Δευτέρα, 5 Σεπτεμβρίου 2011

ΑΓΙΟΙ ΚΑΙ ΔΑΙΜΟΝΕΣ ΕΙΣ ΤΑΝ ΠΟΛΙΝ/ΓΙΑΝΝΗΣ ΚΑΛΠΟΥΖΟΣ

Η ΕΥΘΥΝΗ ΤΟΥ ΣΥΓΓΡΑΦΕΑ
Ένα από τα πιο καίρια ερωτήματα που προκύπτει κάθε φορά που ένας συνειδητοποιημένος αναγνώστης κλείνει ένα βιβλίο είναι αν και σε ποιο βαθμό κατάφερε ο συγγραφέας του να αναπτύξει όλες εκείνες τις τεχνικές που προσδιορίζουν ως τέχνη τον εκφρασμένο λόγο και ενδεχομένως να ενεργοποιήσει τα αναγκαία ψυχικά του αποθέματα, για να μετατρέψει το μικρόκοσμο του έργου του σε μια συγκεκριμένη ιδέα την οποία θέλει να κοινωνήσει στον αναγνώστη του. Στο συγκεκριμένο βιβλίο όμως αυτό που ο αναγνώστης καλείται να θαυμάσει κυρίως δεν είναι η αριστουργηματική του δομή και οι δομημένοι χαρακτήρες, ούτε η ανασύσταση ενός τόσο μακρινού παρελθόντος μέσα από την παραμικρή λεπτομέρεια, όσο η ευθύνη του συγγραφέα απέναντι στο τυπωμένο χαρτί. Από τις πρώτες κιόλας σελίδες ο αναγνώστης μπορεί να αντιληφθεί, ας μου επιτραπεί η έκφραση, το "φόβο" του ΓΙΑΝΝΗ ΚΑΛΠΟΥΖΟΥ απέναντι σ' αυτό που καταπιάνεται να γράψει. Όσο γοητευτικό κι αν είναι, το ταξίδι της γραφής συνιστά την μέγιστη ευθύνη της δημιουργίας απέναντι στον αναγνώστη, πρωτίστως όμως απέναντι στο ίδιο το θέμα του. Και η δημιουργία αυτή απαιτεί έρευνα, αφοσίωση, δέσμευση. Ιδιαίτερα όταν πρόκειται για ένα έργο ιστορικών διαστάσεων. Αυτό τον φόβο του Καλπούζου ένιωσα διαβάζοντας το βιβλίο. Το φόβο που απορρέει από το σεβασμό απέναντι σ' αυτό που προτίθεσαι να γράψεις. Ο κόσμος του Τζανή είναι για τον συγγραφέα μια υπαρκτική πραγματικότητα και γι αυτό το λόγο την προσεγγίζει με δέος, γίνεται ο ίδιος μέρος του, σπαράζει με τον σπαραγμό του, ματώνει από το μαχαίρι του, ποθεί τους έρωτές του και τελικά μας τον συστήνει με τη συστολή του προικισμένου δημιουργού και την αυτοπεποίθηση ενός μεγάλου λογοτέχνη.
Ο αρχιτεκτονικός ιστός που διαπερνά και συνακόλουθα συνδέει το έργο, αδιόρατος ωστόσο στον αναγνώστη,λειτουργεί με κύριο άξονα αναφοράς την Ιστορία και εισάγει τον αναγνώστη με ένα ενδιαφέρον τρόπο στην ιστορική αναβίωση της περιόδου 1808-1831, αφήνοντας τη μαγεία μιας αφήγησης που δεν κουράζει ως απλή ιστορική καταγραφή, αλλά σαγηνεύει μέσα από τις περιγραφές που άλλοτε γίνονται ανατριχιαστικές και κόβουν την ανάσα κι άλλοτε μυρίζουν ανατολίτικο άρωμα λαγνείας, πάντοτε όμως συλλειτουργούν στην κατάκτηση της γνώσης.
Αυτό το στοιχείο όμως που κατά κύριο λόγο ξαφνιάζει αρχικά τον αναγνώστη, για να τον γοητεύσει στη συνέχεια και κυρίως να τον συγκινήσει είναι η επιλογή της γλώσσας που ο συγγραφέας χρησιμοποιεί. Σε μια δύσκολη πρωτοπρόσωπη αφήγηση με το γλωσσικό ιδίωμα της Πόλης του 1808 που χρησιμοποιούσαν οι Έλληνες εκεί, ο Καλπούζος δραπετεύει από τις παγιωμένες φόρμες και τολμά να ρισκάρει πέρα από τα καθιερωμένα σχήματα, για να πετύχει το σχηματισμό ενός γλωσσικού μωσαικού που αντικαθρεφτίζει τον πολυπολιτισμικό καθεστώς της Πόλης του 19ου αιώνα. Κάθε συναρμολογημένη λέξη, επιμελώς τοποθετημένη μέσα στο κείμενο, συνιστά ένα ψηφιδωτό αισθητικής απόλαυσης. Η οπτική γωνιά της καταγεγραμμένης βιωμένης μνήμης αλλάζει καθώς μετατοπίζεται ανάμεσα στους ήρωες και αλλάζει ύφος και τρόπο γραφής.
Το καθεστώς των αντιθέσεων που διαφαίνεται μέσα από απλές φράσεις: "Μουσουλμάνες να φυλάγονται μηνξεσκεπαστούν τα μούτρα τους.Ρωμιές μονάχα με τις καμιζόλες"(σελ.17).
Ένα γοητευτικό ταξίδι η αφήγηση του κεντρικού ήρωα, του Τζανή σε έναν κόσμο που αναβιώνει αισθητικά και ιστορικά με απίστευτες λεπτομέρειες από στοιχεία που συνέθεταν το παζλ της καθημερινής ζωής στην Πόλη ξετυλίγεται μέσα στις σελίδες και ο αναγνώστης μένει να απορεί με τη δύναμη των περιγραφών του. Βρίσκεται κι εκείνος σε μια γωνιά του εργαστηρίου του Τζανή να μυρίζει τα αποστάγματα των αρωμάτων του έτσι όπως αυτά ανακατεύονται με τις φωνές των ανθρώπων από όλες τις φυλές, των άστεγων που κάθονταν έξω από τα τζαμιά, των γενίτσαρων, των ευνούχων, των κρυπτοχριστιανών, των πραματευτάδων. Ακούει τους ήχους τους, γεύεται τις μυρωδιές τους, μυρίζει την ανάσα τους. Μουσουλμάνες, χανούμισες, Ελληνίδες περνούν από τις σελίδες σε μια ιστορική πραγματικότητα αναμεμειγμένη με την ηθογραφία της εποχής.
Είναι ασύγκριτος ο αριθμός των πληροφοριών που ο αναγνώστης μπορεί να συλλέξει. Ήθη, έθιμα,μάγια, ξόρκια, παροιμίες, τραγούδια από τη μια και από την άλλη ιδέες όπως η αυτοθυσία,η αγριότητα, η φιλία, το πάθος, η σταύρωση και η ανάσταση, ενδόμυχες ομολογίες και απολόγίες εμπλέκονται σε ένα παιχνίδι αντιθέσεων με τους ήρωες να αποτελούν την υπαρκτική έκφανση του καλού και του κακού.
Το βιβλίο εντυπωσιάζει από τον αμητό πληροφοριών και εικόνων, αποτέλεσμα σκληρής δουλειάς του Γιάννη Καλπούζου, εκφράζοντας ταυτόχρονα την μέγιστη οδύνη του δημιουργού, ορατή σε όλους, όσοι βασανίζονται να ακουμπήσουν επάνω σε ένα κομμάτι λευκού χαρτιού την καταγραφή του λόγου τους και κατατάσσει τον συγραφέα αυτού του βιβλίου στους κλασσικούς δημιουργούς αυτού του τόπου.
Από το οπισθόφυλλο του βιβλίου:
Μυθοπλασία και πραγματικότητα συνυφαίνονται στο υφαντό της Πόλης από το 1808 ως το 1831. Καθημερινή ζωή, έρωτες, δυνατές φιλίες, πλούτη, φτώχεια, οραματιστές, συμμορίες των δρόμων, χασικλήδες, δερβίσηδες, γενίτσαροι· α
ρνησίθρησκοι, κρυπτοχριστιανοί, δεισιδαιμονίες, ερωτικά ξόρκια, χαμένα όνειρα, οι γυναίκες στη σκοτεινή πλευρά του φεγγαριού· πυρκαγιές, παζάρια, βεγγέρες, καπηλειά των 1000 τ.μ., η τρομερή φυλακή του Μπάνιον, το μπουντρούμι και η αστυνομία του Πατριαρχείου· κοινά σχολεία, η Μεγάλη του Γένους Σχολή, ερωμένες Πατριαρχών, λεσβίες, αρώματα, λάσπες, βασανιστήρια, πανούκλα· προεπαναστατική περίοδος, Φαναριώτες, συνωμοσίες, μυστικές εταιρείες, προδότες, μισαλλοδοξία, οι σφαγές στην Πόλη το 1821· Ρωμιοί, Οθωμανοί, Αρμένιοι, Φράγκοι, Εβραίοι. Κι ακόμα Πόντος, Χίος, Δραγατσάνι, Μανιάκι, Αλεξάνδρεια.

Πόθος, φόβος, όχλος, άγιοι και δαίμονες.

Ένα επικό μυθιστόρημα που καθηλώνει τον αναγνώστη με την περιπετειώδη ζωή των ηρώων του, την ατμόσφαιρά του, τη χειμαρρώδη γλώσσα του, το συναίσθημα, τον στοχασμό, τις αστείες καταστάσεις και την ολοζώντανη αναπαράσταση της εποχής εκείνης.
http://youtu.be/9AOy2AWRPQY

Παρασκευή, 2 Σεπτεμβρίου 2011

ΔΗΜΗΤΡΗΣ ΜΟΥΡΑΤΙΔΗΣ:ΤΟ ΠΟΡΤΡΕΤΟ ΤΗΣ ΣΙΩΠΗΣ

Ο δημοσιογράφος ΔΗΜΗΤΡΗΣ ΜΟΥΡΑΤΙΔΗΣ, γνωστός στη Β. Ελλάδα για την επιτυχημένη του εκπομπή για το βιβλίο με τίτλο ΣΕΛΙΔΟΔΕΙΚΤΗΣ γράφει στο προσωπικό του blog για ΤΟ ΠΟΡΤΡΕΤΟ ΤΗΣ ΣΙΩΠΗΣ ένα εξαιρετικό κείμενο το οποίο και αναδημοσιεύω από το bibliododktis.blogspot.com και τον ευχαριστώ πολύ.

Πέμπτη, 1 Σεπτεμβρίου 2011
ΤΟ ΠΟΡΤΡΕΤΟ ΤΗΣ ΣΙΩΠΗΣ


ΤΕΣΥ ΜΠΑΪΛΑ ΒΕΝΕΤΟΥΛΗ

Εκδόσεις Έναστρον

Σελ. 400, Μάρτιος 2010.

Τις τελευταίες εβδομάδες, ανάμεσα στα άλλα, διάβασα και τρία πολύ καλά βιβλία. Δύο γραμμένα από έλληνες και ένα από ξένο συγγραφέα. Είναι τα : "Το Πορτρέτο Της Σιώπής", στο οποίο θα αναφερθώ στη συνέχεια, "'Αγιοι Και Δαίμονες" και "Το Πικρό Τραγούδι". Θα προσπαθήσω να παρουσιάσω και τα άλλα δύο, αλλά θα πάρει κάποιο χρόνο. Γιατί, τις περισσότερες φορές, το να παρουσιάσω ένα βιβλίο, είναι πολύ πιο δύσκολο από το να το διαβάσω. Μερικές φορές μάλιστα, νοιώθω να στερεύουν οι λέξεις και τότε αισθάνομαι πραγματικά αδύναμος, αφού δεν μπορώ να δώσω-σε όσους μου κάνουν την τιμή να διαβάζουν τις παρουσιάσεις μου-όσα ένιωσα εγώ διαβάζοντας το βιβλίο. Και για το συγκεκριμένο βιβλίο, ισχύουν τα πιο πάνω.

Την παρουσίαση του σημερινού βιβλίου, θα την ξεκινήσω με έναν αδόκιμο τρόπο, λέγοντας ευθύς εξ αρχής ότι μου άρεσε. Και λέω αδόκιμο τρόπο, γιατί στις παρουσιάσεις που γράφω, πρώτα περιγράφω στοιχεία του βιβλίου και στη συνέχεια λέω τη γνώμη μου. Στο μύθο του βιβλίου, δε θέλω να αναφερθώ ιδιαίτερα. Όχι γιατί δεν το αξίζει. Το αντίθετο. Αλλά όταν θα ολοκληρώσετε την ανάγνωση της παρουσίασης θα καταλάβετε γιατί. Απλά να πω ότι είναι πολύ καλά χτισμένος, με περίτεχνα στημένες ανατροπές, όπου θεωρεί απαραίτητο η συγγραφέας για να κλιμακώνεται το σασπένς. Οι χαρακτήρες είναι ορθά δομημένοι, αν και η απόφαση του Γιάννη να γίνει μοναχός, εγκαταλείποντας την οικογένεια και την αγαπημένη του (κυρίως αυτή), πέφτει "ως κεραυνός εν αιθρία", αφού τίποτα μέχρι εκείνη τη στιγμή δεν θα είχε προϊδεάσει για τις μεταφυσικές του ανησυχίες. Στη συνέχεια βέβαια, οι "εξομολογήσεις" του, στο ημερολόγιό του, μας διαφωτίζουν για τις διεργασίες μέσα από τις οποίες έφτασε να πάρει αυτή την απόφαση. Προσεγμένοι επίσης είναι και οι δευτερεύοντες χαρακτήρες, οι οποίοι εκτός του ότι καταφέρνουν να γίνουν αμέσως συμπαθείς, μου φάνηκαν (και πιστεύω σε όλους τους αναγνώστες του βιβλίου) ανεξήγητα οικείοι.

Όμως, όπως γράφω και πιο πάνω, σε όλα αυτά δεν θέλω να αναφερθώ εκτενώς. Θ' αφήσω τον αναγνώστη να τα ανακαλύψει μόνος του. Γιατί το μεγάλο ατού του βιβλίου, είναι η γραφή. Η δημιουργία των εικόνων, η περιγραφή της φύσης, των ανθρώπων και των συναισθημάτων τους, είναι συναρπαστική. Η επιλογή των λέξεων προσεκτική και μοναδική. Και τέλος ο λυρισμός που διατρέχει το βιβλίο από την πρώτη μέχρι την τελευταία σελίδα, δίνοντας έτσι μια έντονη ποιητικότητα σε ένα πεζογράφημα. Σας παραθέτω ένα μικρό δείγμα: "Ένας ολόλαμπρος ήλιος ήρθε το επόμενο πρωινό να ζεστάνει γλυκά το νησί. Αναζήτησε με τις πρώτες αχτίδες του την πέτρινη γη να σμίξει μαζί της, έλουσε τα μαλλιά του στο γαλάζιο νερό και πλημμύρισε τον αιθέρα νιάτα και ομορφιά. Όρμησε μέσα από το μισάνοιχτο παράθυρο του δωματίου, τελάλης της καινούργιας μέρας". Και τέτοια μικρά διαμάντια γραφής θα βρείτε πολλά σε όλες σχεδόν τις σελίδες του βιβλίου.

Κλείνοντας την παρουσίαση , θα ήθελα να συμπληρώσω, ότι πρόκειται για ένα βιβλίο που αξίζει την προσοχή μας καθώς και κάθε λεπτό που θα του αφιερώσουμε. Και μια συμβουλή. Φροντίστε να ξεκινήσετε την ανάγνωση έχοντας χρόνο μπροστά σας. Το βιβλίο θα σας συναρπάσει τόσο, που δεν θα θέλετε να το αφήσετε από τα χέρια σας.
ΔΗΜΗΤΡΗΣ ΜΟΥΡΑΤΙΔΗΣ