Σάββατο, 15 Δεκεμβρίου 2012

Ο Μεγάλος Γκάτσμπυ του Σκοτ Φιτζέραλντ




Ο Μεγάλος Γκάτσμπυ του Σκοτ Φιτζέραλντ ή αλλιώς, πώς ένας Αμερικανός συγγραφέας αποδομεί, με γοητευτικό τρόπο και μέσα από ένα άρτιο μορφολογικά κείμενο, το Αμερικανικό Όνειρο και ανατρέπει όλο εκείνο το ιδεαλιστικό του υπόβαθρο, καταφέρνοντας ωστόσο να δώσει ένα μυθιστόρημα υψηλής ποιότητας.

Γεννημένος στη Μινεσότα του 1896 ο Φιτζέραλντ πλάθει έναν αρχετυπικό χαρακτήρα που αντιπροσωπεύει το Αμερικανικό Όνειρο, καθώς είναι το πρότυπο της προσωπικής ανέλιξης και επιτυχίας, μιας επιτυχίας που συντελείται μάλιστα μέσα σε πολύ σύντομο χρόνο, μόλις τρία χρόνια. Και είναι περίεργο πως ενώ ο αποκτηθείς πλούτος του ήρωα είναι αποτέλεσμα ενός μάλλον ευκαταφρόνητου βίου που περιλαμβάνει λαθρεμπόριο και συναλλαγές με ανθρώπους του υποκόσμου, εντούτοις ο αναγνώστης δεν ταλαντεύεται ούτε για μια στιγμή και συνεχίζει αδιάλειπτα να γοητεύεται απ’ αυτόν και να συγκινείται από το ανυποχώρητο έρωτα που νιώθει για την Νταίζυ, μια γυναίκα σίγουρα κατώτερη των δικών του αισθημάτων. Κι όλα αυτά στην Αμερική της δεκαετίας του ’20, λίγο πριν το μεγάλο οικονομικό κραχ που επακολούθησε, μιας εποχής με οικονομική ανάπτυξη αλλά και με ανεπτυγμένη διαφθορά, άφθονου πλούτου και ηθικής κατάπτωσης, μιας εποχής γεμάτης αλκοόλ, υπερβολή, χλιδή, αμοραλισμό, πλημμυρισμένης από τη μουσική τζαζ. Η διαχρονικότητα του Μεγάλου Γκάτσμπυ είναι αναμφίβολη. Η νέα αστική τάξη της εποχής είναι η περίφημη Χαμένη Γενιά του 1920 και ο Φιτζέραλντ αυτή ακριβώς τη γενιά προβάλλει ως το φόντο της παρακμής. Είναι η εποχή των αλλαγών, της ποτοαπαγόρευσης, της απελευθέρωσης των ανθρώπων και της ηθικής και ο Φιτζέραλντ στήνει το σκηνικό του και παρουσιάζει με κινηματογραφικούς φωτισμούς τα στοιχεία της κοινωνικής υποκουλτούρας της εποχής.

Αν θέλαμε να χαρακτηρίσουμε με μια μόνο φράση το αριστουργηματικό αυτό βιβλίο θα μπορούσαμε να το χαρακτηρίσουμε ως το μυθιστόρημα της μεγάλης διάψευσης, αφού ο Φιτζέραλντ περιγράφει τελικά «τον τρόπο που καταρρέουν τα όνειρα» όταν αυτά γίνουν πραγματικότητα. Κι ενώ πολλοί θα μπορούσαν να πουν ότι ο Φιτζέραλντ έχει απλώς δημιουργήσει έναν ήρωα που κυνηγάει τελικά πάντα τον έρωτα, στην ουσία ο εμβληματικός Γκάτσμπυ είναι ένας ήρωας προφητικός, καθώς περιγράφει την υπερβολή μιας εποχής που οδήγησε στην Αμερική του οικονομικού κραχ του ’30 και είναι αναμφίβολα επίκαιρος όσο ποτέ μια και οι παραλληλισμοί με τα σημερινά δεδομένα είναι αναπότρεπτοι.

Αν θέλαμε να ορίσουμε τι ακριβώς συμβολίζει ο Γκάτσμπυ θα πρέπει να σταθούμε στο τι συμβολίζει πρωτίστως για τον ίδιο τον Φιτζέραλντ. Πρόκειται απλώς για μια λυρική αφήγηση που βρίθει από στοιχεία της αμερικανικής κουλτούρας και γι αυτό το λόγο μας γοητεύει η ανάγνωσή του, καθώς μας μιλάει για πράγματα οικεία της αμερικανικής νεωτερικότητας ή πρόκειται για ένα συνταρακτικό κείμενο που επιδίδεται σε αθέατες φαινομενικά, ωστόσο υπαρκτές, διακειμενικές αναφορές και επί της ουσίας μιλά για την ψευδαίσθηση της πραγματοποίησης κάθε ονείρου και γι αυτό το λόγο μας δονεί η ανάγνωσή του;

Ο Φιτζέραλντ χωρίς να ανήκει στους κύριους εκπροσώπους του μοντερνισμού όπως η Βιρτζίνια Γουλφ και ο Τζόυς για παράδειγμα απέχει εξίσου και από τον γνωστό έως τότε ρεαλισμό και κατορθώνει να δώσει ένα ιδιαίτερο προσωπικό ύφος στο έργο του. Κι ενώ δείχνει να κρατάει αποστάσεις από τον Γκάτσμπυ και ως συγγραφέας επιλέγει να αφηγηθεί την ιστορία ένας από τους ήρωές του, ο αναγνώστης που γνωρίζει την προσωπική ζωή του Φιτζέραλντ νιώθει τελικά πως ο συγγραφέας μέσα από τον ήρωα του παρουσιάζει και την προσωπική του διαδρομή προς τη φθορά, αντίστοιχη εκείνης του Αμερικανικού Ονείρου. Μια κοινωνία που βαδίζει προς την αναπόφευκτη χρεωκοπία κι ένας συγγραφέας που ο αλκοολισμός του τον μαγνητίζει προς την προσωπική του καταστροφή. Κι όλα αυτά τα στοιχεία δοσμένα σε έναν μοναδικό λογοτεχνικά ήρωα, τον υπέροχο, μεγάλο Γκάτσμπυ.
Από το http://www.thinkfree.gr/thinkculture/%CE%B2%CE%B9%CE%B2%CE%BB%CE%AF%CE%BF/%CE%BF-%CE%BC%CE%B5%CE%B3%CE%AC%CE%BB%CE%BF%CF%82-%CE%B3%CE%BA%CE%AC%CF%84%CF%83%CE%BC%CF%80%CF%85-%CF%84%CE%BF%CF%85-%CF%83%CE%BA%CE%BF%CF%84-%CF%86%CE%B9%CF%84%CE%B6%CE%AD%CF%81%CE%B1%CE%BB%CE%BDΓράφει η Τέσυ Μπάιλα

Παρασκευή, 30 Νοεμβρίου 2012

Συνέντευξη στην Έλενα Αρτζανίδου και στο thinkfree.gr


1.Ποιό είναι το στίγμα του τελευταίου σας βιβλίου ;
Στο «Παραμύθι της Βροχής» που κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Δοκιμάκης έγινε μια προσπάθεια να φανεί η σχέση της ασιατικής φιλοσοφίας με τον ελληνικό πολιτισμό γιατί αν και ο ασιατικός πολιτισμός μας φαντάζει τόσο μακρινός στην πραγματικότητα μοιράζεται πολλά κοινά σημεία με τον ελληνικό, όπως τον γνωρίζουμε από την αρχαία Ελλάδα. Μέσα από την ανάγνωση του βιβλίου ανακαλύπτει κάποιος τις ομοιότητες στις αντιλήψεις, στη λαογραφία, στην καθημερινή ζωή, στα έθιμα καθώς και στη φιλοσοφία. Στόχος λοιπόν του βιβλίου έγινε η παρουσίαση, όχι της εξωτικής πλευράς του Ιαπωνικού πολιτισμού, αλλά η πλοήγηση στην κουλτούρα και στη νοοτροπία αυτού του λαού. Η δεύτερη παράμετρος στην οποία κινείται το βιβλίο είναι η έννοια της φιλίας, μιας φιλίας που μοιράζονται δυο άνθρωποι εντελώς διαφορετικοί και που τελικά καθορίζει τη μοίρα τους. Και σίγουρα ένας τρίτος άξονας του βιβλίου είναι η αυτογνωσία. Οι ήρωες επιλέγουν την προσωπική τους φυγή ως το όχημα που θα τους οδηγήσει στην αυτογνωσία, στη ρωμαλέα αυτοδιάθεση, στην πνευματική τους ισορροπία.

2.Πείτε μας πέντε λόγους για να το διαβάσουν οι αναγνώστες.
Το «Παραμύθι της Βροχής» φιλοδοξεί να είναι ένα ταξίδι αυτογνωσίας για κάθε του αναγνώστη, όπως είναι και για την ηρωίδα του. Η Χριστίνα είναι μια αρχαιολόγος που όμως τα σπουδαιότερα ευρήματα θα τα βρει ανασκάπτοντας εσωτερικά τον ίδιο της τον εαυτό. Τις αναμνήσεις της, τις πεποιθήσεις της, τα πιστεύω της. Έτσι αφήνεται να ταξιδέψει με τη
βοήθεια του Ιάπωνα φίλου της στα σοκάκια της προσωπικής της ανασύνθεσης. Με πολύτιμο οδηγό της τη συσσωρευμένη, σε δυο τόσο μακρινούς πολιτισμούς, σοφία της ζωής, όπως υπήρξε στον Ελληνικό πολιτισμό κι όπως επιβιώνει στον Ιαπωνικό. Και με οδηγό επιβίωσης μια μεγάλη φιλία που θα την βοηθήσει να ανακαλύψει το πεπρωμένο της. Παράλληλα το βιβλίο μέσα από την εγκιβωτισμένη ιστορία μιας νεαρής γκέισας, της Χιρόκο, γίνεται ένας οδηγός σε μια απολύτως σαγηνευτική χώρα!

3.Ποιοί ήρωες σας ταλαιπωρούν περισσότερο;
Οι ήρωες κάθε μυθιστορήματος είναι αυτοδύναμοι και συνομιλούν μαζί σου την ώρα της συγγραφής. Σου ζητούν να γράψεις κάτι ή αρνούνται τελικά κάτι που εσύ έχεις στο μυαλό σου κατά την εξελικτική τους πορεία μέσα σε ένα μυθιστόρημα. Είναι ανεξάρτητοι και γι’ αυτό το λόγο γοητευτικοί. Έχω την αίσθηση λοιπόν ότι περισσότερο εγώ τους ταλαιπωρώ με τις προθέσεις μου παρά εκείνοι εμένα.

4.Τι δεν μπορείτε με τίποτε να αποχωριστείτε;
Κυρίως τους δικούς μου ανθρώπους, δυο-τρεις εκλεκτούς φίλους αλλά και τη φωτογραφική μου μηχανή. Η φωτογραφία είναι για μένα ένας άλλος τρόπος εκφραστικής δυναμικής. Είναι εξίσου σημαντική καθώς αποτελεί έναν ακόμη τρόπο να καταγράψω και να καταθέσω σε ένα κομμάτι λευκού χαρτιού όλα όσα νιώθω και έχω ανάγκη να εκφράσω. Η απομόνωση κάποιων λεπτομερειών που συχνά παραμένουν αθέατες γύρω μας και η ανάδειξή τους μέσα από το παιχνίδι με το φως και τις σκιές του είναι μια γοητευτική πρόκληση και μου δίνει νέες δυνατότητες ανασύνθεσης μιας εικόνας.

5.Πείτε μας τρία πράγματα που σας θυμώνουν και τρία που θα θέλατε αμέσως να αλλάξετε στην εποχή μας.
Με θυμώνουν πολλά πράγματα, η μίζερη πραγματικότητα της σύγχρονης Ελλάδας, η ανευθυνότητα και η αδιαφορία των πολιτικών αρχηγών, η ανεργία και κυρίως στους νέους ανθρώπους με ό,τι αυτό συνεπάγεται σε οικονομικό και συναισθηματικό επίπεδο, η εγκατάλειψη της παιδείας και της υγείας και το ξεπούλημα μιας πανέμορφης χώρας. Παρόλα αυτά είμαι αισιόδοξη και θέλω να φαντάζομαι ότι σύντομα θα βελτιωθεί η κατάσταση και θέματα καίρια, όπως ο πολιτισμός, η παιδεία, η υγεία αλλά και το δικαίωμα για εργασία θα αποκατασταθούν με στόχο την αποκατάσταση πρωτίστως της αξιοπρέπειας μας.

6.Τι μπορεί να προσφέρει η Λογοτεχνία ειδικά σήμερα.
Σήμερα η ελληνική κοινωνία πάσχει καθολικά, ανήμπορη να δεχτεί το τέλος μιας εποχής και την αρχή μιας νέας, απόλυτα υποβαθμισμένης σε κοινωνικό και οικονομικό επίπεδο. Και είναι σίγουρο ότι, όπως έχει συμβεί και σε παλαιότερες εποχές, όταν καταφέρει να ξεπεράσει το αρχικό σοκ που της προκάλεσε η διάψευση, τότε θα στραφεί να ζητήσει ελπίδα από τις πνευματικές φυσιογνωμίες, εκείνες που θα είναι ικανές να εμπνεύσουν ξανά τη χαμένη αίσθηση ότι υπάρχει πολιτισμός σ’ αυτόν τον τόπο και μοιραία θα επανατοποθετήσει τα πράγματα, αναζητώντας νέες μορφές κοινωνικής και πολιτισμικής ταυτότητας. Η λογοτεχνία οφείλει να δείξει ότι ο ελεύθερος στοχασμός, εκείνος ο στοχασμός που αναπτύσσεται δυναμικά, παιδαγωγικά και προπαντός με συναίσθηση ευθύνης, μπορεί να γίνει ένα ελεύθερο έδαφος στο οποίο οι ηθικές αξίες μιας ολόκληρης κοινωνίας θα μπορούν τόσο να αναχθούν σε πρωταρχικό μέλημα όσο και να προστατευθούν. Οφείλει, όπως διαχρονικά συνέβαινε να ταχθεί στην υπηρεσία της κοινωνικής της αποστολής και να γίνει το πνευματικό αντιστύλι των ανθρώπων.

7.Σκεφτήκατε ποτέ να εγκαταλείψετε την έκδοση βιβλίων σας και αν ναι γιατί!
Αντιλαμβάνομαι το γράψιμο ως ένα είδος εσωτερικού ρυθμού της ζωής που εξελίσσεται παράλληλα και αλληλένδετα με την πραγματική. Η ελευθερία που αυτός ο ρυθμός υπαγορεύει οδηγεί σε έναν κόσμο, μυστικά υπαρκτό και συχνά αθέατο και το μυθιστόρημα αποτελεί το δικό μου τρόπο να εισβάλλω σ’ αυτόν. Ο Μπόρχες έλεγε ότι: «Το γράψιμο δεν είναι τίποτε άλλο από ένα κατευθυνόμενο όνειρο». Υπό αυτή την έννοια δεν θα μπορούσα ποτέ να σταματήσω να ονειρεύομαι, εκτός από τότε που θα καταλάβω ότι τα όνειρά μου δεν έχουν τίποτε πια να πουν.

8.Ποιο από τα βιβλία που έχετε διαβάσει θα θέλατε να το είχατε γράψει εσείς και γιατί;
Έχω την αίσθηση ότι κάθε βιβλίο που γράφεται μας αρέσει και είναι μοναδικό επειδή ο συγκεκριμένος συγγραφέας το αναδεικνύει με το δικό του τρόπο. Δεν είναι εύκολο για τον καθένα να διαμορφώσει ένα συγκεκριμένο χαρακτήρα κι ύστερα να πλάσει το ύφος και την πλοκή μιας ιστορίας. Πολλά βιβλία έχω θαυμάσει γατί είναι μοναδικά αλλά δεν ξέρω πως θα ήταν αν κάποιος άλλος είχε ασχοληθεί μαζί τους. Άρα, επειδή κάθε θέμα περιμένει τον δικό του συγγραφέα δεν θα ήθελα να το έχω γράψει εγώ όσο κι αν το αποτέλεσμα είναι δελεαστικό. Απομένω με τη μαγεία που αφήνει το έργο έτσι όπως το δούλεψε ο συγγραφέας του.

9.Ο θάνατος έχει θέση στα συγγράμματά σας και πως οι ήρωες σας τον αντιμετωπίζουν;
Με γενναιότητα! Ορισμένοι μάλιστα τον έχουν επιλέξει ως το όχημα της προσωπικής τους διαφυγής. Πως θα μπορούσε άλλωστε να απέχει αφού είναι μέρος της ζωής!

10.Ένα σχόλιο για όσα συμβαίνουν στην Ελλάδα σήμερα…
Ολόκληρη η κοινωνία σήμερα κλυδωνίζεται μια και το ίδιο το πολιτικό σύστημα είναι η γενεσιουργός αιτία όλης αυτής της κρίσης. Όλα όσα βιώνουμε είναι απαράδεκτα και τραγικά. Βιώνουμε την πλήρη αποδόμηση όλων των κοινωνικών θεσμών και των πολιτικών δικαιωμάτων μας που απαιτήθηκαν δεκαετίες αγώνων για να κατακτηθούν και παράλληλα έχουμε οδηγηθεί στην πλήρη απαξίωση μας από τους κοινοτικούς εταίρους. Η επέμβαση «ξένων» εθνοσωτήρων έχει δημιουργήσει προστριβές και διφορούμενες απόψεις. Ελπίζω και εύχομαι η σημερινή κατάσταση να ξεπεραστεί γιατί πραγματικά οι κάτοικοι της χώρας του πολιτισμού, της δημοκρατίας και της φιλοσοφίας δεν αξίζουν τέτοια μεταχείριση.

11.Πως φαντάζεστε πως θα συνεχίσουμε, αν θέλουμε ένα καλύτερο αύριο;
Η γνώση που βοηθά στην ανάπτυξη της κριτικής ικανότητας και η συνειδητοποίηση της ρίζας του προβλήματος είναι το κλειδί για την αντιμετώπισή του. Δεν ωφελεί να αποποιούμαστε τις ευθύνες μας. Αρκεί να κατανοήσουμε όλοι τα λάθη μας προκειμένου να ξεφύγουμε από τη μίζερη αλλά τόσο σοβαρή κατάσταση που βρίσκεται η χώρα μας τα τελευταία χρόνια.

ΛΙΓΑ ΓΙΑ ΤΟ ΒΙΒΛΙΟ
Η Χριστίνα, μια ελληνίδα αρχαιολόγος φεύγει σ’ ένα ταξίδι αυτογνωσίας που την οδηγεί στη μακρινή Ιαπωνία. Εκεί θα συναντηθεί με το προσωπικό της πεπρωμένο και μέσα από τα μάτια του Ιάπωνα φίλου της θα καταφέρει να δει πέρα από την επιφάνεια των πραγμάτων όπως εκείνος της υποδεικνύει. Η Χριστίνα ταυτίζει το ταξίδι αυτό με την αυτογνωσία και την ελευθερία με τη γνώση κι όταν πλέον επιστρέψει θα έχει βρει νέους δρόμους αισιοδοξίας για τη ζωή. Η Χριστίνα δεν διαλέγει τη φυγή για να απομακρυνθεί από ό,τι τη βασανίζει όπως αρχικά φαίνεται αλλά ως το όχημα που θα την οδηγήσει στο μοναχικό μονοπάτι μιας ιδιωτικής οδού όπως ο Ελύτης αναφέρει, η οποία θα την οδηγήσει σε προσωπικές της αλήθειες. Η ιστορία της Χριστίνας και της μεγάλης της φιλίας με τον Τοσίο είναι βασισμένη σε αληθινούς χαρακτήρες, ο Τοσίο είναι έτσι όπως ακριβώς περιγράφεται στο βιβλίο, ένας άνθρωπος δηλαδή που έχει κάνει οίστρο της ζωής του τη φιλοσοφία αλλά και τη φιλία και γι αυτό είναι τόσο διαφορετικός.

Σάββατο, 17 Νοεμβρίου 2012

Η αναγνωστική προσέγγιση της Μαρίας Ντότσικα στο Παραμύθι της Βροχής


Το παρακάτω κείμενο έστειλε η καλή φίλη και συγγραφέας Μαρία Ντότσικα και την ευχαριστώ πολύ!!!
 
Λίγες σκέψεις για «Το Παραμύθι της Βροχής»

Το Παραμύθι της βροχής αισθάνομαι ότι είναι μια γραφή που ανιχνεύει την εκπλήρωση του πόθου για την αληθινή ζωή. Οι δρόμοι της συγγραφικής σκέψης φαίνεται πως γλιστρούν στο χθες διαπερνώντας γεωγραφικά και φιλοσοφικά σύνορα, προκειμένου να οδηγήσουν στην κάθαρση και άρα στη λύτρωση τη βασική ηρωίδα, αλλά και να ολοκληρώσουν την πορεία ζωής και δράσης των «παρακείμενων» αυτής ηρώων. Άνθρωποι, σαν εσένα, σαν εμένα, σαν τον καθένα, οσμίζονται ότι η ζωή τούς περιμένει με τις απαντήσεις για τα ερωτήματα και τις αγωνίες τους ή με καλύτερα ερωτήματα εκεί που η τόλμη τους θα τους ταξιδέψει.

Κυρίαρχες δυο γυναίκες, προερχόμενες από διαφορετικούς αλλά ίσως και παρόμοιους κόσμους, συναντούν την αρσενική αφόρμηση για την εσωτερική τους επανάσταση. Στη φαινομενικά ανερμάτιστη πορεία του επαναστατημένου «εγώ» τους, που κατά το μάλλον ή ήττον υπονομεύεται από την αφυδάτωση της ανασφάλειας, συμπορεύονται με την αρσενική μορφή της ασφάλειας. Πώς να μην την αγκαλιάσουν αυτή τη θαλπωρή, αλλά και πώς μετά να μην απομακρυνθούν από αυτή αναγκαστικά για να δοκιμαστούν; Στον ίλιγγο της περιδίνησης, ένα πρόσωπο που δεν «υπάρχει» από την αρχή θα έρθει να διαδραματίσει το ρόλο τού «από μηχανής θεού» μιας αρχαίας τραγωδίας. Και όταν τελειώνει ο εφιάλτης, η ελπίδα της ζωής μέσα στην καταστροφή θα ξεκινήσει για νέα πατρίδα.

Στους παράδρομους της αφήγησης πρόσωπα, που επηρεάζουν τη ζωή αυτών των γυναικών, έρχονται για να αναμετρηθούν με το δίκαιο και το άδικο, το ηθικό και το ανήθικο, έτσι που κάποια να νικήσουν ως άνθρωποι και κάποια να ηττηθούν, επειδή επέλεξαν το δίκαιο της πυγμής αντί την ευγένεια του ήθους. Μέσα σε αυτά η φωνή που δεν βλέπει αλλά «βλέπει», με τη δική της επανάσταση, πρόλαβε να σώσει την αλήθεια. Τότε επαληθεύεται ότι όχι μόνο οι σοφοί, οι μύστες της ζωής, αλλά και οι άνθρωποι τους οποίους η ζωή εξώθησε στο περιθώριο, λυτρώνονται με την ανακάλυψη της σοφίας της.

Το νήμα της σύνολης μυθιστορίας, ανέλπιστα προφητικός μίτος, ανάγει τους καρπούς των προσωπικών βιωμάτων σε μηνύματα - εικόνες της ζωής του παρελθόντος, του παρόντος και του μέλλοντος. Με λέξεις που καλαίσθητα αγκαλιάζουν την αλήθεια των εννοιών, γυρίζει τη ματιά μας στο καλειδοσκόπιο του καλού και του κακού, του ωραίου και του άσχημου, για να καταλήξει στην ανάδειξη της αληθινής εσωτερικής ομορφιάς του ανθρώπου. Η επίγευση του βιβλίου πλημμυρίζει τις αισθήσεις του αναγνώστη, όταν η ανάγνωσή του τον ακολουθεί για μέρες, για όσο χρειάζεται ο νους του να αφουγκραστεί τη φόρτιση που διέπει τη συγγραφέα. Τότε τα φαναράκια των εικόνων, τα καμπανάκια των ήχων, τα άνθη της κερασιάς ή και της αμυγδαλιάς, ο απόηχος της σκαπάνης και της βροχής, η τρικυμία του αισθήματος και της καταστροφής, η ηρεμία του στοχασμού και της σωτηρίας τού δείχνουν ότι στην Ελλάδα, στην Ιαπωνία και σε όλον τον κόσμο όλοι και όλα είναι ένα. Και αυτό είναι το αληθινό παραμύθι για την ανθρωπότητα…

 

 

Παρασκευή, 2 Νοεμβρίου 2012

Τέσυ Μπάιλα: «Το παραμύθι της βροχής»…του Θεοχάρη Παπαδόπουλου

«Το μόνο που απαιτείται είναι να αφήσεις τα μάτια της ψυχής σου να ανοίξουν διάπλατα για να δουν τα μυστικά που συνδέουν τους ανθρώπους όταν αποφασίσουν να πετάξουν από πάνω τους τα γεωγραφικά τους όρια και τότε θα αντιληφθείς ότι οι άνθρωποι είναι παντού τόσο όμορφοι και τόσο ίδιοι, είτε μιλούν μια κοινή γλώσσα είτε όχι. Καμιά φορά αλλάζουν μόνο το χρώμα ή οι συνήθειες. Τα υπόλοιπα όμως είναι ολόιδια και οι άνθρωποι παντού μοιράζονται τις ίδιες αγωνίες, τα ίδια λάθη, τις ίδιες σκέψεις. Φτάνει μόνο να ξέρει να δίνει ο ένας το χέρι στον άλλον, σε μια ιερή χορογραφία συναδέλφωσης»
http://www.dimoi-news.gr/article_read.php?id=29168

Ένα από τα θεμελιώδη ερωτήματα, που έχει ο άνθρωπος είναι και αυτό του σκοπού για τον οποίο βρέθηκε στη ζωή. Σε αυτό το ερώτημα υπάρχουν δυο αντικρουόμενες απόψεις: Η πρώτη άποψη υποστηρίζει ότι ο άνθρωπος είναι ταγμένος σε κάποιο σκοπό, ότι ένα αόρατο χέρι τον προορίζει και τον οδηγεί και ότι οι αποφάσεις του είναι προκαθορισμένες, έστω και αν ο ίδιος δεν το έχει συνειδητοποιήσει. Η δεύτερη άποψη υποστηρίζει ότι ο άνθρωπος καθορίζει τη μοίρα του, σύμφωνα με τις αποφάσεις, που παίρνει. Όμως, οι αποφάσεις είναι δικές του, είναι συνειδητές και τα αποτελέσματα βγαίνουν από τις πράξεις του, στις δεδομένες κοινωνικές συνθήκες.

Τέτοιες σκέψεις μας έρχονται στο νου, διαβάζοντας το βιβλίο της Τέσυ Μπάιλα: «Το παραμύθι της βροχής». Πρόκειται για ένα μυθιστόρημα, όπου η συγγραφέας, μέσα από δαιδαλώδεις περιπέτειες και περιγραφές αφήνει να φανεί ότι ισχύει η πρώτη άποψη, δηλαδή, ότι ένα αόρατο χέρι καθορίζει τις αποφάσεις μας, τις πράξεις μας, αλλά και τα αποτελέσματα, που προκύπτουν από αυτές. Ανεξάρτητα από το αν συμφωνούμε ή όχι με την παραπάνω άποψη, θα πρέπει να τονίσουμε το λογοτεχνικό ύφος της αφήγησης, τον ρέοντα λόγο, την πολύ ενδιαφέρουσα πλοκή και τις ζωντανές περιγραφές. Εξάλλου, η ίδια η συγγραφέας στο τέλος του βιβλίου της ξεφεύγει από την άποψη, που κυριαρχεί στο έργο της, γράφοντας: «Μόνοι ή με τους συνεπιβάτες μας. Σʼ αυτό το ταξίδι είμαστε μόνοι ή μαζί τους, αλλά πάντως εμείς διαλέγουμε.»

Περνώντας μέσα από τις σελίδες του μυθιστορήματος της Τέσυ Μπάιλα: «Το παραμύθι της βροχής», ταξιδεύουμε στη μακρινή Ιαπωνία, όπου η συγγραφέας μας περιγράφει τον γιαπωνέζικο πολιτισμό και την ιαπωνική φιλοσοφία σε σύγκριση με την ελληνική. Συναντάμε γκέισες, που λικνίζονται σε λάγνους χορούς, ειδυλλιακά τοπία με ανθισμένες κερασιές, ήχους από παραδοσιακά όργανα της Ιαπωνίας. Όμως, είναι όλα όμορφα και ειδυλλιακά, όπως φαίνονται; Πίσω από τη μάσκα της γκέισας, κρύβεται η καταπιεσμένη γυναίκα, που έχει κι εκείνη δικαίωμα στον έρωτα και στη μητρότητα, όπως κάθε άλλη γυναίκα και τα διεκδικεί ακόμα κι αν γνωρίζει πως αυτό θα είναι η καταστροφή της.

Θα πρέπει να τονίσουμε ότι ένα μέρος της πλοκής του μυθιστορήματος, διαδραματίζεται στη Φουκουσίμα. Ο σεισμός των εννιά ρίχτερ, που περιγράφεται, οι ανεπανόρθωτες καταστροφές στα πυρηνικά εργοστάσια, κάνουν το έργο τραγικό, αν σκεφτεί κανείς ότι το μυθιστόρημα ολοκληρώθηκε το Σεπτέμβρη του 2010, αρκετούς μήνες πριν την αληθινή καταστροφή της Φουκουσίμα τον Μάρτη του 2011, γεγονός, που αναφέρει και η ίδια η συγγραφέας στον πρόλογο του βιβλίου της.

Θα κλείσουμε αυτό το υπέροχο ταξίδι, που μας χάρισε η Πειραιώτισσα συγγραφέας Τέσυ Μπάιλα, στο μυθιστόρημα «Το παραμύθι της βροχής», παραθέτοντας ένα απόσπασμα με διεθνιστικό μήνυμα για τη συναδέλφωση των λαών: «Το μόνο που απαιτείται είναι να αφήσεις τα μάτια της ψυχής σου να ανοίξουν διάπλατα για να δουν τα μυστικά που συνδέουν τους ανθρώπους όταν αποφασίσουν να πετάξουν από πάνω τους τα γεωγραφικά τους όρια και τότε θα αντιληφθείς ότι οι άνθρωποι είναι παντού τόσο όμορφοι και τόσο ίδιοι, είτε μιλούν μια κοινή γλώσσα είτε όχι. Καμιά φορά αλλάζουν μόνο το χρώμα ή οι συνήθειες. Τα υπόλοιπα όμως είναι ολόιδια και οι άνθρωποι παντού μοιράζονται τις ίδιες αγωνίες, τα ίδια λάθη, τις ίδιες σκέψεις. Φτάνει μόνο να ξέρει να δίνει ο ένας το χέρι στον άλλον, σε μια ιερή χορογραφία συναδέλφωσης.»









Θεοχάρης Παπαδόπουλος
02-11-2012


Γλωσσικοί σταθμοί της ελληνικής γλώσσας




ΠΗΓΗ http://www.alphastamps.gr
από το thinkfree.gr  http://www.thinkfree.gr/opinions/%CE%B3%CE%BB%CF%89%CF%83%CF%83%CE%B9%CE%BA%CE%BF%CE%AF-%CF%83%CF%84%CE%B1%CE%B8%CE%BC%CE%BF%CE%AF-%CF%84%CE%B7%CF%82-%CE%B5%CE%BB%CE%BB%CE%B7%CE%BD%CE%B9%CE%BA%CE%AE%CF%82-%CE%B3%CE%BB%CF%8E%CF%83

Γράφει η Τέσυ Μπάιλα / tbailavaila@yahoo.gr

Αν οι λέξεις αποτελούν το όργανο της διάνοιας και το όχημα σε μια πορεία προς την κατάκτηση της γνώσης, η γλώσσα η ελληνική αποτέλεσε το παλλάδιο ενός μεγάλου πνευματικού ορίζοντα.

Η ελληνική γραφή, με τη μορφή αλφαβήτου, εμφανίζεται στα τέλη του 8ου αιώνα και από τότε αποτελεί μιαν αδιάσπαστη κληρονομιά μέχρι τις μέρες μας, η εξελικτική πορεία της οποίας συνιστά αντικείμενο ιδιαίτερης μελέτης.

Με αφετηρία την ομηρική γλώσσα στα έπη βλέπουμε ότι η αρχαία Ελληνική γλώσσα παρουσίαζε διαφορές. Διακρινόταν σε διαλέκτους τα κύρια χαρακτηριστικά των οποίων συνιστούσαν τρεις βασικές ομάδες ελληνικών διαλέκτων: την Ανατολική ομάδα, με χαρακτηριστικό κορμό την Ιωνική-Αττική που μιλούσαν στα πόλεις της Ιωνίας, στις Κυκλάδες και στην Αττική. Την Κεντρική με κυριότερες διαλέκτους τηνΑρκαδοκυπριακή σε Αρκαδία και Κύπρο, και την Αιολική σε Θεσσαλία, Βοιωτία, Λέσβο και Αιολία, και τέλος τη Δυτική με κύρια διάλεκτο τη Δωρική έτσι όπως τη μιλούσαν στη Θήρα, Κρήτη, Δωδεκάνησα Στερεά, Πελοπόννησο, παράλια της Μ. Ασίας και στη Μήλο. Στα αίτια αυτού του διαλεκτικού κατακερματισμού, ο οποίος αποτελεί ουσιαστικά τον πρώτο σταθμό στη εξελικτική πορεία της ελληνικής γλώσσας, θα πρέπει να συμπεριληφθούν: η διαμόρφωση του γεωγραφικού χώρου, η διαδοχική εμφάνιση και διασπορά των ελληνικών φύλων και η πολιτική απομόνωση των πρώτων οικιστικών κέντρων. Όλα αυτά συνέτειναν στη δημιουργία ενός είδους γλωσσικού μωσαϊκού αφού οι πόλεις-κράτη διαμόρφωσαν το δικό τους αλφάβητο, με τοπικές ιδιομορφίες και ιδιαίτερα χαρακτηριστικά.

Είναι μεγάλης σημασίας να αναφερθεί με ποιο τρόπο οι διάλεκτοι που διαμορφώθηκαν επηρέασαν τον λογοτεχνικό λόγο. Στην αρχαία Ελλάδα, ο πεζός και ο ποιητικός λόγος δημιουργείται στη διάλεκτο της περιοχής όπου πρωτοεμφανίστηκε και καλλιεργήθηκε, γεγονός που αποτελεί φαινόμενο στην ιστορία της ελληνικής γλώσσας. Έτσι λοιπόν, πρώτοι οι Ίωνες δημιουργούν το έπος και μερικά είδη της λυρικής ποίησης όπως η ελεγεία. Αυτό πρακτικά σημαίνει ότι όποιος επιθυμεί να γράψει έπος, από το δεύτερο μισό του 8ουαιώνα και μετά, οφείλει να το κάνει στην ιωνική γλώσσα. Χαρακτηριστικό παράδειγμα αυτό του Ησίοδου, ο οποίος αν και μητρική γλώσσα έχει την αιολική διάλεκτο, γεννημένος στη Βοιωτία, γράφει στην Ομηρική γλώσσα το δικό του έπος. Αυτό που είναι αξιοσημείωτο όμως είναι ότι αυτός ο περιορισμός είναι υποχρεωτικός για κάθε λογοτεχνικό είδος ανεξάρτητα από το γεγονός ότι αυτός που το γράφει μπορεί και να μιλήσει τη διάλεκτο αυτή.

Αντίστοιχα, τον 7ο αιώνα, οι Δωριείς καλλιεργούν τη χορική ποίηση και το ειδύλλιο ενώ οι Αιολείς τη μελική ποίηση, τον 6ο οι Ίωνες την ιστοριογραφία, και τέλος τον 5ο αιώνα, στην Αττική καλλιεργούνται τα δύο είδη του δράματος, η τραγωδία και η κωμωδία και λίγο μετά η ρητορεία και βεβαίως η φιλοσοφία.

Ο Ηρόδοτος λοιπόν γράφει τις Ιστορίες του στην Ιωνική διάλεκτο παρόλο που ο ίδιος έχει γεννηθεί στην Αλικαρνασσό και η μητρική του διάλεκτος είναι η Δωρική. Η μελική ποίηση πάλι αναπτύχθηκε στην Λέσβο με τη Σαπφώ γι αυτό από τότε και μετά όποιος γράφει μελική ποίηση χρησιμοποιεί τη δωρική διάλεκτο και συγκεκριμένα τη λεσβιακή. Την αττική διάλεκτο χρησιμοποιεί ο Αριστοτέλης γεννημένος στα Στάγειρα, ενώ χαρακτηριστικό παράδειγμα είναι και εκείνο του δράματος, όπου οι τραγικοί ποιητές χρησιμοποιούν την αττική διάλεκτο εμπλουτισμένη όμως με δωρικά στοιχεία στα χορικά και ιωνικά στα διαλογικά τμήματα των έργων τους.

Ωστόσο ανάμεσα στις διαλέκτους αυτές και από τον 4ο αιώνα είχε αρχίσει να διαφαίνεται το φαινόμενο της εξάπλωσης της αττικής διαλέκτου. Η Αθήνα είχε γίνει ήδη η πιο σημαντική πόλη-κράτος με αποτέλεσμα η γλώσσα της να εξαπλωθεί πέρα από τα γεωγραφικά της όρια.

Η γλώσσα των Αθηναίων είχε ιδιαίτερο κύρος αφού κυριαρχούσε στον ελληνόφωνο κόσμο, ήταν η γλώσσα του Ομήρου αλλά και των πλούσιων πόλεων της Μ. Ασίας, απ΄ όπου κατάγονταν οι σοφοί του αρχαίου κόσμου, ο Θαλής, ο Ηράκλειτος και ο Ηρόδοτος. Έτσι η ισχυρή αττική διάλεκτος άρχισε να επεκτείνεται και έφτασε να υιοθετηθεί από τους Μακεδόνες βασιλείς και να γίνει επίσημη γλώσσα του Μακεδονικού κράτους. Κατάφερε να γίνει η Κοινή γλώσσα του ελληνόφωνου κόσμου και αυτή η εξέλιξη αποτέλεσε και το δεύτερο μεγάλο σταθμό στην πορεία της. Η αλλαγή αυτή θα μπορούσε χρονικά να εντοπιστεί στα χρόνια του Μ. Αλεξάνδρου περί το 300π.Χ.,όπου η χρήση της διαδόθηκε τόσο πολύ καθιστώντας την ελληνική γλώσσα ένα είδος «διεθνούς» γλώσσας και διήρκησε μέχρι τον 6ο μ.Χ. αιώνα. Οι κατακτήσεις του Μ. Αλεξάνδρου εξάπλωσαν τη χρήση της Κοινής μέχρι Αίγυπτο και Ινδία, φέρνοντας τη κοντά σε άλλους πολιτισμούς.

Με βάση την αττική διάλεκτο δημιουργήθηκε η Κοινή Ελληνιστική, οι άλλες διάλεκτοι σταδιακά θα εκπέσουν σε μαρασμό, εξαφανίστηκαν οι διαλεκτικές επιγραφές μετά τον 4ο αιώνα π.Χ., και αργότερα έγινε η βάση της Βυζαντινής γλώσσας και πολύ μετά της Νέας Ελληνικής. Πολύ σημαντικό είναι επίσης το γεγονός ότι η Κοινή γλώσσα χρησιμοποιήθηκε τόσο στον προφορικό λόγο όσο και στον γραπτό, επίσημο ή μη. Δεν υπάρχει πια ο διαχωρισμός προφορικών και λογοτεχνικών διαλέκτων, γεγονός που θα ενισχυθεί από την εμφάνιση του χριστιανισμού, της νέας θρησκείας η οποία θα ενστερνιστεί την Κοινή και θα την διαδώσει με τη διδασκαλία του στις λαϊκές μάζες. Ο ίδιος ο όρος Κοινή από μόνος του, όρος ο οποίος αποδόθηκε στη γλώσσα από τους ίδιους τους αρχαίους, αποδεικνύει τη σημασία της επικράτησης ενός γλωσσικού εργαλείου ικανού να φέρει τόσο κοινωνικά όσο και οικονομικού χαρακτήρα οφέλη. Έτσι η Κοινή γίνεται το μέσο εκείνο που θα καλύψει τις ανάγκες ενός κράτους αποτελούμενου από πολλές φυλές που μιλούσαν πρωτύτερα άλλες γλώσσες. Αρκετές αλλαγές στην αττική διάλεκτο δημιούργησαν την Κοινή, η οποία υιοθετήθηκε ως η επίσημη γλώσσα του βυζαντινού κράτους, αλλαγές τόσο στη φωνητική, όσο και στη μορφολογία, τη σύνταξη και τη σημασία μερικών λέξεων, ενώ αρκετά είναι τα μεταφραστικά δάνεια που προέκυψαν. Πολλές νέες λέξεις εισήχθησαν κυρίως από τα αιγυπτιακά, τα σημιτικά και κυρίως τα λατινικά.

Από τον 1ο αιώνα π.Χ. εμφανίζεται το κίνημα του Αττικισμού, όταν λόγιοι της εποχής άρχισαν να διδάσκουν και να γράφουν επιλέγοντας γλωσσικά την αρχαΐζουσα. Χαρακτηριστικό παράδειγμα αυτό των ιστορικών Προκόπιου και Αγαθία, οι οποίοι γράφουν τα έργα τους χρησιμοποιώντας τη γλώσσα του Θουκυδίδη. Αυτό θα οδηγήσει σε μια διάσχιση στη γλώσσα ανάμεσα στη γλώσσα του γραπτού και του προφορικού λόγου. Η αντίθεση αυτή θα γίνει ακόμη μεγαλύτερη τον 2ο και 3ο αιώνα καθώς ο χριστιανισμός που έχει εμφανιστεί χρησιμοποιεί την Κοινή στην προσπάθειά του να καταπολεμήσει ο,τιδήποτε άλλο ως ειδωλολατρικό. Ο χριστιανισμός υιοθετεί την Κοινή γλώσσα με αποτέλεσμα να γίνει το όχημα μεταφοράς της διδασκαλίας του στα πλατιά στρώματα των μαζών. Ορόσημο στάθηκε η μετάφραση σε αυτήν των βιβλίων της Παλαιάς Διαθήκης, η γνωστή μετάφραση των Εβδομήκοντα, όπως επίσης και το γεγονός ότι στην Κοινή Αλεξανδρινή γράφεται στα ελληνικά, κείμενα πηγές για τον προφορικό λόγο της εποχής ενώ οι Απόστολοι χρησιμοποιούν αυτή τη γλώσσα για να διδάξουν τη νέα θρησκεία και με τους τρεις ιεράρχες, στοιχεία της αρχαίας ελληνικής παιδείας προσχωρούν στη νέα θρησκεία, με αποτέλεσμα ο αττικισμός να καθιερωθεί ως επίσημη εκκλησιαστική γλώσσα.

Επόμενος σταθμός στην εξελικτική πορεία τα Μεσαιωνικά Ελληνικά, τα ελληνικά της περιόδου που διαρκεί έντεκα αιώνες και χωρίζεται σε πρώιμη και όψιμη περίοδο. Πολλά είναι τα δάνεια από τη λατινική γλώσσα μια και είναι η επίσημη γλώσσα. Από την εποχή του Ιουστινιανού όμως, (527-565μ.Χ), τα ελληνικά κυριαρχούν στην ανατολή, εισάγονται στη γλώσσα της διοίκησης, οι νόμοι γράφονται στην ελληνική και σταδιακά το κράτος εξελληνίζεται γλωσσικά. Κι ενώ στο λεξιλόγιο παρουσιάζονται αλλαγές στη σημασία κάποιων αρχαίων λέξεων και εμφανίζονται νέες καταλήξεις, παράλληλα εισάγονται λέξεις από λαούς που εκχριστιανίζονται όπως Σλάβοι, Αλβανοί, Σέρβοι, Βούλγαρο, Ρουμάνοι, Ρώσοι και Αρμένιοι.

Η όψιμη περίοδος των μεσαιωνικών ελληνικών είναι η περίοδος όπου αρχίζουν να διαφαίνονται τα χαρακτηριστικά της νεοελληνικής γλώσσας μέσα από τα κείμενα που έχουμε ως πηγές. Παρόλο που οι βυζαντινοί εξακολουθούν να γράφουν σε αρχαΐζουσα και τα κείμενά τους συχνά είναι αρκετά δυσνόητα, υπάρχουν πολλά κείμενα γραμμένα στον προφορικό λόγο τα κείμενα της δημώδους λογοτεχνίας.

Τα νέα ελληνικά συνεχίζουν να εξελίσσονται και να παίρνουν μορφή σε όλη τη χρονική περίοδο της τουρκοκρατίας, περίοδος που αποτελεί έναν ακόμα μεγάλο σταθμό στην εξέλιξή της. Πολλά κείμενα υπάρχουν από την περίοδο αυτή. Πολλές λέξεις εισήχθησαν από την τουρκική παρόλο που οι πρώτοι αιώνες έχουν ως χαρακτηριστικό μια παρακμή στην παιδεία, την έλλειψη επικοινωνίας και την απομόνωση. Παράλληλα μια σειρά ιδιωμάτων και διαλέκτων διαμορφώνεται καθώς κάποιες ελληνόγλωσσες περιοχές είναι υπό την κατοχή άλλων κατακτητών, Φράγκων και Βενετών. Έτσι στην Κρήτη για παράδειγμα, κτήση των Βενετών παρατηρείται μια λογοτεχνική παραγωγή με πιο γνωστό έργο το ποίημα του Κορνάρου Ερωτόκριτος.

Από την άλλη η εμφάνιση του Δημοτικού τραγουδιού που βρίσκεται να «ακροβατεί» από τη μια στο Βυζάντιο και από την άλλη στη τουρκοκρατία παρουσιάζει μια γλωσσική απελευθέρωση που φαίνεται ότι προέκυψε από τη νέα τάξη πραγμάτων.

Ήδη το γλωσσικό πρόβλημα που έχει δημιουργηθεί αποκτά μεγάλες διαστάσεις και επηρεάζει αρνητικά τη παιδεία του Έλληνα. Η προφορική γλώσσα εξελίσσεται συνεχώς και απομακρύνεται από την αρχαΐζουσα όλο και περισσότερο. Η διαμάχη που θα επακολουθήσει στο περίφημο γλωσσικό πρόβλημα, που όμοιό του δεν υπήρξε αλλού, θα οδηγήσει στην ανοιχτή ρήξη με τον αρχαϊσμό, ιδιαίτερα στα χρόνια του νεοελληνικού διαφωτισμού, όταν λόγιοι και μορφωμένοι άνθρωποι θα προσπαθήσουν να «ξυπνήσουν» πνευματικά το υποδουλωμένο έθνος με τη διάδοση της παιδείας με τον Κοραή να «καθαρίζει» το γλωσσικό εργαλείο του λαού και θα κορυφωθεί με το κίνημα του δημοτικισμού τον 19ο-20ο αιώνα.

Κυριακή, 21 Οκτωβρίου 2012

Σέβη Τηλιακού: Τα όνειρα τα πλέκεις με το βελονάκι, εκδ. Έναστρον


Τα όνειρα τα πλέκεις με το βελονάκι! Ένας τίτλος που αρχικά ξαφνιάζει και προσωπικά με έκανε να γυρίσω πίσω σε άλλες εποχές, τότε που ακόμα οι γυναίκες έπλεκαν πράγματι τα όνειρα αλλά και τις πίκρες, τις χαρές και τις λύπες, τις προσδοκίες και συχνά την οργή τους, πόντο-πόντο με το βελονάκι τους, χρησιμοποιώντας το κουβάρι τους για να πλέξουν το δικότ ους μίτο της Αριάδνης, τον  μίτο της επιβίωσής τους. Τότε που οι γυναίκες μύριζαν λεβάντα και βασιλικό, ζεστό ψωμί, αλισίβα κι αγάπη.

Με αυτά στο νου άρχισα να διαβάζω το βιβλίο της Σέβης Τηλιακού και σιγά-σιγά κατάλαβα ότι και η ίδια η Σέβη όλα αυτά τα χρόνια έπλεκε με το κουβάρι των ονείρων της το δικό της εργόχειρο. Ότι η ωθητική δύναμη που την ανάγκασε να γράψει αυτό το μυθιστόρημα είναι η αγωνία της να αναδείξει τις βαθύτερες συγκινησιακές αφετηρίες αλλά και οι αξίες των ανθρώπων μιας περασμένης εποχής, την οποία αναπολεί και μας τη συστήνει με έναν δικό της, ιδιαίτερο τρόπο.
Λένε πως κάθε συγγραφέας έχει ένα προσωπικό του κώδικα να επικοινωνεί με ένα συγκεκριμένο θέμα, να το προσεγγίζει και χρησιμοποιώντας το να το αναδεικνύει σε λογοτεχνικό έργο. Στην περίπτωση της Σέβης Τηλιακού ο τρόπος που επιλέγει η συγγραφέας, για να δημιουργήσει το έργο της είναι αναμφίβολα η αμεσότητα  που χρησιμοποιεί, πλεγμένη σε μια τέλεια ισορροπία με το συναίσθημα που άλλοτε απογειώνεται σε ένα  συναισθηματικό κρεσέντο κι άλλοτε προσγειώνεται στην πραγματικότητα με φράσεις τσεκουράτες και ευθύβολες, αρπάζοντας κυριολεκτικά το ενδιαφέρον του αναγνώστη.
Η συγγραφέας έψαχνε αλήθειες να φέρει στο φως, από εκείνες τις αλήθειες που μορφοποιούν μέσα μας κάθε φορά τη γνώση και μας επιτρέπουν να βελτιώσουμε την προσωπική και αισθητική μας ποιότητα. Γνώριμο άλλωστε το παιχνίδι αυτό για τη Σέβη αφού το ίδιο έκανε και μέσω των τραγουδιών της. Ίσως κι αυτή η χαρακτηριστική ταχύτητα που έχει το κείμενο και ο μουσικός του ρυθμός, να είναι το αποτέλεσμα  αυτής της επαφής της δημιουργού με τον στίχο, μια ταχύτητα που το κάνει να ‘τρέχει’ έτσι ώστε η εξέλιξη του να κρατά αμείωτο το ενδιαφέρον του αναγνώστη, να μην τον κουράζει καθόλου και ταυτόχρονα με δυο λιτές κουβέντες να του περνά τα πιο καίρια μηνύματα.
Και καθώς η τέχνη είναι μία, ανεξάρτητα από τον τρόπο που επιλέγει ο εκάστοτε δημιουργός να την αναπτύξει κάθε φορά και να πορευτεί μέσα στους δρόμους της, η Σέβη υπογράφει ένα κείμενο  που διατηρεί την ίδια αμεσότητα που είχαν και οι στίχοι της όταν έγραφε τραγούδια. Η γλώσσα που χρησιμοποιεί διαθέτει ένα μέτρο που δεν την  κάνει ούτε υπερβολική, ούτε ανιαρή, ούτε ψεύτικη ούτε υπερφίαλη. Είναι μια γλώσσα ρέουσα, φυσική, όταν  χρειάζεται τσεκουράτη αλλά πάντα ειλικρινής, μια και οι διαφορετικοί χαρακτήρες των ηρώων της εκφράζουν κάθε φορά τις δικές τους εμπειρίες, τα δικά τους όνειρα. Είναι μια γλώσσα λιτή, με δυναμική ωστόσο εκφορά, γεμάτη αισθητικούς συμβολισμούς. Με την προφορικότητα ως κύριο χαρακτηριστικό του λόγου της η Σέβη διαλέγει τη πρωτοπρόσωπη αφήγηση και την μετατρέπει σε ένα ευαίσθητο ακροβατισμό συναισθημάτων που ισορροπούν απόλυτα, ζωντανεύοντας σαγηνευτικά δυο ολόκληρους κόσμους.
Πρόκειται ουσιαστικά για δύο παράλληλες ιστορίες που μας δίνουν την ευκαιρία να παρακολουθήσουμε όλες τις διακυμάνσεις της γυναικείας φύσης και τη διαχρονικότητά τους καθώς το μυθιστόρημα κινείται με ευκολία ανάμεσα σε δυο κεντρικούς άξονες. Από τη μια έχουμε την ιστορία της Μελίνας, της νεαρής γυναίκας που επιλέγει να φύγει από την έως εκείνη τη στιγμή ζωή της, για να μπορέσει να επαναπροσδιορίσει τα δεδομένα της και από την άλλη την ιστορία δύο γυναικών, της μητέρας της και της Βαλασίας που η μοίρα τις χώρισε για εξήντα ολόκληρα χρόνια για να τις φέρει κοντά σε ένα τυχαίο γύρισμά της.
Με κινηματογραφικό τρόπο η Σέβη Τηλιακού στήνει το σκηνικό της ιστορίας της στη μεταπολεμική Ρόδο και ξεναγεί τον αναγνώστη στα μονοπάτια των αναμνήσεων που το νησί της έχει δωρίσει. Η Ρόδος κυριαρχεί σε όλο το μυθιστόρημα. Κυριαρχεί ως μνήμη, ως θάλασσα, ως τοπίο, ως έθιμα, ως Ιστορία. Στοιχεία βιωματικά που έχουν διαποτίσει την ίδια τη συγγραφέα και γι’ αυτό το λόγο τα χρησιμοποιεί, γίνονται ένας απαραίτητος οδηγός για τον αναγνώστη που θα τον ωθήσει να καταλάβει την περίοδο στην οποία αναφέρεται το βιβλίο και να δικαιολογήσει τελικά τις ανθρώπινες συμπεριφορές, γνωρίζοντας  τη νοοτροπία και τα ήθη της ελληνικής νησιωτικής επαρχίας. Σχηματικά θα μπορούσε να πει κανείς ότι η συγγραφέας εμβαθύνει στην προσωπική ιστορία τριών ανθρώπων και τοποθετώντας τη σε ένα ειδυλλιακό περιβάλλον γράφει ένα βιβλίο για τις ανθρώπινες σχέσεις και την αντοχή τους στο χρόνο.
Το βιβλίο όμως πέρα από την ιστορία τη βασική που σαν αρχιτεκτονικός σκελετός στηρίζει το κείμενο περιέχει πολλαπλά επίπεδα τα οποία καλείται να ανακαλύψει ο αναγνώστης Έτσι λοιπόν σε δεύτερο επίπεδο η Σέβη Τηλιακού δημιουργεί έναν μικρόκοσμο δικό της, έναν κόσμο καμωμένο από αξίες που δοκιμάζονται σκληρά, επιλέγοντας το μέτρο της ηθικής ως τον προσωπικό της κώδικα επικοινωνίας με τον αναγνώστη της.
 Η Σέβη αγωνιά να καταδείξει σε όλους τους αναγνώστες της ότι η δύναμη της ανθρώπινης υπόστασης έγκειται σε ελάχιστα πράγματα, σε έννοιες και αξίες που τείνουν να χαθούν στη σημερινή εποχή, αν δεν έχουν κιόλας χαθεί, έννοιες όπως αξιοπρέπεια, αλήθεια, αγάπη, συνοδοιπορία όνειρο, ελπίδα. Έννοιες που στροβιλίζονται μέσα στο κείμενο, παρασύροντας στη δίνη τους τη σκέψη του αναγνώστη, για να την επανατοποθετήσουν μέσα στην πραγματικότητα. Αλλά και έννοιες όπως εξουσία, έρωτας, αφοσίωση, διάψευση. 
Όλα αυτά  συνθέτουν την κοσμοθεωρία αυτού του μικρόκοσμου. Και κυρίως η μοναξιά. Μια μοναξιά που βιώνεται σε όλες τις ηλικίες χωρίς καμιά διάκριση και που σκηνοθετεί τα βήματα του έργου. Οι γυναίκες της ιστορίας δοκιμάζονται σε όλη τους τη ζωή από τη μοναξιά που καιροφυλαχτεί στις σύγχρονες κοινωνίες. Και τις αναγκάζει να αλλάξουν δραματικά. Η λαγνεία της Βαλασίας για εξουσία, η ανάγκη της Λουκίας για επιστροφή στη γνώριμη ζεστασιά του παρελθόντος, η φυγή της Μελίνας είναι χαρακτηριστικά παραδείγματα ανθρώπων που από φόβο μην μείνουν τελικά εντελώς μόνοι μεταβάλλουν αυτοβούλως τον εαυτό τους,  αφού και οι δύο υποδύονται έναν ρόλο που θεωρούν ότι τις προστατεύει από ό,τι τελικά περισσότερο φοβούνται στη ζωή τους, να μείνουν μόνες τους!
Το βιβλίο όμως μετατρέπεται συνειδητά σε έναν ύμνο για την ανθρώπινη συνοδοιπορία και φιλία. Με αφορμή την επανασύνδεση των δύο γυναικών μετά από τόσα πολλά χρόνια, η Σέβη προχωρά σε μια ανατομία της ανθρώπινης φιλίας και των προσωπείων που οι άνθρωποι φορούν για να την κρατήσουν ή απλώς να την διεκδικήσουν. Η φιλία που αναπτύσσεται ανάμεσα σε ανόμοιους ανθρώπους και που τελικά κατορθώνει να επαναπροσδιορίζει τις ανθρώπινες διαστάσεις τους γίνεται ο μεγαλύτερος λόγος ύπαρξης αυτού του βιβλίου αλλά η Σέβη στέκεται με την ίδια τρυφερή ματιά στην αξία του έρωτα. Και σ’ αυτό το σημείο αξίζει να σταθεί ο αναγνώστης και να θαυμάσει τον τρόπο με τον οποίο η συγγραφέας προσεγγίζει το θέμα του έρωτα χωρίς να εκχυδαΐζει το λόγο της. Ο έρωτας είναι η κινητήριος δύναμη της ζωής, ο λόγος για τον οποίο κινούνται τα νήματα στη ζωή της Μελίνας, ο ρυθμιστής κατά κάποιον τρόπο όλων των ανατροπών.
Το μέλλον διεκδικεί από το παρόν και το παρελθόν την αλυσίδα των αξιών και των συναισθημάτων σε ένα ατέρμονο ταξίδι μέσα στο βιβλίο. Η Σέβη Τηλιακού χρησιμοποιεί το καμβά των ηρώων της για να φιλοτεχνήσει το πορτρέτο της δικής της εκφραστικής μέσα από ένα παιχνίδι εναλλασσόμενων εικόνων που με γεωμετρική ακρίβεια χωρίζουν το κείμενο. Παράλληλα τοποθετεί το παρελθόν ως συνδετικό αρμό της πλοκής της. Οι ήρωές της αναπτύσσονται δυναμικά τόσο εσωτερικά όσο και εξωτερικά. Στόχος της Σέβης μοιάζει να είναι η χάραξη νέων δρόμων στη ζωή, η ανάγκη να δρομολογηθεί μια νέα πορεία, στο τέλος της οποίας θα έρθει η κάθαρση και ταυτόχρονα η προσωπική  λύτρωση των ηρώων, η απαλλαγή από τα φορτία και τις σκιές του παρελθόντος.
Πέρα από το ηθογραφικό στοιχείο της ιστορίας σημαντικοί είναι οι συμβολισμοί που η συγγραφέας χρησιμοποιεί για να παρουσιάσει το έργο της. Χαρακτηριστικός ο μαντρότοιχος που χωρίζει και ταυτόχρονα ενώνει τις δύο φίλες στην παιδική τους ηλικία και που τελικά κρύβει ένα τεράστιο μυστικό, την ανατροπή που θα δικαιολογήσει απόλυτα τις συμπεριφορές τους.
Είναι χαρακτηριστικό ότι το μυθιστόρημα γράφεται για να εξυπηρετήσει κάποιους στόχους. Ένας από αυτούς είναι να ακτινοσκοπήσει την πραγματικότητα για να την καταδείξει και σαφώς να την ακυρώσει. Στο συγκεκριμένο μυθιστόρημα η Σέβη ακτινοσκοπεί τη γυναικεία πραγματικότητα. Η γυναίκα σύμβολο,  μάνα, ερωμένη, φίλη, η γυναίκα θύμα μιας εποχής, η γυναίκα που ζυμώνεται με την κατεστημένη κάθε εποχής τάξη πραγμάτων, η γυναίκα δυνάστης, η γυναίκα που προσπαθεί, επαναστατεί  και τελικά εκείνη ορίζει τη μοίρα της.

Το βιβλίο μας παραθέτει με έναν αρμονικό τρόπο όλες αυτές τις εκφάνσεις της γυναικείας φύσης και μαζί δίνει μια ελπίδα,  ότι τελικά η ζωή ορίζεται όπως εμείς τη θέλουμε αρκεί να το πιστέψουμε και να την διεκδικήσουμε. Κι ας γράφει κάπου ότι «Ποτέ δεν θα νιώσεις ελεύθερη όσο αφήνεις στη φυλακή τους αυτούς που μπορείς να ελευθερώσεις». Το μήνυμα που ξεκάθαρο βγαίνει από το συγκεκριμένο βιβλίο είναι ό,τι η απελευθέρωσή μας από ό,τι μας δυναστεύει είναι προϊόν μόνο της δικής μας, προσωπικής επανάστασης.

Εύχομαι να είναι καλοτάξιδο κι ευχαριστώ πολύ για την τιμή που μου έκανε η Σέβη και οι εκδόσεις Έναστρον να είμαι σήμερα εδώ!

 

 

 

Τετάρτη, 26 Σεπτεμβρίου 2012

Η μελαγχολία των πέτρινων ματιών


 Μια ανάγκη να βιώσει κανείς την αναλογία που υπάρχει ανάμεσα στην εικονιστική παράσταση της μελαγχολίας, όπως αυτή εξιστορήθηκε στα αττικά επιτύμβια της κλασικής Αθήνας και σ’ αυτό που τελικά εκφράζουν τα επιτύμβια αυτά στάθηκε η αφορμή για μια μελέτη πάνω στη γοητεία των αιώνιων ματιών, όπως τα φιλοτέχνησε ο καλλιτέχνης της εποχής.

Τα αττικά επιτύμβια με τη διαφάνεια του θανάτου αποτυπωμένη στη προσφερόμενη μαρμάρινη επιφάνεια αποτελούν από μόνα τους τον καλύτερο σχεδιασμό σε μια μελέτη για τη μελαγχολία του θανάτου. Πρόκειται για τα γλυπτά που υμνούν τη ζωή και τη δύναμή της με χαραγμένη τη θλίψη επάνω στην πέτρα. Ο σύγχρονος θεατής των επιτύμβιων αυτών θαμπώνεται κυριολεκτικά από τα πετρωμένα βλέμματα των απεικονιζόμενων μορφών, μια θλίψη που ακινητεί πάνω στις μαρμάρινες μορφές, τόσο αυτών που χάθηκαν όσο και αυτών που τους συνοδεύουν στον τελικό αποχαιρετισμό.
Ο χρόνος άδηλος λίγο πριν το τελικό ταξίδι, παραμένει ασήμαντος και γι’ αυτό το λόγο δεν εντοπίζεται στα επιτύμβια αυτά.  Άλλωστε αυτό που μετρά είναι η έκφραση της νεκρικής σιγής, μιας σιγής που φλυαρεί ερωτικά σχεδόν στα ωκεάνια μάτια των μορφών. Της σιγής που επικρατεί λίγο πριν αποχωριστεί η ψυχή το σώμα. Και οι νεκρικές μορφές νεανικές, γεμάτες σφρίγος, αποχαιρετούν τον επίγειο θόρυβο για να ενδυθούν τη βεβαιότητα της απώλειας και αυτό που συγκλονίζει δεν μπορεί να είναι άλλο από το υπεραισθητικό βίωμα των μελαγχολικών βλεμμάτων που έχουν οι μορφές αυτές την ώρα που ουσιαστικά ο έρωτας για τη ζωή βίαια και αναπόδραστα σταματά.

Μια νέα γυναίκα που ανοίγει την πολύτιμη κοσμηματοθήκη της, ένα παιδί που χαιρετά τη νεκρή μητέρα του, αποχαιρετώντας ταυτόχρονα τη βεβαιότητα της μητρικής αγκαλιάς, μια νεαρή που φροντίζει περίτεχνα τα μαλλιά της λίγο πριν αποχαιρετήσει για πάντα τη θεραπαινίδα της, ένας νέος που αποχωρεί, μια κόρη που κρατά στη χούφτα της ένα πουλί. Άνθρωποι που αναχωρούν από τη ζωή με μια λύπη για ό,τι πολύτιμο αφήνουν πίσω τους και ξέρουν πως δεν θα το ξαναδούν. Βλέμματα στραμμένα ερωτικά προς το φως της χαμένης ζωής, βλέμματα στοργικά που συγχωρούν, αγαπούν, που ακινητούν επάνω στους αγαπημένους τους, που χαϊδεύουν νοσταλγικά το μέλλον που δεν θα αντικρίσουν, βλέμματα που σαν λυγμός υψώνουν το τελευταίο αντίο λίγο πριν το μεγάλο άλμα προς το άγνωστο.
Τα πρόσωπα κοιτούν με την ανεκδοτολογική προβολή της ματαιοδοξίας και  την ανάγκη να υπάρξουν στην αιωνιότητα αποτυπωμένη στα μεγάλα θλιμμένα μάτια τους. Κανένας φόβος δεν τα σκιάζει. Απλώς ελκύουν την ανθρώπινη ευαισθησία στην οριστική απώλεια πριν τη μεγάλη αναχώρηση. Το βλέμμα, οι πτυχώσεις των ιωνικών χιτώνων που τα πρόσωπα φορούν, τα υγρά ενδύματα του Καλλίμαχου, το περίτεχνο χτένισμα, όλα συγκλίνουν ώστε να εξαναγκασθεί η σκέψη να στραφεί προς την αναμέτρηση της ανθρώπινης αξιοπρέπειας με το βιωμένο παράπονο της απώλειας. Η τέχνη στην κορυφαία της στιγμή λειτουργεί ως ο φορέας εκείνων των αξιών που διδάσκουν την οπτική μιας ολόκληρης κοινωνίας απέναντι στο οριστικό αποχαιρετισμό μιας τόσο σημαντικής δωρεάς όπως είναι η ζωή.

Αν κάθε πολιτισμός χαρακτηρίζεται από τον τρόπο που κατορθώνει να διαχειρίζεται την έννοια του θανάτου τότε η ελπίδα ότι τίποτε δεν θα χαθεί και ότι όλα αίρονται για να βρεθούν ξανά στην απέναντι ακτή, είναι ο τρόπος του αρχαίου ελληνικού κόσμου και η αξιοπρέπεια η έκδηλη στα μελαγχολικά αυτά μάτια είναι ο χαρακτηριστικός παράγοντας διαμόρφωσης του κλασικού ήθους.
Τα μάτια αυτών των μορφών αυτό ακριβώς κάνουν. Ερωτοτροπούν με αξιοπρέπεια στο ορφικό μεταίχμιο του θανάτου για να καταδείξουν ότι η φωνή της θλίψης είναι πάντοτε η ίδια, αλλάζει μόνο ο τρόπος που αυτή εκφέρεται και ο τρόπος αυτός είναι πάντοτε ανάλογος με τον βαθμό καλλιέργειας και συνείδησης στον οποίο έχει φτάσει η κοινωνία μιας εποχής.

«Η ελευθερία είναι ένα ευπαθές άνθος που ευδοκιμεί κατ’ εξοχήν μέσα στη θλίψη», έγραφε ο Τεριάντ.  Οι μορφές των αττικών επιτύμβιων διέπονται από  τη συνείδηση μιας ελευθερίας αδιαπραγμάτευτης αλλά και από μια άφατη ευγένεια, την ευγένεια του επικείμενου αφανισμού που πλησιάζει κι έτσι το ήθος, απόρροια της κοινωνικής ηθικής που η κλασική εποχή έχει επιβάλλει, προσδιορίζει το βλέμμα τους.
Σύμφωνα με τον Μαρσέλ Πρεβό «Ο έρωτας είναι η απόλυτη ένωση ψυχής και σώματος. Αν χωρίσεις το σώμα απ' την ψυχή, κάνεις κάτι που μοιάζει με το θάνατο». Στα αττικά επιτύμβια η αφήγηση στέκεται στο σημείο εκείνο που η ψυχή περνά σε ένα νέο, άγνωστο μονοπάτι και το τέλος γίνεται εκείνο το απροσδιόριστο και ρευστό συναίσθημα στο οποίο στρέφεται το βλέμμα λίγο πριν μπει στο υπερβατικό μονοπάτι της απώλειας. Ο αλγεινός καθαρμός της μελαγχολίας εστιάζεται στα μεγάλα θλιμμένα μάτια, στα συμπονετικά μάτια αυτών που μένουν πίσω, στην εννοιακή μεταμόρφωση των προσώπων που αποχωρίζονται για πάντα. Ο πόνος υπαγορεύει τη συμπεριφορά αυτών που φεύγουν και τη σκέψη όσων μένουν πίσω κι η θλιβερή ομορφιά της αναπόλησης της χαμένης ζωής στάζει κυριολεκτικά από τα πέτρινα μάτια που ετοιμάζονται να περάσουν στην αντικρινή πλευρά της ζωής, εκεί που υπάρχει «ο ήλιος ο χωρίς βασιλέματα»[1].

Είναι αλήθεια ότι, η νεκρική ακαμψία χαρακτηρίζει τη μνημειακή απεικόνιση του αποχαιρετισμού και ο καλλιτέχνης των αττικών επιτύμβιων κατάφερε να αποτυπώσει έναν απροσδιόριστο ίλιγγο γοητείας στα μάτια που λυπημένα κοιτάζουν κατάματα το θάνατο. Πρόκειται ωστόσο για την γοητεία των αιώνιων ματιών και την υπέρβαση της αυτοπαράδοσης στο απροσδόκητο τέλος που μετουσιώνουν όλα εκείνα τα στοιχεία που χαρακτηρίζουν τη διεισδυτικότητα της μεταφυσικής υπόστασης στην τέχνη και πιστοποιούν τελικά την κλασική της ποιότητα.

Το κείμενο δημοσιεύθηκε αρχικά στο www.thinkfree.gr







[1] Ο. Ελύτη, Τα ελεγεία της Οξώπετρας, εκδ. Ίκαρος, Αθήνα 2006.

Πέμπτη, 13 Σεπτεμβρίου 2012

Μιλώντας για τα παραμύθια


Μιλώντας για παραμύθι θα πρέπει αναμφίβολα να προσπαθήσουμε να προσδιορίσουμε τι ακριβώς εννοούμε με τον όρο Παραμύθι. Ένα αυτονόητο ερώτημα που προέκυψε όταν τον 19ο αιώνα άρχισε η καταγραφή των παραμυθιών από τους αδελφούς Γκριμ ήταν πώς προήλθαν τα παραμύθια. Πώς γεννήθηκαν. Ποια είναι τα γενεσιουργά αίτια των παραμυθιών και κατ’ επέκταση, πώς διαδόθηκαν, ποιες λειτουργίες εξυπηρετούσαν και ποια χαρακτηριστικά έχουν τα οποία διαφαίνονται μέσα στους συμβολισμούς τους.
Ο τεράστιος όγκος του υλικού που έχουμε από παραμύθια έχει ταξινομηθεί και είναι ενδεικτικός των θεωριών που αναπτύχθηκαν για τη γένεσή του είδους. Ωστόσο αυτό που αξίζει να αναφερθεί είναι ότι αρχικά το παραμύθι υπήρξε ένα προφορικό είδος που καλλιεργήθηκε από απλούς ανθρώπους όταν αυτοί προσπάθησαν να εκφράσουν τόσο την κοινωνική τους θέση όσο και τη σχέση τους με τη φύση, τις επιθυμίες τους, τις αντιλήψεις τους. Και καθώς τα παραμύθια διαμορφώνονταν από κοινωνία σε κοινωνία, ανάλογα με τις αντιλήψεις που επικρατούσαν, τα παραμύθια έγιναν μέρος της παράδοσης και η διάδοσή τους πολύ σημαντική.
Σταδιακά το παραμύθι από την προφορική παράδοση πέρασε στην έντυπη μορφή, αλλάζοντας σημαντικά. Το παραμύθι έγινε εικόνα, λόγος καταγεγραμμένος και βέβαια προστέθηκε στη λειτουργία του μια σημαντική παράμετρος όπως είναι η διαπαιδαγώγηση. Εκτός από ψυχαγωγία το παραμύθι έγινε φορέας αξιών και μέσο διαπαιδαγώγησης και εμπλουτίστηκε.
Το παραμύθι ακολουθεί τρεις γενικές αρχές όσον αφορά τον τόπο, το χρόνο και τα πρόσωπα. Στο πλαίσιο αυτό, ο χρόνος του παραμυθιού είναι αόριστος («µια φορά κ’ έναν καιρό»), όπως εξίσου αόριστος είναι και ο τόπος του παραμυθιού (σε κάποια μακρινή χώρα). Ένα ακόμη κοινό γνώρισµα των παραµυθιών είναι η αρχή της ανωνυμίας των προσώπων (π.χ. ένας βασιλιάς, µια κακιά μητριά, μια κακιά μάγισσα), καθώς δεν ενδιαφέρουν τόσο τα ονόματα των ηρώων όσο οι ιδιότητές που έχουν οι συγκεκριμένοι χαρακτήρες τους.
Επίσης ένα παραμύθι ξεκινά πάντα με μια ήρεμη εισαγωγή, προχωράει στη δράση και τελειώνει πάντα με έναν ήρεμο τρόπο, αφήνοντας ένα συναίσθημα πληρότητας και σταθερότητας.


Ένα στοιχείο αφηγηματικής τεχνικής του παραμυθιού είναι οι συχνές επαναλήψεις, οι οποίες γίνονται για να υπάρξει ένταση στην πλοκή της ιστορίας.

Επιπρόσθετα, ενώ ο κόσμος στα περισσότερα παραμύθια είναι ενιαίος και
μονοδιάστατος, το φυσικό και το υπερφυσικό στοιχείο συνυπάρχουν και αλληλεπιδρούν (π.χ. ζώα µιλούν, νεκροί επανέρχονται στη ζωή, υπάρχουν υπερφυσικά όντα). Τα στοιχεία της φύσης παίρνουν ανθρώπινη μορφή, προσωποποιούνται, άλλοτε πάλι αποκτούν μαγικές ιδιότητες πάντα όμως βοηθούν την αφηγηματική δράση. Κοινό γνώρισμα των παραμυθιών είναι ότι τα παραµυθιακά πρόσωπα είναι συνήθως αβαθείς ήρωες, χωρίς αισθήματα, η εικόνα τους είναι επιφανειακή και δεν διαθέτουν εσωτερικό κόσμο. O ήρωας που είναι ο πιο αδύναμος στο τέλος αποδεικνύεται ότι είναι ο καλύτερος. Ακόμη, το παραμύθι χαρακτηρίζεται από αφηρημένο ύφος, λιτότητα περιγραφών, υπερβολή, αλληλουχία γεγονότων.

Το παραμύθι δεν μπορεί να μείνει ανεπηρέαστο από το κοινωνικό, ιστορικό και φυσικό περιβάλλον της κοινότητας που το υποδέχεται. Ως ένα ζωντανό σώμα προσαρμόζεται στις συνθήκες και παίρνει τοπικά χαρακτηριστικά καθώς η γλώσσα, η παράδοση και ο γεωγραφικός προσδιορισμός είναι τρεις θεμελιώδεις παράγοντες για τη διαμόρφωση του παραμυθιού.

Αντίστοιχα το ελληνικό παραμύθι παρουσιάζει τις τοπικές διαφοροποιήσεις κι έτσι παρατηρούνται γλωσσικά δάνεια από άλλες γλώσσες όπως είναι η τουρκική, η ιταλική και η σέρβικη γλώσσα. Επίσης γίνεται χρήση παροιμιών, ιδιωματισμών και είναι αναμφίβολο ότι η γλώσσα και το ύφος διαμορφώνουν έναν τοπικό χαρακτήρα στο ελληνικό παραμύθι. Η θεματογραφία στην οποία τοποθετείται το παραμύθι αντλεί τα θέματά της από τις παραδόσεις κυρίως και τη σφαίρα του φανταστικού. Μέσα από τα θεματικά μοτίβα του διαγράφονται ολοζώντανες οι παραδόσεις αλλά συχνά και η ιστορική πορεία του τόπου. Επίσης είναι σημαντικό να δούμε πώς επηρεάζεται η ιστορία από το κλίμα που επικρατεί σε έναν τόπο. Στο ελληνικό παραμύθι για παράδειγμα δεν υπάρχει το σκοτεινό δάσος της Ευρώπης αλλά οι ρεματιές και οι ραχούλες. Ο λαός εμφανίζεται έξυπνος και καταφερτζής αλλά καλοσυνάτος και πράος.
Εϊναι εξίσου σημαντικό να μιλήσουμε για τους ανθρώπους που έπαιξαν πολύ μεγάλο ρόλο στη διαμόρφωση και διάδοση των παραμυθιών και δεν είναι άλλοι από τους αφηγητές τους. Τους λεγόμενους παραμυθάδες. Ο παραμυθάς είναι αυτός που διαμορφώνει σε μεγάλο βαθμό την ατμόσφαιρα της αφήγησης. Με λιτές λέξεις και χρησιμοποιώντας επαναλήψεις τονίζει την ιστορία, κάνοντάς τη προσιτή. Για παράδειγμα όταν λέει: «Ξεκίνησε ένα βασιλόπουλο και πήγαινε και πήγαινε και πήγαινε, μέχρι που βρέθηκε σε μια μακρινή χώρα τονίζει την απόσταση με την επανάληψη μιας λέξης, της λέξης πήγαινε. Με χειρονομίες, γκριμάτσες, μιμήσεις φωνών, γέλια ή κλάματα και τονίζοντας χαρακτηριστικά τη φωνή του ανάλογα σε τι θέλει να δώσει έμφαση ο παραμυθάς παρασταίνει το παραμύθι και συχνά καλεί σε δράση τα παιδιά έτσι ώστε να το ζωντανέψει. Καλεί το ακροατήριο του σε συμμετοχή, σε μια επικοινωνία δηλαδή όχι μόνο μαζί του αλλά κυρίως με την ιστορία που αφηγείται και παράλληλα μεταφέρει από γενιά σε γενιά τους λαϊκούς μύθους.
Το παραμύθι κάθε εποχής αποτελεί έναν ζωντανό οργανισμό που ζει, ανανεώνεται στην πάροδο του χρόνου και ουσιαστικά λειτουργεί ως ένα εκπαιδευτικό μέσο που ταυτόχρονα δίνει χαρά στον αναγνώστη του έχει μια τεράστια δύναμη. Ενεργοποιεί τη φαντασία του παιδιού και κινεί μια διαδικασία συνομιλίας και συχνά λειτουργεί ως γέφυρα ανάμεσα στο παλιό λαϊκό παραμύθι, το γεμάτο θρύλους, μύθους και παραδόσεις που σιγά-σιγά χάθηκε με την πάροδο του χρόνου και την ραγδαία εξέλιξη της εποχής και τον σύγχρονο αναγνώστη που έχει την ανάγκη να τραφεί πνευματικά και να αγαπήσει εκ νέου το βιβλίο τώρα που περισσότερο από ποτέ η έτοιμη εικόνα και η ταχύτητα της εναλλαγής της έχει πλημμυρίσει την εποχή μας.
 
Το άρθρο δημοσιεύθηκε στο www.thinkfree.gr

 

Παρασκευή, 10 Αυγούστου 2012

Η Γυναίκα της Βορινής Κουζίνας της Ελένης Γκίκα



«Ένα έργο παραμένει πάντα ανοιχτό στο ενδεχόμενο».
Με αυτή τη φράση κλειδί η συγγραφέας Ελένη Γκίκα μας καλεί να ξεκλειδώσουμε τους μυστικούς κόσμους των ηρώων της και να αναζητήσουμε την ηδονή του αναπάντεχου που σε ξαφνιάζει όταν αφεθείς να αποκρυπτογραφήσεις τα νοήματα που ενυπάρχουν μέσα στις λέξεις της. Λέξεις που με επιδεξιότητα και σοφία «υφαίνει» η Ελένη Γκίκα σε ένα λόγο που ρέει, προσεγγίζοντας  με χειρουργική ακρίβεια φιλοσοφικούς στοχασμούς σε μια αρμονική συμπύκνωση νοημάτων, ένα προσωπικό παιχνίδι στο οποίο αρέσκεται η συγγραφέας.
Με πρώτο υλικό τη συναρμολόγηση νοημάτων μέσα από τις λέξεις η Ελένη Γκίκα στο βιβλίο της αυτό σκηνοθετεί εικόνες απαράμιλλης αισθητικής, μέσα στις οποίες ο αναγνώστης καλείται να διακρίνει τους πολυδαίδαλους μηχανισμούς που την ώθησαν στη δημιουργία τους και να τους θέσει σε λειτουργία για μια διακειμενική συνομιλία με κείμενα άλλων σπουδαίων δημιουργών. Άλλωστε η ίδια έχει πλήρως απορροφήσει το έργο τους και μας το προτείνει, περνώντας από τον Φρόιντ στον Γιουνγκ, από τον Προυστ στην Ανν Σέξτον, από τον Ντίκενς στη Γιουρσενάρ, από τον Κάφκα στον Πρεβέρ και από εκεί με την ίδια ευκολία στον Ουγκώ ή τον Σωκράτη. Μα περισσότερο από όλους ο Μπόρχες και βεβαίως ο Ντάρελ, τα λόγια του οποίου διατρέχουν το κείμενο, είναι οι προσωπικότητες που την εμπνέουν και εξεικονίζουν το λόγο της.
«Ένας καλλιτέχνης δε ζει την προσωπική του ζωή όπως εμείς. Την κρύβει, υποχρεώνοντάς μας να πάμε στα βιβλία του ή στους πίνακές του, στις μουσικές του, αν θέλουμε να αγγίξουμε την αληθινή συναισθηματική του πηγή», γράφει η ίδια, αποκαλύπτοντας με αυτόν τον τρόπο τον μυστικό κώδικα ανάγνωσης αυτού του δυνατού και ταυτόχρονα εσωστρεφούς κειμένου. Έτσι από τον Τσαϊκόφσκι, περνάει στον Μπαχ και τον Ραχμάνινοφ, από την Καραΐνδρου στον Πράισνερ, τον Θεοδωράκη και τον Ντβόρζακ, από τους Σκόρπιονς στους Μπιτλς με ιδιαίτερη ευκολία, υπενθυμίζοντας ότι η τέχνη είναι μία, αδιαίρετη και μοναδική, ποικιλοτρόπως εκφραζόμενη αλλά πάντα ενιαία, αφού «σ’ όλη τη γη ο κάμπος είναι κάμπος» και «η τέχνη ισοδυναμεί με ομολογία ότι η ζωή δεν αρκεί».
Έτσι το βιβλίο αυτό γίνεται ένα δοκίμιο περί τέχνης γενικότερα, ένα δοκίμιο ωστόσο με ιδιότυπα χαρακτηριστικά, χαρακτηριστικά  που του δίνονται από τη σχέση του με το πεζογράφημα αλλά κυρίως με την Ποίηση. Η Ελένη Γκίκα διεισδύει μέσα στους ποιητικούς κόλπους της γλωσσικής εκφοράς και καταγράφει τους σπασμούς μιας έκρηξης, εμπλουτίζοντας το κείμενό της με εικόνες στοιχειωμένες από τη ποιητική του Ταρκόφσκι, του Σεφέρη, του Τζόυς. Κι αυτή ακριβώς είναι η δύναμη του έργου της,  ο εξαναγκασμός να διαβείς αναγνωστικά μονοπάτια που η ίδια περπάτησε πριν από σένα αν πρόθεσή σου είναι να αντικρίσεις γυμνές τις προσωπικές της αλήθειες και μόνο έτσι να τις κατανοήσεις.
Το βιβλίο λειτουργεί σε πολλαπλά επίπεδα και είναι αυτά τα επίπεδα που προσφέρουν την αναγνωστική απόλαυση. Δημιουργούν ένα ιδιαίτερο μικρόκοσμο, τον κόσμο της Ελένης Γκίκα στον οποίο όταν καταφέρει να περάσει ο αναγνώστης, τότε μπορεί και εισπράττει τον αμητό συναισθημάτων που η συγγραφέας του προσφέρει. Μοιάζει λίγο με την είσοδο της Αλίκης στη χώρα των θαυμάτων, αφού μέσα στα πολυεπίπεδα μονοπάτια του θα ανακαλύψει την ψυχολογική και ταυτόχρονα συναισθηματική μορφή τόσο της συγγραφέως όσο και τη δική του. Η έξοδος από τον κόσμο αυτόν είναι για τον αναγνώστη η οδός της γνώσης. Μιας γνώσης που έρχεται καταλυτική ωστόσο οσμωτικά κατασταλαγμένη, για να βάλει σε τάξη τα συναισθήματα, τις αντιδράσεις, τις αλλιώτικες ψυχολογικές και συναισθηματικές διαδρομές.
 Το βιβλίο θα μπορούσε επίσης να λέγεται Γυναίκες στο περβάζι της ζωής, όπως η ίδια αναφέρει κάπου, αφού πέρα από τη ροή μιας συγκεκριμένης ιστορίας αυτό που ακριβώς εξετάζεται είναι η αγωνία της γυναίκας που παραμένει στο περιθώριο της ζωής τελικά. Η Ελένη Γκίκα μιλά για τον πόνο και την αγωνία, για τα όνειρα που χάσκουν ξεθωριασμένα στο περβάζι της ζωής των γυναικών και ζητούν την πραγμάτωση τους ή τουλάχιστον το λόγο της μη πραγμάτωσης, το φως και το σκοτάδι της ανατροπής, την αυτογνωσία και το πάλεμα για τη θυσία κι όλα αυτά σε ένα χρόνο άχρονο με το παρόν μπλεγμένο στο παρελθόν και το μέλλον. Στο πρόσωπο μιας γυναίκας, αυτή της Βορινής κουζίνας, εγκωμιάζει τη γυναίκα ως σύμβολο, ιδέα, άνθρωπο και υμνεί τις γυναίκες όλου του κόσμου. Η Γυναίκα της Βορινής Κουζίνας ακροβατεί στις σχέσεις της και γίνεται η ίδια το φως και ταυτόχρονα το σκοτάδι μέσα στη διαύγεια, ισορροπώντας το δικό της εγώ μέσα στο εσύ των άλλων γυναικών, αναζητώντας το «πού συναντιούνται οι δρόμοι τους και πού χωρίζουν-αν χωρίζουν ποτέ». Οι ήρωες της Ελένης Γκίκα και οι ηρωίδες της αναζητούν τις πιο βαθιές τους επιθυμίες και μέσα από αυτές μαθαίνουν να ζουν από την αρχή τη ζωή, να πραγματοποιούν τα όνειρά τους, να γεύονται τις αλήθειες τους.
Για μια ακόμη φορά η Ελένη Γκίκα γράφει με ένα λόγο λιτό αλλά περίτεχνο, με λέξεις που ανακτούν τη σημασία του βιωματικού τους φορτίου και εξαπολύονται για να καταδείξουν όχι την αγωνία των ηρώων αλλά της συγγραφέως μια και η Γκίκα πάσχει και γι αυτό γράφει αυτό το βιβλίο. Πάσχει για τη λογοτεχνία, για τους ήχους των λέξεων που σβήνουν από το λεξιλόγιό μας, για την τέχνη που θα έπρεπε να είναι το είδωλο του καθρέφτη στη ζωή όλων μας, για τη μουσική που χάνεται. Η Γκίκα σπαράζει για τις χαμένες αξίες για τις τρομοκρατικές ενέργειες της εξουσίας, για το χαμένο παιδί που σκοτώθηκε στα Εξάρχεια, για τη κόλαση της Αθήνας κάθε φορά που γίνονται επεισόδια. Κι αυτές της τις αγωνίες καταγράφει μέσα στο βιβλίο της με την αθωότητα της γραφής ενός εκλεπτυσμένου συγγραφέα, περιγράφοντας τις μοναχικές της διαδρομές στη ζωή.
 «Το σφύριγμα του μοναχικού διαβάτη μέσα στο σκοτάδι δεν σημαίνει πάντοτε φόβο», έχει γράψει παλιότερα ο Ελύτης και η Γκίκα μοιάζει να μη φοβάται το σκοτάδι των χαμένων αξιών της ζωής επειδή βαδίζει παρέα με την τέχνη, το μοναδικό ίσως συντελεστή πολιτισμού και γι αυτό τόσο πολύτιμο, την τέχνη σε όλες τις μορφές, μπλεγμένες αναπόδραστα η μία μέσα στην άλλη. Με τρόπο αποκαλυπτικό, με λιτή αφήγηση ωστόσο ευθύβολη, με λέξεις-βέλη βγαλμένες από τη φαρέτρα της τέχνης του λόγου, κατακεραυνώνει τους στόχους της και δημιουργεί εικόνες και συναισθηματικά κρεσέντα σε μια αναγνωστική διαδικασία που μόνο ως απαιτητική μπορεί να χαρακτηριστεί. Ο αναγνώστης θα βρεθεί αντιμέτωπος με τις σύγχρονες κοινωνικές αλήθειες της εποχής και μέσα από το λόγο της συγγραφέως θα ανταμώσει τη συναισθηματική ωρίμανση στην οποία τον καλεί η συγγραφέας.
Η Γκίκα μέσα σε ένα υποδειγματικό τόσο στη δομή όσο και στον καταγγελτικό του χαρακτήρα μυθιστόρημα φέρνει μπροστά στα μάτια μας όλες τις αλήθειες της γυναικείας φύσης, τα αντιφατικά της προσωπεία και λειτουργεί ως μια απελπισμένη κραυγή, που αιωνίως επιστρέφει σε μια ολοκληρωτική διαμαρτυρία ενάντια σε όλα όσα η συνείδησή της δεν μπορεί να αποδεχτεί. Μια κραυγή που μόνο ως πάθος μπορεί να μετατραπεί. Ένα πάθος για τη ζωή, τον έρωτα, την τέχνη, τις δυνάμεις εκείνες δηλαδή που έχουν τη μοναδική ικανότητα να αναγεννούν τα πάντα.


Το άρθρο δημοσιεύθηκε στο περιοδικό ΚΛΕΨΥΔΡΑ, τεύχος 2 με την άδεια του οποίου αναδημοσιεύεται

Κυριακή, 29 Ιουλίου 2012

Το Παραμύθι της Βροχής στο Φεστιβάλ ΦΛΥΓΟΝΙΟΝ

Στο μαγευτικό Κυριάκι Βοιωτίας και στον πανέμορφο ξενώνα Φλυγόνιον παρουσιάστηκε Το Παραμύθι της βροχής που κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Δοκιμάκης.Χρωστάω ένα μεγάλο ευχαριστώ στον εμπνευστή του Φεστιβάλ κ. Γιώργο Γκώνια για την πρόσκληση και τη ζεστή φιλοξενία του, καθώς και σε όλους τους υπεύθυνους του φεστιβάλ, στους ιδιοκτήτες του ξενώνα Φλυγόνιον και σε όλους όσοι παρευρέθησαν στην εκδήλωση και μας τίμησαν με την παρουσία τους, ανάμεσα στους οποίους και ο αντιδήμαρχος του Δήμου Λεβαδέων.
Η βραδιά ξεκίνησε με τον χαιρετισμό του Γιώργου Γκώνια. Στη συνέχεια για το βιβλίο μίλησε αναλυτικά  η κ. Μαριάννα Φωτοπούλου κι εγώ.
Η βραδιά διανθίστηκε με την προβολή δύο βίντεο που δημιουργήθηκαν για το βιβλίο σε μουσική επένδυση του μαθητή Νίκου Γουλανδρή και έκλεισε με ένα βίντεο ακόμη με το βασισμένο στο βιβλίο  τραγούδι σε στίχους του Γιώργου Γκώνια και μουσική του Βαγγέλη Καζαντζή που ερμηνεύουν ο Βαγγέλης Καζαντζής και η Μαρίνα Δακανάλη.


Η Ομιλία της κ. Φωτοπούλου:

ΜΑΡΙΑΝΝΑ ΦΩΤΟΠΟΥΛΟΥ: ΤΟ ΠΑΡΑΜΥΘΙ ΤΗΣ ΒΡΟΧΗΣ
Καλησπέρα σας, θα θέλαμε να σας ευχαριστήσουμε που είσαστε σήμερα εδώ κοντά μας να μιλήσουμε για το βιβλίο της Τέσυς Μπάιλα Το Παραμύθι της Βροχής που κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Δοκιμάκης.
Το Παραμύθι της βροχής είναι ένα βιβλίο που πρωτίστως γίνεται ο οδηγός μας σε ένα ταξίδι. Ένα ταξίδι στη χώρα του ανατέλλοντος ηλίου, την Ιαπωνία, στα μυστικά, τη νοοτροπία και τη φιλοσοφία που αναπτύχθηκε εκεί με την πάροδο των αιώνων. Ένα ταξίδι στα μύχια ενός πολιτισμού που μοιάζει τόσο μακρινός και εξωτικός για εμάς αλλά που όπως η Μπάιλα αποκαλύπτει μοιράζεται πολλά κοινά με τον αρχαίο ελληνικό πολιτισμό.
Στο Παραμύθι της Βροχής η Ιαπωνία μοιάζει απαλλαγμένη από όλα όσα έχουμε μάθει να αναγνωρίζουμε σ’ αυτήν  μέσα από τον κινηματογράφο και βιβλία που αναφέρονται σ’ αυτήν. Μέσα από τις σελίδες αυτού του βιβλίου η Ιαπωνία παίρνει συμβολικές διαστάσεις και το βιβλίο γίνεται ένα μακρύ οδοιπορικό στο τοπίο, στην καθημερινή ζωή, στη λαογραφία, στις αντιλήψεις μέσα από τις λεπτές αποχρώσεις των εθίμων που καθρεφτίζουν τη νοοτροπία της χώρα αυτής.
Η συγγραφέας μοιάζει να στέκεται με πολύ σεβασμό απέναντι τους και κάθε φορά που αναφέρεται σε κάτι σχετικό, είτε πρόκειται για τελετές τσαγιού είτε για συναισθήματα αποθησαυρισμένα  οι εικόνες εξαιρετικής ομορφιάς που περιγράφονται ξετυλίγονται ολοζώντανες μπροστά μας.
Η τελετή του τσαγιού, γράφει στο κεφ. 12, είναι ένα περίτεχνα ενορχηστρωμένο τελετουργικό ιερών πράξεων στην ιαπωνική παράδοση. Όλα αρχίζουν με τον περίπατο μέσα στους κήπους του τεϊοποιείου, έπειτα ακολουθεί η συνάντηση με τους υπόλοιπους καλεσμένους και ύστερα το πλύσιμο στην πηγή του Σίντο που βρίσκεται έξω από το ναό. Μια συνήθως πέτρινη γούρνα περιμένει τους επισκέπτες στην είσοδο της οτσαγιά, με το κεφάλι κάποιου δράκου που θεωρείται ότι διώχνει τα κακά πνεύματα να ξερνά από το ανοιχτό του στόμα λιγοστό νερό, και μια ξύλινη κουτάλα από την οποία πρέπει όλοι να πιουν μια γουλιά και έπειτα να το φτύσουν, σημάδι του καθαρμού που ήταν απαραίτητος για να αρχίσει το τελετουργικό. Στην προκειμένη περίπτωση επρόκειτο για έναν πολύ μικρό ναό, τον οποίον έπρεπε να επισκεφθούν πριν περάσουν μέσα στην οτσαγιά για την τελετή που σε λίγο θα άρχιζε.
Η Χριστίνα ακολουθούσε τον Τοσίο σε κάθε βήμα κι έκανε όσα εκείνος αμίλητος της έδειχνε. Της άρεσε όλη αυτή η διαδικασία. Μέσα στο μυαλό της έπαιρνε διαστάσεις μιας μαγικής σχεδόν τελετής, κι η νεαρή αρχαιολόγος είχε επιστρατεύσει όλο το ενδιαφέρον της και απολάμβανε κάθε λεπτό. Η είσοδος μέσα στο μικρό —σαν κελί— δωμάτιο που μύριζε τσάι και θυμίαμα είχε αναστατώσει τις αισθήσεις της, που ανυπομονούσαν να συναντηθούν με τον γιαπωνέζικο πολιτισμό. Δεν υπήρχαν άλλοι καλεσμένοι, κι έτσι οι δυο τους θα είχαν το προνόμιο να απολαύσουν μια γνήσια τελετή τσαγιού, με τον πατροπαράδοτο τρόπο που για τόσα χρόνια γινόταν στις ίδιες πάντα συνοικίες του Κιότο.
Όταν η πόρτα άνοιξε και μια όμορφη γκέισα μπήκε μέσα, ο Τοσίο υποκλίθηκε μπροστά της σε ένδειξη σεβασμού, κάτι που μηχανικά είχε μάθει πια να κάνει και η Χριστίνα. Η γκέισα υποκλίθηκε με τη σειρά της και κάθισε μπροστά τους. Η πόρτα άνοιξε για δεύτερη φορά και μια γκέισα που κρατούσε ένα μουσικό όργανο σαν κιθάρα μπήκε μέσα στο δωμάτιο πήγε σε μιαν άκρη. Ύστερα από λίγα λεπτά άρχισε να παίζει έναν ήχο αρκετά μελαγχολικό, αλλά τόσο τρυφερό. Σε λίγο η πόρτα άνοιξε και πάλι, και δυο ακόμη γκέισες πέρασαν μέσα κι άρχισαν να λικνίζονται με ιδιαίτερη χάρη στους ήχους του παραδοσιακού οργάνου. Στα κιμονό τους αντικατοπτριζόταν ο χαμηλός φωτισμός του δωματίου, δημιουργώντας λεπταίσθητους ιριδισμούς. Τα κατάμαυρα μαλλιά τους έλαμπαν σαν έβενος, ενώ τα πολύχρωμα λουλούδια που τα στόλιζαν έδιναν ένα ιδιαίτερο χρώμα, δίπλα ακριβώς στο κατάλευκα βαμμένο πρόσωπό τους. Μια μυρωδιά από ροδάκινο έσβηνε σε κάθε τους κίνηση κι άφηνε στο δωμάτιο την οσμή ενός φρεσκοκομμένου ανθού. 
Οι κεντρικοί ήρωες του βιβλίου είναι η Χριστίνα, μια νεαρή αρχαιολόγος, η οποία αποφασίζει πιεζόμενη από έναν εφιάλτη που επανέρχεται κάθε τόσο και την απώλεια ενός αγέννητου παιδιού, να παρατήσει τη δουλειά της, τον σύζυγό της, τους γονείς της και να φύγει για την Ιαπωνία εκεί όπου ζει ένας προσωπικός της φίλος ο Τοσίο, τον οποίο έχει γνωρίσει σε ένα προηγούμενο επαγγελματικό της ταξίδι και με τον οποίο την συνδέει μια βαθιά φιλία και το βιβλίο γίνεται ένας ύμνος για την φιλία που μπορεί να συνδέσει δυο ανθρώπους. Σε κάποιο σημείο του μάλιστα γράφει:
«Ένα βλέμμα που στέκεται για μια στιγμή στα δικά σου μάτια και σου εκμυστηρεύεται τις αλήθειες του όλες. Που σου επιτρέπει να βυθιστείς στην προσωπική του θάλασσα, κι από κει να γευτείς και τη σκουριά και την αλμύρα του όλη. Κι όλα αυτά τόσο απόλυτα και ειλικρινά, τόσο αυθόρμητα, σαν να υπήρχε στη ζωή σου από πάντα αυτό το βλέμμα, κι αν τυχόν σου λείψει για λίγο να φαίνεται η ζωή πιο λίγη, πιο άχρωμη και συχνά ανυπόφορη, μισή, επειδή ένα ανθισμένο λουλούδι είναι η φιλία, μια ανάσα ζωής μοιρασμένη στα δυο!»
Ο Τοσίο όμως δεν είναι ένας συνηθισμένος ήρωας. Πρόκειται για έναν άνθρωπο με βαθειά φιλοσοφική προσέγγιση ζωής που θα την μυήσει, χωρίς ποτέ να προσπαθήσει συνειδητά γι αυτό, σε έναν άλλο τρόπο ζωής, εκεί όπου ο χρόνος κυλά διαφορετικά, εκεί όπου οι άνθρωποι ανακαλύπτουν την ομορφιά μέσα στην αρμονία, της φύσης, την τάξη μέσα στα νερά μιας λίμνης ή σε ένα κόκκινο γεφυράκι πνιγμένο κυριολεκτικά μέσα στα άνθη της κερασιάς, την ιεροτελεστία όταν απλώς πίνουν ένα φλιτζάνι ζεστό τσάι μαζί. Ενδεικτική είναι η σκηνή που ακολουθεί:
Με τις βαριές γαλότσες να πονούν τα πρησμένα πόδια της, έκατσε για μια στιγμή να ξαποστάσει στο παγκάκι απέναντι από τη λίμνη, εκεί όπου συνήθιζε να περνά τις ώρες της με τη Χιρόκο. Τα μάτια της καρφώθηκαν στη λιμναία κίνηση του νερού. Με τη σιγαλή ροή ενός μικρού παραποτάμου που χυνόταν μέσα στα γαλήνια νερά της, η λίμνη έμοιαζε σαν ένας ασημένιος καθρέφτης του ουρανού και στη θέση των άστρων άνθη λούζονταν στα νερά του!
«Μπορείς να δεις στο βάθος τι κρύβουν τα νερά;» διέκοψε τη σκέψη της η φωνή του Τοσίο.
Γύρισε και τον κοίταξε. Στεκόταν πίσω της παρατηρώντας την. Δεν είχε ακούσει τα βήματά του να την ακολουθούν, χάρηκε όμως εκείνη τη στιγμή που τον είδε κοντά της. Η φωνή του καταλάγιασε τη μικρή θύελλα που είχε ξεσπάσει μέσα της.
«Στο βάθος είναι θολά τα νερά, δεν φαίνονται καλά» του απάντησε.
«Πρέπει να προσπαθήσεις πολύ για να δεις» της είπε και προχώρησε προς τη λίμνη. «Έλα κοντά μου».
Η Χριστίνα, αφού κοντοστάθηκε για μια στιγμή, σηκώθηκε και τον ακολούθησε. Ήταν γονατιστός και είχε σκύψει κοιτάζοντας βαθιά μέσα στη λίμνη. Στράφηκε προς το μέρος της και της έδωσε το χέρι του, χωρίς να πει άλλη κουβέντα. Εκείνη γονάτισε δίπλα του και κοίταξε προς τα σκοτεινά νερά. Για πρώτη φορά, έπειτα από τόσες φορές που είχε σταθεί στην ακρολιμνιά, είδε μέσα στο νερό τα τεράστια πορτοκαλί χρυσόψαρα που κολυμπούσαν. Αυτά τα ψάρια ανήκαν σε μια ιδιαίτερη ράτσα και ευδοκιμούσαν στις λίμνες της Ιαπωνίας. Αν και είχε διαβάσει κάποτε γι’ αυτά στο βιβλίο που ο Τοσίο της είχε χαρίσει, δεν τα είχε δει ποτέ της. Γεμάτη έκπληξη γύρισε προς το μέρος του.
«Δεν ήξερα ότι υπήρχαν! Δεν τα είχα δει ποτέ!»
«Επειδή δεν είχες σκύψει να τα δεις!» της απάντησε, κι ένα χαμόγελο ζωγραφίστηκε στα μαύρα μάτια του. Ύστερα έπιασε ένα μυτερό πετραδάκι και το πέταξε μέσα στο νερό. Δεκάδες λεπτοί ομόκεντροι κύκλοι σχηματίστηκαν, ενώ την ίδια στιγμή τα ψάρια έφευγαν ξαφνιασμένα με βιαστικές κινήσεις.

«Είναι πολύ όμορφα!» είπε η Χριστίνα.
«Έτσι είναι και οι άνθρωποι. Αφήνουν μια καλογυαλισμένη επίπεδη επιφάνεια για να δεις. Στο βάθος τους κρύβουν άλλες αλήθειες. Άλλοτε όμορφες, άλλοτε άσχημες. Κρυμμένες βαθιά όμως. Εσύ πρέπει να σκύψεις για να τις δεις, αλλιώς θα μείνεις στην επιφάνεια. Είδες τα κύματα που προκάλεσε το πετραδάκι; Η συμπεριφορά μας μερικές φορές προκαλεί τέτοια. Και τότε οι άνθρωποι τρομάζουν, τρέχουν οι αλήθειες τους και κρύβονται. Επειδή δεν είχες προλάβει να τις δεις πριν τις αγγίξει το πετραδάκι σου».
Κορυφαία μορφή του βιβλίου είναι η Χιρόκο, η ιστορία της οποία εντάσσεται στο μυθιστόρημα με την τεχνική του εγκιβωτισμού και δημιουργεί ένα νέο κεφάλαιο με καταλυτική επίδραση, καθώς οι ιστορίες των δυο γυναικών μέλλεται να δεθούν με ένα μοιραίο τρόπο. Η συγγραφέας δημιουργεί ένα ιδιαίτερο κλίμα και ξεναγεί τον αναγνώστη σε έναν μυστηριακό κόσμο λαγνείας, τον κόσμο των γκεισών, του Κιότο, των ιερών συμβόλων μιας ολόκληρης χώρας.
Οι ήρωες του βιβλίου δρομολογούνται όλοι στο προσωπικό τους μονοπάτι αυτογνωσίας, μια ισχυρή παράμετρο του βιβλίου. Ένα μονοπάτι που μπορεί να είναι μακρινό όπως γράφει η συγγραφέας, που μπορεί ωστόσο να επαναπροσδιορίσει τις αξίες ζωής ενός ανθρώπου.

 «Η ζωή είναι ένας δρόμος, γράφει, ένα μακρινό μονοπάτι. Για να φτάσει κανείς στο τέλος του πρέπει να περπατήσει μόνος του μέσα σ’ αυτό. Είναι μοναχικό και συχνά κακοτράχαλο. Το σπουδαιότερο όμως είναι να καταφέρει να το βρει. Να μην περάσει μια ολόκληρη ζωή χωρίς να καταφέρει να βρει αυτόν το δρόμο που αναζητά η ψυχή του. Κάποιοι άνθρωποι, ένας ταπεινός σπουργίτης, ένα λουλούδι, ένα άστρο, ένα χρώμα ή κι ένα κύμα που καλπάζει στην ακτή, μπορεί να γίνει οδηγός του. Όσα άλλωστε συμβαίνουν γύρω μας, γι’ αυτόν το λόγο γίνονται. Τίποτα δεν είναι τυχαίο και όλα υπάρχουν για κάποιο σκοπό. Σημασία έχει μόνο το τέλος. Ο προορισμός!
Όσοι διαβάσουν το βιβλίο θα εντυπωσιαστούν από το γεγονός ότι έμελλε να αναδειχθεί προφητικό, καθώς στο τελευταίο του μέρος περιγράφει τα γεγονότα που συγκλόνισαν τη Φουκοσίμα τον Μάρτη του 2011 μετά τον καταστροφικό σεισμό, γραμμένα ωστόσο αρκετούς μήνες πριν.
Σημαντική είναι όμως και η λογοτεχνική αξία του κειμένου. Με προσωπικό ύφος τον λυρισμό, την αφηγηματική ανατροπή, τους ανατρεπτικούς ήρωες που ψυχογραφούνται μοναδικά  και μια ρέουσα γλώσσα, Το παραμύθι της βροχής οδηγεί τον αναγνώστη σε μια εσωτερική καταβύθιση και τον βοηθά να αναστοχαστεί και να ερμηνεύσει τον τρόπο που η φιλοσοφία μπορεί να επηρεάσει παράλληλα τους πολιτισμούς που φαινομενικά μοιάζουν να μην έχουν καμιά σύνδεση. Το βιβλίο αυτό είναι ένα βιβλίο γεμάτο ηθικές αξίες που επανέρχονται στις σελίδες του με την αθωότητα ενός παραμυθιού όπως είναι και ο τίτλος του, χωρίς να κουράζει.

Είχα την χαρά να διαβάσω το βιβλίο από χειρόγραφο, πολλούς μήνες πριν την κυκλοφορία του και θα ήθελα κλείνοντας να σας διαβάσω ένα ακόμη απόσπασμα που μου άρεσε πολύ  πριν ευχηθώ το παραμύθι της βροχής να είναι ένα καλοτάξιδο βιβλίο.
«Τελικά κάθε πολιτισμός παίρνει ζωή από την ανάσα των ανθρώπων που τον δημιουργούν, κι όσο κι αν φαίνεται παράδοξο, Έλληνες και Ιάπωνες φαίνεται ότι είχαν πολύ περισσότερα κοινά απ’ όσα νόμιζαν οι ίδιοι. Όταν γυρίσω πίσω θα πρέπει να κάνω μια διατριβή με αντικείμενο τα πολιτισμικά ανάλογα των δύο αυτών χωρών» συλλογίστηκε. «Ίσως αυτός να είναι ο λόγος που βρέθηκα εδώ, και ίσως τώρα, λίγο πριν φύγω, μου αποκαλύπτεται η αιτία που ήρθα σε τούτη τη χώρα. Δυο τόσο μακρινοί πολιτισμοί με τόσα κοινά, ένας Έλληνας Πυθαγόρας που έλεγε τα ίδια με τον Ιάπωνα Βούδα, ένας Διόνυσος που γιορτάζεται τόσο μακριά από την πρώτη του πατρίδα, ολόιδια όπως στους αρχαίους χρόνους. Ακόμα και το τοπίο σε πολλά μέρη μοιάζει. Το ιαπωνικό αρχιπέλαγος δεν έχει τίποτα να ζηλέψει από το Αιγαίο. Στην Ελλάδα δεν υπήρξαν βέβαια γκέισες, σαμουράι και παγόδες, υπήρξαν όμως ναοί, η ίδια λατρεία της φύσης, το αρχαίο θέατρο που όπως και εδώ ξεκίνησε από κάποιο σάτυρο, ένας κοινός ήλιος να ζεσταίνει τον ουρανό. Όλα τόσο διαφορετικά, κι όμως ολόιδια!»






Και η δική μου σειρά:


Καλησπέρα κι από μένα, ήθελα να σας ευχαριστήσω με τη σειρά μου για την αποψινή σας παρουσία και επίσης να ευχαριστήσω την κ. Μαριάννα Φωτοπούλου για την τόσο αναλυτική της παρουσίαση του βιβλίου μου. Μια και ήδη αναφέρθηκε η ιστορία του βιβλίου θα ήθελα να σας πω μόνο πως άρχισε να διαμορφώνεται μέσα μου η ιδέα να ασχοληθώ με την ιστορία αυτή, η οποία δημιουργήθηκε όταν πριν μερικά χρόνια επιστρέφοντας από το Τόκιο και με έντονο το ενδιαφέρον μου γι αυτή τη χώρα, άρχιζα να διαβάζω συστηματικά ο,τιδήποτε σχετιζόταν με την Ιαπωνία.
Διαπίστωσα τότε λοιπόν ότι ενώ όλοι μας όταν φέρνουμε στο νου τη χώρα αυτή συνειρμικά προσανατολιζόμαστε στην εξωτική της πλευρά με τις γκέισες, τα χάρτινα φανάρια, το σούσι και τις πολύχρωμες βεντάλιες ή την τεχνοκρατική της ανάπτυξη, στην πραγματικότητα πρόκειται για έναν πολύ γοητευτικό και ιδιαίτερο πολιτισμό, ο οποίος κατά την εξελικτική του πορεία μέσα στους αιώνες έχει αναπτύξει κοινά χαρακτηριστικά με εκείνα που ανέπτυξε ο ελληνικός πολιτισμός κι αυτή η διαπίστωση ήταν πολύ ενδιαφέρουσα για μένα.

Ίσως να μην είναι τυχαίο ότι και οι δύο χώρες ανέπτυξαν τον πολιτισμό τους κυριολεκτικά βουτηγμένες μέσα στη θάλασσα και το φως του ήλιου και ίσως αυτοί οι δύο παράγοντες να καθόρισαν την πορεία τους. Έτσι λοιπόν θέλησα να βρω πόσα κοινά μπορεί να έχουν οι δυο αυτοί πολιτισμοί και πόσο οι θρησκείες οι οποίες αναπτύχθηκαν στο γεωγραφικό τους χώρο μπορεί να έπαιξαν κάποιο ρόλο στη διαμόρφωση αυτών των χαρακτηριστικών. Εντυπωσιακό ήταν για μένα το γεγονός ότι οι πρώτες απεικονίσεις του Βούδα στην Ιαπωνία είχαν τη μορφή του θεού Απόλλωνα.
Στην πορεία λοιπόν ανακάλυψα ότι στην Ιαπωνία εξακολουθούν να γίνονται ακόμη και σήμερα τελετές όμοιες με τις αρχαίες ελληνικές, ενδεικτικά να αναφέρω τα ανθεστήρια, λατρεύονται θεότητες παρόμοιες και πολλά έθιμα σχεδόν ίδια με τα αρχαία ελληνικά εξακολουθούν να αναβιώνουν εκεί, ξεχασμένα ή και άγνωστα σε εμάς σήμερα.
Ένα ακόμα στοιχείο το οποίο είναι ιδιαίτερης σημασίας είναι το γεγονός ότι ενώ ο ελληνικός και ο ιαπωνικός πολιτισμός είναι δυο τόσο μακρινοί μεταξύ τους η φιλοσοφία τους είναι εντυπωσιακά ίδια, καθώς τόσο ο Πυθαγόρας και ο Πλάτωνας όσο και ο Βούδας έχουν μιλήσει σε περίπου σύγχρονη εποχή για τα ίδια πράγματα.
Με αυτά ως προϋποθετική αρχή άρχισε να στήνεται ο καμβάς της ιστορίας και το Παραμύθι της Βροχής ξεκίνησε, θέλοντας μέσα από μια μυθιστορηματική αφήγηση να μιλήσω για όλα  αυτά.

Στο Παραμύθι της βροχής η Χριστίνα, μια ελληνίδα αρχαιολόγος φεύγει σ’ ένα ταξίδι αυτογνωσίας που την οδηγεί στη μακρινή Ιαπωνία. Εκεί θα συναντηθεί με το προσωπικό της πεπρωμένο και μέσα από τα μάτια του Ιάπωνα φίλου της θα καταφέρει να δει πέρα από την επιφάνεια των πραγμάτων όπως εκείνος της υποδεικνύει. Η Χριστίνα ταυτίζει το ταξίδι αυτό με την αυτογνωσία και την ελευθερία με τη γνώση κι όταν πλέον επιστρέψει θα έχει βρει νέους δρόμους αισιοδοξίας για τη ζωή. Έτσι λοιπόν η ανασκαφική εμπειρία της Χριστίνας δεν έχει να κάνει μόνο με τα ευρήματα αλλά κυρίως με μια εσωτερική ανασκαφή που θα αναπλάσει και θα αναδιαμορφώσει την προσωπική της ζωή.
 Η Χριστίνα δεν διαλέγει τη φυγή για να απομακρυνθεί από ό,τι τη βασανίζει όπως αρχικά φαίνεται αλλά ως το όχημα που θα την οδηγήσει στο μοναχικό μονοπάτι μιας ιδιωτικής οδού όπως ο Ελύτης αναφέρει, η οποία θα την οδηγήσει σε προσωπικές της αλήθειες.
Η ιστορία της Χριστίνας και της μεγάλης της φιλίας με τον Τοσίο είναι βασισμένη σε αληθινούς χαρακτήρες, ο Τοσίο είναι έτσι όπως ακριβώς περιγράφεται στο βιβλίο, ένας άνθρωπος δηλαδή που έχει κάνει οίστρο της ζωής του τη φιλοσοφία αλλά και τη φιλία και γι αυτό είναι τόσο διαφορετικός.
 Μέσα από μια απλή ιστορία προσπάθησα να ξεδιπλώσω τη φιλική σχέση δύο διαφορετικών ανθρώπων, ξεχωριστών, που ζουν σε  δύο διαφορετικούς τόπους. Είναι δυο άνθρωποι  με διαφορετικά βιώματα, άλλη ψυχοσύνθεση, κι εντελώς άλλη κουλτούρα, οι οποίοι έρχονται κοντά, για ν’ αποστάξουν την σοφία της διαφορετικότητας και να αντικρίσουν  την αλήθεια μέσα από  διαφορετικές διαδρομές κάθε φορά. 
Κάπως έτσι λοιπόν άρχισα να γράφω το βιβλίο αυτό, θέλοντας να δώσω μορφή σε αυτές τις ιδέες και χρησιμοποίησα τον μύθο του Οιδίποδα ακριβώς όπως τον ξέρουμε, διαχρονικά παρών όπως φαίνεται σε κάθε τόπο.
 Το βιβλίο σε καμιά περίπτωση δεν ήθελα να είναι ένας οδηγός για την Ιαπωνία, είναι όμως εντελώς αδύνατο να μιλήσει κανείς γι αυτή τη χώρα, καταφέρνοντας να την παρουσιάσει, χωρίς λεπτομερείς περιγραφές. Επειδή η Ιαπωνία είναι μια πολύχρωμη χώρα, μια χώρα που κυριολεκτικά στάζει ευγένεια και πολιτισμό από παντού και ειλικρινά ένιωσα εκεί ότι προέρχομαι από έναν μονόχρωμο πολιτισμό, έναν πολιτισμό που έχει χάσει σημαντικές αξίες και πρέπει να αγωνιστεί για να τις κατακτήσει ξανά. Έτσι λοιπόν προτίμησα με αφετηρία την Ιαπωνία του εξωτισμού και των μαγικών εικόνων της άπω Ανατολής  να περάσω  παράλληλα τις ηθικές αξίες του πολιτισμού, όπως είναι η φιλία, η αυτογνωσία, η λύτρωση μέσα από τη γνώση, η ευγένεια και η καλοσύνη.

Τελειώνοντας θα ήθελα να ευχαριστήσω τον κ. Γκώνια Γιώργο για την πρόσκλησή του και τη ζεστή του φιλοξενία μέσα στο πλαίσιο του φεστιβάλ Φλυγόνιον, όλους τους ανθρώπους που στηρίζουν και δουλεύουν γι αυτό το φεστιβάλ που πραγματικά είναι πολύ σημαντική η προσπάθεια τους, τον ξενώνα Φλυγόνιον, την κ. Μαριάννα Φωτοπούλου για την εμπεριστατωμένη της ομιλία, τους δημιουργούς Βαγγέλη Καζαντζή, Μαρίνα Δακανάλη και Γ. Γκώνια για το τραγούδι που έγραψαν βασισμένο στο βιβλίο μου, τον αγαπημένο μου μαθητή Νίκο Γουλανδρή που έγραψε τη μουσική για τα βίντεο που παρακολουθήσαμε, ντύνοντας μελωδικά τις εικόνες του βιβλίου, τον εκδότη μου κ. Δοκιμάκη και για άλλη μια φορά όλους εσάς που είσαστε σήμερα μαζί μου.
Σκηνές από την προετοιμασία