, όπως ο Δημήτρης Στεφανάκης και η Λένα Μαντά, μίλησαν με πολύ καλά λόγια για το βιβλίο σας. Θεωρείται ότι ο ανταγωνισμός είναι κυρίαρχος στον χώρο σας ή πραγματικά η συναδελφικότητα είναι το ιδιαίτερο χαρακτηριστικό της;
Τέσυ Μπάιλα: Ο ανταγωνισμός υπάρχει και στο χώρο του βιβλίου, όπως ακριβώς σε κάθε χώρο. Συχνά μπορεί να είναι μάλιστα πολύ σκληρός και να εμφανίζεται από ανθρώπους που δεν θα μπορούσες ούτε να φανταστείς ότι θα λειτουργούσαν ανταγωνιστικά. Ωστόσο, όπως είπα και πριν, υπάρχουν και μεγάλες φιλίες και μια συναδελφικότητα που όταν υπάρχει μπορεί πράγματι να είναι πολύ δημιουργική. Χαίρομαι λοιπόν που δεν είναι ο ανταγωνισμός κυρίαρχος στο χώρο αυτό αλλά συχνά είναι η συνεργασία και η συναδελφικότητα.
«Π»: To «Μυστικό ήταν η ζάχαρη» το έχετε αφιερώσει στο Δρόσο. Αλήθεια... τι εστί Δρόσος;
Τέσυ Μπάιλα: Ο Δρόσος είναι ο άντρας μου, ο πιο δικός μου άνθρωπος. Δικαιωματικά η αφιέρωση αυτού του βιβλίου τού ανήκει για πολλούς και πολύ συγκεκριμένους λόγους.
«Π»: Το βιβλίο σε κερδίζει από την αρχή μόνο και μόνο από το εξώφυλλο και τον πολύ «πιασάρικο» τίτλο. Αυτός ο τίτλος σας ήρθε από την αρχή ή «κέρδισε» σε μονομαχίες άλλους; Και αλήθεια με ποια κριτήρια βάζετε τους τίτλους στα έργα σας;
Τέσυ Μπάιλα: Με χαροποιεί ιδιαίτερα που το λέτε αυτό. Οι εκδόσεις Ψυχογιός φρόντισαν για το τόσο όμορφο πραγματικά εξώφυλλο. Κάθε βιβλίο έχει τη δική του ιστορία και είναι αυτή που καθοδηγεί έναν συγγραφέα στην επιλογή του τίτλου του. Στο συγκεκριμένο βιβλίο η επιλογή αυτή ήταν εντελώς αυθόρμητη. Η Κατίνα έλεγε πάντα ότι η ζάχαρη είναι το μυστικό που γλυκαίνει και νοστιμίζει το φαγητό της. Με το ίδιο σκεπτικό, η ζάχαρη είναι όλα όσα επινοούμε για να γίνει η ζωή μας πιο γλυκιά, ώστε να μπορέσουμε να επιβιώσουμε. Αυτό έκανε και η Κατίνα σε ολόκληρη τη ζωή της, αυτό ήταν τελικά το μυστικό της για μια σκληρή επιβίωση. Ετσι δε θα μπορούσα να σκεφτώ πιο κατάλληλο τίτλο.
«Π»: «Το Μυστικό ήταν η ζάχαρη» είναι το τρίτο σας βιβλίο, και είναι αρκετά διαφορετικό από τα προηγούμενα δύο. Η διαφορά στο ύφος είναι αρκετά έντονη. Ποιες διαφορές είχατε στα ερεθίσματά σας;

Τέσυ Μπάιλα: Στη λογοτεχνία η βάση της κατασκευής ενός μυθιστορήματος είναι ο τρόπος έκφρασης του συγγραφέα, το ύφος που επιλέγει, οι χαρακτήρες που οικοδομεί. Κάθε βιβλίο λοιπόν έχει τη δική του μορφή κι αυτή είναι που υπαγορεύει και το ύφος που θα χρησιμοποιήσει ο συγγραφέας. Το πρώτο μου βιβλίο «Το Πορτρέτο της Σιωπής» είναι γραμμένο σε λυρικό τόνο ακριβώς επειδή ο κεντρικός χαρακτήρας του είναι ένας εντελώς υπερβατικός άνθρωπος, ένας άνθρωπος που ξεφεύγει εντελώς από τα κοινωνικά δεδομένα της εποχής του. Το δεύτερο βιβλίο, «Το Παραμύθι της βροχής», είναι δομημένο με βάση την ιαπωνική και την ελληνική φιλοσοφία και τα ιδιαίτερα πολιτισμικά χαρακτηριστικά που μπορεί να μοιράζονται δυο εντελώς μακρινοί και φαινομενικά ξένοι μεταξύ τους λαοί. Μοιραία οι πρωταγωνιστές του έπρεπε να μιλούν με μια διαφορετική γλώσσα και σε ένα διαφορετικό ύφος. Η εξέλιξη είναι μεγαλύτερη στο τρίτο βιβλίο μου, όπως επισημαίνετε, ακριβώς για τον ίδιο λόγο. Στο «Μυστικό ήταν η ζάχαρη» το ύφος που υιοθετήθηκε είναι αποτέλεσμα της ιστορίας που αφηγούμαι. Οι χαρακτήρες που ζουν και κινούνται στη Κρήτη του 1930 και στον Πειραιά των τεκέδων, της φτώχιας και των προσφυγικών καταυλισμών δεν θα μπορούσαν παρά να έχουν φέρει μαζί τους στο βιβλίο το δικό τους προσωπικό ύφος.
«Π»: Η επιλογή του ονόματος της πρωταγωνίστριας -«Κατίνα»- ήταν τυχαία ή επειδή, εκείνα τα χρόνια, ήταν ένα πολυχρησιμοποιημένο όνομα;
Τέσυ Μπάιλα: «Το μυστικό ήταν η ζάχαρη» είναι βασισμένο, ως ένα βαθμό, σε αληθινά πρόσωπα και γεγονότα. Η Κατίνα υπήρξε και είμαι πολύ τυχερή που τη γνώρισα και μπόρεσα να ζήσω δίπλα της και να την παρατηρώ από πολύ κοντά για πολλά χρόνια. Είναι ένας άνθρωπος που σημάδεψε και τη δική μου ζωή. Κατίνα ήταν το πραγματικό της όνομα κι έτσι σε καμιά περίπτωση δεν σκέφτηκα να το αλλάξω. Η επιλογή του ονόματος δεν ήταν λοιπόν τυχαία. Πράγματι όμως το όνομα αυτό ήταν ένα κοινό όνομα της εποχής και ιδιαίτερα στην Κρήτη. Παράλληλα είναι και ένα «ομιλών» όνομα, ένα όνομα που φέρει κάποια προσδιοριστικά χαρακτηριστικά για τον άνθρωπο που ονομάζεται έτσι και προσωπικά μου αρέσει πολύ να χρησιμοποιώ τέτοια ονόματα.
«Π»: Σας προβλημάτισε η Κατίνα; Θελήσατε κάποια στιγμή να την «αλλάξετε»;
Τέσυ Μπάιλα: Ισως ο λόγος που έγραψα τελικά αυτό το βιβλίο να είναι η απάντησή μου σ’ αυτό το ερώτημα. Θέλω να πω ότι μπορεί πράγματι να ήθελα να την αλλάξω στην πραγματική της ζωή και γι αυτό το λόγο να έγραψα «Το μυστικό ήταν η ζάχαρη». Συχνά έχω αναρωτηθεί κι εγώ πώς θα ήταν αυτή η γυναίκα αν είχε κατορθώσει να πάρει άλλες αποφάσεις όμως είναι πραγματικά δύσκολο να μπεις στη ψυχολογία ανθρώπων που μεγάλωσαν με τη νοοτροπία τουλάχιστον εκατό χρόνων πριν από εμάς. Γι’ αυτό το λόγο ξεκίνησα την αφήγηση από την παιδική της ηλικία που βεβαίως μας δείχνει παράλληλα τον τρόπο που αντιμετώπιζαν τα ίδια προβλήματα άλλες γυναίκες της εποχής, μεγαλωμένες με την ίδια στάση ζωής.
Δεν ξέρω αν θα είχε λοιπόν νόημα να την αλλάξω. Σίγουρα με προβλημάτισε τόσο ως χαρακτήρας του μυθιστορήματος όσο και ως πραγματικότητα αλλά νομίζω ότι δε θα μπορούσα να την αλλάξω. Είναι μια γυναίκα παλιάς κοπής, μια γυναίκα που μυρίζει βασιλικό και αγάπη, αφοσίωση αλλά και παράπονο. Η πορεία της και η μοίρα της προσδιορίστηκαν από τις αποφάσεις όλων των αρσενικών που κυριάρχησαν στη ζωή της. Η Κατίνα όμως επέλεξε αποφασιστικά να μείνει δίπλα τους, αρνούμενη τελικά τη δική της ζωή και αυτό είναι το αναντίρρητο προτέρημά της.
«Π»: Τι τροπή πιστεύετε θα είχε πάρει το βιβλίο αν η Κατίνα ήταν λίγο ποιο δυναμική;
Τέσυ Μπάιλα: Δεν μπορώ να σκεφτώ. Σίγουρα αν η Κατίνα ήταν πιο δυναμική θα είχαν αλλάξει πολλά πράγματα. Ενδεχομένως να είχε αλλάξει και ο Θέμελης καθώς η σχέση τους υπήρξε τόσο εκρηκτική αλλά και καθοριστική ταυτόχρονα. Η Κατίνα δεν κατάλαβε ποτέ ότι την προσωπική ανάσταση που προσδοκούσε μια ολόκληρη ζωή δεν έπρεπε να την περιμένει από τους άλλους αλλά να τη φέρει εκείνη. Ετσι η Κατίνα πρόσφερε στον Θέμελη την υποταγή της και την εξουσία που εκείνος είχε ανάγκη να νιώσει αλλά και κάτι ακόμα. Συχνά του πρόσφερε άλλοθι για τις πράξεις του, τον μεταμόρφωνε με τη συγχώρεσή της όλο και περισσότερο, προσφέροντάς του έναν καθρέφτη που μέσα του εκείνος αντίκριζε τον εαυτό του και τον αγαπούσε ξανά. Σίγουρα λοιπόν αν η Κατίνα ήταν περισσότερο δυναμική ο καθρέφτης αυτός θα ράγιζε, θέλω να πω ότι αλυσιδωτά όλες οι αντιδράσεις των χαρακτήρων μέσα στο βιβλίο θα άλλαζαν δραματικά. «Κι η Ανοιξη προϊόν του ανθρώπου είναι», είχε πει ο Ελύτης. Η Κατίνα όφειλε για τον εαυτό της και για το παιδί της να είχε φέρει αυτή την άνοιξη στη ζωή τους αλλά τελικά δεν τόλμησε. Αν κάτι τη χαρακτήριζε ήταν ότι δε μπόρεσε ποτέ να φύγει από όλα όσα είχαν από τη παιδική της ηλικία προσδιορίσει τη στάση της ζωής της. Η φυγή που δεν συντελέστηκε ποτέ. Η Κατίνα λοιπόν υπό αυτή την έννοια αντιπροσωπεύει όλους εμάς που δεν μπορέσαμε ποτέ να αλλάξουμε κι αυτό είναι που την κάνει έναν εμβληματικό χαρακτήρα.
«Π»: Ξεκινάτε το βιβλίο με την Κατίνα πλέον σε προχωρημένη ηλικία να ανακαλεί μνήμες. Γιατί αποφασίσατε να ξεκινήσετε από την εξιστόρηση αλλά το βάλατε ως ανάμνηση;
Τέσυ Μπάιλα: Ηταν ένα αφηγηματικό τέχνασμα που με βοηθούσε να δείξω την αντιδιαστολή ανάμεσα στην παλαιά γενιά που αντιπροσωπεύει η Κατίνα και τη σύγχρονη στην οποία ανήκει η νύφη της στην οποία έχει εξιστορήσει την ιστορία της ζωής της. Παράλληλα λειτούργησε και ως γέφυρα ανάμεσα στο πρώτο και το δεύτερο μέρος του βιβλίου που αναφέρεται στον Πειραιά. Η Μνήμη άλλωστε είναι ένας τρόπος να ανακαλούμε σημαντικά γεγονότα αλλά και να πλάθουμε κάποια όπως τα θέλουμε, κρατώντας επιλεκτικά όλα όσα θέλουμε ή αξίζει να θυμόμαστε, έτσι το ταξίδι στις αναμνήσεις αυτής της γυναίκας μου φάνηκε πιο γοητευτικό.

«Π»: Γεννηθήκατε στον Πειραιά όπου διαδραματίζεται το δεύτερο μέρος του βιβλίου. Σας βοήθησε αυτό; Το κάνατε εσκεμμένα;
Τέσυ Μπάιλα: Αν και δεν έχω ζήσει πολλά χρόνια στον Πειραιά γεννήθηκα εκεί και τον αγαπώ πολύ. Είναι μια ιδιαίτερη πόλη, μια πόλη που κυριαρχείται από τη μελαγχολία του ταξιδιού, των αποχωρισμών, της πάλης για την επιβίωση. Μια πόλη επίσης ιστορικής σημασίας. Η πόλη της προσφυγιάς και της φτώχειας. Αλλά και μια πόλη με αντιθέσεις. Από τη μια ο εφοπλιστικός πλούτος και από την άλλη το λιμάνι του μόχθου. Ωστόσο δεν το έκανα εσκεμμένα. Οπως σας είπα το μυθιστόρημα είναι βασισμένο σε αληθινά γεγονότα, έτσι μοιραία ακολουθώντας τη πορεία της Κατίνας έφτασα μαζί της στον Πειραιά. Σίγουρα όμως, συγγραφικά τουλάχιστον, δεν έχω τελειώσει μαζί του.
«Π»: Τι σας δυσκόλεψε περισσότερο στο βιβλίο;
Τέσυ Μπάιλα: Το κομμάτι που με δυσκόλεψε περισσότερο κατά τη διάρκεια της συγγραφής αυτού του βιβλίου είναι το κομμάτι που αναφέρεται στη καταστροφή της Κανδάνου από τους Γερμανούς και το τέλος του Σήφη στο Αουσβιτς. Σπαραχτικές στιγμές της παγκόσμιας Ιστορίας και η εξιστόρησή τους έγινε για μένα οδυνηρή. Θυμάμαι ότι έγραφα κι όταν έκλεινα το αρχείο στον υπολογιστή μου ένιωθα συντετριμμένη. Πιστεύω όμως ότι είναι ένα μέρος του βιβλίου που τελικά άξιζε τον κόπο.
«Π»: Το βιβλίο παρόλο που είναι ένα, λόγω της αλλαγής στον τρόπο αφήγησής σας είναι στην ουσία σαν να διαβάζουμε δύο. Τι σας «τσίγκλισε» να αλλάξετε τρόπο αφήγησης ή μήπως το κάνατε ...πειραματικά;
Τέσυ Μπάιλα: Την ίδια ακριβώς επισήμανση για το βιβλίο έκανε και ο Δημήτρης Στεφανάκης στην παρουσίαση του βιβλίου που διοργάνωσαν οι εκδόσεις Ψυχογιός στον Ιανό και με ρώτησε ακριβώς το ίδιο με εσάς. Ομολογώ ότι για μένα ήταν κάτι που έγινε αυθόρμητα. Ξέρετε, κάθε χαρακτήρας έχει τη δική του φωνή και το μόνο που έκανα ήταν να ακούσω τη φωνή των ηρώων μου. Αυτό πρακτικά σημαίνει ότι τους ακολούθησα και ενστερνίστηκα το διαφορετικό τους ύφος. Ετσι το πρώτο μέρος έχει την ευαισθησία του κρητικού κομματιού, μια ευαισθησία με την οποία περιγράφω τα παιδικά χρόνια της Κατίνας, τα ήθη και τα έθιμα, τις παράλληλες ιστορίες των περιφερειακών ηρώων που αλληλοσυμπληρώνουν το παζλ της ιστορίας, ενώ το δεύτερο μέρος έχει κάτι πιο σκληρό, παρμένο μάλλον από τους τεκέδες του Πειραιά, τον αντιφατικό σύζυγο της Κατίνας τον Θέμελη, κάτι σκληρό και βίαιο ίσως από την τροπή που πήρε η ζωή της Κατίνας εκεί. Αυτή η διαφορά που επισημαίνετε ήταν εντελώς ασυνείδητη εκ μέρους μου αλλά, όπως φαίνεται, απαραίτητη για το βιβλίο.
«Π»: Μέρος του βιβλίου διαδραματίζεται στην Κρήτη. Χρησιμοποιείτε αρκετά την κρητική διάλεκτο, την οποία μιλάει και η πρωταγωνίστρια. Σας δυσκόλεψε αυτό; Ηταν δύσκολο να μάθετε να τη χρησιμοποιείτε;
Τέσυ Μπάιλα: Ηταν απαραίτητο. Χαίρομαι που επισημαίνετε ότι η χρήση της κρητικής ντοπιολαλιάς είναι επιτυχημένη και το γεγονός ότι μου το έχουν πει αυτό και πολλοί Κρητικοί μου δίνει μεγάλη χαρά. Θεώρησα σωστό να τη χρησιμοποιήσω σε ένα βαθμό, τόσο όσο απαιτείται χωρίς όμως να κουράζει τον αναγνώστη, ακριβώς για να αναδειχθεί καλύτερα το κρητικό άρωμα του βιβλίου. Δεν είναι δύσκολη διάλεκτος και όλοι έχουμε ακούσματά της. Είναι όμως μια από τις μακροβιότερες ελληνικές διαλέκτους, διατηρεί αρκετούς αρχαϊσμούς, απαντάται σε γραπτά κείμενα από τον 14ο αιώνα, έχει δώσει εξαιρετικά λογοτεχνικά κείμενα τον 16ο και 17ο αιώνα, έχει εμπνεύσει το δημοτικό τραγούδι, δημιούργησε τις μαντινάδες, είναι ακόμα ζωντανή, εξελίσσεται και το κυριότερο αποτυπώνει την ευαισθησία και τη λεβεντιά του λαού της Κρήτης. Γι’ αυτό το λόγο όφειλα να την προσεγγίσω με ιδιαίτερο σεβασμό, στην πορεία την αγάπησα όμως για το ηχητικό κελάρυσμα που φέρει στο κείμενο.
«Π»: Η ιστορία είναι ένα μεγάλο κομμάτι του βιβλίου, χωρίς όμως αυτό να το κάνει κουραστικό. Εσάς όμως σαν συγγραφέα σας ταλαιπώρησε στο να συγκεντρώσετε αυτά τα ιστορικά γεγονότα και να τα αποτυπώσετε στο χαρτί; Από που συγκεντρώσατε τα ιστορικά στοιχεία;
Τέσυ Μπάιλα: Η Ιστορία είναι ένας από τους βασικούς άξονες του βιβλίου και προσπάθησα να την εντάξω έτσι ώστε να μη γίνει το βιβλίο ένα αμιγώς ιστορικό έργο. Οι άνθρωποι κάθε εποχής όμως δεν ζουν ξεκομμένοι από το ιστορικό και κοινωνικό πλαίσιο της συγκεκριμένης εποχής. Ζουν, δρουν και κινούνται μέσα στα γεγονότα που σημαδεύουν τον κόσμο και συχνά γίνονται θύματα της ιστορικής συγκυρίας ή χάνονται μέσα σ’ αυτή. Αλλωστε η Ιστορία αποτελεί και το πλαίσιο μέσα στο οποίο δημιουργείται μια συγκεκριμένη νοοτροπία που μεγαλώνει γενιές ανθρώπων, καθορίζοντας την προσωπική τους στάση ζωής. Ετσι χρειάστηκε να συγκεντρώσω πολλά ιστορικά στοιχεία από μια σχετικά μεγάλη βιβλιογραφία, από εφημερίδες της εποχής, από το διαδίκτυο, από ανθρώπους που βίωσαν κάποιες καταστάσεις. Οχι απλώς δεν με ταλαιπώρησε αλλά πραγματικά ήταν ένα κομμάτι της συγγραφικής εργασίας ιδιαίτερα γοητευτικό για μένα, καθώς ανακάλυπτα πράγματα που δεν ήξερα και μάθαινα λεπτομέρειες που ήταν πολύ ενδιαφέρουσες.
«Π»: Κατά τη συγκέντρωση των πληροφοριών τι ήταν αυτό που σας έκανε περισσότερη εντύπωση και τι αυτά που δεν βάλατε, ενώ θα θέλατε πολύ;
Τέσυ Μπάιλα: Πολλά πράγματα μου έκαναν εντύπωση. Θα σταθώ σίγουρα σε κάποια έθιμα της Κρήτης. Για παράδειγμα όταν η Κωνσταντάκαινα, η μητέρα της Κατίνας καλείται να πάρει στα δώδεκα χρόνια της μια απόφαση που θα αποτρέψει το ξέσπασμα μιας πιθανής βεντέτας. Μου φάνηκε ιδιαίτερα σκληρό και παράλληλα δείχνει και τις παγιωμένες αντιλήψεις των ανθρώπων. Η Κωνσταντάκαινα παίρνει ουσιαστικά στα χέρια της τη μοίρα δυο οικογενειών και το κάνει με ιδιαίτερη συναίσθηση ευθύνης και αποφασιστικότητα, παρά την τόσο νεαρή της ηλικία. Επίσης από τα γεγονότα που με επηρέασαν βαθιά ήταν σίγουρα οι γερμανικές καταστροφές που κυριολεκτικά αφάνισαν ολόκληρα χωριά επί κατοχής και φυσικά τα γεγονότα στο Μάλεμε που οδήγησαν σύσσωμο τον κρητικό λαό να βγει στου δρόμους και να τα βάλει, άοπλος σχεδόν, με την πιο ισχυρή πολεμική μηχανή που γνώρισε η ανθρωπότητα. Δεν υπήρξε κάτι που θα ήθελα να βάλω και δεν έβαλα όμως.
«Π»: Αλήθεια ο Πλάτανος που αναφέρετε στην αρχή του βιβλίου είναι κάτι το πραγματικό ή όχι; Αν ναι, υπάρχει άραγε ακόμα;
Τέσυ Μπάιλα: Ο Πλάτανος είναι ένα αληθινό κομμάτι του βιβλίου. Είναι πράγματι τόσο μεγάλος όσο αναφέρεται στο βιβλίο και υπάρχει ακόμα, δίπλα στο παλιό καφενέ του Αρμενοχωρίου, που έχει σταματήσει να λειτουργεί ως καφενές. Πρόκειται για ένα δέντρο ιδιαίτερης σημασίας για τον τόπο όπως καταλαβαίνετε, καθώς βρίσκεται στο κέντρο του χωριού τουλάχιστον για χίλια χρόνια, κάτι που πρακτικά σημαίνει ότι συντροφεύει τη μνήμη αυτού του χωριού και καθορίζει τη μορφή του. Γενιές και γενιές έχουν περάσει σημαντικές στιγμές της ζωής τους κοντά του και νομίζω, όπως συμβαίνει πάντα σε ανάλογες περιπτώσεις και σε άλλα μέρη της Ελλάδας, οι κάτοικοι του τόπου τον αγαπούν και τον καμαρώνουν.
«Π»: Οπως έχετε πει και εσείς η ιστορία επαναλαμβάνεται. Τι πιστεύετε ότι πρέπει να αλλάξει σημαντικά στον τόπο ώστε να αποφύγουμε τα χειρότερα που όλοι πιστεύουν ότι έρχονται;
Τέσυ Μπάιλα: Πολλά θα πρέπει να αλλάξουν. Η ανάγκη ριζικής αλλαγής και επαναπροσδιορισμού των πολιτικών και ηθικών αξιών είναι επιτακτική στις μέρες μας και μόνο αποτέλεσμα της παιδείας μπορεί να είναι. Η Ιστορία θα έπρεπε να μας διδάξει αλλά ποτέ δεν καταφέραμε να το καταλάβουμε. Η εποχή μας μοιάζει τόσο με την εποχή του μεσοπολέμου. Τότε όπως και σήμερα η κατασπατάληση δημοσίου χρήματος, η κατάχρηση εξουσιών, η πολιτική διαφθορά οδήγησαν σε νομισματική αστάθεια, δανεισμό, κατάρρευση τραπεζών και ολόκληρων κοινωνιών. Αυτά στον πολιτικό χώρο. Αλλά και κοινωνικά υπάρχουν πολλά ανάλογα φαινόμενα. Η φτώχεια, η ανεργία, η ανέχεια. Αλλά και φαινόμενα ανόδου επικίνδυνων πολιτικών σχημάτων και θεωριών. Ολοι γνωρίζουμε ότι η Ιστορία επαναλαμβάνεται. Αυτή η τάση της θα έπρεπε να μας βοηθούσε στην πρόληψη αυτών των φαινομένων αλλά τελικά για άλλη μια φορά δεν καταφέραμε να εκτιμήσουμε κάποια πράγματα. Κι έτσι βιώνουμε έναν οικονομικό πόλεμο, βλέπουμε γύρω μας ανθρώπους να αυτοκτονούν, η απελπισία, η ανεργία, και η κρατική βία σε όλα τα επίπεδα γιγαντώνεται, όλα αυτά μοιάζουν πολύ με τις εφιαλτικές στιγμές που έζησε ο κόσμος πριν το πόλεμο του 1940, μόνο που σήμερα ο τρόπος του πολέμου έχει αλλάξει.
«Π»: Η οικονομική κρίση πιστεύετε ότι έχει επηρεάσει τον αναγνώστη; Είτε στην επιλογή είτε και στην αγορά βιβλίου; Ή μήπως έχει βοηθήσει τον αναγνώστη που μέσω του βιβλίου μπορεί και ξεφεύγει από την σκληρή πραγματικότητα;
Τέσυ Μπάιλα: Ασφαλώς και τον έχει επηρεάσει. Ο σημερινός άνθρωπος ζει μέσα σε ένα κλίμα έντονης αποσταθεροποίησης. Βασικές, πρώτες ανάγκες της οικογένειάς του είναι αδύνατο να καλυφθούν. Το φάσμα της ανεργίας, η πείνα και η ανέχεια τον απομυζούν καθημερινά ενώ τα βασικά του δικαιώματα όπως αυτό της παιδείας, της υγείας, της κοινωνικής εργασίας και σε λίγο, όπως φαίνεται, της στέγασης έχουν βάναυσα καταπατηθεί. Ο σημερινός Ελληνας ζει μέσα στο κράτος του πανικού, του πανικού για την επόμενη μέρα. Ολα γύρω του βρίσκονται υπό διωγμό. Ο φόβος του αύριο επέστρεψε και είναι πολύ οδυνηρός επειδή μας βρήκε όλους απροετοίμαστους. Η αγορά του βιβλίου είναι σαφές ότι υπό αυτές τις συνθήκες έχει δραματικά μειωθεί. Θέλω να πιστεύω όμως ότι όταν περάσει το αρχικό σοκ της διάψευσης μέσα στο οποίο ζει σήμερα, όταν μπορέσει να ισορροπήσει σε μια νέα πλέον οικονομική πραγματικότητα θα στραφεί στον πολιτισμό και το βιβλίο θα είναι, όπως πάντα, το μεγάλο του αντιστύλι. Θα βρει έτσι τον τρόπο όχι απλώς να ξεφύγει από τη σκληρή πραγματικότητα αλλά και να επαναπροσδιορίσει τις συντεταγμένες της νέας αυτής κατάστασης. Επιτρέψτε μου μόνο να πιστεύω ότι η λογοτεχνία δε λειτουργεί μόνο ως μέσο διαφυγής από μια δύσκολη πραγματικότητα αλλά ως όχημα επιβίωσης μέσα σ’ αυτή.
«Π»: Οι Ελληνες ομογενείς διαβάζουν πολλά βιβλία από Ελληνες συγγραφείς. Θα θέλατε να τους περάσετε ένα μήνυμα είτε για τη συγγραφή βιβλίων είτε και για την κατάσταση που βιώνει η Ελλάδα μας;
Τέσυ Μπάιλα: Το παρελθόν έγινε παρόν στην Ελλάδα και τα σημάδια του είναι ανεξίτηλα σε όλες τις πλευρές της ζωής. Ολοι το γνωρίζουμε καλά αυτό και σίγουρα και οι Ελληνες ομογενείς συμπάσχουν μαζί μας. Οι λόγοι για τους οποίους εκπατρίστηκαν κάποτε οι δικές τους οικογένειες έχουν επιστρέψει και αν κάποιοι μπορούν να νιώσουν την οδύνη των νέων σήμερα που φεύγουν από την Ελλάδα για να βρουν μια καλύτερη τύχη είναι οι Ελληνες ομογενείς.
Θα χρειαστεί να περάσουν πολλά χρόνια έως ότου καταφέρουμε να σταθούμε ξανά στα πόδια μας αλλά θέλω να πιστεύω ότι θα τα καταφέρουμε τελικά, συνέβη και παλιότερα άλλωστε, και η ελληνική Ομογένεια υπήρξε πάντα σύμμαχος και πρέσβειρα των αγώνων μας.
Γι’ αυτό το λόγο θέλω να σας ευχαριστήσω που μου δώσατε την ευκαιρία να επικοινωνήσω μαζί τους.
«Π»: Σας ευχαριστώ πολύ για την τιμή που μας κάνατε.
Λίγα λόγια για την Τέσυ Μπάιλα



Η ΤΕΣΥ ΜΠΑΪΛΑ κατάγεται από τις Κυκλάδες αλλά γεννήθηκε στον Πειραιά. Σπούδασε Ιστορία Ελληνικού Πολιτισμού και μετάφραση Λογοτεχνίας. Ασχολείται με τη φωτογραφία και ατομικές της εκθέσεις έχουν φιλοξενηθεί στο πανεπιστήμιο Gakugei της Ιαπωνίας και στην Αθήνα. Είναι συντάκτρια του λογοτεχνικού περιοδικού Κλεψύδρα. Παράλληλα δημοσιεύει δοκίμια σε εφημερίδες και περιοδικά. «Το Μυστικό ήταν η Ζάχαρη» είναι το τρίτο της μυθιστόρημα.

Παρασκευή, 1 Νοεμβρίου 2013

Κ.Π. Καβάφης: 150 χρόνια Ποίησης και Ιστορίας (αναδημοσίευση από το περιοδικό ΚΛΕΨΥΔΡΑ, τ.4)


Μέσα στην ιστορική νομοτέλεια ο Καβάφης νιώθει πρωτίστως ιστορικός ποιητής. Ο ίδιος άλλωστε το δηλώνει λέγοντας: « αισθάνομαι μέσα μου 125 φωνές να με λέγουν ότι θα μπορούσα να γράψω ιστορία». Τονίζει επίσης ότι είναι «ελληνικός» με την έννοια ότι νιώθει ως απόδημος Έλληνας τη νοσταλγία και την περηφάνια για μια ιδεατή πατρίδα αλλά ταυτόχρονα κρίνει και απωθείται από ό,τι η συνείδησή του δεν μπορεί να αποδεχτεί σ’ αυτήν, «κατανοώντας τη ματαιότητα των μεγαλείων». Κι αυτό που κατορθώνει στο έργο του είναι να εστιάσει σε διαχρονικές συμπεριφορές και αξίες, αναδεικνύοντας τη σχέση του ελληνισμού ως πολιτισμικού φορέα με τους άλλους λαούς. Είναι άλλωστε γνωστή η σχέση του Κ. Καβάφη με τον ελληνισμό, μια σχέση που έχει γίνει αντικείμενο πολλών μελετών.
Ο Καβάφης επιλέγει να ασχοληθεί με την ελληνιστική εποχή όχι τυχαία αλλά επειδή πρόκειται στην ουσία για μια περίοδο μεταβατική στην ιστορική πραγματικότητα. Αυτό που κατορθώνει είναι να συνδυάσει το παρελθόν με το παρόν και μέσα από αυτό τον συνδυασμό να βρει την ευκαιρία να καυτηριάσει σύγχρονες πρακτικές, επιλέγοντας κατάλληλα ιστορικά παραδείγματα. Η ιστορική διαστρωμάτωση συνδέει το γεγονός με τον παρόντα χρόνο και πολύ συχνά γίνεται απλώς η αφορμή για να περάσει ο Καβάφης μια ερωτική χροιά στο ποίημά του όπως χαρακτηριστικά κάνει στο ποίημά του Καισαρίων. Ο ποιητής ανατέμνει την ιστορική πραγματικότητα, μετατρέποντας μια ερωτική μνήμη σε ποίηση και το αντίστροφο, αφού όλα αυτά τα συνδυάζει με την προσωπική του ερωτική φύση για να δημιουργήσει τελικά τον διδακτικό του μύθο.
Ο Καβάφης χρησιμοποιεί στα ποιήματά του πρόσωπα δευτερεύουσας σημασίας ή δημιουργεί ο ίδιος ιστορικές φυσιογνωμίες που τις χρησιμοποιεί αποδίδοντάς τους συγκεκριμένα χαρακτηριστικά. Η συγκρότηση της προσωπικής μυθολογίας που δημιουργεί γίνεται η αφορμή για μια μελέτη επάνω στη διαχρονική ανθρώπινη συμπεριφορά. Άλλωστε ο ποιητής, φύσει και θέση, συγκινείται από την αντιφατική αρμονία των ιδιότυπων εκείνων χαρακτηριστικών που μπορεί να ενυπάρχουν σε κάθε άνθρωπο, είτε πρόκειται για ένα ιστορικό πρόσωπο είτε για κάθε απλό άνθρωπο.
Ο ποιητής περιγράφει γεγονότα και καταστάσεις με ένα εξαιρετικής αισθητικής γλωσσικό αμάλγαμα. Τόσο η καλλιτεχνική όσο και η ιδεολογική του αντίληψη διαφαίνονται με ευκρίνεια μέσα στο έργο του. Είναι εξαιρετικής σημασίας άλλωστε η μελέτη της καβαφικής γλώσσας και έχει αποτελέσει αντικείμενο επίσης σοβαρών μελετών. Οι δημοτικιστές της εποχής δεν κατάφεραν να δουν το μέγεθος της καινοφανούς καβαφικής γλώσσας και την αγνόησαν, καθώς διαφέρει σημαντικά από την αθηναϊκή δημοτική του Παλαμά αλλά και δεν σχετίζεται με την καθαρεύουσα.
Ο Καβάφης δεν γράφει στην καθιερωμένη γλώσσα την οποία χρησιμοποιούν οι ποιητές της γενιάς του 1880. Ο δημοτικισμός που κατέχει κραταιά θέση στην ιδεολογική ποιητική προσέγγιση της εποχής δεν τον συγκινεί. Χρησιμοποιεί ελάχιστα επίθετα, ακρίβεια στην περιγραφή, διάφανο λυρισμό στην ορθολογική αντίληψη των πραγμάτων, φραστικό ρεαλισμό στη διατύπωση και ευθυβολία στη χρήση των ρημάτων. Το έργο του βρίθει συμβόλων, έντονης μουσικότητας και ειρωνείας. Είναι πασίγνωστη η καβαφική ειρωνεία, ευρηματική και ταυτόχρονα συγκροτημένη και πολυδιάστατη, γίνεται το μέγιστο μέτρο της ταυτοποίησης της Ποίησης του Καβάφη. Διαχωρισμένη σε λεκτική ειρωνεία, στην αντίθεση δηλαδή ανάμεσα στη λέξη που χρησιμοποιείται και στο νόημα που θέλει να αποδώσει και σε ειρωνεία των καταστάσεων που προκαλείται ανάμεσα στις προσδοκίες του αναγνώστη και στο τελικό γεγονός, η καβαφική ειρωνεία γίνεται ένας σπουδαίος παράγοντας αξιολόγησης του ποιητικού έργου.
Για τον Καβάφη, τη σχέση του με την Ελλάδα και την παγκόσμια εμβέλεια του έργου του έχουν διατυπωθεί πολλά. Το σημαντικό είναι ότι ο συγκεκριμένος ποιητής που δεν ευτύχησε στην εποχή του να γνωρίσει την αποδοχή από τους λογοτεχνικούς κύκλους-- είναι γνωστό ότι, με ελάχιστες εξαιρέσεις, ο Καβάφης κατόρθωσε να αναδειχθεί μόνο όταν οι ποιητές της γενιάς του 30 τον ανακάλυψαν— με το έργο του τόσο το φιλοσοφικό, όσο και με το πολιτικό αλλά αναμφίβολα με το ερωτικό, έγινε διαχρονικά μια εμβληματική μορφή στο παγκόσμιο πνευματικό στερέωμα. Άλλωστε, ελληνικός ή οικουμενικός δεν έχει καμιά σημασία, αφού αυτό που μετράει στην ποίησή του είναι η ορθολογική αντίληψη των πραγμάτων και το ιδεολογικό της υπόβαθρο, η αρμονική συνύπαρξη των αντιθέσεων, η σχέση της ιστορίας με την αισθητική, ο ιδιότυπος λυρισμός του, η διανοητική και συνένοχη σχέση του με τον αναγνώστη και τελικά ο πνευματικός διάλογος όλων μας με το καβαφικό έργο.
 Τέσυ Μπάιλα


το κείμενο αναδημοσιεύεται από το λογοτεχνικό περιοδικό ΚΛΕΨΥΔΡΑ, τ.4, Μάης 2013.




Δευτέρα, 21 Οκτωβρίου 2013

Ο Νίκος Βατόπουλος γράφει στην Καθημερινή για Το μυστικό ήταν η ζάχαρη

http://news.kathimerini.gr/4dcgi/_w_articles_civ_2_19/10/2013_537241
Το άρθρο αυτό του Νίκου Βατόπουλου δημοσιεύθηκε στην Καθημερινή στις 19/10/13.  Ένα μεγάλο ευχαριστώ για την υπέροχη κριτική του αλλά κυρίως για την πολύτιμη φιλία του είναι λίγο!


Από την Κρήτη στον Πειραιά
Το μυθιστόρημα «Το μυστικό ήταν η ζάχαρη» της Τέσυς Μπάιλα εξυφαίνει μια εποχή

Του Νικου Βατοπουλου

Μια μεγάλη και πολυπρόσωπη αφήγηση, δραματική και ανθρώπινη, είναι «Το μυστικό ήταν η ζάχαρη», το νέο μυθιστόρημα της Τέσυς Μπάιλα. Σε δύο τόπους (Κρήτη και Δραπετσώνα) και τρεις εποχές, με αιχμές τον Μεσοπόλεμο, τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο και τα πρώτα μεταπολεμικά χρόνια, το βιβλίο της Τέσυς Μπάιλα είναι μια αναπάντεχα συγκινητική εξιστόρηση γενεών. Με κεντρικό πρόσωπο την Κατίνα, ένα κορίτσι της Κρήτης, πλέκεται μια οικογενειακή σάγκα που τυλίγει το δέντρο της παραδοσιακής ελληνικής ζωής στο μεδούλι της.
Αυθεντικότητα
Το 60% της πλοκής διαδραματίζεται στην Κρήτη από το 1930 ώς το 1945. Η αυτάρκεια της προπολεμικής τοπικής οικονομίας και τα ήθη της κλειστής κοινωνίας αναπαρίστανται πέραν της περιγραφής και αγγίζουν πτυχές λεπτής αυθεντικότητας. Τρία σημαντικά προτερήματα έχει «Το μυστικό ήταν η ζάχαρη». Πρώτον, οι ήρωες και ένας ολόκληρος γαλαξίας δευτερευόντων χαρακτήρων που συνθέτουν ένα ευρύ ανάγλυφο ελληνικής ιδιοσυγκρασίας. Δεύτερον, η ιστορική έρευνα και η ένταξή της στον μίτο της μυθοπλασίας μέσα από τα λόγια των ηρώων. Είναι αξιοσημείωτο αυτό που επέτυχε η Τέσυ Μπάιλα: οργανώνει εκ νέου τη ματιά μας πάνω στο μαρτύριο της Κρήτης και στα αντίποινα των ναζί, που θέλησαν να εκδικηθούν τα θύματα που είχαν από την αντίσταση των Κρητικών. Οι περιγραφές των σφαγών, των εκτελέσεων και των εντάσεων μέσα στις οικογένειες και τις σχέσεις ανάμεσα στους χωριανούς είναι εξαιρετικά δραματικές και ρεαλιστικές. Τρίτον, η ατμόσφαιρα της μεταπολεμικής Δραπετσώνας, των τεκέδων, της μικρο-νοικοκυροσύνης και των τύπων της εποχής.
Ολα αυτά, η Τέσυ Μπάιλα τα δίνει με δουλεμένη γλώσσα (η κρητική διάλεκτος είναι φυσική και αβίαστη) και γεννάει διαλόγους αυθόρμητους και πειστικούς. Μεγάλο δώρο θεωρώ την ανατροφοδότηση της ιστορικής μνήμης (για ένα από τα σημαντικότερα κεφάλαια της πρόσφατης ιστορίας όπως είναι η ναζιστική θηριωδία στην Κρήτη) μέσα από αληθοφανείς και εν τέλει αξιαγάπητους ήρωες, ο αριθμός και η ζωντάνια των οποίων οδηγεί τον αναγνώστη να ζήσει με μεγάλη δόση ρεαλισμού τα φρικιαστικά εκείνα γεγονότα. Το τέχνασμα της Τέσυς Μπάιλα να δίνει φωνή στους ήρωες και μέσα από τις αφηγήσεις τους ή τα προσωπικά τους δράματα να μαθαίνει ο αναγνώστης τα ιστορικά γεγονότα συμβάλλει σε μία σύνθεση πυκνή, οργανωμένη και συναισθηματικά ενεργή. Η περίπτωση της καταστροφής της Κανδάνου από τους ναζί είναι ένα συγκλονιστικό κεφάλαιο, αν και επίκεντρο της ιστορίας είναι το Αρμενοχώρι. Ομως, πρωταγωνίστρια είναι επί της ουσίας η δυτική Κρήτη, το δίκτυο των ανθρώπων της και ο αφανισμός της προπολεμικής τάξης των πραγμάτων. Εξαιρετικά δραματική είναι και η αφήγηση για τους Ελληνες κρατουμένους σε ναζιστικό στρατόπεδο συγκέντρωσης.
με τον Νίκο Βατόπουλο στο Έναστρον στη γιορτή για
Το μυστικό ήταν η ζάχαρη

Πέραν όμως του ιστορικού κάδρου, που δεν είναι ούτε διακοσμητικό αλλά ούτε και πρόφαση για τη δράση, η Τέσυ Μπάιλα μας δίνει ανθρώπους. Η Κατίνα, η ηρωίδα, η μάνα της, η Μαρία η Κωνσταντάκαινα, τα αδέλφια της, ο περίγυρος, και εν τέλει ο άντρας της, ο Θέμελης και ο γιος της ο Θράσος, σχηματίζουν μια πινακοθήκη προσώπων που διατρέχουν δεκαετίες μέσα στο σώμα της ελληνικής κοινωνίας. Γίνονται ήρωες εμβληματικοί μιας συγκεκριμένης στιγμής της ελληνικής ιστορίας, μιας ορισμένης τάξης και μιας ρευστής ατμόσφαιρας, μέσα στην οποία προβάλλεται όλο το φαντασιακό της παραδοσιακής δομής της παλιάς, ελληνικής οικογένειας. Η Κατίνα είναι μία ηρωίδα από πηλό και πνεύμα.
- Τέσυ Μπάιλα, «Το μυστικό ήταν η ζάχαρη», σελ. 532, εκδόσεις Ψυχογιός.

Δευτέρα, 23 Σεπτεμβρίου 2013

Το μυστικό ήταν η ζάχαρη από τον δημοσιογράφο Κώστα Τραχανά

«Το μυστικό είναι η ζάχαρη», κόρη μου…». Η ζάχαρη που απαραιτήτως έβαζε στο φαί της, στα γλυκά
της, στη ζωή της. Μια σταλιά, μια πρέζα ζάχαρη, και η ζωή γίνεται πιο γλυκιά κι αντέχεται.
Αναρωτιέται κανείς πόση ζάχαρη κατάφερε να ρίξει επάνω στη δική της ζωή, η Κατίνα, το μικρό παιδί της Μαρίας Κωσταντάκαινας, πόσα τεχνάσματα επινόησε για να τη γλυκάνει, και να μπορέσει να τη ζήσει; Άξιζε τον κόπο μια τέτοια ζωή; Ποιός μπόρεσε ποτέ να τα βάλει με την αγάπη, και κατάφερε να μη χαθεί; Θα κατάφερναν ποτέ τα παιδιά να τη συγχωρήσουν για τις επιλογές της; Πόση ηδονή κρύβει ο αποχρωματισμός της ζωής; Πώς γίνεται η αυτοκαταστροφή πιο γλυκιά από την ίδια την ύπαρξη; Και τι ακριβώς υπήρξε τελικά; Θύμα μιας κοινωνικής νοοτροπίας ή ένας θύτης που αναπαρήγαγε τις ίδιες ηθικές αξίες, όπως τόσες και τόσες γυναίκες της ελληνικής επαρχίας;

Μια απαγωγή μιας δεκαεξάχρονης στην Κρήτη τέλη του 19ου αιώνα, από δεκαοκτώ κοπέλια, ένας
πατέρας που την είχε αφήσει αγράμματη, τον Σήφη Κουτσουρέλη υπολόγιζε για άντρα της, γυναίκα του αδελφού του Κωσταντή έγινε, ο λόγος στην Κρήτη που είναι νόμος ανώτερος από όλους τους άλλους, ένα ερωτικό μυστικό που έγινε φίδι και κατέφαγε τα σωθικά τους, ένας άντρας που έπαιζε βιολί κάτω από το παραθύρι της, ένα άλογο με όνομα Ρωτόκριτος, μια χαρακιά σε μια ελιά που είναι ένα δικό τους «αχ», μια φυγή στον Πειραιά, μια γριά θεία λέει το ριζικό της κοπέλας: ότι βάσανα πολλά θα περάσει, αγάπη και κατάρα, η Ρόζα η χορεύτρια, η Δραπετσώνα του Πειραιά ένα ατέλειωτο χασισοποτείο, ο Θέμελης ο φαφλατάς και ο τεμπέλης, ένας γάμος μαρτυρικός, ένας σύζυγος που κλείδωσε την ψυχή της, οι γέννες που την κούρασαν, τα στρατόπεδα συγκεντρώσεων, ο τεκές του Νικήτα και η αγκαλιά της Ρόζας, η λυσσαλέα ζήλια μαζί με την αφόρητη ηδονή της καταστροφής, ο άντρας που ζούσε μια δεύτερη ζωή, ο γιός με την ψυχή γεμάτη χαρακιές, που ήταν η σανίδα σωτηρίας της, το τσαλαπάτημα της ψυχής της Κατίνας, η απώλεια των ονείρων και η εικόνα των τραυματισμένων ψευδαισθήσεων….., όλα αυτά συνιστούν την υπόθεση αυτού του έργου.
Σαν η ζωή παίζει με τους ανθρώπους μοιάζει με παραμύθι. Μια που αρχίζεις να το μιλείς το παραμύθι δεν ξέρεις αν θα έχει δράκους ή πριγκιπόπουλα…
Τα παραμύθια έχουν τέλος καλό. Τούτο που ζήσανε αυτοί οι άνθρωποι ήταν ένα εφιάλτης. Και οι
εφιάλτες γίνονται στοιχειά και τρώνε την ψυχή τους. Μια Κρητική μαντινάδα λέει χαρακτηριστικά:

«Καμιά φορά μονάχα ο θάνατος μπορεί να ξεκουράσει
Τη δύστυχη που΄χει πολλά μες στη ζωή περάσει».

Μια συγκλονιστική ιστορία για μια γυναίκα που έμαθε να ρίχνει λίγη ζάχαρη στις πληγές της κι έτσι να μπορεί να τις γλείφει….

Ένα μυθιστόρημα για την προπολεμική Κρήτη και τις προσφυγικές συνοικίες του Πειραιά μετά τον
Πόλεμο, ένα μυθιστόρημα για τα πέτρινα εκείνα χρόνια, ποτισμένο με εικόνες, γεύσεις, μυρωδιές και μνήμες.`
Η Τέσυ Μπαίλα κατάγεται από τις Κυκλάδες, αλλά γεννήθηκε στον Πειραιά. Σπούδασε Ιστορία
Ελληνικού Πολιτισμού και Μετάφραση Λογοτεχνίας. Ασχολείται και με τη φωτογραφία. Είναι συντάκτρια του λογοτεχνικού περιοδικούς «Κλεψύδρα». Άλλα έργα της είναι: «Το πορτραίτο της Σιωπής» και «Το παραμύθι της Βροχής».
Κώστας Τραχανάς
http://www.maxitisartas.gr/index.php?option=com_content&view=article&id=6834:politismos&catid=4:politismos&Itemid=7

Τετάρτη, 4 Σεπτεμβρίου 2013

Η Τέσυ Μπάιλα στο kimanews.gr με αφορμή την παρουσίαση του βιβλίου Το μυστικό ήταν η ζάχαρη στη Σκύρο

Με αφορμή την παρουσίαση του νέου βιβλίου της Τέσυ Μπάιλα, στο νησί της Σκύρου. Το kimanews.gr μίλησε με την συγγραφέα και σας την παρουσιάζει.
Λίγα λόγια για την Τέσυ Μπάιλα: Η Τέσυ κατάγεται από τις Κυκλάδες αλλά γεννήθηκε στον Πειραιά. Σπούδασε Ιστορία Ελληνικού Πολιτισμού και μετάφραση Λογοτεχνίας. Ασχολείται με τη φωτογραφία και ατομικές της εκθέσεις έχουν φιλοξενηθεί στο πανεπιστήμιο Gakugei της Ιαπωνίας και στην Αθήνα. Είναι συντάκτρια του λογοτεχνικού περιοδικού Κλεψύδρα. Παράλληλα δημοσιεύει δοκίμια σε εφημερίδες και περιοδικά. Το Μυστικό ήταν η Ζάχαρη είναι το τρίτο της μυθιστόρημα.

Kimanews.gr: Σε λίγες μέρες θα παρουσιάσετε το βιβλίο σας «Το μυστικό ήταν η Ζάχαρη» στην Σκύρο. Πείτε μας δυο λόγια για το βιβλίο σας.
Τέσυ Μπάιλα: Είμαι πολύ χαρούμενη που Το μυστικό ήταν η ζάχαρη θα παρουσιαστεί στην όμορφη Σκύρο και ειλικρινά σας ευχαριστώ πολύ γι' αυτή την πρόσκληση. Το μυστικό ήταν η ζάχαρη είναι το τρίτο μου βιβλίο, το πρώτο όμως που κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Ψυχογιός, εγκαινιάζοντας μια συνεργασία που για μένα είναι πολύ σημαντική.
Είναι ένα βιβλίο χωρισμένο σε δύο μέρη. Στο πρώτο μέρος παρακολουθούμε την Κατίνα την εποχή του μεσοπολέμου, όταν παιδί ακόμη βρίσκεται στην Κρήτη έως και το τέλος του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου. Μέσα από βεντέτες, ήθη και έθιμα της εποχής, συναισθήματα και ιστορικές αναφορές φωτίζεται η ζωή και η νοοτροπία των κατοίκων ενός πολύ μικρού ορεινού χωριού της Κρήτης. Κι είναι σημαντική αυτή η αναφορά επειδή μέσα από τη νοοτροπία αυτής της εποχής στο συγκεκριμένο μέρος δημιουργήθηκαν συμπεριφορές και κοινωνικά στερεότυπα που οι ήρωες θα νιώσουν ότι αλυσόδεσαν κυριολεκτικά τις αποφάσεις τους. Το δεύτερο μέρος του βιβλίου βρίσκει την Κατίνα στον Πειραιά του 1950, στις προσφυγικές κατοικίες της Δραπετσώνας, με τους τεκέδες και τους σαλεπιτζήδες, τη φτώχεια και τους ρεμπέτες, τους πρόσφυγες και την προσπάθεια ανασύνθεσης της κοινωνίας μετά τον εμφύλιο. Η ιστορία οριοθετείται από το γάμο της Κατίνας με τον Θέμελη, έναν αντιφατικό άνθρωπο που κυριολεκτικά καταδίκασε την Κατίνα στον ισόβιο εγκλεισμό της σε έναν μάλλον πνιγηρό γάμο και ουσιαστικά γίνεται η αφορμή για ένα ιστορικοκοινωνικό ταξίδι στην Ελλάδα του εικοστού αιώνα.
kn.gr: Αν και η καταγωγή σας είναι από τις Κυκλάδες, μεγάλο μέρος του μυθιστορήματος σας εκτυλίσσεται στην Κρήτη. Τι είναι αυτό που σας ενέπνευσε ώστε να επιλέξετε το συγκεκριμένο τόπο;
Τ.Μ: Η Κρήτη είναι ένας τόπος με μεγάλη ιστορική αξία για όλους τους Έλληνες. Παράλληλα με συνδέουν μαζί της προσωπικοί και οικογενειακοί δεσμοί κι έτσι είναι ένας τόπος που αγαπώ ιδιαίτερα. Επιπλέον, ένας ακόμη λόγος είναι το γεγονός ότι λίγο πολύ όλοι έχουμε γαλουχηθεί με το κρητικό πνεύμα διαβάζοντας σπουδαίους ανθρώπους που κατάγονται από την Κρήτη όπως ε ο Καζαντζάκης κι έτσι νομίζω όλοι ότι έχουμε εξοικειωθεί σημαντικά με το πνεύμα της. Έτσι όταν αποφάσισα να γράψω αυτή την ιστορία και αναζήτησα έναν τόπο με μια συγκεκριμένη νοοτροπία που δημιουργούσε ανάλογες συμπεριφορές συνειρμικά σκέφτηκα αμέσως την Κρήτη. Γι' αυτό και τοποθέτησα εκεί το μεγαλύτερο μέρος του βιβλίου μου.
kn.gr: Με ποιο τρόπο οι σπουδές σας στην Ιστορία του Ελληνικού Πολιτισμού αποτυπώνονται στα λογοτεχνικά σας βιβλία; Θα τα χαρακτηρίζατε κατά μία έννοια ιστορικά μυθιστορήματα;
Τ.Μ: Η Ιστορία είναι η μία παράμετρος πάνω στην οποία στηρίζεται το βιβλίο. Άλλωστε η Ιστορία αποτελεί και το πλαίσιο μέσα στο οποίο δημιουργήθηκε μια συγκεκριμένη νοοτροπία που μεγάλωσε γενιές ανθρώπων, καθορίζοντας την προσωπική τους στάση ζωής. Από τη μια λοιπόν το μυθιστόρημα διατρέχει την Ιστορία του τόπου και γίνεται η αφορμή να καταγραφούν ιστορικά γεγονότα που σημάδεψαν την Κρήτη αλλά και τη χώρα ολόκληρη από το 1895 και την Κρητική Πολιτεία, την καταστροφή της Κανδάνου, το Μάλεμε , τη μεταφορά και τον αφανισμό των ανθρώπων στα στρατόπεδα συγκέντρωσης έως το τέλος του Β΄ Παγκοσμίου πολέμου. Από την άλλη γίνεται η αφορμή να παρουσιαστούν οι κοινωνικές προσεγγίσεις της εποχής, το γεγονός ότι η γυναίκα της εποχής ήταν καταδικασμένη σε μια κοινωνική, πνευματική και πολιτική στέρηση. Νομίζω ναι, το συγκεκριμένο έργο θα μπορούσε να χαρακτηριστεί ως ένα ιστορικοκοινωνικό μυθιστόρημα. Μελετώντας τον Ελληνικό Πολιτισμό ήταν αναπόφευκτο να επηρεαστώ από τη σημασία της Ιστορίας και της Κοινωνικής Ανθρωπολογίας κατά την εξελικτική του πορεία και να χρησιμοποιήσω πολλά στοιχεία από όλα όσα τον συνέθεσαν ανά τους αιώνες.
kn.gr: Ποιο ρόλο διαδραματίζουν τα προσωπικά σας βιώματα και εμπειρίες στη συγγραφή των βιβλίων σας; Σε κάθε βιβλίο σας θα λέγατε πως αποτυπώνεται και ένα κομμάτι του εαυτού σας;
Τ.Μ: «Η σελίδα είναι ακόμα κενή, αλλά υπάρχει η θαυμάσια αίσθηση ότι οι λέξεις είναι εκεί, γραμμένες με αόρατο μελάνι, περιμένοντας να γίνουν ορατές», έγραφε ο Ναμπόκοβ. Κατά τον ίδιο τρόπο τα βιώματα βρίσκονται εκεί και απλώς, κάποια στιγμή, σε κάποια σελίδα γίνονται ορατά και είναι περίεργη η αίσθηση αυτή επειδή όταν διαβάζεις αυτό που γράφεις αναθυμάσαι την εμπειρία τους. Τότε αντιλαμβάνεσαι κι εσύ ο ίδιος πόσο σημαντική μπορεί να ήταν στη ζωή σου αυτή η εμπειρία κι ας μην το είχες ποτέ υποπτευθεί. Άλλωστε η εμπειρία είναι γνώση κι αυτή η μετατροπή της είναι πολύ σημαντική. Νομίζω πως όλοι μας χρησιμοποιούμε βιωματικές εμπειρίες όταν γράφουμε, άλλος λίγο άλλος περισσότερο, άλλωστε «γράφουμε τελικά αυτό που είμαστε».
kn.gr: Θεωρείτε πως η εποχή του Μεσοπολέμου στην οποία διαδραματίζεται το βιβλίο σας έχει κοινά με τη σημερινή εποχή;
Τ.Μ: Η ανάγκη ριζικής αλλαγής στην πολιτική και επαναπροσδιορισμού των πολιτικών και ηθικών αξιών είναι όπως και τότε ένα από τα κυριότερα θέματα. Οι εποχές μοιάζουν να έχουν αλλάξει έχουν ωστόσο πολλές ομοιότητες. Κατασπατάληση δημοσίου χρήματος, κατάχρηση εξουσιών, πολιτική διαφθορά, απληστία και υπερτίμηση περιουσιών οδήγησαν σε νομισματική αστάθεια, δανεισμό, κατάρρευση τραπεζών και ολόκληρων κοινωνιών. Αυτά είναι μερικά από τα φαινόμενα που βλέπουμε και σήμερα. Και δυστυχώς επαναλαμβάνονται και τα ίδια κοινωνικά φαινόμενα. Η φτώχια, η ανεργία, η ανέχεια. Αλλά και φαινόμενα ανόδου επικίνδυνων πολιτικών σχημάτων και θεωριών που ίσως να είναι και το χειρότερο αποτέλεσμα. Όλοι γνωρίζουμε ότι η Ιστορία επαναλαμβάνεται. Αυτή η τάση της θα έπρεπε να μας βοηθούσε στην πρόληψη αυτών των φαινομένων αλλά τελικά για άλλη μια φορά δεν καταφέραμε να εκτιμήσουμε κάποια πράγματα. Η Ιστορία όμως στέκεται στη γωνία και μας κλείνει το μάτι. Η εποχή του Μεσοπολέμου και η κρίση που τη συνόδεψε κατέληξε στον παγκόσμιο, πολεμικό εφιάλτη που όλοι γνωρίζουμε. Ο οικονομικός πόλεμος που υφιστάμεθα τώρα, οι αυτοκτονίες των συνανθρώπων μας, η απελπισία της ανεργίας, η κοινωνική εξαθλίωση, η κρατική βία, όλα αυτά δεν απέχουν πολύ από τις εφιαλτικές στιγμές που έζησε και τότε η ανθρωπότητα, μόνο που σήμερα ο τρόπος που εξασκείται ο πόλεμος είναι διαφορετικός.
kn.gr: Πώς βλέπετε τα πράγματα για την ελληνική λογοτεχνία σήμερα;
Τ.Μ: Είναι σημαντικό για την ελληνική λογοτεχνία να προχωρήσει πέρα από τα στενά ελληνικά γεωγραφικά όρια και να περάσει σε παγκόσμιο επίπεδο έχοντας τη συναίσθηση ότι για να συμβεί αυτό πρέπει να ξεφύγει από μια περιορισμένη ελληνοκεντρική θεματογραφία και να λειτουργήσει με γνώμονα τις συντεταγμένες ενός κλασικού έργου άλλης, υψηλότερης αισθητικής. Θα πρέπει να γίνει συνείδηση σε όλους μας ότι ο μόνος τρόπος που είχαμε πάντα για να επαναπροσδιοριζόμαστε στην παγκόσμια κοινωνία είναι ο πολιτισμός μας και η λογοτεχνία είναι μια από τις πιο μεθοδικές, ολοκληρωμένες και ουσιαστικές μορφές αυτού του πολιτισμού.
kn.gr: Υπάρχουν κάποιοι συγγραφείς έλληνες οι ξένοι οι οποίοι έχουν αποτελέσει έμπνευση για εσάς;
Τ.Μ: Όλοι μας επηρεαζόμαστε από τα διαβάσματά μας. Ο Οδυσσέας Ελύτης άνοιξε έναν νέον ορίζοντα στη ζωή μου. Μια πνευματική συνάντηση που με έκανε να δω τα πράγματα διαφορετικά. Θα μπορούσα να μιλήσω για τη ζωή μου πριν και μετά από αυτή τη συνάντηση που με οδήγησε στην ανάγνωση πάρα πολλών, διαφορετικών κειμένων πέρα από το ίδιο το έργο του Ελύτη, κειμένων σχετικών με την τέχνη, τη φιλοσοφία, την ποίηση, τη λογοτεχνία. Η φιλοσοφική προσέγγιση του Καζαντζάκη έπαιξε επίσης σπουδαίο ρόλο. Στην ελληνική αλλά και την παγκόσμια λογοτεχνική και φιλοσοφική σκηνή πολλοί συγγραφείς σημάδεψαν τη σκέψη όλων μας. Ο Καραγάτσης, ο Ντοστογιέφσκι, ο Τολστόι, ο Ροΐδης, ο Φόκνερ, ο Καμύ αλλά και ο Σαμαράκης, ο Λιαντίνης, ο Θερβάντες, ο Ρεμπώ. Ο Ελύτης έλεγε ότι: «ο ποιητής δείχνει και η ορατότητα μεγαλώνει», έτσι λοιπόν προσπαθώ να κοιτάζω όσο μπορώ κατά κει που δείχνουν σπουδαία πνεύματα κάθε εποχής.
kn.gr: Ποια είναι η καθημερινότητα ενός συγγραφέα;
Τ.Μ: Μοιάζει με όλων των ανθρώπων. Όλοι μας μοιραζόμαστε τις ίδιες ανησυχίες σε οικογενειακό, οικονομικό και κοινωνικό επίπεδο. Δε νομίζω ότι ένας συγγραφέας ζει διαφορετικά από τον υπόλοιπο κόσμο εκτός ίσως από τις ώρες εκείνες που δραπετεύει σε εκείνον το προσωπικό του κόσμο δημιουργίας και αυτή η ικανότητά του τον καθιστά ταυτόχρονα πολύ τυχερό.
kn.gr: Τα βιβλία σας περιέχουν πολύ ζωντανές εικόνες. Θα θέλατε να δείτε κάποιο από αυτά να μεταφέρετε στο θέατρο ή τον κινηματογράφο;
Τ.Μ: Ναι, ασφαλώς και θα μου άρεσε. Νομίζω ότι είναι πρόκληση για κάθε συγγραφέα αρκεί να ήμουν βέβαιη για τη διασκευή του συγκεκριμένου έργου και για τη σκηνοθεσία του. Επειδή πολλές φορές το θεατρικό ή κινηματογραφικό αποτέλεσμα καθορίζει σημαντικά το λογοτεχνικό έργο και τη μετέπειτα πορεία του, καθώς δεν αφήνει περιθώρια στον μελλοντικό αναγνώστη του να δημιουργήσει τις δικές του εικόνες θα ήθελα να είμαι σίγουρη ή έστω να νιώθω ασφάλεια για το αποτέλεσμα μιας τέτοιας μεταφοράς.
kn.gr: Τι να περιμένουμε από την Τέσυ Μπάιλα το επόμενο διάστημα; Εργάζεστε ήδη πάνω σε κάποια ιδέα για νέο βιβλίο;
Τ.Μ: Αρχίζω δειλά-δειλά να ασχολούμαι με το επόμενο βήμα μου, όμως είναι πολύ νωρίς να μιλήσουμε γι' αυτό.
kn.gr: Σας ευχαριστώ πολύ.
http://www.kimanews.gr/culture-gr/item/1712-%CF%83%CF%85%CE%BD%CE%AD%CE%BD%CF%84%CE%B5%CF%85%CE%BE%CE%B7-%CF%84%CE%B7%CF%82-%CF%84%CE%AD%CF%83%CF%85-%CE%BC%CF%80%CE%B1%CE%AF%CE%BB%CE%B1

Κυριακή, 1 Σεπτεμβρίου 2013

Σκέψεις αναγνωστών... Η Ευδοξία Κολυδάκη γράφει για Το μυστικό ήταν η ζάχαρη



Τέσυ Μπάιλα - "Το μυστικό ήταν η ζάχαρη", εκδ. Ψυχογιός 2013.

«ΘΑ ΗΘΕΛΑ ΠΡΩΤΑ νὰ ὁρίσω μὲ ποιὰ σημασία θὰ χρησιμοποιήσω τὸν ὅρο «λογοτέχνης». Θὰ ἐννοῶ τὸ συγγραφέα ποὺ τὸ γράψιμο εἶναι γι' αὐτὸν πρῶτα ἀπ' ὅλα τέχνη, ποὺ τὸν ἀπασχολεῖ τὸ ὕφος ὅσο καὶ τὸ περιεχόμενο, καὶ ποὺ γιὰ νὰ καταλάβεις τὰ ἔργα του πρέπει καὶ τὸ ὕφος του νὰ νοιώσεις καὶ τὸ περιεχόμενό τους νὰ καταλάβεις» (Τόμας Ελιοτ).

Κλείνοντας το «Μυστικό ήταν η ζάχαρη», ανέτρεξα στον ορισμό του Τ. Ελιοτ, με την απόλυτη πεποίθηση, ότι η Τέσυ Μπάιλα, από την πρώτη έως την τελευταία λέξη του τελευταίου βιβλίου της, τίμησε, στο ακέραιο, τον ανωτέρω ορισμό. Ενα πολύ δυνατό βιβλίο, το οποίο παρασύρει τον αναγνώστη, και τον μεταφέρει νοερά, στην προπολεμική, και μετέπειτα στην γερμανοκρατούμενη Κρήτη, και στη συνέχεια, στον Πειραιά και στις γειτονιές του, τις πρώτες μεταπολεμικές δεκαετίες. Οι περιγραφές της Κρήτης, την περίοδο του Μεσοπολέμου, της Κατοχής, των ανθρώπων της, της κοινωνίας εκείνης της εποχής, με τα ήθη, τα έθιμά της, τους άγραφους και εθιμικούς κώδικες, τις προκαταλήψεις και τις ριζωμένες, από χρόνια ολόκληρα, συνήθειες, είναι όχι απλώς εξαιρετικές, αλλά μοναδικές, αφού συνδέουν άρρηκτα τη μυθοπλασία με την ιστορία του νησιού, είναι δοσμένες με ρεαλισμό και αμεσότητα, η χρήση δε, της κρητικής διαλέκτου, σε όλο σχεδόν το βιβλίο, είναι εντυπωσιακή. Η εξιστόρηση της ζωής της Κατίνας, από την μικρή της ηλικία έως και τη στιγμή που αποφασίζει να ακολουθήσει τον Θέμελη, ανταποκρίνονται απόλυτα στον τρόπο ζωής και στη θέση των γυναικών, εκείνης της εποχής, τον στενά ανδροκρατούμενο και περιορισμένο, ενώ και ο χαρακτήρας της Κωνσταντάκαινας, της μητέρας της Κατίνας, είναι τόσο στέρεα δομημένος και πλασμένος με τέτοιο τρόπο, που την αναδεικνύει σε ηρωική μορφή, μία μάνα απόλυτα αφοσιωμένη στα παιδιά της, που ξεχειλίζει τρυφερότητα και αγάπη, και μόνο της μέλημα είναι να προσφέρει, με αυταπάρνηση και με τη δική της αλάνθαστη σοφία στην οικογένειά της, γλυκαίνοντας τη ζωή τους με «ζάχαρη» και με τον καλό της το λόγο. Ωστόσο η ζωή της Κατίνας, δεν εξελίσσεται εύκολα. Με τρόπο αβίαστο θα έλεγα και φυσικό, αφού η Κατίνα, μπορεί να μεγάλωσε σε ένα κλειστό και αυστηρά κοινωνικό περιβάλλον, αλλά το πείσμα της και ο ανεξάρτητος χαρακτήρας της, τη χαρακτηρίζουν από μικρό παιδί, στο δεύτερο μέρος του βιβλίου, μεταφερόμαστε στη Δραπετσώνα της δεκαετίας του 1950, όπου η ηρωίδα, ακολουθώντας την καρδιά της και τα συναισθήματα της, και την άδολη αγάπη και αφοσίωση της στον Θέμελη, μετατρέπεται εν γνώσει της σε θύμα, και βιώνει συναισθήματα απόγνωσης και απόρριψης, αγωνίας και μάταιης ελπίδας, υπομένοντας έως το τέλος, μία άνιση συναισθηματικά σχέση. Η πορεία της Κατίνας, έως το τέλος της ζωής της, μας μεταφέρεται ως ένας συνεχής αγώνας επιβίωσης, ανοχής, και στωικότητας, για τον οποίο ωστόσο δεν μετανιώνει, αλλά αποδέχεται με εγκαρτέρηση και με περηφάνια, «αυτή την περηφάνια που μπορεί κανείς να δοκιμάσει όταν συλλογιστεί το παρελθόν του και βρει τη δύναμη να το αγαπήσει». Και νομίζω πως ακριβώς επειδή η Τέσυ Μπάιλα, δεν εξιδανικεύει τη ζωή της Κατίνας, αλλά έχει «κτίσει» μία προσωπικότητα ατόφια, αληθινή, και γνήσια, με τα προτερήματα και τα ελαττώματά της, επιβεβαιώνεται η φράση της Κωνσταντάκαινας, που τη συναντούμε από την αρχή του βιβλίου έως το τέλος : «Η ζωή μοιάζει με παραμύθι. Μια που αρχίζεις να το μιλείς, δεν ξέρεις αν θα’χει δράκους ή πριγκιπόπουλα».
Οφείλω δε, να πω, και λόγω καταγωγής, ότι, ένιωσα μεγάλη συγκίνηση, διαβάζοντας τα κεφάλαια του βιβλίου που αναφέρονται στην περίοδο από την Μάχη της Κρήτης έως και την απελευθέρωση του νησιού, αφού όλα όσα περιγράφονται σε αυτά, η αγριότητα του κατακτητή, η κρητική υπερηφάνεια και η λεβεντιά και η αγάπη των απλών ανθρώπων για τον τόπο τους και ο αγώνας για την ελευθερία, ανταποκρίνονται απόλυτα στην ιστορία του νησιού μας και στην κρητική παράδοση.
Εύχομαι το «Μυστικό» της Τέσυς, να γνωρίσει την επιτυχία που του αξίζει πραγματικά, και είμαι βέβαιη ότι στο μέλλον θα μας περιμένουν ακόμα πιο μεγάλες συγκινήσεις.

Κυριακή, 25 Αυγούστου 2013

Συνέντευξη στη Μαρία Ζαβιανέλη για το cretalive


Η Τέσυ Μπάιλα μιλά στο CRETALIVE
Συνέντευξη στη ΜΑΡΙΑ ΖΑΒΙΑΝΕΛΗ
http://www.cretalive.gr/culture/view/to-grapsimo-odhgei-se-ena-kosmo-mustika-uparkto-atheato/99350

«Αντιλαμβάνομαι το γράψιμο ως ένα είδος εσωτερικού ρυθμού της ζωής. Η ελευθερία που αυτός ο ρυθμός υπαγορεύει οδηγεί σε έναν κόσμο, μυστικά υπαρκτό και συχνά αθέατο και το μυθιστόρημα αποτελεί το δικό μου τρόπο να εισβάλλω σ’ αυτόν» λέει στο CRETALIVE η συγγραφέας Τέσυ Μπάιλα που θεωρείται από τις ανερχόμενες δυνάμεις στον χώρο της λογοτεχνίας.

Η Τέσυ Μπάιλα κατάγεται από τις Κυκλάδες αλλά γεννήθηκε στον Πειραιά. Σπούδασε Ιστορία Ελληνικού Πολιτισμού και μετάφραση Λογοτεχνίας. Ασχολείται με τη φωτογραφία και ατομικές της εκθέσεις έχουν φιλοξενηθεί στο πανεπιστήμιο Gakugei της Ιαπωνίας και στην Αθήνα. Είναι συντάκτρια του λογοτεχνικού περιοδικού «Κλεψύδρα». Παράλληλα δημοσιεύει δοκίμια και βιβλιοπαρουσιάσεις σε εφημερίδες και περιοδικά.

Η συνέντευξη
-Πότε άρχισε το ταξίδι της συγγραφικής σας πορείας;
Έχω την αίσθηση ότι πρόκειται για μια διαδικασία ζωής που ξεκίνησε από τότε που ήμουν παιδί ακόμα. Η έμφυτη αγάπη μου για το βιβλίο και ό,τι έχει σχέση με αυτό με οδήγησε στο να διαβάσω πολύ και αυτός είναι ένας πολύ σημαντικός παράγοντας στην προσωπική μου σταδιακή μεταμόρφωση. Από πολύ νωρίς λοιπόν με τριγύριζε η ιδέα της συγγραφής και αυτός ήταν ο κύριος λόγος που ενδόμυχα με ανάγκαζε να διαβάζω λογοτεχνία. Οι σπουδές μου επίσης μου έδωσαν μια νέα παράμετρο στη θεώρηση τόσο της Λογοτεχνίας όσο και της Ιστορίας αλλά και της Κοινωνικής ανθρωπολογίας. Μπορεί ο προορισμός λοιπόν να καθόρισε το ταξίδι, μπορεί όμως και το αντίστροφο. Επισήμως πάντως άρχισα το 2008, όταν έγραψα το πρώτο μου βιβλίο.

-Διάβασα το βιβλίο σας ΄΄ΤΟ ΜΥΣΤΙΚΟ ΗΤΑΝ Η ΖΑΧΑΡΗ ΄΄ Εγώ προσωπικά αγαπώ το ιστορικό μυθιστόρημα ,άλλα απαιτεί και έρευνα έτσι δεν είναι;
Αναμφίβολα η ιστορική παράμετρος στο συγκεκριμένο βιβλίο είναι πολύ ισχυρή. Κάτι τέτοιο απαιτεί μια ακρίβεια στην ιστορική αλήθεια, γεγονός που αναγκάζει τον συγγραφέα να ερευνήσει, να μελετήσει και τελικά να μάθει ιστορικές στιγμές άλλοτε γνωστές, κάποιες φορές όχι και τόσο και με διακριτικότητα να τις εντάξει μέσα στο μυθιστόρημά του. Είναι ένα μέρος της συγγραφικής δουλειάς που προσωπικά βρίσκω πολύ ενδιαφέρον. Γράφοντας Το μυστικό ήταν η ζάχαρη χρειάστηκε να διαχειριστώ αρκετές τέτοιες στιγμές που μερικές φορές, δεν σας κρύβω, ήταν επώδυνες και για μένα.

-Αναμφισβήτητα το ταλέντο και η σκληρή εργασία αποφέρει ένα πολύ καλό αποτέλεσμα στην τέχνη. Οι δημόσιες σχέσεις πόσο βοηθούν;
Όλα βοηθούν και παίζουν μεγάλο ρόλο. Υπό αυτή την έννοια είμαι ιδιαίτερα ευτυχής που Το μυστικό ήταν η ζάχαρη κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Ψυχογιός και ο συγκεκριμένος εκδοτικός οίκος που το στηρίζει μπορεί να διαδραματίσει σημαντικό ρόλο σε αυτό τον τομέα.

-Τι είναι η γραφή; Επικοινωνία, μεράκι, διαφυγή , όλα μαζί κ άλλα πολλά;
Όλα μαζί και άλλα τόσα! Μα πέρα και πάνω από όλα αυτά η λογοτεχνία είναι τρόπος ζωής τόσο για τον δημιουργό της όσο και για τον τελικό αποδέκτη της. Ένα πνευματικό αντιστάθμισμα στον εκάστοτε σκοταδισμό. Ένας έρωτας που γεννιέται ερήμην σου και γιγαντώνεται μέσα σου. Κι όπως κάθε έρωτας μπορεί ταυτόχρονα να κάνει τον ερωτευμένο να επιχειρεί ένα ταξίδι τόσο μέσα στον προσωπικό του κόσμο όσο και πέρα από αυτόν. Το κυριότερο είναι ότι γίνεται ο τρόπος που αναζητά κανείς τις προσωπικές του αλήθειες. Το δικό του μονοπάτι ζωής, ένα μονοπάτι ερμητικής καθαρότητας που όταν περάσει μέσα σ’ αυτό μπορεί να δει τον κόσμο με εντελώς διαφορετικά μάτια. Προσωπικά, αντιλαμβάνομαι το γράψιμο ως ένα είδος εσωτερικού ρυθμού της ζωής. Η ελευθερία που αυτός ο ρυθμός υπαγορεύει οδηγεί σε έναν κόσμο, μυστικά υπαρκτό και συχνά αθέατο και το μυθιστόρημα αποτελεί το δικό μου τρόπο να εισβάλλω σ’ αυτόν.

-Ένας συγγραφέας πρέπει να διαβάζει ακατάπαυστα;
Ένας συγγραφέας οφείλει να διαβάζει πάντα. Το διάβασμα άλλωστε θα πρέπει να αποτελεί μέρος της γενικότερης οργάνωσης του. Είναι ο τρόπος που έχει να ανασυνθέτει τους ορίζοντές του και να κινείται ελεύθερα στις σφαίρες της φαντασίας. Ένας τρόπος να αναπτυχθεί η συναισθηματική του νοημοσύνη και να προσδιοριστεί το ιδεολογικό του φορτίο. Το διάβασμα είναι ο προσδιοριστικός παράγοντας της προσωπικής του μετατροπής από αναγνώστη σε συγγραφέα, και υπό αυτή την έννοια είναι ο μοναδικός συνεργάτης του συγγραφέα, μια πολύπλευρη διαδικασία απαραίτητη στην εξελικτική του πορεία.

-Ένα καλό μυθιστόρημα αξίζει περισσότερο από την καλύτερη επιστημονική μελέτη,
(Saul Bellow, 1914-2005, Αμερικανοκαναδός συγγραφέας, Νόμπελ 1976) .Συμφωνείτε;

Ένα καλό μυθιστόρημα λειτουργεί ως ένα καταφύγιο πνευματικών ιδεών και έχει την ικανότητα να γίνει το αφηγηματικό πλαίσιο μέσα στο οποίο μπορούν να τοποθετηθούν ιδέες που η επιστήμη αδυνατεί να εκφράσει. Το μυθιστόρημα μπορεί να γίνει η φωνή αυτών των ιδεών πέρα από κάθε επιστημονικό ορθολογισμό και γι ‘ αυτό το λόγο να προσεγγίσει βαθύτερα τον αναγνώστη. Άλλωστε το μυθιστόρημα είναι ο συγκερασμός πολλών πραγμάτων όπως η φιλοσοφία, η ιστορία, η κοινωνική ανθρωπολογία, η πολιτική και φυσικά η επιστήμη. Αναμφίβολα συμφωνώ λοιπόν. Εξάλλου είναι χαρακτηριστική η ρήση του Πεσσόα: « η λογοτεχνία είναι η απόδειξη ότι η ζωή δεν είναι αρκετή».

- Μοιραστείτε μαζί μας μερικά λόγια για το κάθε σας βιβλίο...
Το πρώτο μου βιβλίο, Το πορτρέτο της σιωπής κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Έναστρον. Είναι ένα βιβλίο που μιλάει για τη φυγή ενός ανθρώπου με σκοπό την προσωπική του αυτοδιάθεση και την πορεία προς την αυτογνωσία. Ο βασικός του χαρακτήρας είναι ένας άνθρωπος που επιλέγει να ταυτίζει τη μοναχικότητά του με τη μουσική και την ανεξαρτησία του με τη θάλασσα κι ορίζει τα δύο αυτά στοιχεία ως το προσωπικό του όριο ελευθερίας, το οποίο διεκδικεί με πάθος, διαλέγοντας να αποσυρθεί σε ένα ολότελα δικό του κόσμο, ένα ιδιωτικό μονοπάτι στο οποίο θα βαδίσει εντελώς μόνος του. Μαζί του και ο μοναχός Ιάκωβος που κρύβει καλά το δικό του μυστικό. Ένας άνθρωπος λοιπόν φεύγει από το σπίτι του, από την οικογένεια του και όλα όσα του έχει ετοιμάσει κι αποφασίζει να γίνει μοναχός όχι γιατί τον ενδιαφέρει ο ασκητισμός αλλά επειδή αναζητά έναν τόπο για να αποσυρθεί και να αναζητήσει τον εαυτό του. Η ζωή δεν θα του το επιτρέψει και μια σειρά ανατροπών θα τον οδηγήσει σταδιακά να ανακαλύψει αλήθειες της ζωής του που αγνοούσε. Το πορτρέτο της σιωπής είναι ένα μουσικό κομμάτι που ο ίδιος έχει συνθέσει και θα το αφήσει μοναδικό κληροδότημα στην κόρη του, την ύπαρξη της οποίας δεν ήξερε για πολλά χρόνια.
Το δεύτερο βιβλίο μου κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Δοκιμάκης και ονομάζεται: Το παραμύθι της βροχής. Είναι ένα βιβλίο που προσπαθεί να δείξει πόσα κοινά μπορεί να έχουν δυο τόσο μακρινοί πολιτισμοί όπως είναι ο ελληνικός και ο ιαπωνικός. Η ιδέα να ασχοληθώ με την ιστορία αυτή, δημιουργήθηκε όταν πριν μερικά χρόνια επιστρέφοντας από το Τόκιο και με έντονο το ενδιαφέρον μου γι αυτή τη χώρα, άρχιζα να διαβάζω συστηματικά οτιδήποτε σχετιζόταν με την Ιαπωνία. Είδα λοιπόν ότι ενώ όλοι μας όταν φέρνουμε στο νου τη χώρα αυτή συνειρμικά προσανατολιζόμαστε στην εξωτική της πλευρά με τις γκέισες, τα χάρτινα φανάρια και τις πολύχρωμες βεντάλιες ή την τεχνοκρατική της ανάπτυξη, στην πραγματικότητα πρόκειται για έναν πολύ γοητευτικό και ιδιαίτερο πολιτισμό, ο οποίος κατά την εξελικτική του πορεία μέσα στους αιώνες έχει αναπτύξει κοινά χαρακτηριστικά με εκείνα που ανέπτυξε ο ελληνικός πολιτισμός κι αυτή η διαπίστωση ήταν πολύ ενδιαφέρουσα για μένα. Εντυπωσιακό ήταν επίσης το γεγονός ότι οι πρώτες απεικονίσεις του Βούδα στην Ιαπωνία παρίσταναν μια ανδρική μορφή ίδια σχεδόν με τον Θεό Απόλλωνα και ότι στην Ιαπωνία ακόμη και σήμερα αναβιώνουν γιορτές όπως τα ανθεστήρια και λατρείες ολόιδιες με τις αρχαίες ελληνικές που όμως εδώ έχουν σβήσει. Έτσι η ηρωίδα μου η Χριστίνα είναι μια αρχαιολόγος που θα οδηγηθεί στη χώρα αυτή και μέσω μιας μεγάλης φιλίας με έναν άνθρωπο που κυριολεκτικά έχει κάνει οίστρο της ζωής του τη φιλοσοφία θα ανακαλύψει νέες αξίες στη ζωή της αλλά θα βρεθεί αντιμέτωπη και με το προσωπικό της πεπρωμένο.
Το τρίτο μου βιβλίο Το μυστικό ήταν η ζάχαρη έγινε η αιτία να εγκαινιαστεί η συνεργασία μου με τις εκδόσεις Ψυχογιός. Είκοσι μέρες μετά την κυκλοφορία του ανατυπώθηκε και είμαι ιδιαίτερα χαρούμενη γι’ αυτό. Πρόκειται για ένα ιστορικοκοινωνικό βιβλίο χωρισμένο σε δύο μέρη. Στο πρώτο μέρος παρακολουθούμε την Κατίνα την εποχή του μεσοπολέμου, όταν παιδί ακόμη βρίσκεται στην Κρήτη έως και το τέλος του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου. Μέσα από βεντέτες, ήθη και έθιμα της εποχής, συναισθήματα και ιστορικές αναφορές το βιβλίο γίνεται η αφορμή να καταγραφεί η Ιστορία του τόπου και να φωτιστεί η ζωή και η νοοτροπία των κατοίκων ενός πολύ μικρού ορεινού χωριού της Κρήτης. Έτσι από το 1895 και την Κρητική Πολιτεία περνάμε στον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο, στη μάχη της Κρήτης, στο Μάλεμε, στα γεγονότα που σημάδεψαν κυριολεκτικά την καταστροφή της Κανδάνου από τους Γερμανούς, στη φρίκη που οδήγησε ανθρώπους στα στρατόπεδα συγκέντρωσης και στην απελευθέρωση.
Το δεύτερο μέρος του βιβλίου βρίσκει την Κατίνα στον Πειραιά του 1950, στις προσφυγικές κατοικίες της Δραπετσώνας, με τους τεκέδες και τους σαλεπιτζήδες, τη φτώχεια και τους ρεμπέτες, τους πρόσφυγες και την προσπάθεια ανασύνθεσης της κοινωνίας μετά τον εμφύλιο. Η ιστορία οριοθετείται από το γάμο και τη μεγάλη αγάπη της Κατίνας με τον Θέμελη, έναν αντιφατικό άνθρωπο που κυριολεκτικά καταδίκασε την Κατίνα στον ισόβιο εγκλεισμό της σε έναν μάλλον πνιγηρό γάμο.

-Υπάρχουν βιώματα δικά σας στα βιβλία σας ,δικές σας προσωπικές στιγμές...
Νομίζω πως ναι και στα τρία βιβλία μου υπάρχουν προσωπικά βιώματα που άλλοτε εμφανίζονται καθαρά κι άλλοτε περνούν μέσα από τις περιπέτειες των ηρώων.
Ο Ναμπόκοβ έλεγε ότι: «Η σελίδα είναι ακόμα κενή, αλλά υπάρχει η θαυμάσια αίσθηση ότι οι λέξεις είναι εκεί, γραμμένες με αόρατο μελάνι, περιμένοντας να γίνουν ορατές». Κατά τον ίδιο τρόπο πιθανώς και τα βιώματα να βρίσκονται εκεί και απλώς, κάποια στιγμή, σε κάποια σελίδα γίνονται ορατά.

-Τελικά πως βλέπετε τις προοπτικές της ελληνικής λογοτεχνίας;
Η ελληνική λογοτεχνία θα πρέπει να ξεπεράσει τα στενά γεωγραφικά της όρια, να προχωρήσει εκ νέου με γνώμονα το μεγάλο έργο και να μπορέσει έτσι να ενταχθεί ισότιμα στην παγκόσμια λογοτεχνία. Τα τελευταία χρόνια ταλανίστηκε από μια έλλειψη αισθητικής και από μια περιορισμένη στην ελληνική πραγματικότητα θεματογραφία. Νομίζω όμως ότι τα επόμενα χρόνια θα καταλάβουμε όλοι ότι το μόνο μέσο επιβολής μας στις κοινωνίες του μέλλοντος είναι ο πολιτισμός μας και σ’ αυτόν θα πρέπει να επικεντρωθούμε.

-Τα μελλοντικά σας σχέδια;
Σχεδιάζω το νέο μου μυθιστόρημα αλλά είναι πολύ νωρίς να μιλήσουμε γι’ αυτό.

Οι αναγνώστες γράφουν, Το πορτρέτο της Σιωπής από την Δέσποινα Παπαντώνη

Η Δέσποινα Παπαντώνη γράφει για Το Πορτρέτο της Σιωπής και την ευχαριστώ πολύ για την τόσο εμπεριστατωμένη κριτική της

ΤΟ ΠΟΡΤΡΕΤΟ ΤΗΣ ΣΙΩΠΗΣ- Τέσυ Μπάιλα
‘’Η σιωπή είναι η σκάλα που οδηγεί στο σκοτεινό άδυτο της ψυχής μας... Είναι η υπόκρουση που μας βοηθάει να αφουγκραστούμε το όνειρο... Είναι τα σπάργανα όπου γεννιέται η μουσική... Είναι η πηγή της μοναξιάς και της αυτογνωσίας... Είναι το μονοπάτι που οδηγεί στην αγκαλιά του Θείου...’’
Το πορτρέτο της σιωπής είναι ένα βιβλίο διαφορετικό,ένα βιβλίο μελωδικό καθώς όσο χάνεσαι στις σελίδες του μαγεύεσαι όχι μόνο από τη μελωδία του βιολιού του Χριστόφορου,αλλά και από τη μελωδική και λυρική γραφή της Τέσυς Μπάιλα. Εικόνες μαγικές,αποτυπωμένες με σκηνοθετικό τρόπο χάρη στο ταλέντο της συγγραφέως στη φωτογραφία!Η περιγραφή της μοναστικής ζωής μεταφέρει στον αναγνώστη μέσα από το χαρτί την κατάνυξη και τη μυσταγωγία του Αγίου Όρους γεγονός που οφείλεται στην πολύ προσεκτική και ολοκληρωμένη μελέτη της Τέσυς Μπάιλα.
Και μέσα σε αυτό το περιβάλλον ένας ήρωας μοναχικός,ξεχωριστός…Μια αινιγματική φυσιογνωμία που ψάχνει το νόημα της ζωής στη σιωπή,μακριά από τα εγκόσμια…
‘Ενας χαρακτήρας ευαίσθητος που προσπαθεί να φτάσει στην προσωπική του λύτρωση αφιερώνοντας την ίδια του τη ζωή στη γνώση του εαυτού του!Μπορεί να είναι σίγουρος ότι οι επιλογές του είναι σωστές;Είναι δυνατόν οι δικές του αποφάσεις να επηρεάζουν αθώες ψυχές;Μπορεί ο ίδιος να απαρνηθεί ολοκληρωτικά την αγάπη;
Ένας μοναχικός και μελαγχολικός οδοιπόρος της ζωής που οι καταστάσεις τον φέρνουν αντιμέτωπο με τις δικές του επιθυμίες,με τα δύσκολα και απαιτητικά διλήμματα του…
Η Τέσυ Μπάιλα ντύνει με ήχους τη σιωπή,μια σιωπή όμως εκκωφαντική που μιλάει απευθείας στην ψυχή κάθε αναγνώστη και ψιθυρίζει μια μελωδία διαφορετική και τρυφερή!Με οδηγό το δοξάρι του μοναχού Χριστόφορου συνθέτει το πορτρέτο της σιωπής και αποτυπώνει στο χαρτί μια θάλασσα από χρώματα,αρώματα και μουσική!Ένα βιβλίο πραγματικό διαμάντι που θα σας ταξιδέψει μελωδικά σε μια σιγή φλύαρη από συναισθήματα!

Σάββατο, 10 Αυγούστου 2013

Οι αναγνώστες γράφουν... Το μυστικό ήταν η ζάχαρη από τη Φανή Ματσινοπούλου

Η Φανή Ματσινοπούλου διάβασε  Το μυστικό ήταν η ζάχαρη, μας έστειλε την κριτική της και την ευχαριστώ πολύ!
ΤΟ ΜΥΣΤΙΚΟ ΗΤΑΝ Η ΖΑΧΑΡΗ
Ενας κόσμος γεμάτος μυρωδιές είναι το καινούριο βιβλίο της Τέσυ βασιλικός και δυόσμος, φρέσκο ζεστό ψωμί και αχνιστό γάλα, καλιτσούνια και τυροπιτάκια αλλά κυρίως μοσχοβολά κοριτσίστικα γέλια, το χάδι της μάνας, η αγκαλιά και η ζεστασιά της αγάπης της. Εχει όμως κι άλλα πολλά και αντιφατικά αυτός ο κόσμος: αγάπη και μίσος, τρυφεράδα και σκληρότητα, χάδια και ραπίσματα, φουρτούνες και μπουνάτσες, υποσχέσεις που συνεχώς καταπατούνται, όνειρα που δεν έγιναν πραγματικότητα, έρωτες άνευ όρων, πόνο και χαρά. Ενας κόσμος πασπαλισμένος με ζάχαρη για να γλυκάνει την πίκρα και να αντέξει η καρδιά.
Από τα βουνά της υπερήφανης Κρήτης που την αξιοπρέπειά της ισοπεδώνει ο κατακτητής ως την αγκαλιά και τις παράγκες της φτωχομάνας Δραπετσώνας που τυλίγει μέσα της τα πονεμένα προσφυγικά νοικοκυριά με τις ασβεστωμένες αυλές και τους βασιλικούς αλλά και τους τεκέδες που συχνάζουν οι χασικλήδες με τους ναργιλέδες τους και όλη τη γοητεία της παρανομίας. Κορμιά που ενώνονται στο όνομα του έρωτα ενώ συγχρόνως γεμίζουν πληγές από την αδάμαστη ζήλια που τους καίει τα σωθικά, ήρωες, οι ίδιοι θύτες και θύματα, μιας σκληρής πραγματικότητας στο γαϊτανάκι της ζωής.
Μοναδικές και συγκλονιστικές οι ψυχογραφίες της Τέσυ. Γυναίκα της εποχής της, η Κατίνα, αναθρεμμένη και εκπαιδευμένη να υποταχθεί στη μοίρα της ως θύμα αλλά μία μοίρα που τελικά εκείνη επέλεξε για να εναλλάσσει συνεχώς ρόλο και ως θύτης πια να ορίσει εκείνη με τη σειρά της το πεπρωμένο του Θέμελη και του παιδιού τους. Παλεύει και τελικά πνίγει τη δίψα της για μόρφωση, για μια άλλη διαφορετική ζωή και είναι έτοιμη να σκοτώσει την ψυχή της προκειμένου να δει το γυιό της να πραγαματοποιεί το δικό της όνειρο αλλά και να παραδοθεί σε μία αγάπη δίχως όρους και όρια. Ο Θέμελης, θύμα κι αυτός της δικής του εποχής, θα την "αγαπήσει" με τους δικούς του όρους αλλά και θα τη βασανίσει χωρίς όρια, θα τσαλακώσει την ψυχή και την αξιοπρέπειά της και τέλος θα υποστεί τη λαχτάρα της γι' αυτόν.
Εχουν γραφτεί πολλά για τον δεύτερο παγκόσμιο πόλεμο, για την τραγωδία που έζησε ο τόπος μας και τα ανθρώπινα ράκη, σωματικά και ψυχικά, ως αποτέλεσμα της γερμανικής εισβολής - να θυμίσω το αριστούργημα του Ιάκωβου Καμπανέλλη "Μαουτχάουζεν". Θα έλεγε κάποιος ότι δεν υπάρχει κάτι πια που δεν έχει ειπωθεί γι' αυτήν την εποχή. Κι όμως, η Τέσυ, με την ευαισθησία και τον πλούτο που τη χαρακτηρίζουν, μας δίνει τη δική της ιστορία, τη δική της άποψη και κατάθεση ψυχής για την ανθρώπινη περίπτωση. Η ματιά της, σκληρή και αμείλικτη, αληθινή και κυνική συγχρόνως όμως τρυφερή και ευαίσθητη, βαθιά και διεισδυτική. Και κάπου εκεί, η Κατίνα και ο Θέμελης, οι αντιφατικοί της ήρωες, η υποταγή και η βαναυσότητα, η αγάπη και η ζήλια, η αλαζονεία και η ταπεινότητα.
Πόση ζάχαρη χρειάστηκε η Κατίνα να πασπαλίσει την πικρή ζωή της και τη ζωή του Θράσου; Και ο Θέμελης; Ηταν η θυσία της Κατίνας, ζάχαρη για τη δική του ζωή; Ή απλώς τον χρησιμοποίησε για να δικαιώσει το ανεκπλήρωτο όνειρό της για γράμματα και μόρφωση; Η Τέσυ μπήκε βαθιά μέσα στην αθρώπινη ψυχή, έφτασε το μαχαίρι στο κόκκαλο, τη διάβασε και την ένιωσε, έσκυψε με απέραντη τρυφερότητα σε όλους τους ήρωές της - Κωνσταντάκαινα, Αντωνία, Σήφη, Μαρίτσα - τους πήρε από το χέρι και έσυρε μαζί τους το χορό στα βουνά και τις θάλασσες της ανθρώπινης περιπέτειας. Πόση ζάχαρη χρειάζεται το φαγητό μας, πόση η ζωή μας; Πόσο συχνά; Κι αν κουραστούμε; Πόσο αντέχουμε; Και πόση ζάχαρη στα όνειρά μας; Γιατί κι αυτά, καμιά φορά, τα σκοτεινιάζει η ζωή........
Λίγη ζάχαρη να ρίξεις
στην πληγή σου από πάνω
να γλυκάνει η ψυχή σου
να γελάσει η καρδιά σου
Κι αν η αγάπη σε πονάει
και τα δάκρυα πλημμυρίζουν
βάλε ζάχαρη να γίνει
πιο γλυκιά η θύμησή σου
Δάκρυα και πόνοι φεύγουν
θάλασσες που ημερεύουν
ένα είναι το γιατρικό
ζάχαρη το μυστικό!

Τέσυ, σ' ευχαριστούμε που πασπαλίζεις με ζάχαρη τις στιγμές που αναζητούμε το κάτι άλλο στη λογοτεχνία μας!

Τετάρτη, 7 Αυγούστου 2013

Το μυστικό ήταν η ζάχαρη από τον Πάνο Τουρλή στο captainbook.gr

"Το τρίτο στεφάνι του 21ου αιώνα!
Λυρικό, μεστό, άμεσο, γρήγορο,
 πλούσιο, ανθρώπινο, βαθύ,
 ειλικρινές, ωμό, περιεκτικό,
 ένα βιβλίο που θα το θυμάμαι για χρόνια!"

Ο Πάνος Τουρλής υπογράφει τη δική του κριτική για Το μυστικό ήταν η ζάχαρη στο captainbook.gr. Τον ευχαριστώ πολύ για τα τόσο κολακευτικά του λόγια αλλά και τις παρατηρήσεις του.
https://www.captainbook.gr/shop/?main_page=wordpress&p=8990

Το Τρίτο στεφάνι του 21ου αιώνα! Λυρικό, μεστό, άμεσο, γρήγορο, πλούσιο, ανθρώπινο, βαθύ, ειλικρινές, ωμό, περιεκτικό, ένα βιβλίο που θα το θυμάμαι για χρόνια! Νιώθω πως ήρθε η ώρα να αποστασιοποιηθώ λίγο από το διάβασμα, \"να κατακάτσει ο κουρνιαχτός\" που λέω, να τακτοποιήσω μέσα μου τα συναισθήματα που γεννήθηκαν διαβάζοντας αυτό το βιβλίο και μετά να συνεχίσω. Ειλικρινά δεν έχω λόγια και ας φανεί ψεύτικο το εκθείασμα που ακολουθεί. Βιβλίο που σε αρπάζει από την αρχή στη δίνη των περιπετειών του, σου χαρίζει ένα ματσάκι βασιλικό και σου λέει, προχώρα, ξεφύλλισέ με. Αν διαβάζεις ένα βιβλίο κι αρχίζεις να υπογραμμίζεις άνα μία σελίδα ήδη από τις πρώτες είκοσι (προτάσεις, σκέψεις, αποφθέγματα, συναισθήματα), ε, τι άλλο να πει κανείς...Έκλαψα, συγκινήθηκα, πόνεσα, δυσανασχέτησα, ξαφνιάστηκα, γέλασα. Ήθελα να διαβάσω παρακάτω κι άλλο παρακάτω κι άλλο. Ένα βιβλίο που το συνιστώ ανεπιφύλακτα!
Αν διαβάσετε την περίληψη στο οπισθόφυλλο θα καταλάβετε ότι η Κατίνα είναι η πρωταγωνίστρια και το βιβλίο αφορά εκείνη αποκλειστικά. Κι όμως, στο πρώτο μέρος τουλάχιστον, διαβάζουμε για την οικογένειά της, για τις περιπέτειες, τα πάθη, τους έρωτες, τις ανατροπές, τις ζήλιες όλων των δικών της και αποκτάμε μια πολύ τρυφερή και όμορφη εικόνα για το Αρμενοχώρι της Κρήτης. Χωρίς να γίνεται κουραστικό, χωρίς να χάνεις τον μπούσουλα ποιος είναι ποιος, παρακολουθούμε τη ζωή της Μαρίας Κουτσουρέλη ή Κωσταντάκαινας (συζύγου δηλαδή του Κωσταντή). Στο δεύτερο μέρος η Κατίνα παντρεύεται και φεύγει στη Δραπετσώνα. Ήθη, έθιμα, κουλτούρα, νοοτροπία, άγραφοι νόμοι, προικιά, απελπισία, αδιέξοδα, πόθος μέσα από την ιστορία αυτών των δύο γυναικών.
Στο πρώτο μέρος έχουμε την ιστορία της οικογένειας Κουτσουρέλη από την ένωση της Κρήτης ως τη λήξη του Εμφυλίου. Σε κανένα σημείο του βιβλίου δεν έχουμε καταναγκαστική τοποθέτηση των γεγονότων σε κάποιο χρονικό σημείο της Ιστορίας. Η Ένωση, ο Βενιζέλος, η κήρυξη του πολέμου είναι κάπου στο βάθος, στο εκράν της ζωής των γυναικών και κάπου κάπου τις παρενοχλεί. Με εξαιρετικό γράψιμο, στυλ, ντοπιολαλιά, άφθθονα καλολογικά στοιχεία, μεταφορές και παρομοιώσεις, ζούμε σε αυτό το ορεινό χωριό του Κισάμου, όπου η γυναίκα υπακούει στον άντρα της, είναι νοικοκυρά, είναι μαζεμένη, ανατρέφει τα παιδιά της, έχει περιορισμένες εξόδους, έχει όλο το νοικοκυριό στην πλάτη της, φροντίζει τα ζώα της, μαγειρεύει, δεν αντιμιλά, δεν παραπονιέται, απλώς υπακούει. Το παράπονο της Μαρίας είναι διπλό, γιατί όταν την απήγαγαν από τον πατέρα της, άλλον νόμιζε για γαμπρό κι άλλος την παντρεύτηκε! Ο αδερφός του άντρα της, μετά το γάμο, φεύγει για την Αθήνα γιατί δεν αντέχει τον πόνο που νιώθει να βλέπει παντρεμένη τη γυναίκα που αγάπησε τη νύχτα της απαγωγής της.
Για το λόγο αυτόν η Κατίνα καταπνίγει τα όνειρά της να συνεχίσει τις σπουδές στο γυμνάσιο. Ο πατέρας της το απαγορεύει και δε σηκώνει κουβέντα. Η μάνα, για να τη γλυκάνει, τη συστήνει σε μια μοδίστρα, τη Μαρίτσα, και το κοριτσάκι αφοσιώνεται στις μεταποιήσεις και στο ράψιμο. Με το ξέσπασμα του Β΄ Παγκόσμιου πολέμου, οι άντρες του χωριού τρέχουν στο μέτωπο. Το 1941 η μάχη της Κρήτης είναι σκληρή αλλά το νησί υποκύπτει στην μπότα του τυράννου. Ζούμε τα σκληρά αντίποινα που έκαναν οι Γερμανοί στα χωριά, λυσσασμένοι από τη λυσσώδη αντίσταση που συνάντησαν από τους απομείναντες απλούς και αδύναμους χωρικούς. Ζούμε το θρήνο, την αδικία, τα βασανιστήρια, την πίκρα, την πείνα.

Στο δεύτερο μέρος, η Κατίνα είναι παντρεμένη με τον Θέμελη, ρεμάλι της Δραπετσώνας και μόνη της ελπίδα να φύγει από το χωριό και να μεγαλώσει ένα παιδί που θα το σπουδάσει και θα μάθει γράματα και θα γίνει καλύτερο παιδί από αυτήν την αγράμματη. Η ζωή με το Θράσο είναι δύσκολη: τη ζηλεύει, τη δέρνει αλλά δεν μπορεί μακριά της. Η Κατίνα του βρίσκει πάντα μια δικαιολογία και αρνείται να δει την πραγματικότητα: αυτός της έτυχε, αυτός είναι το μέλλον της. Η αδερφή της, Αντωνία, που παντρεύτηκε τον κολλητό του Θέμελη, ζει δίπλα της και καθημερινά τσακώνονται μπας και \"πάρει μπρος\" αλλά μάταια. Ο Θέμελης είναι μπλεγμένος με τεκέδες και χασίσια, με ναργιλέδες και τη Ρόζα, μια ναζιάρα χορεύτρια που του χαρίζει απλόχερα ό,τι του σττερεί η γυναίκα του. Η ζωή του δεν αλλάζει ούτε όταν αποκτά τον Θράσο, τον γιο του. Η Κατίνα πόσο θα αντέξει δίπλα σε αυτόν τον άντρα; Πόσο πολύ τον αγαπά που να δέχεται όλα του τα λάθη και να μην καταφέρνει να φύγει από κοντά του; Πώς θα αντιδράσει όταν μάθει η Ρόζα του έκανε και παιδί; Τελικά αξίζει να το σκάσεις από μια κλειστή κοινωνία για να ζεις σε έναν γάμο ασφυκτικό; Η μυρωδιά του βασιλικού θα διώξει τα κακά πνεύματα από τη ζωή τους; Η Παραγκούλα που χτίσανε με τη λιγοστή αγάπη τους θα αντέξει στον τυφώνα της ανοικοδόμησης;
Κι όλα αυτά είναι ελάχιστα από όσα διαδραματίζονται στο βιβλίο, περιστατικά, εικόνες, γεγονότα, άνθρωποι. Δεσμοί, χωρισμοί, βεντέτες, αίμα και θάνατος, ζάχαρη και βασιλικός. Το μυστικό λοιπόν είναι η ζάχαρη για να μην πικραίνει το φαγητό. Βάζε λίγη ζάχαρη στη ζωή σου για να μη νιώθεις την πίκρα της και να μπορείς να ξεγελάσεις τον εαυτό σου πως όλα είναι ένα κακό όνειρο. Κι αν το παραμύθι που ξεκίνησες να διαβάζεις σου βγάλει δράκο αντί για πρίγκηπα συνέχισε να διαβάζεις, γιατί έτσι πρέπει, γιατί αυτό είναι το δικό σου παραμύθι και σου πρέπει, οπότε συνέχισε. Στο εξώφυλλο του βιβλίου έχουμε δύο πορσελάνινα φλυτζάνια, δανεικά από την πεθερά της Κατίνας, τα μόνα που ανέδιδαν μια πολυτέλεια στη φτωχική της κάμαρη. Γεμισμένα με ματσάκια βασιλικό, ματσάκια που χαρίζουν απλόχερα το άρωμά τους και σε γαργαλάνε να χαμογελάσεις έστω και λειψά, αρκεί να συνεχίσεις παρακάτω. Την ιστορία την αφηγείται η ίδια η Κατίνα στα βαθιά της γεράματα στη γυναίκα του γιου της, του Θράσου, βυθισμένη στη λήθη ενός ελαφρού Πάρκινσον.
Το βίντεο παρουσίασης του βιβλίου δίνει ακόμη πιο έντονη εικόνα των εποχών, των καταστάσεων, των χαρακτήρων, της πραγματικότητας που αφηγείται η συγγραφέας.
Το μόνο άσχημο σημείο του βιβλίου, ή μάλλον περιττό, είναι η αφήγηση της μοδίστρας Μαρίτσας, που μετααφέρθηκε σο στρατόπεδο συγκέντρωσης του Άουσβιτς ως εργάτρια μαζί με χιλιάδες άλλους αθώους και κακόμοιρους, όπου γνώρισε τον Σήφη, τον άντρα που εγκατέλειψε το νησί του για να μην αντικρίζει τη Μαρία που αγάπησε παντρεμένη. Η Μαρίτσα και ο Σήφης μοιράζονται τις δυσκολίες τους ως το το τραγικό τέλος του αποχωρισμού και το βιολί που της ζήτησε να το χαρίσει στη Μαρία του η Μαρίτσα, όταν κατάφερε να γυρίσει στην Κρήτη, το έφερε αμέσως στη Μαρία. Πολλές σελίδες κράτησε αυτή η ιστορία, χωρίς να δίνουν κάτι παραπάνω στο κείμενο. Αντιθέτως, ανακόπτουν την πορεία της αφήγησς και την εξέλιξη της ιστορίας της Κατίνας. Παραδέχομαι ότι αυτές τις σελίδες δεν τις διάβασα. Αν ήθελε η συγγραφέας να κλείσει τον κύκλο αυτής της εκκρεμότητας, θα μπορούσε να βρει έναν άλλο τρόπο, εξίσου ωραίο με το κλείσιμο της ιστορίας της Ρόζας, η οποία ιστορία έληξε τραγικά και ρομαντικά ταυτόχρονα (διαβάστε, διαβάστε).
Γάμοι λοιπόν, όνειρα, ελπίδες, προσδοκίες, αποδοχή, στωικότητα, ανεκτικότητα, δοτικότητα, φιλαλληλία, αγάπη, ένα πλήθος από συναισθήματα ξεχειλίζουν από αυτό το βιβλίο και ειλικρινά δε θα θέλετε να το αποχωριστείτε.

Από χαρακτηριστικά αποσπάσματα τι να πρωτοδιαλέξω;

\"\"Έχει περάσει τα ογδόντα, μα είναι κάποιες φορές που οι αναμνήσεις βαραίνουν στη ζωή περισσότερο από τα χρόνια, σα ρυτίδα χαραγμένη στην ψυχή. Ακόμη κι όταν ο χρόνος χαρίσει τη λήθη, ακόμη κι όταν τα γεράματα αναγκάσουν το νου να ξεστρατίσει σε ανώδυνα πια μονοπάτια, εκείνες επιμένουν να βρίσκονται εκεί, κρυμμένες βαθιά στα φυλλοκάρδια... Κοιτάζω τα χέρια της, έτσι όπως τα δάχτυλά της κρατούν σφιχτά το ποτήρι. Αδύναμα και ξερακιανά, γεμάτα καφέ κηλίδες, ζαρωμένα, χέρια ανθρώπου που δούλεψαν πολύ, που σκούπισαν πολλά δάκρυα, χέρια που η ζωή τούς στέρησε το χάδι, χέρια πονεμένα, που αρκεί μόνο μια στιγμή να τα κοιτάξει κανείς για να δει πόσο παράπονο μαζεύτηκε εκεί, μέσα στις βαθιές αυλακιές που ο χρόνος τόσο ανάλγητα, χάραξε πάνω τους\" (σελ. 12).

\"Ένα τσακισμένο καράβι απ\' τη φουρτούνα της ζωής, ένα ναυάγιο πεταμένο σε μια ανεμοδαρμένη ακτή μοιάζει να είναι ό,τι έχει απομείνει πια από αυτή τη γυναίκα. Αρκεί μια στιγμή να κοιτάξει κανείς τα μάτια της για να δει το παράπονο που πλανιέται στη γαλάζια τους θάλασσα. Και ο έβενος που στόλιζε βοστρυχωτά το κεφάλι της έχει γίνει τώρα πια χιονάτο μπαμπάκι που ασημίζει καθώς το φως παίζει πάνω του\" (σελ. 12-13).

\"Ο χρόνος είχε κάνει καλά τη δουλειά του! Την κοιτούσα και τον έβλεπα μπροστά μου να χτυπά με τη σμίλη του, αργά, σταθερά, μονότονα, ακατάπαυστα, χρόνια τώρα, την αγαλματώδη επιφάνεια της ψυχής της. Ό,τι είχε κάποτε υπάρξει οδυνηρό είχε σβηστεί για πάντα από τη μνήμη της κι ένα μακάριο χαμόγελο διαγραφόταν επάνω στο πρόσωπό της, φιλοτεχνώντας το πορτρέτο της λήθης επάνω στον γέρικο καμβά του\" (σελ. 19).

\"Το μυστικό είναι η ζάχαρη, κόρη μου. Μια σταλιά χρειάζεται, εκεί στη μύτη του κουταλιού, και φτάνει για να γλυκάνει όλη η δόση, κι ύστερις να τα γεύεσαι και να σου μένουν αξέχαστα. Μα θέλουνε κι αυτά την τέχνη τους, μη θαρρείς πως εύκολα μπορεί κανείς να τα σιάξει...Το μυστικό είναι η ζάχαρη, λοιπόν, σκέφτηκα. Η ζάχαρη που απαραιτήτως έβαζε στο φαΐ της, στα γλυκά της, στη ζωή της. Μια σταλιά, όπως έλεγε, μια πρέζα ζάχαρη και η ζωή γίνεται πιο γλυκιά κι αντέχεται. Αναρωτιέμαι πόση ζάχαρη κατάφερε να ρίξει επάνω στη δική της ζωή, πόσα τεχνάσματα επινόησε για να τη γλυκάνει και να μπορέσει να τη ζήσει\" (σελ. 21).

\"Τον κοιτούσε που έπαιζε και που κάθε τόσο έριχνε ματιές προς το παράθυρο της Μαρίας. Έστελντε τις νότες του, μία μία, όμοια ατίθασα πουλιά, να της μιλήσουν για όσα δε θα μπορούσαν να ζήσουν ποτέ μαζί, για όσα δε θα μπορούσαν ποτέ ούτε να σιγοψιθυρίσουν. Κι εκείνη, πίσω από το δικό της κλειστό παράθυρο, μάζευε ένα ένα εκείνα τα πουλιά και τα τάιζε με την ανυπόταχτη ανάγκη της να του τα πει όλα όσα ένιωθε. Νόμιζε πως δεν την έβλεπε, πως το σκοτάδι του δωματίου της την είχε αγκαλιάσει τρυφερά και την προστάτευε. Το αναμμένο καντήλι όμως που κρεμόταν πάνω από το εικόνισμα στον τοίχο, λαθροφώτιζε το δωμάτιό της, σχηματίζοντας σκιές που διέγραφαν πιο λάγνα τη λιγνή της σιλουέτα. Και κάθε του δοξαριά γινόταν μαχαιριά στα σωθικά της\" (σελ. 67).

\"Μόνο η Μαρία, η νύφη του, κατάλαβε πως ο Σήφης είχε περάσει από κει απ\' το βαζάκι με το πετιμέζι που βρήκε δίπλα στον τάφο της πεθεράς της την επόμενη μέρα που πήγε να της ανάαψει το καντήλι. Τόσα χρόνια σφραγισμένο κι άθικτο το είχε μαζί του, μην τύχει και του τελειώσει και γι\' αυτό δεν το πείραξε. Μια κουταλιά μάνας φυλαγμένη μέσα σ\' ένα γυάλινο βαζάκι, ερμητικά κλειστό, μην τυχόν χαθεί έστω και μια σταλιά από την πολύτιμη ανάμνησή της\" (σελ. 71).

\"...τα όνειρα βρίσκουν μια χαραμάδα, τα αφιλότιμα, ίσα που χωρούν, στριμώχνονται με πείσμα, όμως και να που τα καταφέρνουν και περνούν μέσα στο νου, μπαίνουν μέσα του βαθιά, ριζώνουν κι ύστερα δύσκολα κανείς τα ξεριζώνει\" (σελ. 100).

\"-Τόσο πολύ τα αγαπάς, καλέ μάνα, τα λιόδεντρα;...-Σαν τα παιδιά είναι. Και κάθε φορά που πονάμε εκείνα μας συμπονούν. Κάθε χαρακιά πάνω στο σώμα τσι ένα δικό μας αχ είναι. Έτσι έλεγε κι η μάνα μου η δόλια, Κατινάκι μου, έτσι κι οι παλιές κυράδες, πως δηλαδή κάθε φορά που το δικό μας δεντρί βγάνει και μια χαρακιά, ή μια κουφάλα μεγαλώνει επάνω στο κορμί του το κακορίζικο, είναι \'πειδή πονάει η δικιά μας η καρδιά..Γι\' αυτό τ\' αγαπάω, κόρη μου, επειδή οι λαδολιές μας είναι το σπίτι μας, η οικογένειά μας, η Κρήτη μας\" (σελ. 110).

\"Μια κραυγή της Βασιλικώς κι ο άτυχος νέος σωριάστηκε καταγής επάνω στις πεσμένες ελιές. Μια κηλίδα αίμα κι ένας σπασμός, τίποτε περισσότερο. Μια κηλίδα αίμα που απλώθηκε στη γη, σκορπίζοντας τα είκοσι χρόνια του παιδιού όπως σκορπίζει ο άνεμος τα άλικα πέταλα ενός λουλουδιού που ξεχάστηκε παίζοντας μαζί του. Το καστανό του δέρμα εσκίστηκε σαν το χασέ στα δυο κι η λίμνη που σχηματίστηκε αναμείχθηκε με τον ιδρώτα κι έγινε ένα με το λευκό πουκάμισο που κόλησε πάνω του, εκεί ακριβώς στο μέρος της καρδιάς, αφήνοντας να διαγράφεται στο σφριγηλό του σώμα ο πόνος που το έκανε να σπαρταρά\" (σελ. 113-114).

\"Τότε το σήκωνε μέχρι το στόμα της, χαμογελούσε στις αναμνήσεις της νιότης της και μονορούφι κατέβαζε το κρασί, για να μη βλέπει την εικόνα που την τρόμαζε. Την εικόνα της γερασμένης απώλειας των ονείρων που αντανακλούσαν τα μάτια της, την εικόνα των τραυματισμένων ψευδαισθήσεων που στάλαζαν ρυθμικά στο περβάζι της ζωής της\" (σελ. 125).

\"Κι η Κατίνα κατάλαβε για πρώτη φορά πως είναι να συμβιβάζονται τα όνειρά σου στο παιχνίδι της ζωής, πώς είναι να γεύεσαι έστω και μια μικρή σταγόνα τους, όταν η ζωή αποφασίζει να σου στερήσει τη χαρά της καταιγίδας του. Κατάλαβε πώς είναι να ρίχνεις στην καρδιά σου μια πρέζα ζάχαρη για να γλυκάνεις τον πόνο σου. Γιατί αυτό ακριβώς είχε κάνει εκείνη την ώρα η μάνα της. Μια πρέζα ζάχαρη της είχε δώσει, με την ελπίδα να αλλάξει τη ζωή της και να γίνει μοδιστρούλα. Αφού για το σχολείο ο πατέρας της ήταν αδύνατον να πει το ναι, θα τον έπειθε εκείνη να στείλουν το παιδί να μάθει μια τέχνη\" (σελ. 127).

\"Έσφιξε στο στήθος της το βασιλικό κι από εκείνη τη στιγμή κι ύστερα έγινε η μυρωδιά του ένα αναπόσπαστο κομμάτι μνήμης στη ζωή της, ένα αεράκι μάνας που είχε πάντα κοντά της και που, όσα χρόνια και αν πέρασαν, όσο μακριά κι αν βρέθηκε από τη μητρική αγκαλιά, δεν έπαψε ποτέ να τη νιώθει κοντά της. Έμεινε πάντα στη ζωή της μια σταλαγματιά ψευδαίσθησης ακουμπισμένη στο περβάζι των ονείρων της, μια σταλαγματιά μάνας μέσα στην καρδιά της, που πάντα μοσχομύριζε\" (σελ. 130).

\"Κάθε τόσο μια μάνα εντόπιζε το παιδί της και οι θρήνοι ξέσκιζαν τα σωθικά της κι έφταναν ως τον ουρανό, που ξένοιαστος για ό,τι συνέβαινε στη γη έμοιαζε να τρέχει, όμοια γαλάζιο άλογο, ανάμεσα στα σύννεφα\" (σελ. 197).

\"Συμβαίνει, άλλωστε, καμιά φορά να αγαπήσει κανείς εκείνον που τον δυναστεύει, επειδή ακριβώς αυτό που έχει καταφέρει πρωτίστως ο δυνάστης να κάνει είναι να διαβρώσει την ψυχή του θύματός του, ώστε το ίδιο το θύμα να μην μπορεί να διακρίνει ότι υπάρχει ζωή μακριά του\" (σελ. 432).

\"Η μπουλντόζα είχε ήδη ολοκληρώσει το έργο της κι είχε προχωρήσει στα επόμενα σπίτια. Ό,τι είχε κάποτε υπάρξει έχασκε κομματιασμένο στο έδαφος. Και μαζί του όλα όσα οι ένοικοί του είχαν ζήσει μέσα στους υγρούς χώρους αυτού του σπιτιού. Χαρά, θλίψη, υποσχέσεις, λόγια, αγάπη, ζήλια, μίσος και έρωτας. Παιδικές αγκαλιές και δάκρυα, ανακατεμένα όλα μαζί, πεταμένα ανάμεσα στα χαλάσματα\" (σελ. 474).

Πάνος Τουρλής