Δευτέρα, 4 Ιουλίου 2011

ΣΑΝΤΟΡΙΝΗ: ΜΙΑ ΜΑΤΙΑ ΣΤΟ ΝΗΣΙ ΜΟΥ!

«Ρήγισσα των παλμών και των φτερών του Αιγαίου
Βρήκες με λόγια που προσηλυτίζουν το άπειρο

Με φωτιά με λάβα με καπνούς
Τις μεγάλες γραμμές του πεπρωμένου σου
Τώρα μπροστά σου ανοίγεται η δικαιοσύνη
Τα μελανά βουνά πλέουν στη λάμψη
Πόθοι ετοιμάζουν τον κρατήρα τους
Στην παιδεμένη χώρα της καρδιάς,
Κι από το μόχθο της ελπίδας νέα γη ετοιμάζεται
Για να βαδίσει εκεί με αετούς και λάβαρα
Ένα πρωί γεμάτο ιριδισμούς,
Η φυλή που ζωντανεύει τα όνειρα
Η φυλή που τραγουδάει στην αγκαλιά του ήλιου».
Από το ποίημα του Οδυσσέα Ελύτη, Ωδή στη Σαντορίνη, στο: Προσανατολισμοί, Αθήνα 1966.


Αν ένα νησί διεκδικεί τον τίτλο ενός τόπου, που τον διέπει μια αρμονία σπάνιας ομορφιάς, ενός τόπου που αιώνες τώρα «καλπάζει» σε μια θάλασσα φωτός στο μέσο του αρχιπελάγους, τότε αυτό δεν μπορεί να είναι άλλο από την Σαντορίνη.


Όταν το καράβι της γραμμής αφήσει πίσω του την ΄Ιο και μπει μέσα στον κόλπο που σχηματίζει η καλντέρα, η ψυχή του ανθρώπου δοκιμάζεται μπροστά στο ανυπέρβλητο δέος της πιο θαυμαστής δημιουργίας της φύσης, μιας δημιουργίας που καταφέρνει να εκτοξεύσει αιφνίδια κι εκθαμβωτικά κύματα φωτός προς κάθε κατεύθυνση.

Μακριά και πέρα από το τουριστικό εκβαρβαρισμό που μοιραία προσβάλλει το νησί κάθε καλοκαίρι, η Σαντορίνη παραμένει ακόμη εκείνη η πέτρινη συμπάγεια, πλημμυρισμένη από χείμαρρους φωτός, ένας γαλήνιος τόπος καθαρότατης διαύγειας, τυλιγμένος στην αχλύ ενός ηφαιστειακού γίγαντα, καταδικασμένου να ορίζει το κράτος της ομορφιάς στην απεραντοσύνη του Αιγαίου για πάντα.
Άσπρα θολωτά σπίτια και «ναοί στο σχήμα τ ουρανού», χτισμένα στο πιο ψηλό σημείο του νησιού, φωλιές πουλιών κρεμάμενες «στου βράχου το απλησίαστο» μαρτυρούν τη σοφία ενός καλλιτέχνη μάστορα που όρισε στόχο του την αρχιτεκτονική αρμονία. Κι από την άλλη πλούσια καπετανόσπιτα, κατοικίες με δυο ορόφους, ογκώδη κτήρια με διακοσμητικά μοτίβα στις προσόψεις τους. Και παντού ολόγυρα στο νησί, ένας τεράστιος σχετικά με τους κατοίκους και την έκταση του νησιού αριθμός εκκλησιών, κτιστών ή υπόσκαφων, με χρωματιστούς τρούλους και θυρώματα, εκκλησίες που χτίστηκαν στο χείλος του γκρεμού, για να κοιτάζουν κατάματα στην καλντέρα τον τρομερό γίγαντα και να ξορκίζουν το κακό.

Ένα παγκόσμιο οικιστικό πρότυπο λαξεμένο στο βράχο, γεννημένο από την ηφαιστειογενή φύση του νησιού, που δημιουργήθηκε για να αντιπαλέψει τα αλλεπάλληλα στρώματα λάβας, τους ισχυρούς ανέμους, τις κλιματικές μεταλλαγές, την «έμπνευση της όστριας». Λαξεμένες σπηλιές τα υπόσκαφα αποτέλεσαν από τα προϊστορικά κιόλας χρόνια ως τις μέρες μας το βασικό οικισμό των κατοίκων και παράλληλα την καλύτερη αντισεισμική λύση σε έναν τόπο που δοκιμάστηκε από «τα σωθικά βροντής».

Το αρχαίο της παρελθόν χαραγμένο σε ένα Ακρωτήρι θα θυμίζει πάντα την εποχή που το νησί ονομαζόταν Στρογγύλη και μετέπειτα Καλλίστη, σύμφωνα με τις μαρτυρίες που μας άφησε ο Ηρόδοτος. Στην Καλλίστη εγκαταστάθηκαν Φοίνικες που τους έφερε ο Κάδμος. Έπειτα στο νησί ιδρύθηκε αποικία με την ονομασία Θήρα από τους Λακεδαιμόνιους, που την ονόμασαν έτσι προς τιμήν του γιου του αρχηγού τους. Το όνομα Σαντορίνη αναφέρεται στα 1153 για πρώτη φορά από τον άραβα γεωγράφο Εδρισή. Στο νοτιοανατολικό άκρο του νησιού βρέθηκαν οικοδομήματα που σώζονται μέχρι τον τρίτο όροφο, πανέμορφες καλοδιατηρημένες τοιχογραφίες, εργαλεία και σκεύη, μάρτυρες όλα αυτά μιας άλλης εποχής, τότε που οι άνθρωποι ζούσαν σε μεγάλη ευμάρεια, στο πρώτο μισό της 2ης χιλιετίας π.Χ. Σύμφωνα με τα αρχαιολογικά ευρήματα οι κάτοικοι της Σαντορίνης στους προϊστορικούς χρόνους ήταν πλούσιοι. Τεράστια πιθάρια βρέθηκαν, τα οποία λειτουργούσαν ως αποθήκες δημητριακών, όσπριων και ξηρών καρπών, ενώ τα εκατοντάδες αγγεία, τα εργαλεία και τα πολύτιμα υλικά δείχνουν ότι τα νησί δεχόταν επιδράσεις και από άλλους λαούς. Σημαντικής αξίας όμως είναι οι τοιχογραφίες της εποχής, οι περίφημες συνθέσεις που κάλυπταν τους τοίχους, η ερμηνεία των οποίων είναι συχνά δύσκολη, καθώς συμβολίζουν την αναγεννητική δύναμη της φύσης και δεν υπάρχουν γραπτές πηγές που θα δώσουν στοιχεία επαρκή για την ανάγνωσή τους.

Το Ακρωτήρι υπήρξε σημαντικό λιμάνι της εποχής, σταθμός εμπορικός από και προς τη Μινωική Κρήτη και το υπόλοιπο Αιγαίο. Πολεοδομικά ο σχεδιασμός του αρχαίου χωριού υπήρξε παρόμοιος με αυτόν των σημερινών χωριών του νησιού. Επιμελημένα κτήρια, σχολεία αρρένων και θηλέων, στενά σοκάκια, πλατείες.

Η μοίρα του νησιού ωστόσο είναι αδιάρρηκτα συνδεδεμένη με το ηφαίστειο. Οι κάτοικοί του, από την αρχαιότητα έως σήμερα, έμαθαν να ζουν με την ηφαιστειακή δραστηριότητα, καθώς γεωμορφολογικά η δράση του ηφαιστείου χρονολογείται εκατοντάδες χιλιάδες χρόνια. Το νησί βρίσκεται στο ηφαιστειακό τόξο του Αιγαίου, αναπόσπαστος κρίκος μιας αλυσίδας ηφαιστείων, το οποίο εκτείνεται από τις ανατολικές ακτές της Ελλάδας και περνώντας από το κεντρικό Αιγαίο φτάνει ως τις ακτές στα δυτικά της Τουρκίας.


Από τις πλέον άνυδρες και ξηρές περιοχές του Αιγαίου, η Θηραϊκή γη, από την αρχαιότητα έως σήμερα, αποτελεί μια γόνιμη περιοχή για την καλλιέργεια δημητριακών, όσπριων, φάβας, λευκής μελιτζάνας και της περίφημης ντοματούλας. Βασική πηγή οικονομικών πόρων του νησιού όμως υπήρξε πάντα η παραγωγή του κρασιού. Η σπουδαιότερη καλλιέργεια που γίνεται στο νησί όμως είναι η αμπελοκαλλιέργεια, με σκοπό την παραγωγή ενός εξαιρετικής ποιότητας κρασιού.

Με χρωμοθέτη του τον ήλιο και το χαρακτηριστικό του άρωμα, το οποίο χρωστά στο ηφαιστειογενές έδαφος, στον τρόπο καλλιέργειας και στην πρωινή υγρασία που καλύπτει το νησί, το κρασί αυτό διακρίθηκε σε παγκόσμιο επίπεδο κι έγινε περιζήτητο. Οι ποικιλίες που ευδοκιμούν στη Σαντορίνη είναι κυρίως το ασύρτικο, η μανδηλαριά, το μαυροτράγανο και το αιδάνι, ποικιλίες οι οποίες δίνουν τα παραδοσιακά σαντορινιά κρασιά το νυχτέρι, το μπρούσκο και το περίφημο βισάντο. Το μάζεμα των σταφυλιών, η γνωστή «βεντέμα», γίνεται πάντα στα τέλη Αυγούστου με αρχές Σεπτεμβρίου. Στη συνέχεια το πάτημα του σταφυλιού και η αποθήκευσή του στα ειδικά, υπόσκαφα πάντα, οικήματα τις λεγόμενες «κάναβες» δίνουν την ευκαιρία στο νησί να ζήσει κάθε χρόνο μια γιορτή με το ίδιο πάντα, προαιώνιο τελετουργικό.

Σήμερα το νησί ζει παραδομένο στην τουριστική παραζάλη της ξέφρενης νυχτερινής ζωής και της άναρχης ανοικοδόμησης. Παραμένει ωστόσο απόλυτα σαγηνευτική, αστείρευτη πηγή καλλιτεχνικής έμπνευσης, κέντρο πνευματικής ανάτασης. Μια πέτρινη κραυγή, χτισμένη στο ακρόχειλο του γκρεμού, αιώνια δοσμένη σε ένα υμέναιο ζωής και θανάτου, εκτυφλωτικού φωτός και αδιαπέραστου σκότους, στο ορφικό μεταίχμιο μιας αναπόδραστης πραγματικότητας.

«Κόρη κορυφαίου θυμού» επιμένει πάντα να ορθώνει « ένα στήθος κατάστιχτου από την έμπνευση της όστριας», καθώς η θαλασσινή αύρα δροσίζει και ξεπλένει τα μελανά βουνά, που αναδύονται μέσα από τον αιθέρα «στου γλαυκού το γειτόνεμα».

Δέσμιο του φωτός και των ανέμων, το νησί γίνεται μια τρομερή αγκαλιά ήχων και ανέμων. Ζείδωροι άνεμοι «οι δρομείς που διάνυσαν τα ουράνια μίλια», σε κάθε στοργικό τους χάδι ή βίαιο φυσομάνημά τους προσδίδουν στο αλίκλυστο τοπίο μια χερουβική καθαρότητα. Δολιχόδρομες ριπές ανέμων αποκαλύπτουν τα θαυμαστά γαλαζόκρουστα ακρογιάλια να συνομιλούν σε μια ακατάσχετη χρωματική φλυαρία με το γαλάζιο του ουρανού. Παράκτιοι, γιγαντόμορφοι βράχοι, πέτρες, μάντρες και ξερολιθιές κι εκείνο το άλικο χρώμα της βουκαμβίλιας, το γερμένο πάνω στα πιο μπλε παραθυρόφυλλα ή σε έναν κατάλευκο τοίχο, γαλάζιοι τρούλοι και ακρωτήρια ανέμων• φραγκοσυκιές και αμπελώνες!
Και στη μέση της θάλασσας δεσποτική η μορφή του κατάμαυρου ηφαιστείου να δημιουργεί ένα έργο πικασσιανής κλίμακας απόκοσμων αντιθέσεων. Είναι τότε που ο επισκέπτης του νησιού έχει την ευκαιρία να δει τα χωριά να εναλλάσσονται το ένα μετά το άλλο σ’ ένα κρεσέντο αποχρώσεων, σε μια συναυλία μουσικών χρωμάτων, που ενορχηστρώνει το κυανό της θάλασσας και μαέστρος είναι πάντα ένα δροσερό μελτέμι.

Το ακριβές μέτρο του χρώματος όμως αποκαλύπτεται την ώρα που ο ήλιος μεσουρανεί σε ένα ατέρμονο λαμποκόπημα. Φωτόλουστοι μαυριδεροί βράχοι, που ξεπετάγονται θαρρείς από το πουθενά, γεύονται το φλογερό τραγούδι των κυμάτων, όταν φλοισβίζουν απαλά στη διαδρομή της μέρας.

Μοιραίες και υποχθόνιες δυνάμεις καθορίζουν τη μοίρα του τόπου τούτου, προσφέροντας αντίδωρο την απροκάλυπτη ομορφιά. Η Σαντορίνη είναι το νησί που όσο το γνωρίζεις τόσο περισσότερο το αποζητάς, με μια ανεξήγητη δύναμη που μαγνητίζει τις ψυχές όσων η καθαρότητα των αισθημάτων, τους επιτρέπει ακόμα να ακούν τον ήχο της σιωπής στη βαλπούργεια συμφωνία της φύσης.

Γιγάντιοι βράχοι, ριγμένοι λες από το χέρι κάποιου θεού, κοκκινόμαυροι ή άσπροι, ανεμόδαρτοι όλοι και σκισμένοι από τις δονήσεις του Ηφαίστου, στέκονται περήφανοι στη μέση του πελαγίσιου ορίζοντα, απτόητοι στην αδυσώπητη μοίρα, που προαιώνια ορίζει την τύχη αυτού του πέτρινου νησιού. Θεόρατοι, σπαραγμένοι από τη λαίλαπα του καταποντισμού και της δημιουργίας, σχοινοβατούν πάνω σε εύθραυστες ισορροπίες. Δέσμιοι των ανέμων και της αρμύρας, της ομορφιάς και του έρωτα, φιλοξενούν στα σπλάχνα τους σμήνη εκκλησιών, ολόλευκα γλαροπούλια που κούρνιασαν θαρρείς πάνω στη λάβα να ξαποστάσουν.

Χιλιάδες καμπαναριά και γαλάζιοι τρούλοι υψώνονται προς τον ουρανό, δέηση σωτηρίας αντίκρυ στο κοσμογόνο χάος. Επειδή η Σαντορίνη παραμένει πάντα ένα τοπίο που γοητεύει τη σαγήνη και σαγηνεύει την απόλυτη έκσταση, μαγεύοντας τον σύγχρονο επισκέπτη της. Ένα πολυσήμαντο σύμβολο ταυτόχρονα οικείο και ανεξερεύνητο• ευφρόσυνο όσο και απειλητικό• ένα έργο τέχνης αντιμέτωπο διαρκώς με το φόβο μιας αναπόδραστης καταστροφής, μια κατάλευκη νότα αντικρύ σε έναν κατάμαυρο όλεθρο!

Το σύγχρονο παρόν της, σε πλήρη αντίθεση με το προαιώνιο παρελθόν, δοκιμάζει τις αντοχές του επισκέπτη που αρνείται πεισματικά να δει στο νησί αυτό την τουριστική αθλιότητα να γιγαντώνεται. Για πολλούς η Σαντορίνη θα είναι πάντα μια προσφορά στην ομορφιά, ένα μνημείο της φύσης, μια θαλασσόβρεχτη γωνιά του Αιγαίου, σπαρμένη κατάλευκα όνειρα.

Θα είναι πάντα το νησί που ύμνησαν ο Σεφέρης και ο Ελύτης. Το νησί της αρχιτεκτονικής ιδιαιτερότητας και της υπόσκαφης επιβίωσης. Εκεί όπου η ασυμμετρία παλεύει να ισορροπήσει και τελικά πάντα το καταφέρνει, δημιουργώντας μια αρμονία ανυπέρβλητη. Εκεί που ζουμερά φραγκόσυκα δροσίζονται στις ανάσες των κυμάτων, πράσινοι αμπελώνες ρουφούν από το άνυδρο έδαφος τη μπρούσκα γεύση τους κι οι ανεμόμυλοι στέκονται αγέρωχοι να μετρούν από ψηλά το πέταγμα των γλάρων.

Ένας τόπος όπου η σιωπή καταφέρνει να γεννήσει το λόγο και να επαναπροσδιορίσει τα όρια της ομορφιάς.
 Ή ένα ταξίδι. Εκείνο που σε ταξιδεύει σε μια φιλόξενη πατρίδα, στην πατρίδα των συναισθημάτων, της φαντασίας, των χρωμάτων. Στη χώρα που τα γαλάζια σκαρφαλώνουν πάνω στην ώχρα, το λευκό παίζει με την πύρινη φλόγα ενός μικρού άνθους κι οι πέτρινοι όγκοι ζυγιάζονται λουσμένοι στους φωτεινούς ιριδισμούς μιας καταγάλανης αβυσσαλέας θάλασσας. Εκεί που η καταβύθιση της γης υψώνει την τέφρα της δημιουργίας και νεογέννητοι πέτρινοι όγκοι γεμίζουν άνθη σε μια ασύλληπτη χρωματική πανδαισία. Εκεί που το όνειρο κολυμπάει, αιώνες τώρα στις αιγαιοπελαγίτικες ακρογιαλιές.

Κείμενο/φωτογραφίες: Τέσυ Μπάιλα.