Τετάρτη, 17 Μαρτίου 2010

ΚΑΤΕΡΙΝΑ ΚΑΡΙΖΩΝΗ: ΤΟ ΜΕΓΑΛΟ ΑΛΓΕΡΙ

"Τι είναι ο έρωτας;
ένα μπουρίνι της ψυχής που ξαφνικά περνάει, ένα στιγμιαίο λαμπάδιασμα της σκέψης; ένα παιχνίδισμα του νου..."

Στο βιβλίο της ΤΟ ΜΕΓΑΛΟ ΑΛΓΕΡΙ, που κυκλοφορεί από τις εκδόσεις ΚαστανιώτηΚατερίνα Καριζώνη μας φέρνει αντιμέτωπους με τη σκληρή πραγματικότητα της μανιάτικης βεντέτας. Μια αγάπη αναμετριέται με το χρόνο κι ένας έρωτας σβήνει στα κύματα της τρικυμίας που το παρελθόν προκάλεσε. Ο έρωτας, σαν πιστολιά σημαδεύει ολόισια στην καρδιά και μια βεντέτα ξυπνά από το λήθαργο του παρελθόντος, για να αφοπλίσει το παρόν και να σβήσει κάθε ελπίδα για το μέλλον. Τότε η αγάπη ακροβατεί στο ορφικό μεταίχμιο, εκεί που έχει κράτος και εξουσία ο έρωτας αλλά τις τύχες τις καθορίζει το πεπρωμένο.
Η ηρωίδα, μια τραγική φιγούρα φλέγεται από τα συναισθήματά της. Μέσα στην παραζάλη του έρωτα μεθά. Το κρασί που πίνει όμως έχει τη γεύση του αίματος που ζητά εκδίκηση για τον άδικο χαμό και την πνίγει. Η ύβρη θα συντελεστεί και η Νέμεση θα την καλέσει να πληρώσει για την επιλογή της, για να φέρει την κάθαρση. Με διαλυμένο τον ορίζοντα του ψυχικού της προσδιορισμού και τη λογική παροπλισμένη θα αναμετρηθεί με το πάθος και το χρέος της. Και είναι αυτός ο προσδιορισμός του ηθικού ορίζοντα που διαμορφώνει και διαμορφώνεται από το χρέος που συμπαρασύρει τον αναγνώστη στα μονοπάτια μιας εσωτερικής δόνησης, καθόλη τη διάρκεια της ανάγνωσης του βιβλίου.
Η συγγραφέας πραγματοποιεί μια ψυχολογική αναμέτρηση με τους ήρωές της σε μια προσπάθεια να διατηρήσει τους δημιουργούμενους χαρακτήρες ξεκάθαρους και γνήσιους. Γι αυτό το λόγο άλλωστε εντυπωσιάζουν με την αλήθεια τους και οι εικόνες που γεννούνται σε κάθε αναγνώστη χαράζονται με δεξιοτεχνία στο νου του. Άλλωστε, είναι οι ηθικές αξίες που φέρουν η γενετική μήτρα του συγκεκριμένου έργου, οι οποίες προβάλλονται, συμβάλλοντας στον επαναπροσδιορισμό της σύγχρονης λογοτεχνικής παραγωγής.
Ο γεωγραφικός χώρος της Μάνης, αποτυπωμένος στο συγγραφικό λόγο που η συγγραφέας επιλέγει, εξεικονίζεται χωρίς εξεζητημένες φόρμες, αλλά με γνώμονα τη δωρική του λιτότητα και με μια εντυπωσιακή ευθυβολία, η ηχητική διάσταση της οποίας δημιουργεί τη λογοτεχνική αξία του έργου.
Ο Τζανέτος και η Όλγα παλεύουν να ισορροπήσουν στη μανιάτικη, κακοτράχαλη γη και να ανασάνουν αποδεσμευμένοι από το χρέος τους!  Με τη δυαδική υπόσταση της αγάπης τους να ακροβατεί στον παραλογισμό μιας εκδίκησης από τη μια, που τους σημαδεύει ανελέητα, και στη λογική του έρωτά τους από την άλλη. Το αίμα ολόφρεσκο ζητά να χυθεί, για να αποκατασταθεί μια παράλογη ισορροπία, όπως την όρισε το καθεστώς της μανιάτικης κοινωνίας.
Στο βάθος της ιστορίας το πειρατικό παρελθόν της Μάνης, θέμα εξαιρετικά αγαπημένο της συγγραφέως, ζωντανεύει στο κουφάρι ενός ναυαγισμένου πλοίου, που κυριολεκτικά απογειώνει την οπτική δυναμική του κειμένου, με τον συμβολισμό του!
Το βιβλίο κλείνει με μια ανεπανέληπτη σκηνή μαγικού ρεαλισμού, απίστευτης τεχνικής που συγκλονίζει τον αναγνώστη!
Μέσα από την ώριμη πεζογραφική της δουλειά η κ. Καριζώνη ανασυνθέτει το υπαρκτό παρελθόν μιας κοινωνίας που για πολλές δεκαετίες συνταράχθηκε κατω από το ζυγό της εκδίκησης!
Στις 28 Μαρτίου παρουσιάζει στον Πειραιά το βιβλίο της Ο ΜΟΝΟΦΘΑΛΜΟΣ ΚΑΙ ΑΛΛΕΣ ΠΕΙΡΑΤΙΚΕΣ ΙΣΤΟΡΙΕΣ.

Σάββατο, 6 Μαρτίου 2010

ΑΝΤΙΚΡΙΖΟΝΤΑΣ ΤΗ ΜΑΓΕΙΑ ΤΩΝ ΑΙΘΕΡΩΝ

Ένα αφιέρωμα στους γλάρους των ονείρων μας!

 Αλήθεια, ποιο ερωτευμένο χάδι ν’ άγγιξε απαλά με το δοξάρι του τη σιωπή ενός βιολιού για πρώτη φορά κι έστειλε το γλάρο της μουσικής πάνω από τους ανθρώπους να αργοπλεύσει; ΤΟ ΠΟΡΤΡΕΤΟ ΤΗΣ ΣΙΩΠΗΣ.

Ξημέρωμα σε κάποιο αιγαιοπελαγίτικο ακρογιάλι. Στην κραταιά παντοδυναμία του ήλιου που δειλά απλώνει το πρώτο του φως, σα μέλι ζεστό, επάνω στα διάφανα κύματα, ο ήχος μιας βάρκας που έρχεται από μακριά και διασχίζει το νερό, για να μπει στο μικρό λιμανάκι του νησιού είναι ο μόνος που διαταράσσει τη γαλήνη του πρωινού.

Από τον αντικρινό βράχο ένα σμάρι θαλασσοπούλια έχουν στήσει καρτέρι και περιμένουν τη στιγμή που θα φανεί πίσω από το μικρό νησί, που λικνίζεται μεσοπέλαγα στην υδάτινη αγκαλιά του ορίζοντα, για να πετάξουν μαζί, ίδια κι απαράλλαχτα όπως κάθε μέρα, προς το μέρος της, να την προϋπαντήσουν.
Άργησε σήμερα να φανεί στο βάθος της κυανής γραμμής κι ανησυχία έχει πλημμυρίσει τους φτερωτούς της φίλους. Στέκονται με το κεφάλι ψηλά, αγναντεύοντας προς τη θάλασσα, κοιτάζοντας όλοι στην ίδια κατεύθυνση και περιμένουν γουργουρίζοντας. Τη στιγμή που αρχίζει να βγαίνει πίσω από τα τελευταία βράχια το μικρό πλοιάριο, χιλιάδες γλαροπούλια, σαν ολόλευκα βέλη εξακοντίζονται και το πλησιάζουν, σκούζοντας τα καλωσορίσματα.
Η σκηνή αυτή επαναλαμβάνεται καθημερινά, σε όλη την απέραντη ελληνική ακτογραμμή, πάντα η ίδια και απαράλλαχτα ομοιόμορφη, τόσο που στα μάτια μας το τοπίο το ίδιο αποσύρεται σιγά- σιγά κι ο νους, ανυπόταχτος αντάρτης, αρχίζει να ταξιδεύει από ερημικά ακρογιάλια σε πολύβουα λιμάνια, για να αντικρίσει την ίδια πάντοτε εικόνα.

Σκηνές της ελληνικής ναυτικής ζωής, σκουριά χαραγμένη σε κάβους κι ανθρώπους, αρμυρισμένες ψυχές ανθρώπων και γλάρων, τρικυμισμένες ωστόσο από τον ίδιο πόθο για νέα ταξίδια. Η εικόνα ενώνεται με τους ήχους σε μια αλχημεία μοναδικών στιγμών, επαναλαμβανόμενων διαχρονικά σε όλο το θαλασσινό χάρτη της Ελλάδας.
Λίγο αν αφεθεί κανείς θα μπορέσει να κρυφακούσει ανάμεσα στους φουρτουνιασμένους ήχους της πρωινής μελαγχολίας άγκυρες να «πνίγονται» στα βάθη των λιμανιών, ψαράδες να τραγουδούν, γυρίζοντας μέσα στο λιμάνι, κρωξίματα γλάρων και φωνές χαρούμενων παιδιών που αμέριμνα παίζουν στην ακροθαλασσιά.
Ένα νοερό ταξίδι που ξεκινά καθημερινά στο πρώτο φως της μέρας με καπετάνιο ένα πουλί-σύμβολο της ελληνικής ψυχής, που ελεύθερη πετά, αντικρίζοντας τη μαγεία των αιθέρων, τα αιγαιοπελαγίτικα ακρογιάλια, τα βράχια και τις θαλασσινές σπηλιές τους. Ένα ταξίδι με προορισμό την ομορφιά μια χώρας που θαλασσοκρατείται και ορίζεται από την περηφάνια ενός κύματος, όπως αυτό λάμπει στα βρεγμένα φτερά ενός γλάρου.
Επειδή αν υπάρχει ένα πουλί, που η ύπαρξή του να στοιχειοθετεί το συνειδησιακό βάθος της ψυχής ενός ολόκληρου λαού και να τον αντικατοπτρίζει, τότε για τον έλληνα αυτό το πουλί είναι ο γλάρος. Κυρίαρχος σε όλο τον αιγαιακό χώρο, μοιράζεται τις ακρογιαλιές και τους πόθους μαζί του και αποτελεί το μοναδικό σύντροφό του σε όλες τις δύσκολες ιστορικές περιόδους.
Επάνω στα ανοιχτά του φτερά, ο Έλληνας της νησιωτικής πατρίδας έχει από χρόνους πολλούς ακουμπήσει όλα του τα όνειρα. Τον συντροφεύει σε κάθε του βήμα, διακριτικά, με τη μεγαλοπρέπεια ενός συντρόφου που νοιάζεται πάνω απ’ όλα για μια μυστική συνομιλία μεταξύ τους. Ένας φύλακας άγγελος που καλωσορίζει ή κατευοδώνει πλεούμενα κι ανθρώπους, που στέκεται φρουρός ακοίμητος δίπλα τους, σηματοδοτώντας την ελληνική  ναυτοσύνη.
Βρίσκεται παντού, σε κάθε απομακρυσμένο φάρο, στα φτερά ενός ανεμόμυλου, στην είσοδο της πιο μικρής σπηλιάς, σε έναν ανεμοδαρμένο βράχο, σε κάθε κυματοστραμμένο ερημοκκλήσι, σε μέρη που δεν περιμένουν κανέναν να φανεί. Εκείνος υπάρχει εκεί, να ζυγιάζει στα φτερά του τη μοναξιά του ανθρώπου που βρέθηκε στην εσχατιά της θάλασσας κι ακροβατεί ανάμεσα στους ήχους της.
Συντροφεύει τους ναυτικούς στα ταξίδια τους, τους εργάτες στα λιμάνια τους, τους φάρους στη λησμονιά τους, τους ξενύχτηδες ψαράδες που επιστρέφουν με φορτωμένα τα δίχτυα τους κάθε πρωί. Είναι δίπλα τους κι όταν φωνάζει δε ζητιανεύει λίγο φαί αλλά την ανταμοιβή του απαιτεί, αυτή που του αναλογεί, αντίδωρο για ό,τι προσφέρει με την παρουσία του όλες εκείνες τις ώρες που σιμά τους αφουγκραζόταν μαζί τους τον ρόχθο της θάλασσας και τους καημούς τους.
Ένας λευκός νάρκισσος που καθρεφτίζεται στο γαλάζιο κάτοπτρο κι αναζητά πάντα όλο και περισσότερο ουρανό, για να ορίσει τη μοίρα των ανέμων.
Κανένα άλλο πουλί δεν πετά στους αιθέρες με τόση περηφάνια. Ανοίγει τα φτερά σε μια καλοζυγιασμένη πτήση, κατάστηθα προς τον άνεμο, κλείνει τα μάτια κι αφήνει τον αγέρα να του χαϊδεύει τα πούπουλα, με ένα αχαλίνωτο πάθος για ελευθερία. Με την ψυχή του γεμάτη γαλάζιους έρωτες και αρμυρισμένα κύματα απλώνει τα φτερά του κι ακινητεί στον αιθέρα. Ανάλαφρα πετά και χάνεται στα βάθη του ουρανού, γυρεύοντας να εξιχνιάσει το καταγάλανο άπειρο. Κι ανάμεσα σε στεριά και θάλασσα γίνεται μια ιδέα, ένα σύμβολο της ανυπόταχτης ελληνικής συνείδησης, μετατρέπεται από ένα απλό πουλί της θάλασσας και των ανέμων, των βράχων και των σπηλιών σε μια λευκή φωτεινή γραμμή στο βάθος του ορίζοντα.
Για όλους αυτούς τους λόγους, ο γλάρος έχει γίνει αντικείμενο έμπνευσης και καλλιτεχνικής δημιουργίας. Από τους γλάρους του Βενέζη, έως τα γλαροπούλια του Οδυσσέα Ελύτη που «δίνουν τη γαλανή ελευθερία στον ορίζοντα» μια ολόκληρη λογοτεχνική παραγωγή τίμησε το πουλί αυτό, τονίζοντας το ρόλο του στην ψυχή κάθε Έλληνα.
Αλλά και σε άλλες μορφές τέχνες ο γλάρος έχει κατ’ επανάληψη πρωταγωνιστήσει, καθώς η ύπαρξή του αποτελεί εφαλτήριο ονειροπόλησης για μακρινά ταξίδια και τα φτερά του ένας ζωντανός ιστός, που έφτασε ως τις μέρες μας κουβαλώντας το νόστο του έλληνα για μια ατρικύμιστη παρουσία στο νησιωτικό χώρο.
Αν ισχύει η διαπίστωση ότι από ψηλά η οπτική εικόνα αλλάζει και το βλέμμα απλώνεται σε βάθος, σε έκταση και σε ύψος σε μια απεραντοσύνη διάφανη, κάνοντας τη ματιά να διαπερνά απ’ άκρη σ’ άκρη τον καταγάλανο ορίζοντα, τότε όλοι μπορούμε να καταλάβουμε πως τα λευκά κοπάδια των γλάρων, που με αξιοζήλευτη ισορροπία ζυγίζονται στο αβυσσαλέο κενό, αντιλαμβάνονται τον κόσμο ολόγυρά μας και ποια η δική τους αντίληψη για την ομορφιά που ξεδιπλώνεται μπροστά τους.

Καθώς η προσουράνωση αποτελεί μοναδικό προνόμιο όσων μπορούν ακόμη να ονειρεύονται κι αφήνουν τις αισθήσεις τους να γεύονται την ομορφιά που υπάρχει παντού, αθέατη για τους πολλούς, υπαρκτή ωστόσο και ορατή τριγύρω μας, ας αφήσουμε όλες τις σκέψεις μας να ίπτανται πάνω από την καταγάλανη πραγματικότητα αυτής της χώρας, επιλέγοντας να διασχίσουμε τους ουράνιους δρόμους με τα φτερά ενός αιγαιοπελαγίτη γλάρου.