Δευτέρα, 15 Αυγούστου 2011

ΦΟΥΡΟΛΕΝΗ/ΜΑΡΩ ΓΟΝΤΙΚΑΚΗ ΦΟΥΡΑΚΗ


Μια συγκλονιστική κατάθεση διαμαρτυρίας, μια απελπισμένη κραυγή υψώνεται μέσα από τις σελίδες του συγκεκριμένου βιβλίου. Μια φωνή που ορθώνεται από ένα πλάσμα καταδικασμένο να ζήσει τη ζωή που οι άλλοι προκαθόρισαν γι αυτό. Το κοινό πεπρωμένο των γυναικών της ελληνικής επαρχίας του προηγούμενου αιώνα σηματοδοτεί τη δική της μοίρα, μια μοίρα υποταγμένη στο βάρος μιας, χωρίς ίχνος ήθους, ηθικής που χαράζεται ανεξίτηλα στην επιφάνεια των δικών της ονείρων. Ο κεντρικός χαρακτήρας του βιβλίου, η Λένη, τολμά να ορθώσει το ανάστημά της και με την απαραίτητη λεβεντιά, απόρροια της σφακιανής της καταγωγής, μεταμορφώνεται κυριολεκτικά σε ένα πλάσμα που με περηφάνεια και αξιοπρέπεια αυτοπροσδιορίζει τα όρια της προσωπικής της αυτοδιάθεσης. Η ευαισθησία και η σκληρότητα απόλυτα ισορροπημένες και εναρμονισμένες μέσα της γίνονται ο τρόπος που η Λένη θα σταθεί απέναντι στις βιωμένες απώλειες που καλείται σε ολόκληρη τη ζωή της να αντιμετωπίσει. Αλλά και ο μοναδικός της οδηγός επιβίωσης, ο ίδιος μηχανισμός που πυροδοτεί ταυτόχρονα και την προσωπική της μεταμόρφωση, μέσα στη λαίλαπα των ιστορικών γεγονότων που ακολουθούν.
Η Λένη είναι μια γυναίκα που η ζωή της σημαδεύτηκε πολύ νωρίς από απώλειες. Μέχρι τα βαθιά της γεράματα έζησε μέσα σε αντίξοες συνθήκες όμως κατάφερε να ορίσει τη ζωή της με δυναμισμό και αποφασιστικότητα. Ταυτόχρονα με την ιστορία της ξεδιπλώνεται και η ιστορία της Κρήτης, μέσα από τους αγώνες της και τα ιδιαίτερα ήθη και έθιμά της, κάνοντας το βιβλίο μια ρεαλιστική απεικόνιση της εποχής.
Η Λένη θα κληθεί να αντιμετωπίσει την ορφάνια, την καταπίεση, την κακοποίηση σε όλες τους τις μορφές μα κυρίως θα κληθεί να αντιπαλέψει με την μέγιστη αντιξοότητα που κυριολεκτικά κατακεραυνώνει το μέλλον της και δεν είναι άλλη από τον κοινωνικό περιορισμό της λόγω φύλου. Θα το κάνει με μοναδικό της όπλο την αξιοπρέπεια και την περηφάνια, αποδεικνύοντας στο τέλος ότι τολμώντας το παράλογο είναι που ανοίγουν οι ορίζοντες. Και η τόλμη δεν μπορεί να είναι παρά "ορθόκορμη, λεβέντικη, αετίσια".
Καθώς η λογοτεχνία, όπως κάθε μορφή τέχνης εμπεριέχει και προυποθέτει την επικοινωνία ανάμεσα στον δημιουργό και τον δέκτη του και κάθε επικοινωνία για να υφίσταται πρέπει να λειτουργήσει με βάση συγκεκριμένους κώδικες, απόλυτα σεβαστούς και αφομοιώσιμους και από τα δύο μέρη, η γλώσσα που χρησιμοποιεί η συγγραφέας για να κοινωνήσει το θέμα της είναι ακριβώς και το μεγαλύτερο προτέρημα του συγκεκριμένου βιβλίου. Μια γλώσσα προφορική, ρέουσα και ταυτόχρονα κεράυνια και αιχμηρή που εκφέρεται με την συγκίνηση ή την ωμότητα που επιβάλλει το μέτρο του έργου και η πηγαία φυσικότητα.
Η συγγραφέας επιχειρεί με έναν λόγο άμεσο και λιτό, σε πρωτοπρόσωπη, γραμμική αφήγηση, τον καταγγελτικό της μονόλογο, ένα μονόλογο που κυριολεκτικά τοποθετεί τον αναγνώστη απέναντι σε μια αναμέτρηση με την αλήθεια που ορίζει την προσωπική του ηθική,τις παγιωμένες αντιλήψεις του. Μέσα από τους ήρωες του βιβλίου, οι οποίοι κινούνται με συγκεκριμένο προσανατολισμό, δημιουργεί τον κοινωνικό ιστό της εποχής σε τέτοιο βαθμό ώστε ο αναγνώστης να νιώθει πως είναι δίπλα τους, κομμάτι της ζωής τους. Η περιγραφή τους περιεκτική και δυναμική σκηνοθετεί την πλοκή της ιστορίας και με έναν άμεσο και αιχμηρό τρόπο καταφέρνει μια βαθιά τομή στις ηθογραφικές δομές της περιγραφόμενης κοινωνίας.
Το βιβλίο διαθέτει μια ταχύτατη πλοκή η οποία σε συνδυασμό με την ιστορική αναφορά που το διατρέχει συνταράσσει τον αναγνώστη και ρίχνει φως στις τραγικές εντάσεις που οι ήρωες βιώνουν με έναν τρόπο τόσο πηγαίο, καθώς φαίνεται ότι αναδύεται από το υποσυνείδητο της συγγραφέως από το σημείο δηλαδή που εδρεύουν οι οραματισμοί της και οι νοητικές διεργασίες της έμπνευσης της. Η συγγραφέας μας δίνει την ευκαιρία να διακρίνουμε, όλο εκείνο τον πνευματικό μόχθο, αλλά και το δημιουργικό της ήθος και να το ακολουθήσουμε στο προσωπικό της όχημα έκφρασης, καθώς εξεικονίζει το νοητικό περιεχόμενο του έργου της με εικόνες αδιαπραγμάτευτης αισθητικής, άλλοτε ευαίσθητες, άλλοτε οδυνηρές και σκληρές, πάντοτε όμως ρεαλιστικές και γι αυτό τόσο πολύτιμες.
ΑΠΟ ΤΟ ΟΠΙΣΘΟΦΥΛΛΟ ΤΟΥ ΒΙΒΛΙΟΥ:
Λένε πὼς πρέπει νὰ φτάσει κανεὶς στὸ ἔσχατο σημεῖο τοῦ προσωπικοῦ του δράματος γιὰ νὰ μπορέσει στὴ συνέχεια νὰ ὀρθοποδήσει. Ἡ Φουρολένη εἶναι μία γυναῖκα τῆς Κρήτης ποὺ μεγάλωσε μέσα στὴν ὀρφάνια καὶ μὲ τὸ αἴσθημα τῆς μεγάλης ἀδικίας. Ὡς νὲα γυναίκα, με ἀναπτυγμένη μία ἀτσαλένια θελήση καὶ ἀποφασιστικότητα, πορεύτηκε μὲ ἀμάχη γιὰ τὴ ζωή. Αὐτὴ τὴ ζωὴ τής ἀναδιηγείται ἡ συγγραφέας τοῦ βιβλίου.
Ἡ Φουρολένη ἀναδύεται μέσα ἀπὸ τὶς σελίδες τῆς ἀφήγησης ἀπρόβλεπτη. Ἄλλοτε σκληρὴ καὶ ἄλλοτε τρυφερή, συχνὰ ἐπιθετική, πότε ἀμυνόμενη καὶ πότε ἐπιτιθέμενη, γίνεται ἡ ἴδια κριτὴς καὶ τιμητὴς τῆς ἀδικίας ποὺ τὴν πληγώνει. Συχνὰ ἔχει τὸ αἴσθημα μιᾶς ἀποστολῆς καὶ μιᾶς μεταφυσικῆς δικαίωσης. Ζεῖ καὶ δρᾶ μὲ τοὺς κανόνες μιᾶς ἠθικῆς ποὺ πηγάζει μέσα ἀπὸ μακραίωνη παράδοση-ἡ καταγωγή τής εἶναι ἀπὸ τὰ Σφακιά-κι ἀπὸ τὶς ἀρχὲς αυτῆς ἠθικῆς ἀντλεῖ κουράγιο καὶ δύναμη γιὰ νὰ ἀντέξει τὴν ἀδικία, νὰ κουμαντάρει τὸ σπιτικό της, νὰ ἀναθρέψει τὰ παιδιὰ της, νὰ πολεμήσει γιὰ τὴ λευτεριὰ τοῦ τόπου της, νὰ συντρέξει σὲ δυσκολίες ἢ σύμφορες δικῶν της ἀνθρώπων, νὰ καταλαγιάσει πάθη, νὰ ἁπαλύνει τὸν πόνο τὸν δικό της ἢ τὸν πόνο τῶν ἄλλων. Ἡ ζωή της καὶ οἱ πράξεις τής ἔχουν τὴν ἔνταση ποὺ συχνὰ ὁδηγεῖ σὲ ὁριακὲς καταστάσεις. Ὁ ἀπολογισμός, ποὺ φτάνει μὲ τὸ τέλος τῆς ζωῆς τής-καὶ μὲ τὸ τέλος τῆς ἀνάγνωσης τοῦ βιβλίου-ἀφήνει ἕνα κενό: πόση δύναμη χρειάζεται γιὰ νὰ πεῖς ὅτι φεύγεις ἀφήνοντας πίσω σου ἀνθρώπους ποὺ σὲ ἀγαποῦν. Ἡ ἡρωίδα τοῦ βιβλίου δείχνει νὰ ἄφησε πίσω τῆς ἀπάντηση θετική.

Τετάρτη, 10 Αυγούστου 2011

ΟΔΟΙΠΟΡΙΚΟ ΣΤΗ ΜΠΡΟΥΖ, ΤΗ ΒΕΝΕΤΙΑ ΤΟΥ ΒΟΡΑ


Στην καρδιά της Ευρωπαϊκής πρωτεύουσας, στην πόλη των Βρυξελλών, εκεί που η μυρωδιά της σοκολάτας ανακατεύεται με την παραδοσιακή χειροποίητη δαντέλα και το χαμόγελο των κατοίκων με τη μπύρα και την κλασσική μουσική, φτάσαμε ένα κρύο πρωινό.Το φως του ήλιου έφτανε αμυδρά στις γωνιές αυτής της πόλης και η βροχή ετοιμαζόταν να ξεσπάσει σε λίγη ώρα, ξεπλένοντας τα πάντα γύρω της
.


Πρώτος σταθμός μετά την απαραίτητη εγκατάστασή μας στο πολυτελές ξενοδοχείο της επιλογής μας ένα από τα παραδοσιακά καφέ της πόλης. Εκεί όπου η μυρωδιά της σοκολάτας πραγματικά κυριαρχεί και φέρνει στο νου στιγμές από την παιδική ηλικία. Ζεστασιά, χαμηλά φώτα κι όλοι τριγύρω να δοκιμάζουν το παραδοσιακό ρόφημα, που αχνιστό ερχόταν σε κάθε τραπέζι γύρω μας.

Ο ταξιδιωτικός οδηγός ανοιχτός δίπλα μας στη σελίδα με τα διασημότερα αξιοθέατα κι εμείς αρχίσαμε για άλλη μια φορά να διαμορφώνουμε το πρόγραμμα των ολιγοήμερων διακοπών μας.

Αποφασίσαμε λοιπόν μια από τις τρεις μέρες που διαθέταμε να την αφιερώσουμε στην πόλη Μπρουζ, στην περίφημη Βενετία του Βορά, όπως οι Βέλγοι αρέσκονται να χαρακτηρίζουν την πόλη αυτή.
Η υπόλοιπη μέρα κύλησε με βόλτες στην περίφημη πλατεία των Βρυξελλών,

με τα καταπληκτικά κτήρια που την κοσμούν και την υπαίθρια αγορά λουλουδιών, επισκέψεις σε μουσεία, η πόλη φιλοξενούσε μια περίφημη συλλογή έργων του Δομήνικου Θεοτοκόπουλου και μια επίσης σημαντική έκθεση της Φρίντας Κάλο, το περίφημο μουσείο μουσικών οργάνων που διαθέτει σπάνια εκθέματα από όλες τις χώρες, εξαντλητικό ποδαρόδρομο και άφθονη μπύρα στα στενά δρομάκια.


Έκπληκτοι είδαμε δίπλα στην κεντρική πλατεία το δρόμο με τα ελληνικά εστιατόρια, μουσική Θεοδωράκη να παίζει και βεβαίως το σουβλάκι να κατέχει μια πραγματικά τιμητική θέση!

Η Γκαλερί Royales de Saint Hubert, μια εμπορική στοά χτισμένη το 1847, ήταν ιδιαίτεραεντυπωσιακή. Το ίδιο και η μεσαιωνική ατμόσφαιρα που αποπνέει ο Saint Nicholas της Myra.

Τα Βασιλικά Μουσεία Καλών Τεχνών, με εξαιρετικές συλλογές γνωστών ζωγράφων και γλυπτών, το Μουσείο Horta, στο σπίτι του ομώνυμου αρχιτέκτονα της αρ νουβό και το Μουσείο των κόμικς, με τον αγαπημένο Βέλγο ήρωα Τεν Τεν.
Λίγο πιο έξω από το κέντρο της πόλης, εκεί που βρίσκονται τα μεγαλύτερα συνεδριακά κέντρα της είναι και το περίφημο Ατόμιουμ, το τεράστιο αντίγραφο ενός μορίου που κατασκευάστηκε το 1958 και αποτελεί το σύμβολο της πόλης.
Η επόμενη μέρα μας βρήκε από νωρίς το πρωί, στον κεντρικό σταθμό τρένου των Βρυξελλών να αγοράζουμε εισιτήρια για την περίφημη, μαγική Βελγική πόλη. Η πόλη απέχει περίπου 100χμ από τις Βρυξέλλες, το ταξίδι με το τρένο όμως είναι ευχάριστο, γρήγορο και οικονομικό. Μια απίστευτης ομορφιάς διαδρομή που κράτησε περίπου μία ώρα μας αποζημίωσε για το τόσο πρωινό μας ξύπνημα. Τα χωριά που περάσαμε ήταν σαν μικροί κουκλίστικοι οικισμοί.

Ποτάμια φιδογύριζαν ανάμεσά τους, λίμνες βουτηγμένες σε καταπράσινα λιβάδια γυάλιζαν στις αχτίδες του ήλιου, που τη δεύτερη μέρα παραμονής μας στη χώρα αυτή είχε αποφασίσει να μας χαρίσει ένα λαμπερό, ανοιξιάτικο ουρανό.

Η φύση ολόγυρά μας ήταν μοναδικής ομορφιάς αλλά αυτό που παρατηρεί κανείς είναι το γεγονός ότι οι ανθρώπινες παρεμβάσεις έχουν σεβαστεί απόλυτα το τοπίο, τα σπίτια μοιάζουν να εναρμονίζονται μαζί της και τίποτα, κανενός είδους ανομοιομορφία δεν διαταράσσει την εικόνα της βελγικής υπαίθρου.


Το τρένο έφτασε στο σταθμό κι εμείς κατεβήκαμε, οπλισμένοι με τις φωτογραφικές μας μηχανές κι ένα χάρτη της περιοχής, μικροί εξερευνητές μιας πανέμορφης πόλης. Το πρώτο πράγμα που παρατηρεί κανείς είναι το τεράστιο πάρκινγκ για τα ποδήλατα που βλέπει μόλις βγει από το σταθμό του τρένου. Η πόλη ζει σίγουρα σε άλλους ρυθμούς κι αυτό το νιώθει κανείς στον αέρα της και στην ηρεμία των κατοίκων που συναντά.
Για να μπούμε στο κέντρο της πόλης χρειάστηκε να περάσουμε μέσα από το περίφημο πάρκο Μάινπαρκ, ένας τόπος εξαιρετικής ομορφιάς που αποπνέει ηρεμία και αρχοντιά. Στην έξοδό του μας αποκαλύφθηκε η αληθινή ομορφιά της πόλης!

Εντυπωσιακά, μεσαιωνικά κτήρια, αγκαλιασμένα τρυφερά με τα όμορφα, μικρά Βελγικά σπίτια, που διατηρούν αναλλοίωτα τα παραδοσιακά, διατηρητέα τους στοιχεία.

Ναοί γοτθικού κυρίως ρυθμού, επιβλητικά υψωμένοι να ακουμπούν σχεδόν το θόλο του ουρανού, βρίσκονται εκεί χτισμένοι από τον 15ο και 16ο αιώνα και δίνουν στην πόλη μια μεγαλοπρεπή εικόνα, εξαιρετικής δύναμης. Ολόκληρη η Μπρουζ θυμίζει ένα ολοζώντανο μουσείο, είναι άψογα φροντισμένη, πεντακάθαρη και βεβαίως αποτελεί ένα κόσμημα για το Βέλγιο.

Όπου και να στραφεί η ματιά του επισκέπτη της, θα αντικρίσει λουλούδια, τα παρτέρια είναι γεμάτα τουλίπες, δέντρα πλαισιώνουν τους δρόμους με τα μακριά κλαδιά τους και η πόλη μοιάζει να είναι καλαίσθητα στολισμένη για μια μεγάλη γιορτή.

Η κεντρική πλατεία της είναι μια κυκλική πλατεία, η γνωστή Μαρκτ. Ολόγυρά της βρίσκονται τοποθετημένα μαγαζιά που πωλούν περίφημες, παραδοσιακές, χειροποίητες δαντέλες και ταπισσερί, εστιατόρια αλλά και ξεχωριστά μαγαζιά που πωλούν σοκολάτες σε κάθε μορφή, χρώμα και γεύση, μπισκοτοπωλεία πολύχρωμα και βεβαίως καφέ, όπου μπορεί να απολαύσει κανείς ένα σοκολατένιο ρόφημα.

Στην πλατεία δεσπόζει το καμπαναριό του Μπελφόρτ.

Πρόκειται στην ουσία για ένα κάστρο, σήμερα επισκέψιμο όπου μπορεί να ανεβεί κανείς στο 88 μέτρων καμπαναριό, για να απολαύσει την μοναδική θέα της πόλης από ψηλά. Επίσης το Παλιό Κυβερνείο είναι ένα από τα σοβαρότερα εκθέματα της πόλης.

Πλακόστρωτοι δρόμοι, στενά καλντερίμια, μεσαιωνικά και αναγεννησιακά κτήρια συνθέτουν την εικόνα της πόλης αυτής. Αυτό όμως που την χαρακτηρίζει ιδιαίτερα και κάνει τους Βέλγους να μιλούν με καμάρι για τη δική τους Βενετία είναι ο υδάτινος δρόμος που τη διαρρέει από τη μια άκρη της στην άλλη.

Δυο μεγάλοι ποταμοί που ξεκινούν από τη Βόρεια Θάλασσα, την Οστάνδη και τη Ζε-Μπρουζ καταλήγουν στην πόλη, σχηματίζοντας μιρκά και μεγάλα κανάλια, γύρω από τα οποία η Μπρουζ είναι χτισμένη. Τα κτήρια είναι ακριβώς στο χείλος των καναλιών χτισμένα και καθρεφτίζονται συνεχώς μέσα στα διαυγή νερά τους, δημιουργώντας απαράμιλλους, κυματοστραμμένους αντικατοπτρισμούς.


Την ώρα του δειλινού είναι τυχερός όποιος βρεθεί κοντά στις όχθες των καναλιών αυτών. Ο κορεσμός των χρωμάτων που δημιουργούνται μέσα στα νερά κάνουν ολόκληρη την πόλη ένα μοναδικό πορτρέτο ομορφιάς. Σαν κάποιος αναγεννησιακός ζωγράφος να άφησε μέσα στα νερά τα τεράστια πινέλα του για να τα ξεπλύνει από τις λαδομπογιές του κι εκείνα έβαψαν το νερό μοναδικά!


Κι ανάμεσά τους πάπιες και κύκνοι λικνίζονται, συμπληρώνοντας την ομορφιά με τη μεγαλοπρέπεια των ήρεμων κινήσεών τους μέσα στον υδάτινο αυτό πίνακα! Ο κύκνος άλλωστε αποτελεί και το σήμα κατατεθέν της πόλης.

Μια βόλτα ανάμεσά τους με ένα από τα χαρακτηριστικά βαρκάκια επιτρέπει και στον πιο απαιτητικό επισκέπτη της Μπρουζ να χαλαρώσει και αν απολαύσει μια μοναδική θέαση της πόλης από μια άλλη, τόσο διαφορετική οπτική γωνία.


Μπορεί κανείς να χαρεί μια βόλτα με τα τόσο χαριτωμένα αμαξάκια της πόλης, όπου θα μπορεί να έχει μια μικρή ξενάγηση από τον αμαξά που με πολύ ευχαρίστηση κι ευγένεια προσφέρει.


Το μεσημέρι ένα καλό γεύμα με τι άλλο καλύτερο και γευστικότερο από τα μύδια, τα οποία αφθονούν στα εστιατόρια της πόλης, καθώς γίνεται εμπόριο μυδιών από την Οστάνδη.

Οι μερίδες τεράστιες και λαχταριστές συνοδεύονται πάντα από εκλεκτή μπύρα και αστακομεζέδες και προκαλούν κάθε επισκέπτη.
Κανείς όμως δεν πρέπει να φύγει από την πόλη αυτή πριν επισκεφθεί το περίφημο μουσείο διαμαντιών όπου μπορεί να θαυμάσει κανείς μοναδικά κομμάτια αλλά και το μουσείο σοκολάτας!

Οπουδήποτε όμως και να σταθεί κανείς τα βελγικά σοκολατάκια μοσχοβολούν και η αγάπη των κατοίκων αυτής της χώρας στο είδος αυτό φαίνεται από τον τρόπο που τα στολίζουν μέσα στα καταστήματά τους. Μοιάζουν με σπάνιους πολύτιμους λίθους που γυαλίζουν στο φως της βιτρίνας και αντανακλούν μια μακρόχρονη παράδοση.


Η πόλη αυτή ιδρύθηκε από τους Βίκινγκς τον 9ο αιώνα. Η ονομασία της προήλθε από τη σκανδιναυική λέξη Μπρίγκα που θα πει γέφυρα.


Από τον 13ο αιώνα έγινε γνωστό εμπορικό και οικονομικό κέντρο και από τότε είναι διάσημη για τα φλαμανδικά υφάσματα και τις χειροποίητες δαντέλες που πρέπει κανείς να αναζητήσει σε καλά καταστήματα της περιοχής κι όχι στα τουριστικά μαγαζιά που αφθονούν στην περιοχή.

Η πόλη κατά το μεσαίωνα γνώρισε σημαντική άνθηση, ήταν μια από τις πλουσιότερες πόλεις της Ευρώπης. Μέσα από τα κανάλια της ένας μεγάλος όγκος εμπορευμάτων από όλο τον κόσμο. Η παρακμή βρήκε την πόλη για τέσσερις αιώνες, ενώ τον 19ο αιώνα οι ισχυρότερες οικογένειες της πόλης επέβαλλαν να διασωθεί η πόλη και στάθηκαν μπροστά στην αποκατάστασή της, με αποτέλεσμα να πετύχουν να χαρακτηριστεί κόσμημα και να αρχίσει η συντήρησή της.


Ο μητροπολιτικός ναός της πόλης είναι μια εκκλησία αφιερωμένη στην Παναγία. Αξίζει να την επισκεφθεί κανείς για να θαυμάσει δύο κυρίως πράγματα:

μια χαρακτηριστική πιετά φιλοτεχνημένη από τον Μιχαήλ Άγγελο, η οποία αποτελεί ένα πόλο έλξης για το τουριστικό κοινό και βεβαίως ένα κοινό έθιμο της καθολικής εκκλησίας με την ορθόδοξη που σπάνια απαντάται. Αυτό της προσφοράς ταμάτων προς την Παναγία, σε μαρμάρινη μορφή. Σε κάθε περίπτωση μπορεί κανείς να απολαύσει τη μαγεία του εκκλησιαστικού οργάνου που συνοδεύει την καθολική λειτουργία μέσα στους επιβλητικούς ναούς.

Μια ισόπεδη, πράσινη ομοιομορφία που δεν διακόπτεται από βουνά, λόφους ή ακρογιαλιές αλλά μόνο από λουλούδια όλων των χρωματισμών και από γοτθικούς, πέτρινους ναούς είναι το χαρακτηριστικό της βελγικής υπαίθρου που χαρήκαμε.

Επιστρέφοντας στις Βρυξέλλες, την μεγαλούπολη- πρωτεύουσα της Ευρώπης με τους πληθυσμούς όλου του κόσμου να περνούν από δίπλα μας και να δίνουν τον τόνο αυτής της μεγάλης ευρωπαϊκής κοινότητας που έχει πλέον σχηματιστεί, μείναμε με την εντύπωση του παραμυθιού που άφησε μέσα μας αυτή η τόσο όμορφη και μικρή πόλη.

Φωτογραφίες: Τέσυ Μπάιλα