Τετάρτη, 26 Σεπτεμβρίου 2012

Η μελαγχολία των πέτρινων ματιών


 Μια ανάγκη να βιώσει κανείς την αναλογία που υπάρχει ανάμεσα στην εικονιστική παράσταση της μελαγχολίας, όπως αυτή εξιστορήθηκε στα αττικά επιτύμβια της κλασικής Αθήνας και σ’ αυτό που τελικά εκφράζουν τα επιτύμβια αυτά στάθηκε η αφορμή για μια μελέτη πάνω στη γοητεία των αιώνιων ματιών, όπως τα φιλοτέχνησε ο καλλιτέχνης της εποχής.

Τα αττικά επιτύμβια με τη διαφάνεια του θανάτου αποτυπωμένη στη προσφερόμενη μαρμάρινη επιφάνεια αποτελούν από μόνα τους τον καλύτερο σχεδιασμό σε μια μελέτη για τη μελαγχολία του θανάτου. Πρόκειται για τα γλυπτά που υμνούν τη ζωή και τη δύναμή της με χαραγμένη τη θλίψη επάνω στην πέτρα. Ο σύγχρονος θεατής των επιτύμβιων αυτών θαμπώνεται κυριολεκτικά από τα πετρωμένα βλέμματα των απεικονιζόμενων μορφών, μια θλίψη που ακινητεί πάνω στις μαρμάρινες μορφές, τόσο αυτών που χάθηκαν όσο και αυτών που τους συνοδεύουν στον τελικό αποχαιρετισμό.
Ο χρόνος άδηλος λίγο πριν το τελικό ταξίδι, παραμένει ασήμαντος και γι’ αυτό το λόγο δεν εντοπίζεται στα επιτύμβια αυτά.  Άλλωστε αυτό που μετρά είναι η έκφραση της νεκρικής σιγής, μιας σιγής που φλυαρεί ερωτικά σχεδόν στα ωκεάνια μάτια των μορφών. Της σιγής που επικρατεί λίγο πριν αποχωριστεί η ψυχή το σώμα. Και οι νεκρικές μορφές νεανικές, γεμάτες σφρίγος, αποχαιρετούν τον επίγειο θόρυβο για να ενδυθούν τη βεβαιότητα της απώλειας και αυτό που συγκλονίζει δεν μπορεί να είναι άλλο από το υπεραισθητικό βίωμα των μελαγχολικών βλεμμάτων που έχουν οι μορφές αυτές την ώρα που ουσιαστικά ο έρωτας για τη ζωή βίαια και αναπόδραστα σταματά.

Μια νέα γυναίκα που ανοίγει την πολύτιμη κοσμηματοθήκη της, ένα παιδί που χαιρετά τη νεκρή μητέρα του, αποχαιρετώντας ταυτόχρονα τη βεβαιότητα της μητρικής αγκαλιάς, μια νεαρή που φροντίζει περίτεχνα τα μαλλιά της λίγο πριν αποχαιρετήσει για πάντα τη θεραπαινίδα της, ένας νέος που αποχωρεί, μια κόρη που κρατά στη χούφτα της ένα πουλί. Άνθρωποι που αναχωρούν από τη ζωή με μια λύπη για ό,τι πολύτιμο αφήνουν πίσω τους και ξέρουν πως δεν θα το ξαναδούν. Βλέμματα στραμμένα ερωτικά προς το φως της χαμένης ζωής, βλέμματα στοργικά που συγχωρούν, αγαπούν, που ακινητούν επάνω στους αγαπημένους τους, που χαϊδεύουν νοσταλγικά το μέλλον που δεν θα αντικρίσουν, βλέμματα που σαν λυγμός υψώνουν το τελευταίο αντίο λίγο πριν το μεγάλο άλμα προς το άγνωστο.
Τα πρόσωπα κοιτούν με την ανεκδοτολογική προβολή της ματαιοδοξίας και  την ανάγκη να υπάρξουν στην αιωνιότητα αποτυπωμένη στα μεγάλα θλιμμένα μάτια τους. Κανένας φόβος δεν τα σκιάζει. Απλώς ελκύουν την ανθρώπινη ευαισθησία στην οριστική απώλεια πριν τη μεγάλη αναχώρηση. Το βλέμμα, οι πτυχώσεις των ιωνικών χιτώνων που τα πρόσωπα φορούν, τα υγρά ενδύματα του Καλλίμαχου, το περίτεχνο χτένισμα, όλα συγκλίνουν ώστε να εξαναγκασθεί η σκέψη να στραφεί προς την αναμέτρηση της ανθρώπινης αξιοπρέπειας με το βιωμένο παράπονο της απώλειας. Η τέχνη στην κορυφαία της στιγμή λειτουργεί ως ο φορέας εκείνων των αξιών που διδάσκουν την οπτική μιας ολόκληρης κοινωνίας απέναντι στο οριστικό αποχαιρετισμό μιας τόσο σημαντικής δωρεάς όπως είναι η ζωή.

Αν κάθε πολιτισμός χαρακτηρίζεται από τον τρόπο που κατορθώνει να διαχειρίζεται την έννοια του θανάτου τότε η ελπίδα ότι τίποτε δεν θα χαθεί και ότι όλα αίρονται για να βρεθούν ξανά στην απέναντι ακτή, είναι ο τρόπος του αρχαίου ελληνικού κόσμου και η αξιοπρέπεια η έκδηλη στα μελαγχολικά αυτά μάτια είναι ο χαρακτηριστικός παράγοντας διαμόρφωσης του κλασικού ήθους.
Τα μάτια αυτών των μορφών αυτό ακριβώς κάνουν. Ερωτοτροπούν με αξιοπρέπεια στο ορφικό μεταίχμιο του θανάτου για να καταδείξουν ότι η φωνή της θλίψης είναι πάντοτε η ίδια, αλλάζει μόνο ο τρόπος που αυτή εκφέρεται και ο τρόπος αυτός είναι πάντοτε ανάλογος με τον βαθμό καλλιέργειας και συνείδησης στον οποίο έχει φτάσει η κοινωνία μιας εποχής.

«Η ελευθερία είναι ένα ευπαθές άνθος που ευδοκιμεί κατ’ εξοχήν μέσα στη θλίψη», έγραφε ο Τεριάντ.  Οι μορφές των αττικών επιτύμβιων διέπονται από  τη συνείδηση μιας ελευθερίας αδιαπραγμάτευτης αλλά και από μια άφατη ευγένεια, την ευγένεια του επικείμενου αφανισμού που πλησιάζει κι έτσι το ήθος, απόρροια της κοινωνικής ηθικής που η κλασική εποχή έχει επιβάλλει, προσδιορίζει το βλέμμα τους.
Σύμφωνα με τον Μαρσέλ Πρεβό «Ο έρωτας είναι η απόλυτη ένωση ψυχής και σώματος. Αν χωρίσεις το σώμα απ' την ψυχή, κάνεις κάτι που μοιάζει με το θάνατο». Στα αττικά επιτύμβια η αφήγηση στέκεται στο σημείο εκείνο που η ψυχή περνά σε ένα νέο, άγνωστο μονοπάτι και το τέλος γίνεται εκείνο το απροσδιόριστο και ρευστό συναίσθημα στο οποίο στρέφεται το βλέμμα λίγο πριν μπει στο υπερβατικό μονοπάτι της απώλειας. Ο αλγεινός καθαρμός της μελαγχολίας εστιάζεται στα μεγάλα θλιμμένα μάτια, στα συμπονετικά μάτια αυτών που μένουν πίσω, στην εννοιακή μεταμόρφωση των προσώπων που αποχωρίζονται για πάντα. Ο πόνος υπαγορεύει τη συμπεριφορά αυτών που φεύγουν και τη σκέψη όσων μένουν πίσω κι η θλιβερή ομορφιά της αναπόλησης της χαμένης ζωής στάζει κυριολεκτικά από τα πέτρινα μάτια που ετοιμάζονται να περάσουν στην αντικρινή πλευρά της ζωής, εκεί που υπάρχει «ο ήλιος ο χωρίς βασιλέματα»[1].

Είναι αλήθεια ότι, η νεκρική ακαμψία χαρακτηρίζει τη μνημειακή απεικόνιση του αποχαιρετισμού και ο καλλιτέχνης των αττικών επιτύμβιων κατάφερε να αποτυπώσει έναν απροσδιόριστο ίλιγγο γοητείας στα μάτια που λυπημένα κοιτάζουν κατάματα το θάνατο. Πρόκειται ωστόσο για την γοητεία των αιώνιων ματιών και την υπέρβαση της αυτοπαράδοσης στο απροσδόκητο τέλος που μετουσιώνουν όλα εκείνα τα στοιχεία που χαρακτηρίζουν τη διεισδυτικότητα της μεταφυσικής υπόστασης στην τέχνη και πιστοποιούν τελικά την κλασική της ποιότητα.

Το κείμενο δημοσιεύθηκε αρχικά στο www.thinkfree.gr







[1] Ο. Ελύτη, Τα ελεγεία της Οξώπετρας, εκδ. Ίκαρος, Αθήνα 2006.

Πέμπτη, 13 Σεπτεμβρίου 2012

Μιλώντας για τα παραμύθια


Μιλώντας για παραμύθι θα πρέπει αναμφίβολα να προσπαθήσουμε να προσδιορίσουμε τι ακριβώς εννοούμε με τον όρο Παραμύθι. Ένα αυτονόητο ερώτημα που προέκυψε όταν τον 19ο αιώνα άρχισε η καταγραφή των παραμυθιών από τους αδελφούς Γκριμ ήταν πώς προήλθαν τα παραμύθια. Πώς γεννήθηκαν. Ποια είναι τα γενεσιουργά αίτια των παραμυθιών και κατ’ επέκταση, πώς διαδόθηκαν, ποιες λειτουργίες εξυπηρετούσαν και ποια χαρακτηριστικά έχουν τα οποία διαφαίνονται μέσα στους συμβολισμούς τους.
Ο τεράστιος όγκος του υλικού που έχουμε από παραμύθια έχει ταξινομηθεί και είναι ενδεικτικός των θεωριών που αναπτύχθηκαν για τη γένεσή του είδους. Ωστόσο αυτό που αξίζει να αναφερθεί είναι ότι αρχικά το παραμύθι υπήρξε ένα προφορικό είδος που καλλιεργήθηκε από απλούς ανθρώπους όταν αυτοί προσπάθησαν να εκφράσουν τόσο την κοινωνική τους θέση όσο και τη σχέση τους με τη φύση, τις επιθυμίες τους, τις αντιλήψεις τους. Και καθώς τα παραμύθια διαμορφώνονταν από κοινωνία σε κοινωνία, ανάλογα με τις αντιλήψεις που επικρατούσαν, τα παραμύθια έγιναν μέρος της παράδοσης και η διάδοσή τους πολύ σημαντική.
Σταδιακά το παραμύθι από την προφορική παράδοση πέρασε στην έντυπη μορφή, αλλάζοντας σημαντικά. Το παραμύθι έγινε εικόνα, λόγος καταγεγραμμένος και βέβαια προστέθηκε στη λειτουργία του μια σημαντική παράμετρος όπως είναι η διαπαιδαγώγηση. Εκτός από ψυχαγωγία το παραμύθι έγινε φορέας αξιών και μέσο διαπαιδαγώγησης και εμπλουτίστηκε.
Το παραμύθι ακολουθεί τρεις γενικές αρχές όσον αφορά τον τόπο, το χρόνο και τα πρόσωπα. Στο πλαίσιο αυτό, ο χρόνος του παραμυθιού είναι αόριστος («µια φορά κ’ έναν καιρό»), όπως εξίσου αόριστος είναι και ο τόπος του παραμυθιού (σε κάποια μακρινή χώρα). Ένα ακόμη κοινό γνώρισµα των παραµυθιών είναι η αρχή της ανωνυμίας των προσώπων (π.χ. ένας βασιλιάς, µια κακιά μητριά, μια κακιά μάγισσα), καθώς δεν ενδιαφέρουν τόσο τα ονόματα των ηρώων όσο οι ιδιότητές που έχουν οι συγκεκριμένοι χαρακτήρες τους.
Επίσης ένα παραμύθι ξεκινά πάντα με μια ήρεμη εισαγωγή, προχωράει στη δράση και τελειώνει πάντα με έναν ήρεμο τρόπο, αφήνοντας ένα συναίσθημα πληρότητας και σταθερότητας.


Ένα στοιχείο αφηγηματικής τεχνικής του παραμυθιού είναι οι συχνές επαναλήψεις, οι οποίες γίνονται για να υπάρξει ένταση στην πλοκή της ιστορίας.

Επιπρόσθετα, ενώ ο κόσμος στα περισσότερα παραμύθια είναι ενιαίος και
μονοδιάστατος, το φυσικό και το υπερφυσικό στοιχείο συνυπάρχουν και αλληλεπιδρούν (π.χ. ζώα µιλούν, νεκροί επανέρχονται στη ζωή, υπάρχουν υπερφυσικά όντα). Τα στοιχεία της φύσης παίρνουν ανθρώπινη μορφή, προσωποποιούνται, άλλοτε πάλι αποκτούν μαγικές ιδιότητες πάντα όμως βοηθούν την αφηγηματική δράση. Κοινό γνώρισμα των παραμυθιών είναι ότι τα παραµυθιακά πρόσωπα είναι συνήθως αβαθείς ήρωες, χωρίς αισθήματα, η εικόνα τους είναι επιφανειακή και δεν διαθέτουν εσωτερικό κόσμο. O ήρωας που είναι ο πιο αδύναμος στο τέλος αποδεικνύεται ότι είναι ο καλύτερος. Ακόμη, το παραμύθι χαρακτηρίζεται από αφηρημένο ύφος, λιτότητα περιγραφών, υπερβολή, αλληλουχία γεγονότων.

Το παραμύθι δεν μπορεί να μείνει ανεπηρέαστο από το κοινωνικό, ιστορικό και φυσικό περιβάλλον της κοινότητας που το υποδέχεται. Ως ένα ζωντανό σώμα προσαρμόζεται στις συνθήκες και παίρνει τοπικά χαρακτηριστικά καθώς η γλώσσα, η παράδοση και ο γεωγραφικός προσδιορισμός είναι τρεις θεμελιώδεις παράγοντες για τη διαμόρφωση του παραμυθιού.

Αντίστοιχα το ελληνικό παραμύθι παρουσιάζει τις τοπικές διαφοροποιήσεις κι έτσι παρατηρούνται γλωσσικά δάνεια από άλλες γλώσσες όπως είναι η τουρκική, η ιταλική και η σέρβικη γλώσσα. Επίσης γίνεται χρήση παροιμιών, ιδιωματισμών και είναι αναμφίβολο ότι η γλώσσα και το ύφος διαμορφώνουν έναν τοπικό χαρακτήρα στο ελληνικό παραμύθι. Η θεματογραφία στην οποία τοποθετείται το παραμύθι αντλεί τα θέματά της από τις παραδόσεις κυρίως και τη σφαίρα του φανταστικού. Μέσα από τα θεματικά μοτίβα του διαγράφονται ολοζώντανες οι παραδόσεις αλλά συχνά και η ιστορική πορεία του τόπου. Επίσης είναι σημαντικό να δούμε πώς επηρεάζεται η ιστορία από το κλίμα που επικρατεί σε έναν τόπο. Στο ελληνικό παραμύθι για παράδειγμα δεν υπάρχει το σκοτεινό δάσος της Ευρώπης αλλά οι ρεματιές και οι ραχούλες. Ο λαός εμφανίζεται έξυπνος και καταφερτζής αλλά καλοσυνάτος και πράος.
Εϊναι εξίσου σημαντικό να μιλήσουμε για τους ανθρώπους που έπαιξαν πολύ μεγάλο ρόλο στη διαμόρφωση και διάδοση των παραμυθιών και δεν είναι άλλοι από τους αφηγητές τους. Τους λεγόμενους παραμυθάδες. Ο παραμυθάς είναι αυτός που διαμορφώνει σε μεγάλο βαθμό την ατμόσφαιρα της αφήγησης. Με λιτές λέξεις και χρησιμοποιώντας επαναλήψεις τονίζει την ιστορία, κάνοντάς τη προσιτή. Για παράδειγμα όταν λέει: «Ξεκίνησε ένα βασιλόπουλο και πήγαινε και πήγαινε και πήγαινε, μέχρι που βρέθηκε σε μια μακρινή χώρα τονίζει την απόσταση με την επανάληψη μιας λέξης, της λέξης πήγαινε. Με χειρονομίες, γκριμάτσες, μιμήσεις φωνών, γέλια ή κλάματα και τονίζοντας χαρακτηριστικά τη φωνή του ανάλογα σε τι θέλει να δώσει έμφαση ο παραμυθάς παρασταίνει το παραμύθι και συχνά καλεί σε δράση τα παιδιά έτσι ώστε να το ζωντανέψει. Καλεί το ακροατήριο του σε συμμετοχή, σε μια επικοινωνία δηλαδή όχι μόνο μαζί του αλλά κυρίως με την ιστορία που αφηγείται και παράλληλα μεταφέρει από γενιά σε γενιά τους λαϊκούς μύθους.
Το παραμύθι κάθε εποχής αποτελεί έναν ζωντανό οργανισμό που ζει, ανανεώνεται στην πάροδο του χρόνου και ουσιαστικά λειτουργεί ως ένα εκπαιδευτικό μέσο που ταυτόχρονα δίνει χαρά στον αναγνώστη του έχει μια τεράστια δύναμη. Ενεργοποιεί τη φαντασία του παιδιού και κινεί μια διαδικασία συνομιλίας και συχνά λειτουργεί ως γέφυρα ανάμεσα στο παλιό λαϊκό παραμύθι, το γεμάτο θρύλους, μύθους και παραδόσεις που σιγά-σιγά χάθηκε με την πάροδο του χρόνου και την ραγδαία εξέλιξη της εποχής και τον σύγχρονο αναγνώστη που έχει την ανάγκη να τραφεί πνευματικά και να αγαπήσει εκ νέου το βιβλίο τώρα που περισσότερο από ποτέ η έτοιμη εικόνα και η ταχύτητα της εναλλαγής της έχει πλημμυρίσει την εποχή μας.
 
Το άρθρο δημοσιεύθηκε στο www.thinkfree.gr